Το παραμύθι της βροχής

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ 29 Ιουνίου του 1900 // 31 Ιουλίου 1944

Της Ελένης Μπετεινάκη

Γάλλος συγγραφέας που έγινε διάσημος  με το βιβλίο του :«Ο Μικρός Πρίγκιπας»! Ένα βιβλίο σταθμός. 

Κυκλοφόρησε  στις 6 Απριλίου του 1943 και από τότε έχει μεταφραστεί σε  250 γλώσσες.

Σύμφωνα με την ιστορική εφημερίδα Le Monde  κατατάσσεται στην 2η θέση της παγκόσμιας λίστας των 100 βιβλίων του αιώνα. Έχει διαβαστεί από εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο. Θεωρείται πια ελεύθερο δικαιωμάτων και ανατυπώνεται συνεχώς από πολλούς εκδοτικούς οίκους και σε παραλλαγές που ωστόσο μένουν αρκετά πιστές στο αρχικό κείμενο.

Ποιος ήταν όμως ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ;

Γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας,  γεννήθηκε την ίδια εποχή που γεννιόταν και το αεροπλάνο. Μιμούμενος τα κατορθώματα του Μπλεριό που κατάφερε να διασχίσει την Μάγχη με αεροπλάνο έφτιαξε ο ίδιος φτερά από χαρτόνι και τα κόλλησε στο ποδήλατό του, στριφογυρίζοντας αδιάκοπα στον κήπο του και μιμούμενος το βούισμα εκείνου του θαύματος των αιθέρων. Μεγαλώνοντας και παρά τις αντιρρήσεις του οικογενειακού του περιβάλλοντος θα καταταγεί στην αεροπορία παίρνοντας την ειδικότητα του μηχανικού και κάνοντας μαθήματα ιδιωτικά για πιλότος. Καταφέρνει να πάρει το πτυχίο του και να προσληφθεί στα μαχητικά αεροπλάνα αλλά η κακοτυχία θα τον σημαδέψει. Στα 22 μόλις χρόνια του παθαίνει το πρώτο σοβαρό ατύχημα της ζωής του. Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη ήταν τόσο σοβαρή, ώστε από θαύμα απέφυγε τον θάνατο. Αναγκάζεται με παρότρυνση του πεθερού του να αλλάξει επάγγελμα και να γίνει εμπορικός υπάλληλος. Όλα αυτά συνέβησαν τη σημαδιακή επίσης χρονιά του 1923 όπου τον εγκαταλείπει και η αρραβωνιαστικιά του κι έτσι σαν διέξοδο στην πλήξη και την απογοήτευσή του θα ξεκινήσεις να γράφει κείμενα – γράμματα στη μητέρα του. Τα κείμενα αυτά  θα γίνουν η αρχή της έκδοσης  του πρώτου βιβλίου του «Ο  Αεροπόρος» στα 1926 πια.

Ο Εξυπερύ δεν ήταν όμως ένας διηγηματογράφος, αλλά ένας βαθύς φιλόσοφος που αποτύπωνε τη ζωή κι ανέλυε τον προορισμό της. Έχει στο μεταξύ μεταπηδήσει σε νέα καριέρα  σε μια πρωτοποριακή εμπορική γαλλική εταιρεία την «Λατεκέρ» που εκτελούσε ταχυδρομικές πτήσεις μεταξύ Τουλούζης και Β. Αφρική και που θα τον εμπνεύσει για το έργο του το «Ταχυδρομείο του Νότου». Ακολουθούν αρκετές αλλαγές στη ζωή του πάντα σε σχέση με την αεροπορική εταιρεία που ήδη εργάζεται. Μετατίθεται στο Καπ Ζουμπί, στη μέση της Ισπανικής Σαχάρας όπου η συμβολή του στην εταιρεία και η δύσκολη δουλειά σε έναν απομακρυσμένο τόπο θα του επιφέρουν αναγνώριση και στην επαγγελματική και στην φιλολογική του καριέρα αποκτώντας έτσι τον Σταυρό των Ιπποτών της Λεγεώνας της Τιμής.

Στη συνέχεια μετοικίζει στην Αργεντινή όπου ορίζεται σταθμάρχης της Αεροποστάλ (της μικρής Λακετέρ που έχει εξελιχθεί) και θα ακολουθήσεις καταστάσεις που θα σημαδέψουν τις φιλίες και το μετέπειτα λογοτεχνικό του έργο. Στα 1931 θα παντρευτεί την Κονσουέλο Σουνσίν και στα 1933 που η Αεροποστάλ εξαγοράζεται από ένα νέο αεροπορικό όμιλο που θα ονομαστεί Air France. Δεν θα συμφωνήσει με την διοίκηση και θα παραιτηθεί. Θα βρει διέξοδο στα βιβλία του και θα γράψει το έργο του «Νυχτερινή Πτήση» που αποσπά λογοτεχνικό βραβείο και ένα συμβόλαιο για μια παραγωγή του Χόλυγουντ. Είναι η πολύ γνωστή  ταινία με πρωταγωνιστή τον Κλαρκ Γκαίημπλ με τον τίτλο: «Άνεμος, Άμμος και Άστρα».

Συνεχίζει να γράφει…
Συνεχίζει να πετάει…
«Τέλη του 1936 η Αιρ Φρανς του προσφέρει ένα συμβόλαιο για μια πειραματική προσπάθεια να δημιουργηθούν πτήσεις από τη Γαλλία στη Σαϊγκόν. Ο Εξυπερύ θα αγοράσει με δικές του οικονομίες ένα αεροπλάνο με το οποίο επιχειρεί μια πρώτη προσπάθεια αλλά τσακίζεται από αμμοθύελλα στην Λιβυκή έρημο και τελικά σώζεται συμπωματικά από κάποιους Βεδουίνους. Μετά από αυτήν την περιπέτεια απομακρύνεται από τον αεροπορικό τομέα και πέφτει σε μια κατάσταση απογοήτευσης, την οποία επιδεινώνει η απώλεια του Μερμόζ πάνω από τον Ατλαντικό. Το 1937 επιστρέφει στον τομέα των διηπειρωτικών πτήσεων με την Αιρ Φρανς με σκοπό τη διάσχιση του Ατλαντικού και εγκαινίαση δρομολογίων μεταξύ Ευρώπης και Κεντρικής Αμερικής. Ένα νέο όμως ατύχημα στη Γουατεμάλα τον φέρνει πολύ κοντά στον θάνατο. Πέρασε πολύ καιρό σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης για να ανακάμψει και καθώς η περαιτέρω συνέχιση των αεροπορικών περιπετειών του φάνηκε να απομακρύνεται, αποφάσισε να συνεχίσει αποκλειστικά με τα βιβλία του. Ένας μικρός όμιλος Γάλλων επιχειρηματιών και φίλων της τέχνης που ζούσαν στην Αμερική του συμπαραστάθηκαν πολύ. Εκείνη την περίοδο γράφει τα δύο αριστουργήματά του, την «Γη των Ανθρώπων» και τον Μικρό Πρίγκιπα»*.

Στα 1939 αρχές του Β’Παγκοσμίου Πολέμου με συνθήκες άθλιες πετάει διακινδυνεύοντας τη ζωή του αλλά καταφέρνει να επιβιώσει. Κάτω από προσταγές ακόμα και του ίδιου του Σαρλ Ντε Γκωλ. Στις ΗΠΑ ο Εξυπερύ θα συγγράψει τις πρόσφατες πολεμικές του εμπειρίες, το «Πιλότος Πολέμου», ένα βιβλίο που γεμίζει ανθρωπιά, έντονη φιλοσοφία και απογοήτευση για την Γαλλία. Διαφωνεί με την τακτική της Γαλλίας στο Β΄Παγκόσμιο πόλεμο. Εκφράζει πολλές φορές την δυσαρέσκειά του. Στα 1943 οι Αμερικανοί αποβιβάζονται στη Βόρεια Αφρική, ο Εξυπερύ νοιώθει ότι η στιγμή να επιστρέψει στην μάχη ήρθε. Η φυσική του κατάσταση δεν του επιτρέπει να γίνει δεκτός ως πιλότος. Είναι πια 44 ετών. Θα χρειαστεί να βάλει φίλους του να ζητήσουν απ' την Αμερικανική κυβέρνηση να τον βοηθήσουν. Του επιτρέπουν να επιστρέψει στο παλιό του σμήνος. Αρνείται να πάρει πολιτική θέση και ο στρατηγός Ντε Γκωλ δεν θέλει να ακούσει γι αυτόν και σε κάποια στιγμή θυμού, απαγορεύει ακόμα και την διάδοση των βιβλίων του, κάτι που εξοργίζει και αγανακτεί τον συγγραφέα που εκφράζεται δημόσια και σχεδόν κατακρίνεται. Εκείνη την περίοδο ο Εξυπερύ κάνει πολλούς εχθρούς που τον κατηγορούν από αντι-πατριώτη ως και φιλοναζιστή. Ο ίδιος τραυματισμένος ψυχικά αποφασίζει να κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του και θεωρεί ότι η μόνη πραγματική συντροφιά του είναι οι πιλότοι στο σμήνος του. Ακολουθεί ένα πολύ δύσκολο διάστημα για τον εξασθενημένο ψυχικά αλλά και σωματικά εξαιτάις παλαιών τραυματισμών Εξυπερύ, ώστε το αεροπλάνο που του αναθέτουν  να πετάξει προκαλεί μεγάλες δυσκολίες στον παλαίμαχο πιλότο . Χάνει ακόμα και τις αισθήσεις του μια με δυο φορές. Λένε πως ο  Εξυπερύ είχε πάντα μέσα στο χειριστήριό του τη φωτογραφία των νεκρών του φίλων απ' την εποχή του Ταχυδρομείου του Νότου. Τα βράδια αντί να ξεκουράζεται ξενυχτάει γράφοντας.  Έχει αρχίσει άλλα δύο έργα, το «Κάστρο» και το «Γράμμα σε ένα όμηρο».

Στις 31 Ιουλίου του 1944, νωρίς το πρωί, ο Εξυπερύ ξεκινάει για μια αναγνωριστική πτήση στην παραλία Γένοβας - Αντζιο, καθώς επίκειται η εκεί απόβαση. Ο Αμερικανός διοικητής του, ο Γκαβουάλ, ελπίζει ότι ο ξενυχτισμένος Εξυπερύ απλά δεν θα παρουσιαστεί αλλά εκείνος εμφανίζεται πανέτοιμος και μάλιστα του εμπιστεύεται τα γραπτά του. Θα διαπιστώσει αργότερα πως το δωμάτιο του Εξυπερύ είναι τακτοποιημένο και το κρεβάτι άθικτο, πράγμα που σήμαινε πως ο συγγραφέας δεν είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ. Τρεις και μισή ώρες μετά την απογείωση ο Εξυπερύ θεωρείται αγνοούμενος και ο Διοικητής του  υποψιάζεται αυτοκτονία. Πολλά ειπωθήκαν για το τέλος του Αντουάν και κάποια στιγμή σχεδόν 50 χρονιά μετά ένα μπρασελέ που του είχε χαρίσει η γυναίκα του και ανακαλύφθηκε από ένα ψαρά (Ζαν-Πώλ Μπιάνκο) δυτικά της Τουλόν τον οποίο αρχικά δεν πίστεψε κανείς, μιας και βρέθηκε πολύ πιο μακριά από την θέση που προέβλεπε η διαδρομή της τελευταίας αποστολής του Εξυπερύ θα δώσει λίγο φως στον τραγικό του θάνατο. Το αεροπλάνο αυτή τη φορά εντοπίστηκε και αναγνωρίστηκε από τον αριθμό του (228233) από τον δύτη-αρχαιολόγο Luc Vanrell. Τα συντρίμμια του αεροπλάνου του συγγραφέα εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Αεροπορίας του Λε Μπουρζέ στο Παρίσι….

«Από μια τυχαία φράση που βρέθηκε ανάμεσα στα τελευταία του χειρόγραφα και έλεγε: «Κάποια μέρα θα χαθώ πάνω σε έναν μαρτυρικό σταυρό που θα είναι η Μεσόγειος.» σχεδόν όλοι πίστεψαν ότι ο Εξυπερύ αυτοκτόνησε καθώς ήταν πολλαπλά λυπημένος απ' την απώλεια των συντρόφων του, την αδιαφορία της γυναίκας του και την στάση του Στρατηγού Ντε Γκωλ, ο οποίος είχε πεισματωθεί από την αρχική άρνηση του συγγραφέα να ενταχθεί στο Γκωλικό στρατόπεδο. Εντούτοις στις αρχές του 2008, ένας παλαίμαχος Γερμανός πιλότος, ο Χορστ Ρήπερτ, 88 ετών, δήλωσε ότι πολύ πιθανόν αυτός ήταν εκείνος που τον κατέρριψε συνδυάζοντας την μέρα και τον τόπο όπου εντοπίστηκε το αεροπλάνο του Εξυπερύ. Δήλωσε μάλιστα ότι ως νέος θαύμαζε τον συγγραφέα και θα ευχόταν τελικά να μην ήταν εκείνος που τον είχε καταρρίψει.»*

Ο Μικρός Πρίγκιπας κυκλοφόρησε στα ελληνικά  το 1979 ταυτοχρόνως σε τρεις εκδόσεις στα ελληνικά: «Δαμιανός», «Μπίμπης Στερέωμα» και «Θεόδωρος Ζουμπουλάκης». Στα 1983 κυκλοφορεί  από τις εκδόσεις «Ηριδανός» σε μετάφραση του Στρατή Τσίρκα. Ακολουθούν πολλές εκδόσεις από πολλούς εκδοτικούς οίκους μέχρι και σήμερα που όπως είπαμε θεωρείται ελεύθερο πνευματικών δικαιωμάτων.

Στο βιβλίο τα πασίγνωστα σκίτσα έχει δημιουργήσει ο ίδιος ο συγγραφέας του ενώ σήμερα πια πολλοί έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν και νέες εικονικές φιγούρες για τον διάσημο και πολυαγαπημένο πρίγκιπα.

Σας παρουσιάζουμε κι εμείς μια έκδοση σήμερα  από την Ανιές Ντε Λεστράντ, μεταφρασμένη στα Ελληνικά από την Εύη Γεροκώστα και εικονογραφημένη από την Βαλέρια Ντοκάμπο απευθύνεται σε πολύ μικρά παιδιά που επιτέλους μπορούν να έρθουν πιο κοντά στο αριστουργηματικό αυτό έργο του Εξυπερύ :

Ο Μικρός Πρίγκιπας  του Αντουάν ντε Σεντ – Εξυπερί, Ανιές ντε Λεστράντ, εικ: Βαλέρια Ντοκάμπο, εκδ. Κόκκινη Κλωστή Δεμένη.

Ένα βιβλίο γεμάτο αξίες και συναισθήματα. Αλήθειες ,αποφθέγματα , σύμβολα και ιδιοφυείς αλληγορίες. Διαφορετικοί τύποι ανθρώπων, μεγάλες κουβέντες, στάσεις ζωής.


Ο Μικρός Πρίγκιπας είναι γεμάτος με μηνύματα και ανθρώπινες αξίες. Τι και αν γράφτηκε πριν από 77 χρόνια. Απευθύνεται και σε μικρούς και σε μεγάλους. Κι έχει μια φιλοσοφία ζωής που απλά υπενθυμίζει ή διδάσκει τις προτεραιότητες, τα συναισθήματα, τα θέλω και τα μπορώ. Είναι γεμάτο ατάκες και φράσεις που συχνά επιστρέφουμε όλοι σαν τα δύσκολα μας κτυπήσουν την πόρτα. Είναι γεμάτο διδαχές για όλα όσα νομίζουμε πως ξέρουμε. Για τα πολύτιμα τα δικά μας που είναι πάντα μοναδικά. Για την αγάπη, την φιλία και την ανθρωπιά. Για τα ταξίδια που έχουν επιστροφή. Για τη νοσταλγία, την ομορφιά, τις εμπειρίες, τη διαφορετικότητα.

Μικρός ο πρίγκιπας, μεγάλο το αριστούργημα ….

Κι όπως μοναδικά λέει η αλεπού : «Θα σου πω το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό. Βλέπουμε μονάχα με την καρδιά. Τα μάτια δεν βλέπουν την ουσία».

Αναζητείστε τούτη την έκδοση που είναι προσιτή σε πολύ μικρές ηλικίες  και πραγματικά απολαύστε την μαγική του εικονογράφηση!

Κι ακούστε τα παρακάτω κομμάτια που εμπνεύστηκαν από τον αγαπημένο πρίγκιπα όλων μας!

Μελίνα Κανά: Ο μικρός πρίγκιπας : https://www.youtube.com/watch?v=IZqbVhL2Cwc

Ευανθία Ρεμπούτσικα: https://www.youtube.com/watch?v=fqkI-3bOreg

Μάριος Φραγκούλης : https://www.youtube.com/watch?v=cWmag1kxQfo

 

Εδώ μπορείτε να κατεβάσετε την ελληνική του έκδοση : https://mikrosprigkipas.ucoz.com/index.html

*Wikipedia.org


Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Στον Άγιο Παντελεήμονα των Κουνάβων...


Και το καλαντάρι του Ιούλη κοντεύει να τελειώσει με ένα από τα πιο σημαντικά πανηγύρια στον τόπο που μεγάλωσα...

Της Ελένης Μπετεινάκη

Στις 27 του Ιούλη είναι του Αγίου Παντελεήμονα προστάτης όλων σχεδόν των αναπηριών. Σε όλους μας είναι γνωστή η παροιμία που χρησιμοποιείται ακόμη και στις μέρες μα; «Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα ».

Ανοίγοντας το χρονοντούλαπο των αναμνήσεων θυμήθηκα πόσο σημαντική ήταν για μας τούτη η γιορτή, κάπου εκεί στη δεκαετία του '70!

«Μέρες ετοιμαζόμασταν για το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα που γινόταν στο διπλανό χωριό. Ξέραμε πως θα βρίσκαμε όλα τα παιχνίδια που είχαμε ονειρευτεί και μετράγαμε ξανά και ξανά το χαρτζιλίκι μας να δούμε αν θα μας έφτανε. Από νωρίς το πρωί, σαν ξημέρωνε η παραμονή, πλέναμε την καρότσα του φορτηγού και σαν στέγνωνε, στρώναμε την κουβέρτα και περιμέναμε να βραδιάσει. Και σαν έφτανε η πολυπόθητη ώρα ξαπλώναμε όλοι και δεν μας ένοιαζαν ούτε οι λακκούβες στο δρόμο, ούτε ο φοβερός θόρυβος της μηχανής. Ήμασταν τόσο κοντά στο όνειρο…


Σαν πλησιάζαμε στους Κουνάβους, αν και έπρεπε να παρκάρουμε πολύ μακριά, δεν μας ένοιαζε. Μόνο να φτάσουμε γρήγορα θέλαμε. Να ανάψουμε ένα κερί στη χάρη του Αγίου και να ψωνίσουμε τις μοναδικές μαντινάδες, σε μικρή χάρτινη σακούλα, ή σε χωνί από εφημερίδα. Μαντινάδες ζαχαρωτά, ροζ, πράσινες, μπλε και λευκές. Δύο δραχμές δίναμε κι η ευτυχία κρατούσε μέρες. Ευτυχία κλεισμένη σ' ένα μικρό χαρτάκι που διαβάζαμε τι μας έτυχε σαν γλείφαμε όλο το ζαχαρωτό.
Κι ύστερα τρώγαμε καπρικό στα λεμονόφυλλα. Αμέσως μετά τρέχαμε να ανακαλύξουμε τους πάγκους με τα δακτυλίδια από πολύχρωμες πλαστικές πέτρες σε σχήμα καρδιάς, βραχιόλια, πιαστράκια και χιλιάδες άλλα μικροπράγματα. Κι ένοιωθα πριγκίπισσα αληθινή, έχοντας ξοδέψει ...μία δραχμή και ένα πενηνταράκι!


Τα όνειρα και για εκείνα τα καλοκαίρια είχαν πραγματοποιηθεί».

Δείτε εδώ όλο το κείμενο για τον μήνα Ιούλιο!

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Οι λέξεις που μεγάλωσαν ….στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

«Δεν κρατάνε για πάντα οι σκιές», σκεφτόταν η μικρή Σίλα, φεύγοντας από το σπίτι της, μαζί με την μητέρα της. Άραγε για πόσο καιρό;

Πολύ κόσμος περπατάει σιγανά, μαζί τους. Ουρές ανθρώπων βαδίζουν μέρες και νύχτες, χωρίς να ξέρουν ακριβώς που πάνε…Ίσαμε να φτάσουν στη θάλασσα, σε ένα μεγάλο κατακόκκινο καράβι, να μπουν! Ευτυχώς η Σίλα έχει μαζί της τον μικρό της κούνελο και του λέει ιστορίες, όσο ταξιδεύουν, στριμωχτά  και ατέλειωτα…

Κι όταν φτάνουν σε ένα λιμάνι, όλα είναι διαφορετικά, λίγο σκοτεινά, βροχερά και άγνωστα. Κι ο χρόνος που γιατρεύει τα πάντα, δίνει χώρο στη νέα ζωή που σιγά σιγά ξεθαρρεύει, ξεμυτίζει, μαθαίνει απ’ την αρχή.

Και τα παιδιά αρχίζουν πάλι να κάνουν συντροφιές, να παίζουν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, και να μιλούν με λέξεις ίδιες, με λέξεις καινούργιες, με νέα όνειρα…

Μια τρυφερή και συγκινητική ιστορία της Έφης Λαδά. Μια ιστορία σχεδόν ποιητική με λιτό αλλά πολύ εκφραστικό λόγο που εστιάζει στην δύναμη της γλώσσας και των λέξεων.

Μια ιστορία ξεριζωμού, απώλειας που όμως δεν εστιάζει τόσο σε αυτά τα συναισθήματα που δημιουργούνται μέσα από αυτές τις δύσκολες καταστάσεις, αλλά δίνει χώρο στο φως, στην φιλία, στην αναγέννηση και στη μνήμη. Μέσα από πολλούς συμβολισμούς , οι λέξεις παρουσιάζονται σαν ζωντανοί οργανισμοί που μεγαλώνουν, μεταμορφώνονται και αποκτούν διαφορετικό βάρος ανάλογα με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται. Μαζί με την Σίλα παρακολουθούμε το νήμα της ζωής που δένεται κόμπος, ξετυλίγεται αργά, μονότονα στην αρχή, με φόβο, με αναστολές κι αλλάζει χρώμα στη συνέχεια, και πλέκει νέες συνθήκες και προχωράει με ελπίδα, με όνειρα αλλά και με παρακαταθήκη τα όσα έζησε και  για αυτά που συνεχώς έρχονται.


Ένα βιβλίο που ενώ έχει σαν θέμα του την προσφυγιά ή μετανάστευση, εστιάζει στα συναισθήματα και στην αυτογνωσία του εαυτού μας, στην ικανότητα να προχωράμε, χωρίς να ξεχνάμε και να δημιουργούμε πάλι από τη αρχή.  

Για την εικονογράφηση της Έφης Λαδά όσα και αν γράψει κανείς θα είναι λίγα. Μοναδικής αισθητικής εικόνες που δεν συνοδεύουν απλά το δικό της κείμενο αλλά συμπληρώνουν και δημιουργούν νέες «λέξεις» γεμάτες συναισθήματα  και υπέροχες μορφές και  χρώματα.

Αγαπημένα όλα τα σαλόνια του βιβλίου. Ξεχωριστά αυτά με την άγνωστη πορεία,  με το κόκκινο καράβι και την βροχή. Όσο για το εξώφυλλο βλέπουμε όλο τον συναισθηματικό κόσμο της Σίλα από το φευγιό, τον εγκλωβισμό, στο φως και την ελευθερία

Το βιβλίο αποτελεί εργαλείο για τους εκπαιδευτικούς με πολλές ιδέες για αξιοποίηση μέσα σε μια τάξη.

Εκτός από τη συζήτηση που μπορεί να γίνει με θέμα τους πρόσφυγες ή μετανάστες, μπορούμε να  μιλήσουμε για συναισθήματα αλλά και να «παίξουν » αρκετά παιχνίδια.

Εστιάζοντας στις λέξεις και με αφορμή το δέντρο που έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα στο βιβλίο, θα μπορούσε να δημιουργήσουν:

ü  Το δέντρο των λέξεων! Τα παιδιά γράφουν λέξεις που πάνω σε πολύχρωμα χάρτινα φύλλα, τα βάζουν  σε ένα δέντρο μεγάλο που έχουν ζωγραφίσει μόνο τα κλαδιά του και συζητάνε γιατί επέλεξαν τις συγκεκριμένες λέξεις.

ü  Ζωγραφίζω μια λέξη που επέλεξα από την ιστορία και τα άλλα παιδιά προσπαθούν να την μαντέψουν.

ü  Αν ήμουν λέξη, θα ήμουν… Γράφουν ένα μικρό κείμενο πάλι εμπνευσμένο από  το βιβλίο.

ü  Το παιχνίδι της ξεχασμένης λέξης. Ψάχνουν και βρίσκουν λέξεις που δεν χρησιμοποιούνται πολύ στις μέρες μας ή με ντοπιολαλιά του τόπου τους.

ü  Η Σίλα κρατούσε μαζί της έναν κούνελο!  Αν μπορούσε κάθε παιδί να πάρει μόνο ένα πράγμα μαζί του φεύγοντας από τον τόπο του, τι θα ήταν αυτό;

      Να το ψάξετε!

*Οι λέξεις που μεγάλωσαν, Έφη Λαδά, εκδ. Δεσύλλας : https://desyllas.gr/proion/oi-lexeis-pou-megalosan/


Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 25 Ιουλίου 2026 : εδώ!

 

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Οι πεταλούδες είναι ψυχές ανθρώπων...

Της Ελένης Μπετεινάκη

Πολλές οι απώλειες τις τελευταίες ημέρες

Ανωνύμων και επωνύμων…

Χθες βράδυ αργά είδα μαζεμένες στον κήπο πεταλούδες…

Σκούρο καφέ το χρώμα τους, μπορεί και μαύρο. Μια είχε και μια μεγάλη βούλα στο κέντρο κάθε φτερού…

Τις κοιτούσα ώρα πολλή, ίσαμε που χάθηκαν….

Κι ύστερα θυμήθηκα πως οι πεταλούδες, πιστεύουν πολλοί, είναι ψυχές ανθρώπων που τριγυρίζουν κι ομορφαίνουν τον κόσμο των ζωντανών, που θυμίζουν τις παρουσίες των απουσιών…

Ο κυρ Μιχάλης έφυγε προχθές. Φίλος του πατέρα μου. Ο τελευταίος μιας γενιάς που χάθηκε οριστικά. Παρούσα φιγούρα των παιδικών μου χρόνων.

Μεγάλωσε η νιότη μας, πολύ περισσότερο τώρα!

Κι η Μάρω Κοντού, έφυγε πλήρης ημερών. Τι παράξενος τίτλος, ειδησεογραφικών ανακοινώσεων. Ηθοποιός παλαιάς κοπής,  της δικιάς μας δεκαετίας. Τι δεν θυμήθηκα πάλι! Τότε  που μαζευόμασταν ούρες έξω από τα θερινά σινεμά, με πασατέμπο και ζελιτα να χαρούμε τις ασπρόμαυρες εικόνες και την απαράμιλλη κομψότητα των ηθοποιών της εποχής…

Κι η Μαίρη Λίντα κάπου εκεί πάντα παρέα με τον Χιώτη να ξεσηκώνει τις παρέες των γονιών μας…Πέταξε κι εκείνη σε τόπους αλαργινούς.

Το πιο απρόσμενο φευγιό, για μας τους θαυμαστές του από μακριά, και εραστές της γραφής ήταν εκείνο του Αλέξη Στάματη…

Μου είχε στείλει την Ταλεντίνα του με ιδιόχειρη υπογραφή, να του γράψω αν μου άρεσε. Τόσο σπουδαίο για μένα αυτό…

Αγαπημένοι άνθρωποι φεύγουν πια, γρήγορα…

Μόλις κάθισε άλλη μια μικρή κίτρινη πεταλούδα πάνω στα γεράνια μου!

Κι ένα χαμόγελο απλώθηκε τριγύρω!

Ζήστε τις στιγμές σας, το τώρα πριν γίνει χθες κι ανάμνηση!

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Όταν μας άφησε η θάλασσα*…στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα από την Κύπρο του 1974 της Άννας Κουππάνου.

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

50 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από εκείνη την αποφράδα ημέρα της εισβολής των Τούρκων στο νησί της Κύπρου…

50 χρόνια και σιγά σιγά σπάνε και κάποιες άλλες σιωπές από πληγές που προσπάθησε να γιατρέψει ο χρόνος…


Η Άννα Κουππάνου γράφει ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα για μια άγνωστη σε πολλούς πτυχή της Ιστορίας, που είχε να κάνει με την τύχη των παιδιών της Κατεχόμενης Κύπρου…

Εκείνα τα παιδιά που έχασαν γη, πατρίδα, κάποια τον ένα ή και τους δύο γονείς, σχολείο, φίλους, σπίτια, παιχνίδια…

Εκείνα τα παιδιά που ήρθαν στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση της Μητρόπολης Ηλείας , νομίζω γύρω στα 400 με το πλοίο ΠΑΤΡΑ, και φιλοξενήθηκαν σε δομές, οικοτροφεία, οικογένειές μέχρι να ομαλοποιηθούν καταστάσεις…

Ο αριθμός των παιδιών έφτασε περίπου τις 5.000 τελικά,  που φιλοξενήθηκαν και σε άλλα μέρη.

Η Άννα Κουππάνου μας ανοίγει την Ιστορία.

Μας συγκινεί, μας μαθαίνει, μας κάνει να αναλογιστούμε για μια ακόμα φορά τι σημαίνει πρόσφυγας. Τι σημαίνει Πατρίδα. Τι σημαίνει μέσα σε μια στιγμή να αλλάζει ο κόσμος σου χωρίς εσύ ο ίδιος να φταις για αυτό.

« … Δεν ξέρω πόσα δάκρυα έχουμε μέσα μας και που κρύβονται. Ίσως στην καρδιά. Ίσως η καρδιά του καθενός να είναι ένα ρόδι από δάκρυα, κι όταν τα κλάψεις όλα μένει μόνο το πικρό, εκείνο το λευκό κομμάτι που κανείς δεν θέλει…»

Πρωταγωνιστές του βιβλίου η Κατερίνα και ο Μιχάλης. Αδέλφια δίδυμα,  που μπαίνουν μαζί στο πλοίο για την Ελλάδα με δυο ρητές εντολές από τη μάνα:

Ότι και αν συμβεί να μη χωρίσετε ποτέ! Και … να γράφετε τα νέα σας.

Πρόσφυγες από την περιοχή της Κερύνειας από ένα μικρό χωριό, που ζούσαν στην ίδια γειτονιά μαζί με τον Αλί, τον Τούρκο. Οι τρεις τους ήταν οι φύλακες του δικού τους χωριού. Πάντα μαζί σε όλα. Ακόμα κι εκείνη την ημέρα της 20ης Ιουλίου που όλα έγιναν τόσο γρήγορα ο Μιχάλης με τον Αλί …έλλειπαν, στα χταπόδια!

Κι ο κόσμος άλλαζε. Ο δικός τους ο κόσμος, για πάντα!

Τι να πάρεις μαζί σου, τι να αφήσεις. Που να πας… Κι ο κύριος Μαχμούτ, ο Αλί, η Μπαχάρ…

Κι εκείνο το τετράδιο με το μολύβι. Ευτυχώς μπήκε στον μπόγο!

Κι ήρθαν στην ελεύθερη Κύπρο και μετά θέλησαν να φύγουν να συνεχίσουν το σχολείο, τη ζωή για λίγο,  ίσαμε να φτιάξουν όλα.

Κι έγινε η  επιβίβαση στο πλοίο με άλλα παιδιά, πολλά. Στην Ελλάδα θα έρχονταν. Άγνωστη χώρα. Γνωστή μόνο από φωτογραφίες και βιβλία. Και τώρα πως, που;

Κι οι αναμνήσεις χιλιάδες. Κι ο φόβος για το άγνωστο, συντροφιά τους. Ερωτήσεις χωρίς απάντηση. Ο πατέρας, ο παππούς, η γιαγιά, οι φίλοι τους, η μητέρα. Όλα ανάκατα κι όλα προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στο μυαλό της Κατερίνας. Και ταξιδεύουν  μαζί με τόσα παιδιά για το άγνωστο- γνωστό τόπο που θα τα φιλοξενήσει για κάμποσο καιρό, μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα στο δικό τους νησί.

Κι αρχίζει μια ιστορία συνταρακτική, συγκινητική για μια ζωή που επιφυλάσσει εκπλήξεις, ανατροπές, φόβο, χαρά, δάκρυ και αναπάντεχες συναντήσεις.

Κι οι εντολές της μάνας δεν μπορούν πραγματοποιηθούν…τουλάχιστον στην αρχή. Τα δυο παιδιά χάνονται, χωρίζουν αλλά η ζωή κάπου τους ξαναφέρνει κοντά …

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Αριστοτεχνικά γραμμένο από μια συγγραφέα γέννημα - θρέμμα της Κύπρου, με γονείς από την Κερύνεια, που χειρίζεται ακούραστα και μοναδικά τον λόγο, την πλοκή και τις λέξεις σε μια ιστορία που θα σας φέρει δάκρυα, χαρά, σκέψεις και ίσως μνήμες.

Η Άννα Κουππάνου γεννήθηκε μερικά χρόνια μετά την εισβολή. Έζησε όμως με τις διηγήσεις και τα όσα έφερε ο ξεριζωμός στους δικούς της. Έψαξε, διάβασε και μας παρέδωσε μια άγνωστη πτυχή της εισβολής, έστω και σαν μυθιστόρημα, και εμείς μαθαίνουμε, συνειδητοποιούμε,  δακρύζουμε και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει …πόλεμος, προσφυγιά, πατρίδα που χάνεται!

Ακούστε την ίδια να περιγράφει πολλά και συγκλονιστικά γεγονότα που την οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου σε συνέντευξη που παραχώρησε πριν λίγες μέρες στην εκπομπή Ζητούνται Αναγνώστες!

https://open.spotify.com/episode/4Oc5EW3ljQ30rIeKFEDTYu?si=nS8yUuRXS6iqruYo5DUO4Q

Το βιβλίο Όσα μας άφησε η θάλασσα* κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάτακη και την εικόνα του εξωφύλλου έχει εικονογραφήσει η Θέντα Μιμηλάκη.

Διαβάστε εδώ ένα απόσπασμα: https://www.patakis.gr/bkm/14772

Δημοσιεύτηκε στις 20 Ιουλίου 2024 στο Cretalive.gr εδώ : Όταν μας άφησε η θάλασσα!

Στη συνέχεια το βιβλίο απέσπασε αρκετά βραβεία όπως: 

📌Κρατικό βραβείο εφηβικού-νεανικού λογοτεχνικού βιβλίου 2025

📌Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας Κύπρου

📌Βραχεία λίστα των βραβείων του λογοτεχνικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης»

📌Βραχεία λίστα του Ελληνικού Τμήματος ΙΒΒΥ

📌Βραχεία λίστα των βραβείων του λογοτεχνικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης»

📌Χρυσή λίστα Elniplex

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει… στα Παραμύθια του Σαββάτου!


Με αφορμή την 20η Ιουλίου 1974!

Πενήντα δύο χρόνια έχουν περάσει…

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Πόσα όνειρα μας μικρά ή μεγάλα πραγματοποιούνται; Ή πόσα απ’ αυτά θέλουμε εμείς να πραγματοποιήσουμε; Το αγόρι της ιστορίας του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και Ανδρέα Κώστα, με πείσμα, θάρρος κι επιμονή αποφάσισε να ακολουθήσει το δικό του: Να περπατήσει όλο του νησί κατά μήκος της ακτογραμμής, γύρω γύρω. Στη διαδρομή του συνάντησε ένα κορίτσι. Ίσως να ήταν τ όνομά του, Μνήμη. Της είπε τ΄όνειρό του. Κι εκείνη αποκρίθηκε με όσα της ορμήνευε η γιαγιά της:

«Στα ονειράματα της αμμουθκιάς, βλέπουμε πράγματα που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν»

Κι ύστερα τον ακολούθησε κι άρχισε να του λέει μια ιστορία! Για ένα κήπο γεμάτο λουλούδια και  δέντρα δεκαεπτά, που τα ΄χε φυτεμένα ο παππούς της και για το δεντρόσπιτό της. Πάνω σε πέτρα το είχε ζωγραφίσει κι είχε μαζί της ένα κλειδί κι ενα κουταλάκι. Δώρα ζωής θύμησης, κληρονομιά ακριβή!


Κι ύστερα το κορίτσι μίλησε για την Υπομονή που της έμαθε ο μπαμπάς της.

Και πρόσφυγας, κι αντάμωμα, και τι σημαίνει «σπίτι»…

Κουβέντα στην κουβέντα, θύμησες κι ονειροπόλημα ίσαμε που φτάσανε σε έναν αμμόλοφο…Ποιος ξεχνάει την Αμμόχωστο…

Ποιος δεν ξέρει πως τα γεράνια όπου κι αν φυτευτούν ανθίζουν…

Μια τρυφερή και συγκινητική ιστορία με θέμα της την προσφυγιά, την Κύπρο, την διχοτομημένη πατρίδα του Αντρέα Κώστα, που πιθανόν να είναι εκείνος το αγόρι που πρωταγωνιστεί. Μια ιστορία που αγγίζει τις ψυχές, που ξυπνά μνήμες σε όσους θυμούνται τις μέρες της Τούρκικης εισβολής στην Κύπρο, και δίνει ερέθισμα σε νεαρούς αναγνώστες να αναζητήσουν την Ιστορία της μεγαλονήσου!


Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο που απλώς το διαβάζεις και το κλείνεις. Είναι ένα έναυσμα για συζήτηση. Αξίζει να διαβαστεί δυνατά, να σταθούμε στα λόγια  της γιαγιάς και τα δώρα του παππού, να εξηγήσουμε στα παιδιά τι σημαίνει η λέξη «προσφυγιά» χωρίς φόβο, αλλά με την τρυφερότητα που επιστρατεύουν οι συγγραφείς. Είναι το ιδανικό εργαλείο για να μιλήσουμε στις νεότερες γενιές για την ιστορική μνήμη, όχι ως πηγή μίσους, αλλά ως ανάγκη για δικαιοσύνη και ειρήνη.

Μια ιστορία που δεν αφήνει κανέναν χωρίς να αναρωτηθεί, με ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ. Γιατί ένα νησί είναι ακόμα χωρισμένο στα δύο. Μια ιστορία που γεννά μια ελπίδα μέσα από τα μάτια δύο παιδιών. Για την φιλία, το «Μαζί» και την Μνήμη. Ότι υπάρχει μέσα μας, παραμένει ζωντανό πάντα, όσο υπάρχουμε κι εμείς. Μια ιστορία για την Μνήμη, λοιπόν και την ίδια στιγμή για την ευθύνη του καθενός, το χρέος να μην σιωπήσει τουλάχιστον μπροστά σε μια αδικία, σε ανθρώπους και τόπους που χάθηκαν.

Πόσο δύσκολο να βλέπεις τον τόπο σου, απέναντι σου και να μην μπορείς να είσαι εκεί.

Πόσο μοναδικά δοσμένες οι εικόνες της  ονειρικής αφήγησης του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και του Ανδρέα  Κώστα, από την Έφη Κοκκινάκη. Στα χρώματα της Μνήμης, της αμμουδιάς, της ώχρας, της θάλασσας. Με καθαρές γραμμές στα πρόσωπα και με τρυφερότητα που ξυπνούν αναμνήσεις και αφυπνίζουν συνειδήσεις.

Να το ψάξετε! Άλλωστε τούτες τις μέρες συμπληρώνονται 52 χρόνια πια από εκείνες τις φοβέρες μέρες τις εισβολής…

20 Ιουλίου 1974…

Ούτε εμείς ξεχνάμε…

Για το δίκαιο, για την Ιστορία, για εκείνο το συρματόπλεγμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει!

 

Δείτε εδώ ένα απόσπασμα: https://www.patakis.gr/files/1212800.pdf


Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 20 Ιουλίου 2026 : εδώ!

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Του Προφήτη Ηλία του Πεπονά!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Δικό μας τούτο το προσωνύμιο στον Προφήτη Ηλία του χωριού μας…

Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του, στις 20 του Ιούλη, τα πεπόνια στο περιβόλι μας ήταν ώριμα και τα δοκιμάζαμε για πρώτη φορά εκεί στην μικρή αυλή της εκκλησίας,  που έμοιαζε με αλώνι αλλοτινών καιρών.


«Λούματα» λέγανε κανονικά την περιοχή που βρισκόταν το γραφικό ξωκλήσι κι εκεί ήταν κι η κρεβατίνα μας η πιο παχύφυλλη κι αγαπημένη. Οι καρποί της πάντα αργούσανε να καμωθούν γιατί ήταν βορινή και σκιερή πολύ. Σαν τα «μωρά κοπέλια» τα σταφύλια της, έλεγε ο πατέρας μου. Και σαν πηγαίναμε για ραντίσματα και όλα εκείνα τα γεωργικά που δεν τα καλοθυμάμαι, βρίσκαμε πάντα χρόνο να ανηφορήσουμε στο «Ψηλό Κουτούτο», το λοφάκι και να παίξουμε στην αυλή του Προφήτη Ηλία του Πεπονά μας.

Πάνε μέρες που ανηφόρησα πάλι τον χωμάτινο δρόμο. Λείπει ο Κωστής, στα ξένα, κι η καρδιά μου δεν μου πάει να τριγυρνώ μονάχη στα λημέρια μας… Μύριζε θυμάρι και σύκα όλη η περιοχή. Η θέα απίστευτη όπως πάντα κι άφηνες  τα μάτια να ακουμπήσουν πέρα στο βάθος, να φτάσουν στον ορίζοντα και τη θάλασσα.  Κι απέναντι ο τεράστιος όγκος του Γιούχτα να κείτεται ανάσκελα πάντα. Είναι τόσο κοντά  που νομίζεις πως μια δρασκελιά να κάνεις τον ακουμπάς. Κάθισα στην ασβεστωμένη αυλή, στο γραφικό παγκάκι  κι αρχίσανε οι θύμησες κι οι ιστορίες να ζωντανεύουν…

Πως περιμέναμε κάθε χρόνο το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία! Μέρες πριν ετοιμαζόμασταν γιατί ξέραμε πως με τους ανεμόμυλους που θα φτιάχναμε, τους καλύτερους, εννοείται, στο χωριό, θα μαζεύαμε το χαρτζιλίκι του καλοκαιριού και όλες οι επιθυμίες μας θα πραγματοποιούνταν.  Η μεγάλη μας έννοια με τον αδελφό μου ήταν πως να  κατέβουμε στον ποταμό, στον Κάτω Μύλο, στον δικό μας Παράδεισο, εκεί που ζούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά. Φοβόμασταν πολύ, γιατί είχαμε ακούσει πως έπαιρναν τη λαλιά όσων συναντούσαν. Η μόνη μας ελπίδα να γλυτώσουμε, ήταν να πάμε μεσημέρι. Με τόση ζέστη δεν θα΄χαν το μυαλό τους να κυνηγήσουν εμάς. Άλλωστε, είχαμε ακούσει πως τη νύχτα ζωντανεύανε κι ίσαμε το ξημέρωμα λούζονταν και χόρευαν στο ποτάμι…   Εκεί θα βρίσκαμε τα καλάμια που χρειαζόμασταν και που έπρεπε να είναι ξερά, με ρόζους, για να μπορούν εύκολα να χαραχτούν. Κι ύστερα με το πολύτιμο υλικό μας αγκαλιά, ερχόμασταν στο μικρό πλυσταριό του σπιτιού μας να ξεκινήσουμε την συναρμολόγηση. Τέχνη ήθελε κι αυτό το τόσο απλό παιχνίδι, ο «σβούρος», έτσι τον λέγαμε ή «μύλο». Αργότερα η λέξη τούτη χάθηκε και όλοι τον έλεγαν ανεμόμυλο.

Κόβαμε κάθε καλάμι με μια σέγα,  περίπου σαράντα εκατοστά και στην κορυφή του κάναμε δυο τρύπες περνώντας ένα σύρμα που το στρουφίζαμε να μην χαλαρώσει . Είχαμε επίσης κόψει μεγάλα τετράγωνα  πολύχρωμα χαρτιά από κόλλες γλασσέ. Σε κάθε γωνία μια ψαλιδιά ίσαμε το κέντρο, τέσσερεις στο σύνολο,  και τα τσακίζαμε - διπλώναμε με προσοχή και ακρίβεια δημιουργώντας τρισδιάστατα «τρίγωνα». Κόβαμε αμέσως μετά, κρυφά πάντα, με το κλαδευτήρι που ΄χε ο μπαμπάς χωμένο στα δικά του εργαλεία,  από την παλιά καρέκλα της μάνας μου μικρά κομμάτια από εκείνο το πλαστικό κορδόνι που ήταν πλεγμένη. Σαν μακαρόνι  έμοιαζε μόνο που ήταν χρωματιστό. Κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί τα χρώματα του και τα περνούσαμε στο σύρμα ανάμεσα στα χαρτιά για να μπορεί ο σβούρος να γυρίζει με τον αέρα. Εκείνη το καταλάβαινε, αλλά έκανε πως δεν έβλεπε, είχε μόνο την έννοια μην καθίσει κανείς και …ξεμοντάρει!

Ύστερα παίρναμε ένα μεγάλο καλάθι και το γεμίζαμε με όλα όσα είχαμε φτιάξει. Μέρες κρατούσε η «δουλειά». Όλα τα  πρωινά του Ιούλη κάναμε τους μάστορες και σαν έφτανε η παραμονή του Προφήτη Ηλία όλα ήταν έτοιμα. Θυμάμαι τη χαρά μου σαν έμαθα να γράφω που ο Αντώνης μας,  μού είχε αναθέσει να φτιάχνω εγώ την ταμπέλα της πώλησης:

Σβούρος μικρός, 1 δραχμή.

Σβούρος μεγάλος, 2 δραχμές.

Την άλλη μέρα από το ξημέρωμα περιμέναμε τον θείο Μιχάλη. Μας έβαζε πάνω στο γαϊδούρι του και ξεκινούσαμε για το πανηγύρι. Πουλούσαμε όλη μας την πραμάτεια κι ύστερα η μαμά, μάς έκοβε μια φλούδα πεπόνι του καθενός γιατί όπως σας είπα και πιο πάνω, ήταν η μέρα που γιόρταζε τούτο το φρούτο. Καθόμασταν πάνω στο φρεσκοασπρισμένο πεζούλι και τρώγαμε χαρούμενοι κοιτάζοντας γύρω μας τα πιο μικρά παιδιά που κρατούσαν τους δικούς μας τους σβούρους και προσπαθούσαν να τα βρουν με τον άνεμο μήπως και γύριζαν. Κι ήταν τα πρόσωπά τους φωτεινά, τα μάτια τους γελούσαν. Εμάς, όπως έλεγε ο πατέρας μου, γελούσαν και τα μουστάκια μας. Θα ‘μουν δεν θα ‘μουν εφτά χρόνων εκείνο το καλοκαίρι που σας περιγράφω  αλλά εγώ νόμιζα πως ήμουν «μεγάλη» γιατί όταν κάναμε τη μοιρασιά με τον αδελφό μου το μερίδιο μου ήταν πάνω από 20 δραχμές. Ήταν αρκετό σαν γυρίζαμε πίσω στο χωριό να σταματήσουμε στο περίπτερο του κυρ Ηλία και να αγοράσω την αγαπημένη μου «Μανίνα», περιοδικό αποκλειστικά για κορίτσια εκείνη την εποχή και με τα υπόλοιπα μια γκοφρέτα «Σαφάρι» και τρία φακελάκια με εικόνες ηθοποιών που τις μάζευα με μανία. Ε, ότι έμενε θα το φύλαγα στον κουμπάρα για τα Χριστούγεννα που είχε σειρά το πιο μεγάλο παιχνίδι. Ήταν 20 Ιουλίου 1973!

Την επόμενη χρονιά δεν ανεβήκαμε στο εκκλησάκι, μείναμε με τους σβούρους μας να τους κοιτάμε σαν χαμένοι. Είχε κηρυχτεί η επιστράτευση…Λέξεις παράξενες ακούγονταν. Κύπρος, Τούρκοι, επίθεση, πόλεμος, αγνοούμενοι, καταπάτηση, φονικά….

Ναι, έναν χρόνο μετά στις 20 Ιουλίου 1974,μείναμε με την απορία στο πρόσωπο μας κι ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι γεμάτο με τον κόπο ενός μήνα, με νέα σχέδια, χρώματα και σχήματα. Εκείνο το χάραμα όλοι είχαν αναστατωθεί. Ούτε λόγος για το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Ο μπαμπάς είχε φύγει για το παντοπωλείο πολύ πριν ξημερώσει.  Η μαμά, μας ετοίμασε  γρήγορα γρήγορα να ανέβουμε κι εμείς στην …Αγορά. Ατέλειωτες ουρές από ανθρώπους έξω από το μπακάλικό μας , φωνάζαν και χειρονομούσαν. Βιάζονταν να μπουν, γέμιζαν τσάντες με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Κι όλοι συζητούσαν με μια φοβερή ανησυχία στα πρόσωπά τους. «Πόλεμος» ήταν η λέξη που ξεχωρίσαμε και ο φόβος μας παρέλυσε τα πόδια. Σε πολύ λίγη ώρα άδειασαν τα ράφια του μαγαζιού μας. Και τότε αντήχησε εκείνο το κουδούνισμα από το τηλέφωνο που ήταν πάνω στο γραφείο του θείου του Γιώργου, το μαύρο με το στρογγυλό καντράν. Όσα χρόνια και αν περάσουν θα  ηχεί πάντα στ’ αυτιά μου.


Σε ελάχιστα λεπτά ο πατέρας έπρεπε να φύγει. Είχε κηρυχθεί γενική επιστράτευση κι έπρεπε να παραδώσει και το φορτηγό μας στον στρατό. Ούτε σκέψη πια για το πανηγύρι, για τίποτα. Δεν ξέραμε, δεν καταλαβαίναμε καλά και κανείς δεν μπορούσε να μας εξηγήσει τι ακριβώς θα γινόταν σε λίγες ώρες ή την επόμενη μέρα. Θυμάμαι σαν να ΄ταν χθες το φορτηγό μας σαν έστριψε στην κατηφόρα και χάθηκε από τα μάτια μου. Καθόμουν στο πεζούλι, μπροστά στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του μαγαζιού και κοίταζα… Κρατούσα έναν από τους σβούρους μου και τον φυσούσα να γυρίσει. Ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού ήθελε κι εκείνο να βρει το δρόμο του. Ήταν η πρώτη φορά που μας άφηνε μόνους ο μπαμπάς και δεν ξέραμε ούτε που πήγαινε ακριβώς, ούτε πότε θα τον βλέπαμε ξανά. Σαράντα εννιά χρόνια έχουν περάσει από τότε, σαράντα εννιά!


Ένα κερί άναψα στο γυαλισμένο κηροπήγιο που μοιάζε  σαν καινούργιο μέσα στην ταπεινή εκκλησία  κι ύστερα κατηφόρισα για το περιβόλι μας ή μάλλον για το χωράφι πια  κι εκεί άλλες ιστορίες αναβλύσανε….

Εκεί  γεννήθηκε ο Σιγανός μου, το σκιάχτρο μου, μια φορά και ένα καιρό (υπήρξε στο αλήθεια)  κι είναι πια παραμύθι που ‘ναι αφιερωμένο στον μπαμπά μου τον Κυρ Γιάννη!

Εμείς του είχαμε κολλήσει τούτο το προσωνύμιο γιατί κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του στις 20 του Ιούλη τα πεπόνια στο περιβόλι μας ήταν ώριμα και τα δοκιμάζαμε εκεί στην μικρή αυλή που μοιάζε με αλώνι, αλλοτινών καιρών.

Ένα πεπόνι αγόρασα από το μεγάλο σούπερ μάρκετ πηγαίνοντας στο σπίτι της μάνα μου. Να κόψουμε μια φέτα, να θυμηθούμε εκείνα τα χρόνια!

Χρόνια μας πολλά!

Κωστή, να΄μαστε καλά να πάμε μαζί του χρόνου!

 

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, Συλλογή διηγημάτων, υπό έκδοση


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 20 Ιουλίου 2023 :