Το παραμύθι της βροχής

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

Του Προφήτη Ηλία του Πεπονά!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Δικό μας τούτο το προσωνύμιο στον Προφήτη Ηλία του χωριού μας…

Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του, στις 20 του Ιούλη, τα πεπόνια στο περιβόλι μας ήταν ώριμα και τα δοκιμάζαμε για πρώτη φορά εκεί στην μικρή αυλή της εκκλησίας,  που έμοιαζε με αλώνι αλλοτινών καιρών.


«Λούματα» λέγανε κανονικά την περιοχή που βρισκόταν το γραφικό ξωκλήσι κι εκεί ήταν κι η κρεβατίνα μας η πιο παχύφυλλη κι αγαπημένη. Οι καρποί της πάντα αργούσανε να καμωθούν γιατί ήταν βορινή και σκιερή πολύ. Σαν τα «μωρά κοπέλια» τα σταφύλια της, έλεγε ο πατέρας μου. Και σαν πηγαίναμε για ραντίσματα και όλα εκείνα τα γεωργικά που δεν τα καλοθυμάμαι, βρίσκαμε πάντα χρόνο να ανηφορήσουμε στο «Ψηλό Κουτούτο», το λοφάκι και να παίξουμε στην αυλή του Προφήτη Ηλία του Πεπονά μας.

Πάνε μέρες που ανηφόρησα πάλι τον χωμάτινο δρόμο. Λείπει ο Κωστής, στα ξένα, κι η καρδιά μου δεν μου πάει να τριγυρνώ μονάχη στα λημέρια μας… Μύριζε θυμάρι και σύκα όλη η περιοχή. Η θέα απίστευτη όπως πάντα κι άφηνες  τα μάτια να ακουμπήσουν πέρα στο βάθος, να φτάσουν στον ορίζοντα και τη θάλασσα.  Κι απέναντι ο τεράστιος όγκος του Γιούχτα να κείτεται ανάσκελα πάντα. Είναι τόσο κοντά  που νομίζεις πως μια δρασκελιά να κάνεις τον ακουμπάς. Κάθισα στην ασβεστωμένη αυλή, στο γραφικό παγκάκι  κι αρχίσανε οι θύμησες κι οι ιστορίες να ζωντανεύουν…

Πως περιμέναμε κάθε χρόνο το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία! Μέρες πριν ετοιμαζόμασταν γιατί ξέραμε πως με τους ανεμόμυλους που θα φτιάχναμε, τους καλύτερους, εννοείται, στο χωριό, θα μαζεύαμε το χαρτζιλίκι του καλοκαιριού και όλες οι επιθυμίες μας θα πραγματοποιούνταν.  Η μεγάλη μας έννοια με τον αδελφό μου ήταν πως να  κατέβουμε στον ποταμό, στον Κάτω Μύλο, στον δικό μας Παράδεισο, εκεί που ζούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά. Φοβόμασταν πολύ, γιατί είχαμε ακούσει πως έπαιρναν τη λαλιά όσων συναντούσαν. Η μόνη μας ελπίδα να γλυτώσουμε, ήταν να πάμε μεσημέρι. Με τόση ζέστη δεν θα΄χαν το μυαλό τους να κυνηγήσουν εμάς. Άλλωστε, είχαμε ακούσει πως τη νύχτα ζωντανεύανε κι ίσαμε το ξημέρωμα λούζονταν και χόρευαν στο ποτάμι…   Εκεί θα βρίσκαμε τα καλάμια που χρειαζόμασταν και που έπρεπε να είναι ξερά, με ρόζους, για να μπορούν εύκολα να χαραχτούν. Κι ύστερα με το πολύτιμο υλικό μας αγκαλιά, ερχόμασταν στο μικρό πλυσταριό του σπιτιού μας να ξεκινήσουμε την συναρμολόγηση. Τέχνη ήθελε κι αυτό το τόσο απλό παιχνίδι, ο «σβούρος», έτσι τον λέγαμε ή «μύλο». Αργότερα η λέξη τούτη χάθηκε και όλοι τον έλεγαν ανεμόμυλο.

Κόβαμε κάθε καλάμι με μια σέγα,  περίπου σαράντα εκατοστά και στην κορυφή του κάναμε δυο τρύπες περνώντας ένα σύρμα που το στρουφίζαμε να μην χαλαρώσει . Είχαμε επίσης κόψει μεγάλα τετράγωνα  πολύχρωμα χαρτιά από κόλλες γλασσέ. Σε κάθε γωνία μια ψαλιδιά ίσαμε το κέντρο, τέσσερεις στο σύνολο,  και τα τσακίζαμε - διπλώναμε με προσοχή και ακρίβεια δημιουργώντας τρισδιάστατα «τρίγωνα». Κόβαμε αμέσως μετά, κρυφά πάντα, με το κλαδευτήρι που ΄χε ο μπαμπάς χωμένο στα δικά του εργαλεία,  από την παλιά καρέκλα της μάνας μου μικρά κομμάτια από εκείνο το πλαστικό κορδόνι που ήταν πλεγμένη. Σαν μακαρόνι  έμοιαζε μόνο που ήταν χρωματιστό. Κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί τα χρώματα του και τα περνούσαμε στο σύρμα ανάμεσα στα χαρτιά για να μπορεί ο σβούρος να γυρίζει με τον αέρα. Εκείνη το καταλάβαινε, αλλά έκανε πως δεν έβλεπε, είχε μόνο την έννοια μην καθίσει κανείς και …ξεμοντάρει!

Ύστερα παίρναμε ένα μεγάλο καλάθι και το γεμίζαμε με όλα όσα είχαμε φτιάξει. Μέρες κρατούσε η «δουλειά». Όλα τα  πρωινά του Ιούλη κάναμε τους μάστορες και σαν έφτανε η παραμονή του Προφήτη Ηλία όλα ήταν έτοιμα. Θυμάμαι τη χαρά μου σαν έμαθα να γράφω που ο Αντώνης μας,  μού είχε αναθέσει να φτιάχνω εγώ την ταμπέλα της πώλησης:

Σβούρος μικρός, 1 δραχμή.

Σβούρος μεγάλος, 2 δραχμές.

Την άλλη μέρα από το ξημέρωμα περιμέναμε τον θείο Μιχάλη. Μας έβαζε πάνω στο γαϊδούρι του και ξεκινούσαμε για το πανηγύρι. Πουλούσαμε όλη μας την πραμάτεια κι ύστερα η μαμά, μάς έκοβε μια φλούδα πεπόνι του καθενός γιατί όπως σας είπα και πιο πάνω, ήταν η μέρα που γιόρταζε τούτο το φρούτο. Καθόμασταν πάνω στο φρεσκοασπρισμένο πεζούλι και τρώγαμε χαρούμενοι κοιτάζοντας γύρω μας τα πιο μικρά παιδιά που κρατούσαν τους δικούς μας τους σβούρους και προσπαθούσαν να τα βρουν με τον άνεμο μήπως και γύριζαν. Κι ήταν τα πρόσωπά τους φωτεινά, τα μάτια τους γελούσαν. Εμάς, όπως έλεγε ο πατέρας μου, γελούσαν και τα μουστάκια μας. Θα ‘μουν δεν θα ‘μουν εφτά χρόνων εκείνο το καλοκαίρι που σας περιγράφω  αλλά εγώ νόμιζα πως ήμουν «μεγάλη» γιατί όταν κάναμε τη μοιρασιά με τον αδελφό μου το μερίδιο μου ήταν πάνω από 20 δραχμές. Ήταν αρκετό σαν γυρίζαμε πίσω στο χωριό να σταματήσουμε στο περίπτερο του κυρ Ηλία και να αγοράσω την αγαπημένη μου «Μανίνα», περιοδικό αποκλειστικά για κορίτσια εκείνη την εποχή και με τα υπόλοιπα μια γκοφρέτα «Σαφάρι» και τρία φακελάκια με εικόνες ηθοποιών που τις μάζευα με μανία. Ε, ότι έμενε θα το φύλαγα στον κουμπάρα για τα Χριστούγεννα που είχε σειρά το πιο μεγάλο παιχνίδι. Ήταν 20 Ιουλίου 1973!

Την επόμενη χρονιά δεν ανεβήκαμε στο εκκλησάκι, μείναμε με τους σβούρους μας να τους κοιτάμε σαν χαμένοι. Είχε κηρυχτεί η επιστράτευση…Λέξεις παράξενες ακούγονταν. Κύπρος, Τούρκοι, επίθεση, πόλεμος, αγνοούμενοι, καταπάτηση, φονικά….

Ναι, έναν χρόνο μετά στις 20 Ιουλίου 1974,μείναμε με την απορία στο πρόσωπο μας κι ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι γεμάτο με τον κόπο ενός μήνα, με νέα σχέδια, χρώματα και σχήματα. Εκείνο το χάραμα όλοι είχαν αναστατωθεί. Ούτε λόγος για το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Ο μπαμπάς είχε φύγει για το παντοπωλείο πολύ πριν ξημερώσει.  Η μαμά, μας ετοίμασε  γρήγορα γρήγορα να ανέβουμε κι εμείς στην …Αγορά. Ατέλειωτες ουρές από ανθρώπους έξω από το μπακάλικό μας , φωνάζαν και χειρονομούσαν. Βιάζονταν να μπουν, γέμιζαν τσάντες με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Κι όλοι συζητούσαν με μια φοβερή ανησυχία στα πρόσωπά τους. «Πόλεμος» ήταν η λέξη που ξεχωρίσαμε και ο φόβος μας παρέλυσε τα πόδια. Σε πολύ λίγη ώρα άδειασαν τα ράφια του μαγαζιού μας. Και τότε αντήχησε εκείνο το κουδούνισμα από το τηλέφωνο που ήταν πάνω στο γραφείο του θείου του Γιώργου, το μαύρο με το στρογγυλό καντράν. Όσα χρόνια και αν περάσουν θα  ηχεί πάντα στ’ αυτιά μου.


Σε ελάχιστα λεπτά ο πατέρας έπρεπε να φύγει. Είχε κηρυχθεί γενική επιστράτευση κι έπρεπε να παραδώσει και το φορτηγό μας στον στρατό. Ούτε σκέψη πια για το πανηγύρι, για τίποτα. Δεν ξέραμε, δεν καταλαβαίναμε καλά και κανείς δεν μπορούσε να μας εξηγήσει τι ακριβώς θα γινόταν σε λίγες ώρες ή την επόμενη μέρα. Θυμάμαι σαν να ΄ταν χθες το φορτηγό μας σαν έστριψε στην κατηφόρα και χάθηκε από τα μάτια μου. Καθόμουν στο πεζούλι, μπροστά στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του μαγαζιού και κοίταζα… Κρατούσα έναν από τους σβούρους μου και τον φυσούσα να γυρίσει. Ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού ήθελε κι εκείνο να βρει το δρόμο του. Ήταν η πρώτη φορά που μας άφηνε μόνους ο μπαμπάς και δεν ξέραμε ούτε που πήγαινε ακριβώς, ούτε πότε θα τον βλέπαμε ξανά. Σαράντα εννιά χρόνια έχουν περάσει από τότε, σαράντα εννιά!


Ένα κερί άναψα στο γυαλισμένο κηροπήγιο που μοιάζε  σαν καινούργιο μέσα στην ταπεινή εκκλησία  κι ύστερα κατηφόρισα για το περιβόλι μας ή μάλλον για το χωράφι πια  κι εκεί άλλες ιστορίες αναβλύσανε….

Εκεί  γεννήθηκε ο Σιγανός μου, το σκιάχτρο μου, μια φορά και ένα καιρό (υπήρξε στο αλήθεια)  κι είναι πια παραμύθι που ‘ναι αφιερωμένο στον μπαμπά μου τον Κυρ Γιάννη!

Εμείς του είχαμε κολλήσει τούτο το προσωνύμιο γιατί κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του στις 20 του Ιούλη τα πεπόνια στο περιβόλι μας ήταν ώριμα και τα δοκιμάζαμε εκεί στην μικρή αυλή που μοιάζε με αλώνι, αλλοτινών καιρών.

Ένα πεπόνι αγόρασα από το μεγάλο σούπερ μάρκετ πηγαίνοντας στο σπίτι της μάνα μου. Να κόψουμε μια φέτα, να θυμηθούμε εκείνα τα χρόνια!

Χρόνια μας πολλά!

Κωστή, να΄μαστε καλά να πάμε μαζί του χρόνου!

 

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, Συλλογή διηγημάτων, υπό έκδοση


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 20 Ιουλίου 2023 : 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου