Το παραμύθι της βροχής

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Του Αγίου Φανουρίου σήμερα…

Να φανούν τ΄ αφανέρωτα!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Στο γραφικό εκκλησάκι του αγίου Φανουρίου στο Βενεράτο που΄ναι κτισμένο μπροστά από ένα πελώριο βράχο βρέθηκα και πάλι τούτη τη χρονιά, μέρες πριν την γιορτή.
Στο φαράγγι προσπάθησα να ...μπω περπατώντας ανάμεσα σε νερά (όχι πολλά), δέντρα και ομορφιά από εκείνες που σε κάνουν να λες πως υπάρχουν αληθινά παραμύθια γύρω σου. Τόπος που περιμένεις να δεις νεράιδες ή ξωτικά και μια απόλυτη σιωπή παντού με μυρωδιά από φρεσκοβαμμένο ασβέστη ολόγυρα σε μίαν αυλή γεμάτη πλατάνια, σκιά και θαυμασμό. Μαζί μου συνοδοιπόρος πάντα ο Κωστής και ...οι κούκλες μου που ταίριαζαν απόλυτα με το περιβάλλον.

Κι ύστερα μια βόλτα στο Βενεράτο, απαραίτητη.

Αφορμή για όλα αυτά, η γιορτή του αγίου στις 27 του Αυγούστου…


Γεμάτη κι η Κρήτη με εξωκλήσια, όπου κι αν βρεθείς σε πεδιάδες βουνά, χαράδρες. Κι όλα έχουν μια ιστορία πίσω τους που χάνεται πολλές φορές στα βάθη των αιώνων. Και τούτο το εκκλησάκι έχει επιγραφή  πως φτιάχτηκε από του Ενετούς γύρω στα 1600, λεηλατήθηκε , καταστράφηκε επι Τουρκοκρατίας και ανακαινίσθηκε στα 1931 έχοντας ς πια προφανώς διαφορετική μορφή από το αρχικό κτίσμα.  Την ώρα που πήγαμε υπήρχε ακόμα ερημιά. Μια μεγάλη νταμιτζάνα μόνο με κανελλάδα σε μια σκιερή γωνιά θύμιζε πως κάτι θα γινόταν στην Χάρη του Αγίου πιο μετά. Εμεί ανάψαμε κερί και χαθήκαμε μέσα στα πλατάνια προσπαθώντας να ακολουθήσουμε την ροή του μικρού ποταμού  Απόλλωνα να βρεθούμε στη Γρα Σπηλιάρα με τα αγριοπερίστερα και την απίστευτη ομορφιά της…


Κι έδωσα υπόσχεση και τάμα στον Άγιο Φανούρη του Βενεράτου πως θα φτιάξω και πάλι φανουρόπιτα το βράδυ, για όλα εκείνα τα χαμένα της ζωής και της ύλης και πως του Χρόνου που θα επιτρέπονται οι πολλές χαρές και τα πανηγύρια θα ερχόμουν ξανά ….

Την  έφτιαξα λοιπόν την πίτα μου με την ίδια συνταγή που έδωσε κάποτε η αγαπημένη μου φίλη η Ιωάννα Σταμούλου *και δεν σας κρύβω πως πέτυχε. (Μόνο που αντί να βάλω κονιάκ, σαν γνήσια κρητικιά, έβαλα ρακή…)  

Ύστερα έψαξα πολύ να βρω τι κρύβεται πίσω από τούτη τη γιορτή  και πως καθιερώθηκε κι έμαθα ένα σωρό θρύλους και παραδόσεις που ακόμα και στις μέρες μας καλά κρατούν!

Είναι λοιπόν ο άγιος που φανερώνει όλα τα χαμένα, ζώα, πράγματα αλλά και την Τύχη. Σε όλες τις εικόνες παριστάνεται να κρατά ένα κερί αναμμένο κι στην πίστη του λαού θεωρείται πως ήταν μάντης. Λένε πως ήταν κατεξοχήν άγιος των  Δωδεκανήσων όπου τυχαία βρέθηκε μια εικόνα του στα 1350 στη Ρόδο , στα ερείπια μιας εκκλησιάς. Εικονιζόταν με στρατιωτικά ρούχα  και κρατούσε στο χέρι του ένα σταυρό και μια λαμπάδα. Πάνω στην εικόνα διακρινόταν ξεκάθαρη η γραφή με το όνομα του, Άγιος Φανούριος. Τούρκοι την βρήκαν την εικόνα και την παρέδωσαν στον Μητροπολίτη του νησιού τον Νείλο κι εκείνος από τα χαλάσματα ξανάφτιαξε την παλιά εκκλησιά κι αφού ο άγιος αυτός ήταν άγνωστος σε όλους μέχρι τότε, καθιέρωσε για μέρα της γιορτής του την ημέρα που βρέθηκε η εικόνα. Η λατρεία του γρήγορα διαδόθηκε παντού ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κρήτη. 


Το «θαύμα του αγίου Φανουρίου» την εποχή της Ενετοκρατίας  δεν μας είναι ίσως και τόσο γνωστό. Όταν  τότε τρεις διάκονοι που ήθελαν να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα και αφού οι Λατίνοι δεν τους επέτρεπαν να συμβεί αυτό στην Κρήτη μετέβηκαν στο Τσιρίγο των Κυθήρων και στην επιστροφή τους στο νησί έπεσαν θύματα Αγαρηνών πειρατών που τους μετέφεραν στη Ρόδο και τους πούλησαν σκλάβους. Είχαν ακούσει για την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και παρακαλώντας ο καθένας χωριστά τους αφέντες τους κατάφεραν να πάνε να την προσκυνήσουν. Παρακάλεσαν εκείνοι στον Άγιο να τους ελευθερώσει από την σκλαβιά τους. Ο Άγιος Φανούριος άκουσε τις προσευχές τους και την νύχτα παρουσιάστηκε στους αφεντάδες των ιερέων λέγοντας  τους να τους  ελευθερώσουν αλλιώς  θα τιμωρούνταν σκληρά. Εκείνοι αντίθετα συνέχισαν να τους βασανίζουν αλύπητα για δυο συνεχόμενα βράδια ώσπου λένε πως την τρίτη μέρα τυφλώθηκαν οι Αγαρηνοί Αφεντάδες  κι έμειναν παράλυτοι. Ο Άγιος παρουσιάστηκε για τρίτη φορά στους δυνάστες των ιερέων και τους είπε πως αν δεν τους ελευθερώσουν τότε η υγεία τους θα χειροτερέψει ακόμα πιο πολύ . Εκείνοι φοβούμενοι  πια για χειρότερα  έδωσαν  γραπτή υπόσχεση για την απελευθέρωση των τριών ιερέων  μέσα στον ίδιο το ναό του Αγίου Φανουρίου. Αμέσως έγιναν  καλά και πλήρωσαν όλα τα έξοδα να επιστρέψουν οι τρεις ιερείς στην Κρήτη. Εκείνοι για να ευχαριστήσουν τον Άγιο αντέγραψαν ακριβώς την εικόνα του και την μετέφεραν στο νησί φτιάχνοντας εκκλησία και διαδίδοντας την λατρεία του,ίσαμε τις μέρες μας.  Kι έγινε ο Άγιος τούτος από τους πιο σημαντικούς στο νησί μας. Η παράδοση ήθελε επίσης για λόγους που σχεδόν αγνοούνται να θεωρήσουν την μητέρα του αμαρτωλή κι εκείνον νόθο παιδί. Άλλοι λένε πάλι πως ήταν πολύ σκληρή με τους φτωχούς και δεν έδινε ποτέ και τίποτα σε κανέναν. Η ψυχή της δεν πήγε ούτε στην κόλαση κι όσο κι αν προσπάθησε κι ο ίδιος της ο γιος να τη σώσει δεν τα κατάφερε. Έτσι λοιπόν βγήκε η συνήθεια να φτιάχνουν την ημέρα που γιορτάζει ο Άγιος γλυκόπιτες και να τις μοιράζουν σε όλους , τους περαστικούς, γνωστούς κι άγνωστους με τη σύσταση  να ευχηθούν να συγχωρεθεί η μητέρα του Αγίου.


Ο μελετητής της ελληνικής λαογραφίας Γιώργος Αικατερινίδης κατέγραψε μια ενδιαφέρουσα παράδοση για τη μητέρα του Αγίου στις Βρύσες Μεραμπέλλου όπως αναφέρεται στο βιβλίο  των Νίκου  και  Μαρίας Ψιλάκη, "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης":

"Η μάνα του Αγίου δεν ήκαμε καλό ποτέ τζη. Μόνο ένα κρομμυδύφυλλο ήδωσε μια βολά σ'ένα διακονιάρη. Σαν απόθανε ήβραζε σ'ένα καζάνι με πίσσα και ο Άγιος αρώτησε: α-Γιάντα η μάνα μου είναι εκειά μέσα;

Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος τ'απηλοήθηκε: -Γιατί δεν ήκαμε ποτέ καλό. Να ρίξομε το κρομμυδόφυλλο που ήδωσε κι ανέ τηνέ σηκώσει να βγει επάνω, να σωθεί...

Ερίξανε το κρομμυδόφυλλο και η μάνα ντου βγήκε στα χείλια του καζανιού μαζί με τρεις άλλες γυναίκες που πιαστήκανε κι αυτές από το κρομμύδι. Μα η μάνα ντου τώσε δίνει μια σπρωξιά και πέφτουνε πάλι μέσα. Τοτεσάς λέει ο Αρχάγγελος: Θωρείς πως κι επαέ είναι ακόμη κακή.

Τοτεσάς ο Άγιος Φανούριος ζήτησε μια χάρη: Να μην πηγαίνουνε πράμα γι'αυτόν, μόνο για τη μάνα ντου για να λένε να τση συγχωρέσει ο Θεός..."


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  πάλι  στο διήγημά του "Γουτού Γουπατού"  αναφέρει σχετικά : "Όσοι επικαλούνται τον Άγιο Φανούριον οφείλουν να λέγουν: Θεός σχωρέσ' τη μητέρα του Αγίου Φανουρίου. Θεός σχωρέσ' την."

Η σχέση του αγίου με την Κρήτη είπαμε πως χρονολογείται από τα χρόνια των Ενετών. Τρία μεγάλα μοναστήρια στο νησί θέλουν να τον τιμούν με το όνομα του αφιερώνοντας  του ένα κλίτος και γιορτάζοντας  ακόμα και σήμερα μεγαλόπρεπα την λατρεία ,και  την μνήμη του. Είναι η  Μονή Οδηγήτριας της Μεσαράς , η Μονή Βαρσαμόνερου στα Βορίζια και η Παναγιά  Κερά Ελεούσα στην Κιθαρίδα.

Η παράδοση λοιπόν εκτός όλων των παραπάνω τον θέλει Άγιο και βοηθό στις δυσκολίες της ζωής ειδικότερα στην φανέρωση χαμένων πραγμάτων και στο νησί μας για ανεύρεση χαμένων  ζώων. Είναι ο Προστάτης των ζωοκλοπών που δεν απολείπουν ακόμα και στις μέρες μας από την Κρήτη. Η τιμωρία του ζωοκλέφτη είναι ηθικής τάξεως. Μπροστά στο εικόνισμα του αγίου δεν μπορεί κάποιος να πει ψέματα ποτέ και για αυτό το ξεκαθάρισμα τέτοιων παράξενων λογαριασμών γινόταν πάντα μπροστά στην εικόνα του. Ο όρκος αυτός αποτελεί διαδικασία πλήρους επιβεβαίωσης ή οριστικής απαλλαγής από κάθε υποψία. Λένε πως κάποιοι  βοσκοί που ψευδομαρτύρησαν δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν στα σπίτια τους.

Το τάμα των βοσκών δεν είναι  φανουρόπιτα. Προσφέρουν ένα τουλάχιστον ζώο για να βρεθεί ότι αυτοί θεωρούν πως έχασαν.


Κι οι Αγρότες πάλι του τάζουν λάδι για να φανερώσει τα χαμένα τους.

Στον Κρουσώνα Ηρακλείου έφτιαχναν « το τριβίδι του Αγίου Φανουρίου» με σταφίδες, πετιμέζι και λάδι καθώς και στο Αμάρι ζύμωναν το «Φανουροτρίβιδο» σαν στενόμακρο ψωμί που το πρόσφεραν δώρο στη γειτονιά.

Στην Κύπρο, στην Κρήτη και σε άλλες περιοχές, ο Άγιος μπορεί να φανερώσει στην κάθε ανύπαντρη κοπέλα το μέλλοντα σύζυγό της.

Στη Σκιάθο  πίτα στον Άγιο τάζουν οι μάνες  για να τους φανερώσει το γαμπρό που θα κάμουν στην κόρη τους.

Στη Φλώρινα, η φανουρόπιτα (που την πάνε οι ελεύθερες κοπέλες στην εκκλησιά) χρησιμοποιείται ως ονειρομαντικό μέσον με ένα κομμάτι που βάζουν κάτω απ'το προσκέφαλο (ο Άγιος θα φανερώσει το μέλλοντα σύζυγο).

Στα Ανώγεια πάλι τη ζυμώνουν με προζύμι και δεν ξεχνούν σαν την μοιράζουν να ευχηθούν στις γυναίκες της οικογένειας. Κι είναι ο Άγιος των Ξυλούρηδων που τον  γιορτάζουν κάθε χρόνο στην εκκλησιά του στον Ψηλορείτη



Συνήθως η Φανουρόπιτα παρασκευάζεται με επτά ή εννιά υλικά. Η επιλογή των αριθμών αυτών δεν είναι καθόλου τυχαία, μια και είναι γνωστός ο ρόλος των αριθμών στις μαντικές και μαγικές πρακτικές. Τα επτά ή εννιά υλικά φαίνεται να ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη δύναμη της πίτας

Η δική μου φανουρόπιτα έχει εννέα υλικά  κι όπως  λέει και η Ιωάννα*, η πίτα του Αγίου Φανουρίου είτε την πάς στην εκκλησιά είτε όχι έχει το λόγο της να τη φτιάξεις: “Για να φανούν τα αφανέρωτα!”

Ό,τι κι αν λένε είναι ευκαιρία για γιορτή και γλύκισμα!

Χρόνια πολλά!

Η συνταγή της Ιωάννας Σταμούλου:*http://www.sweetly.gr/2015/08/fanouropita/#more-4133



Φωτ : Κωνσταντίνος Γριβάκης, Ελένη Μπετεινάκη


ΠΗΓΕΣ:

Νίκος Ψιλάκης, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, εκδ. Καρμάνωρ

Νίκος & Μαρία Ψιλάκη ,Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα, εκδ. Καρμάνωρ

Λουκάτος Δ.Σ., Τα καλοκαιρινά , εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα 1982

Μέγας Γ.Α, Ελληνικαί εορταί και έθιμα λαϊκής λατρείας, Αθήνα 1957



Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Παραμονή σήμερα του Αγίου Τίτου...

Παραμονή μιας Ιστορικής Μέρας για το Μεγάλο Κάστρο...

Ενας δρόμος η 25η Αυγούστου ...
Μια εκκλησιά...
Εκατομμύρια λέξεις!

Διαδρομή τέταρτη, Κεφάλαια 1, 2 🚲📙❤💋

Ελένη Μπετεινάκη, Με το ποδήλατό μου στις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου, εκδόσεις Μύστις 2022
{...Παραμονή της γιορτής του Αγίου Τίτου, που ’ναι σαν πολιούχος κι αυτός του Ηρακλείου, με μια ιστορία της εκκλησιάς του που μπορεί να ’ναι και χιλίων χρόνων ή και παραπάνω. Κόσμος πολύς στη [43] Λεωφόρο της Πλάνης, τουρίστες και ντόπιοι ανάκατοι. Ανηφόριζα με το ποδήλατό μου, πολύ προσεκτικά. Πάλι σκεφτόμουνα, πάλι προσπαθούσα να θυμηθώ τα γραμμένα, τα γινομένα, τους θρύλους και τις ιστορίες, τα θαύματα του Αγίου Τίτου, τις μέρες που σημάδεψαν την ιστορία τη δική του και του τόπου.

Σταμάτησα μπροστά στην όμορφη πλατεία που ’χει το ίδιο όνομα με τον ναό κι είναι από τις ομορφότερες στην πόλη. Κλείδωσα το ποδήλατο σε μία άκρη κι έστρεψα τα μάτια μου προς τη θάλασσα για μιαν ακόμη φορά. Σαν να περάσανε τα χρόνια ξαφνικά, και σαν όραμα ήρθε μπροστά μια εικόνα άλλου καιρού… «Λες» είπα, «να είναι αυτό το πλοίο που τα πήρε όλα; Την αγία Κάρα, την εικόνα της Παναγιάς της Μεσοπαντίτισσας; Αυτό εκεί που ξεμακραίνει στον ορίζοντα;»
Μαύρα πανιά μού φάνηκε πως είχε, κι ας μην ήταν πειρατικό το πλοίο. Να τα σώσει, τα πολύτιμα κειμήλια. Γι’ αυτό ξεμάκραινε κι έπλεε γρήγορα. Σαν να ’ταν Αύγουστος του 1669… Κι ύστερα έστρεψα το βλέμμα στην [17] εκκλησιά, θαυμάζοντας το κτίσμα, την επιβλητικότητα, την απλή μεγαλοπρέπειά του!
Κάθισα κάτω από τον μοναδικό πλάτανο για λίγο… Κοίταξα ψηλά τον πανέμορφο τρούλο, τα χρωματιστά παράθυρα, κι ύστερα ανέβηκα τα σκαλοπάτια του ναού!...}

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Η Χερσόνησος με τα άδεια σπίτια* ...στο "Ζητούνται Αναγνώστες"!

 

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Ναι, το διάβασα, το απόλαυσα, το χόρτασα και θέλω να σας πω να μην το φοβηθείτε γιατί κυλάει αβίαστα, μαγικά, με κομμένη ανάσα κάποιες φορές αλλά δεν το σταματάς πάρα μονάχα στο τέλος. Οι οκτακόσιες είκοσι τρεις σελίδες τους θέλουν απλά χρόνο. Σε μένα όσο το διάβαζα ο χρόνος μου χανόταν μέσα στο βιβλίο. Σαν μια πολύ δυνατή, σκληρή και συνάμα μαγική ταινία ένιωθα να παρακολουθώ καρέ καρέ την κάθε στιγμή, την κάθε ιστορία, το κάθε πρόσωπο και τον κάθε τόπο. Ναι, είναι πολύ σκληρό κάποιες φορές. Νιώθεις τη μυρωδιά του θανάτου, της σήψης, αφού το θέμα του είναι ο ισπανικός πόλεμος, από το 1936 – 40.Εχει πολλές σκληρές εικόνες και περιγραφές και αρκετές φορές είναι σουρεαλιστικές.   Ο αφανισμός χιλιάδων ανθρώπων, η κυριαρχία της δικτατορίας του Φράνκο στην Ισπανία κι όλα αυτά μέσα από την ιστορία μιας ολόκληρης οικογένεια από το χωριό Χάντουλα που ο αφηγητής μας παρουσιάζει την διάλυσή της, τον δικό της εμφύλιο σπαραγμό και τη μοίρα όλων. Οι παραδόσεις, τα έθιμα,ο τρόπο ζωής, η πείνα, οι μάχες, ο παραλογισμός του πολέμου, η καταστροφή είναι δοσμένα μέσα από μια μαγική οπτική που σχεδόν πλάθει τον μύθο με την απάνθρωπη πραγματικότητα του πολέμου που αφήνει μια απίστευτη γεύση στον αναγνώστη. Συγκλονιστική κάθε αφήγηση. Μοναδικό επίτευγμα του συγγραφέα η παρέμβασή του σαν αφηγητής που σε ταρακουνά απίστευτα. Συγκλονιστικές πολλές αφηγήσεις από τα ενενήντα δύο κεφάλαια του βιβλίου. Απίστευτη η περιγραφή της Γκερνίκα.  Η σκηνή  του στρατιώτη που σκίζει το δέρμα του για να βγάλει τη στάχτη του πολέμου και του  φωτογράφου που πατάει μια νάρκη και μένει ακίνητος για σαράντα χρόνια. Το αίμα που κυλάει αντίθετα στις πλαγιές. Άνθρωποι που γίνονται διάφανοι και ζουν δίπλα στους δικούς τους. Πολλές οι σκηνές, κάποιες φορές η φρίκη είναι απερίγραπτη, ωστόσο ο τρόπος της γραφής  του David Ucles ισορροπεί τόσο αριστοτεχνικά, τόσο ποιητικά που δεν σου αφήνει το μαύρο της αποτύπωμα.


Αξίζει να το διαβάσετε γιατί έχει πολλές πρωτοτυπίες όσα κι αν γνωρίζετε  για τον Ισπανικό πόλεμο μιας κι ο συγγραφέας τον παρουσιάζει με μια εντελώς διαφορετική και φρέσκια ματιά. Είναι ιστορικά ακριβές παρά τα μυθικά στοιχεία και πρόσωπα που ζωντανεύουν σε όλο το βιβλίο. Ο Ucles έχει δηλώσει πως έγραφε αυτό το μυθιστόρημα επί δεκαπέντε χρόνια έχοντας επισκεφτεί κάθε μέρος που περιγράφει και η ερευνά του ήταν ενδελεχής. Το βιβλίο αυτό είναι ένα συναρπαστικό μωσαϊκό  της φανταστικής οικογένειας Αρδολέντο με πραγματικά πρόσωπα της ιστορίας και της τέχνης, όπως ο Λόρκα, ο Πικάσο, ο Όργουελ, ο Χέμινγουεϊ.

Είναι η αποσύνθεση μιας ολόκληρης κοινωνίας, είναι η μνήμη που πρέπει να μείνει ζωντανή. Είναι μια συναρπαστική αφήγηση που θα καταγραφεί σαν ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του καιρού μας.

Μια ολόκληρη χώρα αποσυντίθεται, αδειάζει, αλλάζει και προσπαθεί να ανασυνταχθεί από στάχτες…

Να το ψάξετε!

Μέσα σε μια εβδομάδα που μου πήρε να το διαβάσω από την έβδομη χιλιάδα που εγώ πήρα, έφτασε στην δέκατη τέταρτη!

Το βιβλίο έχει τιμηθεί με πλήθος βραβείων μεταξύ των οποίων τα:

 Premio Calamo Libro del Ano 2024,

Premio Andalucia de la Critica 2025,

Premio Andalucia de las Letras 2025,

Premio Dulce Chacon 2025.

Αν θέλετε περισσότερα για την υπόθεση δείτε εδώ: https://www.metaixmio.gr/el/products/h-xersonhsos-me-ta-adeia-spitia

*Η Χερσόνησος με τα άδεια σπίτια, David Ucles, εκδόσεις Μεταίχμιο


Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Στην εικόνα της Παναγιάς, της Γλυκοφιλούσας!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Αρχάνες λένε τον τόπο μου, το ξέρετε πια πόσο τον αγαπώ, τον θαυμάζω και τον κουβαλάω μαζί μου όπου κι αν βρίσκομαι ή ζω…Κι είναι γεμάτος θρύλους και παραδόσεις, ιστορίες χαμένες στα βάθη των αιώνων, νεράιδες, ξωτικά, θαύματα. Κι έχει πολλά ξωκλήσια στις εξοχές του και δυο μεγάλες εκκλησιές που προστατεύουν την κωμόπολη μας όλο το χρόνο.


Κι όσο φτάνουμε στη μεγάλη γιορτή, «Το Πάσχα» του καλοκαιριού με την κοίμηση της Θεοτόκου στις 15 του Αυγούστου, οι θρύλοι, οι μύθοι, οι μαρτυρίες για την δική μας Παναγιά, την Φανερωμένη ή Βατιανή, την εκκλησία στο έμπα των Αρχανών, ζωντανεύουν.

Κάτω από την μεγάλη καρυδιά κάθισα για μια ακόμα φορά. Στον ίσκιο του πιο αγαπημένου δέντρου των Αρχανών και κοιτούσα την ανακαινισμένη Παναγία μας ψάχνοντας να βρω ψεγάδι στην λιτή αλλά υπέροχη όψη της.

Κι ύστερα πέρασα κείνο το κατώφλι για να θαυμάσω μια ακόμα φορά το μοναδικό τέμπλο της που κάποτε στην μεγάλη επανάσταση του 1866 που η εκκλησία λεηλατήθηκε, κάηκε και αποδείξεις αυτής της θηριωδίας φαίνονταν  πάνω στο μαυρισμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο που σώθηκε. Στα 1873 ξαναφτιάχτηκε ότι είχε καταστραφεί από έναν τεχνητή τον Μιχάλη Αβρονύκτη, από το Μουχτάρο. Μια ιστορία που την έχω γράψει αρκετές φορές αλλά πάντα θυμάμαι έντονα μόλις αντικρίζω τούτο το τέμπλο που κι εκείνο αστράφτει πια πλήρως ανακαινισμένο.

Κοίταξα προς την μεριά που ‘ναι τοποθετημένη η εικόνα της εύρεσης η Παναγιά η Βατιανή και πριν πλησιάσω για προσκύνημα σταμάτησα σε εκείνη  της Παναγιάς της Γλυκοφιλούσας, έργο του 17ου αιώνα (1709), θαυματουργή και προστάτιδα της κωμόπολης μέχρι και τις μέρες μας. Φέρει τον αριθμό 4 και είναι από τις παλαιότερες που υπάρχουν στον ναό.

Οι μαρτυρίες παλαιών Αρχανιωτών για την εικόνα πολλές. Όπου κι αν σταθεί κάποιος λένε πως τα μάτια της τον ακολουθούν. Κι είναι αλήθεια…Θα σας πάω πίσω στην Ιστορία στα χρόνια της

Τουρκοκρατίας. Τότε  που μια ομάδα Τούρκων θέλησε να την αφανίσει γιατί γνωρίζανε πως την λατρεύανε οι ντόπιοι κι όλο για κείνη ακούγανε στις συζητήσεις των Χριστιανών.  Σαν να τους βλέπω με τις χατζάρες, τα όπλα και τις φουφούλες τις χρωματιστές να ορμούν με φόρα μέσα στην εκκλησιά. Ο πιο νταής κι οξύθυμος φουρκίστηκε για μια στιγμή μ΄όλα τούτα τα στολίδια, τα τάματα και το καθάριο βλέμμα της Παναγιάς και σήκωσε το όπλο του και πυροβόλησε την εικόνα. Η σφαίρα κτύπησε πάνω στο ξύλο αλλά αστραπιαία γύρισε πίσω καρφώθηκε στο στήθος του και τού κόψε το νήμα της ζωής του. Τα χάσανε όλοι τους κι ένας ακόμα πιο τολμηρός έβγαλε το μαχαίρι του και πετώντας το προσπάθησε να το καρφώσει πάνω της.  Όμως εκείνο γύρισε αντίστροφα  και του κόψε το χέρι. Τρομάξαν τότε πολύ οι άλλοι που τους συντρόφευαν κι αρχίσαν να οπισθοχωρούν,  βιαστικοί κι ανταριασμένοι. Άνεμος  σηκώθηκε τότε δυνατός και άξαφνος, και σφάλισε με δύναμη την  πόρτα της εκκλησιάς. Τα ‘ χασαν για μια ακόμη φορά όλοι τους και γονάτισαν μπροστά στην εικόνα, παρακαλώντας την Παναγιά να τους λυπηθεί, να τους αφήσει να φύγουν κι εκείνοι θα έδιναν ότι κρατούσαν πάνω τους για Χάρη Της.  Ανοίξανε τότες οι πόρτες, πήρανε τον νεκρό τους κι εκείνος ο  ψευτοπαλληκαράς με το κομμένο χέρι παραμάσχαλα  και  γίνανε καπνός. Οι ίδιοι είπανε στους Χριστιανούς τι τους συνέβη και τρέξανε οι Αρχανιώτες στην εκκλησιά. Λένε πως αίμα δεν είδαν πουθενά μα το παγκάρι ήταν γεμάτο τούρκικα νομίσματα κι όταν πλησίασαν την εικόνα είδαν το σημείο που κτύπησε η σφαίρα και το μαχαίρι. Δώσαν τα χρήματα να την φτιάξουνε ξανά και το κομμάτι ξύλο που της πρόσθεσε ένας  τεχνίτης, αν την κοιτάξεις προσεκτικά ακόμα και σήμερα το βλέπεις στο κάτω μέρος της να ξεχωρίζει…

Σε τούτη την εικόνα προσκυνούσαν και προσεύχονταν οι πολεμιστές…

Κι έχει  πολλά θαύματα και τούτη η εικόνα κι εκείνη της εύρεσης που φυλάσσεται σε χαμηλό ναΐσκο μέσα στην εκκλησιά με ένα ακοίμητο κανδήλι από τα χρόνια τα παλιά να ανάβει, μέχρι και τις μέρες μας.  

Λένε ακόμα τα γραφόμενα * πως στα 1866  λίγο πριν ξεσπάσει η μεγάλη επανάσταση ο τότε Παπάς των Αρχανών και το εκκλησιαστικό συμβούλιο αποφάσισαν από φόβο για πιθανή καταστροφή τους, να μεταφέρουν κάποιες εικόνες στο Ηράκλειο στο σπίτι του Αμάμπιλλε Ιτάρ, που βρίσκεται στην οδό Επιμενίδου μέχρι και σήμερα, σαν Μουσείο πια. Οι εικόνες που αποφάσισαν να μεταφέρουν ήταν της Παναγίας, της Αγίας Τριάδος(αφιέρωμα της κτητόρισσας του ναού Μαρίας Αρχογαροπούλας**) και της Ρίζας του Ιεσσαί (Έργο του 1761) μαζί με το αναμμένο καντήλι κι ένα μπουκάλι λάδι. Η πομπή με δεήσεις  ψαλμούς και πλήθος κόσμου έφτασε πεζή στο Ηράκλειο και ο Αμάμπιλος, όπως τον αποκαλούσαν οι Αρχανιώτες, τοποθέτησε τις εικόνες στον πρώτο όροφο του σπιτιού του όπου βρίσκονταν κι άλλες πολλές . Ο γνωστός γιατρός και έμπορας αν και Χριστιανός είχε μεγάλη επιρροή  στους Τούρκους και τον σεβόντουσαν πολύ. Πέρασαν σαράντα μέρες, τα γεγονότα που έγιναν με πολλές σφαγές λεηλασίες κι απαγωγές τα γνωρίζουμε, και οι Αρχανιώτες κατέβηκαν πάλι στο σπίτι του Αμάμπιλλε Ιτάρ να πάρουν πίσω τις εικόνες. Εκείνος τους έδωσε τις εικόνες και το μπουκάλι το λάδι γεμάτο. Εκείνοι απόρησαν κι αυτός τους είπε πως δεν έβαλε ούτε σταγόνα από το λάδι τους γιατί το καντήλι ήταν αναμμένο συνεχώς χωρίς να αδειάσει ποτέ.


Τούτο το Πάσχα του καλοκαιριού να το χαρείτε, στις εκκλησίες, στα μικρά εξωκλήσια, στις αυλές, στη μυρωδιά του βασιλικού, στη αγνή γεύση του ευλογημένου άρτου, στα εικονίσματα της Παναγιάς  όπως και αν την αποκαλούν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας…

Κι αν τα βήματα σας, σας φέρουν στις Αρχάνες, η Παναγία η Βατιανή ή Φανερωμένη έχει φορέσει τα καλά της. Μπείτε και δείτε την απλότητα του πλούτου της!

Χρόνια  πολλά σε όλους μας!

 

Πηγές:

*Νίκος Χριστινίδης, Η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης των Αρχανών, εκδ. Ενορίας Επάνω Αρχανών,1993

** https://zhtunteanagnostes.blogspot.com/2020/08/blog-post_14.html

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα», Ιδιωτική Συλλογή Διηγημάτων, υπό έκδοση


Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 15 Αυγούστου 2026: https://www.cretalive.gr/politismos/stin-eikona-tis-panagias-tis-glykofiloysas

 

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Οι "Δεκαπεντάρηδες" τ ΄Αυγούστου!


Της Ελένης Μπετεινάκη*

Κι έφτανε επιτέλους ο πιο αγαπημένος μήνας του καλοκαιριού, ο Αύγουστος. Γεμάτος πανηγύρια, πολύτιμες αγορές παιχνιδιών από τους πλανόδιους πραματευτάδες, σύκα τα αγαπημένα μου και σταφύλια…

Μπαίναμε στον μήνα του τρύγου, του πολέμου όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο πατέρας μου…

Συνέβαινε όμως και κάτι άλλο, βαθιά χαραγμένο στην μνήμη μου κι αυτό.

Κάθε χρόνο την τελευταία μέρα του Ιούλη γινόντουσαν μεγάλες ετοιμασίες στην «Κάτω Γειτονιά» ή Κατσοπρινιά, πίσω από τα Σχολειά των Απάνω Αρχανών. Δυο – τρεις οικογένειες μέρες μαζεύανε τα πράγματα τους σε μπόγους και βαλίτσες.  Κουβέρτες, σεντόνια ακόμα και χιράμια, τσουκάλια, πιατικά, ρούχα, μεγάλες ντενέκες με νερό. Ήταν η ώρα του φευγιού, για να εκπληρωθεί το μεγάλο τάμα.

«Δεκαπεντάρηδες» τους φώναζαν αυτούς τους ανθρώπους, όχι γιατί ήτανε νέοι στην ηλικία, αλλά γιατί θα λείπανε τις πρώτες δεκαπέντε μέρες του Αυγούστου από τον τόπο τους. Θυμάμαι πως φορτώνανε τις παλιές τρίκυκλες μηχανές με την σιδερένια καρότσα ίσαμε ψηλά και τα χοντρά σκοινιά να κρέμονται στα πλάγια. Κι όλα αυτά σκεπασμένα με μια κατάλευκη φλοκάτη, κατακαλόκαιρο.

 Στο μοναστήρι της Παναγιάς της Χαρακιανής, θα ΄ταν φιλοξενούμενοι, γατί το τάμα τους ήταν βαθύ, βαρύ και αλησμόνητο. Εκείνη την φορά που ΄ναι πιο δυνατή στη δική μου θύμηση ήταν η οικογένεια του Μανολιού που επειδή είχε γιαίνει πια  από βεβαιωμένη κακιά αρρώστια ετοιμάζονταν για αναχώρηση…. Μας αφήνανε το κλειδί, να ποτίζουμε τα βασιλικά και τα γεράνια τους, μια φούξια μπουκαμβίλια που ΄ταν καμάρι της γειτονιάς κι ένα σωρό οδηγίες. Να τα ποτίζουμε μόλις έδυε ο ήλιος, να μην ιδρώσουν, να μην χαθεί ούτε μια σταγόνα από την ζέστη της μέρας, άδικα. Να μαζεύουμε τα αυγά από το κοτέτσι, όλα δικά μας να τα κρατούμε, να ταΐζουμε στάρι και καλαμπόκι τις κότες και να προσέχουμε τον κόκορα γιατί ήταν άγριος και τσιμπούσε με το παραμικρό.


Κι ήθελα κι εγώ να γίνω «Δεκαπεντάρης» ή «Δεκαπεντιστής» ή «Δεκαπενταρίτης» να πάμε κι εμείς εκδρομή και να μείνουμε μέρες μακριά από το χωριό  αλλά οι υποχρεώσεις του μπακάλικου του πατέρα μου ήταν τόσες πολλές που και η σκέψη μόνο ήταν απαγορευτική.

«-Ώρα μας είναι εδά, βεντεμιάτικο, να κάνομε  διακοπές στα μοναστήρια» έλεγε με την αυστηρή του φωνή ο μπαμπάς και δεν σήκωνε ούτε δεύτερη κουβέντα.

Και  σαν επέστρεφαν πια την επαύριο της Παναγιάς αναμέναμε με λαχτάρα τις διηγήσεις, τις ιστορίες να μάθουμε τα γενούμενα και τις ιστορίες της «ξενιτιάς.

Οι  βεγγέρες οργανωνότανε  τις νύχτες στην αυλή της γιαγιάς και στα πεζοδρόμια των σπιτιών των δικών τους και των δικών μας. Κάθε βράδυ ίσαμε τα μεσάνυχτα που ΄πεφτε η ζέστη…

Λέγαν λοιπόν πώς δεν μένανε, πάντα μέσα στο μοναστήρι,
αλλά σε μια καλύβα, απόξω, κι είχε μεγάλο «σεϊρι», τούτη η διαμονή, γιατί τα βράδια ακούγονταν ένα σωρό θόρυβοι της εξοχής, και κουκουβάγιες πάνω στα δέντρα και συρσίματα παράξενα. Φίδια, άρκαλοι, ποντικοί κανείς δεν ήξερε. Σκεπασμένοι από κορφής με κουβέρτες, δεν πολύ-δίνανε σημασία. 

Ο Μανόλης μια φορά μας είχε εκμυστηρευτεί πως ένα βράδυ είχε δει ένα δράκο να πετάει πάνω απ’ τα κεφάλια τους, θεριό τεράστιο. Του ‘χε κοπεί η λαλιά κι η ανάσα αλλά εκείνος δεν τους έδινε σημασία, μόνο πετούσε, πετούσε να φτάσει το πρωινό αστέρι της Αυγής, το Σείριο να πάρει το μαντάτο του καιρού του Αυγούστου να το μεταφέρει στη χώρα των Γιγάντων που θέλαν να γνωρίζουν τα δικά τους μερομήνια!

Κι άλλα βράδια ακούγονταν τραγούδια και μουσικές παράξενες από γλυκόλαλες κοπέλες. Μπορεί να ταν, οι νεράιδες που στήνανε το χορό, ποιος ξέρει;

Άλλωστε Αύγουστος ήταν  ο μήνας των νεράιδων, των ξωτικών, των άστρων και των παραμυθιών!

 


* Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του Αέρα, υπό έκδοση

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Τα Παραμύθια του Σαββάτου...πάνε διακοπές!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Κι ήρθε η στιγμή να ξεκουραστούμε κι εμείς, αληθινά!

Να σταματήσουμε λίγο την ρουτίνα μας, να ανασυνταχθούμε και να αφήσουμε το καλοκαίρι και τον Αύγουστο να φρεσκάρει το μυαλό και την ψυχή μας.

Τα Παραμύθια του Σαββάτου» πάνε διακοπές λοιπόν.

Ίσαμε να αρχίσουν και πάλι τα σχολεία…

Είναι η ώρα απολογισμού και χαλάρωσης.

Σκέφτηκα να σας γράψω μερικές λίστες ανά ηλικία με προτάσεις από βιβλία που ξεχώρισα όλη την χρονιά για παιδιά και μεγαλύτερους αναγνώστες, όμως να σας πω την αλήθεια νομίζω πως δεν χρειάζεται… Ξέρετε εσείς!

Όλα όσα ξεχώρισα θα τα βρείτε στο blog μου : https://zhtunteanagnostes.blogspot.com/  και στη σελίδα του Cretalive.gr : https://www.cretalive.gr/authors/eleni-mpeteinaki

Άλλωστε με μια βόλτα στο διαδίκτυο  θα βρείτε εκατοντάδες.

Θα σας δώσω όμως μια συμβουλή!

Όπου κι αν βρεθείτε στις διακοπές σας, ή ακόμα και στο τόπο σας, να πάτε μια βόλτα σε ένα βιβλιοπωλείο. Υπάρχουν πολλοί χαμογελαστοί άνθρωποι εκεί να σας βοηθήσουν να επιλέξετε ότι εσείς πραγματικά έχετε ανάγκη.

Ξεφυλλίστε, διαβάστε, αφεθείτε σε εικόνες στα παιδικά βιβλία και νιώστε εσείς τη χαρά να διαλέξετε αυτό που νομίζετε πως θα σας κάνει την ανάγνωση απολαυστική.

Να αφήσετε το βοριαδάκι να σας δροσίσει…

Να συνεχίσετε να μετράτε παγωτά και μπάνια…

Να απολαύσετε την Πανσέληνο του Αυγούστου και τον ξάστερο ουρανό!

Να αφουγκραστείτε τους ήχους της νύχτας μέχρι το ξημέρωμα  που λένε πως οι νεράιδες τις πρώτες μέρες του Αυγούστου στήνουν τρελό χορό και γεννιούνται πολλά παραμύθια…

Να ξεχάστε τα ρολόγια και τα πολλά πρέπει…

Να φάτε πολλά φρούτα και …γεμιστά!

Να ταξιδέψετε όσο μπορείτε…

Να διαβάζετε ό,τι, όσο, όπου και όπως σας αρέσει…

Πότε πότε θα σας δείχνουμε με φωτογραφίες τι διαβάζουμε κι εμείς…

Τον Άγιο Σεπτέμβρη, τον Σχολικό θα ανταμώσουμε ξανά …

Σας γλυκοφιλώ

Καλό καλοκαίρι!

 https://www.youtube.com/shorts/DntuvqvfJv0

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Πάνω στου Γιούχτα την κορφή, στη Χάρη σου Αφέντη μου!



Της Ελένης Μπετεινάκη**

Τούτο το ανθρωπόμορφο βουνό, ενέπνεε πάντα ποιητές, συγγραφείς, ιστορικούς και παραμυθάδες για χίλια δυο γραφόμενα, θρύλους παραδόσεις. Πρώτος πρώτος ο Cristoforo Buondelmonti γύρω στα 1400 μ.Χ είχε την πεποίθηση πως σαν ήρθε  στον Χάνδακα είχε φτάσει στον τάφο του Πατέρα των Θεών, έτσι όπως αντίκρισε το ιερό βουνό, κι έφτιαξε το πρώτο σχέδιο για το Γιούχτα που φυλάσσεται σήμερα στην Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας. Κι ακλούθησαν μυριάδες μηχανικοί της Γαληνοτάτης που τον σχεδίασαν αμέτρητες φορές και περιηγητές  όπως ο Edward Lear, o Εβλιά Τσελεμπί, κ.α. 

Αρχείο Ελένης Καλοχριστιανάκης, 1961
Κι έρχονται οι θύμησες κάθε χρονιά και ξαναζούμε τους τόπους  και τις ιστορίες που κανείς δεν ξέρει αν συνέβησαν στ΄αλήθεια. Κι είναι από τις πιο μεγάλες, τις πιο λαμπρές γιορτές πάνω στου Γιούχτα την κορυφή, στο πιο απόκρημνο μέρος, μια ανάσα πριν τον …Θεό, λένε! Κάθε χρόνο δυο μέρες γεμάτες νοσταλγία, δέος για τούτο το ξωκλήσι, για τα θάματα. Τόπος γεμάτος μυρωδιές κι ομορφιά. Με θέα που μαγεύει, με φόβο για την απεραντοσύνη, το μεγαλείο της φύσης!

Εκεί, στην κορφή του Γιούχτα, κάθε χρόνο, στις 6 του Αυγούστου, στη Χάρη σου Αφέντη μου!Κι αν ένα μικρό πρόβλημα υγείας δεν μ΄ άφησε ΄ ανέβω φέτος στη Χάρη σου, τούτη τη μέρα, ο Γιούχτας, το εκκλησάκι κι όλος ο τόπος είναι για μένα, για πολλούς νομίζω, επισκέψιμος άλλες ώρες, πιο μοναχικές, πιο κοντά στο Θεό, όπως τον πιστεύει ο καθένας μας, στη Φύση, στην Ομορφιά και στην Απεραντοσύνη του τοπίου. Ωστόσο δεν μπόρεσα να μην θυμηθώ παλιότερες γραφές κι αφιερώματα, και αν δεν κουράζεται κανείς να διαβάζει ή να θυμάται, εμείς θα τα θυμόμαστε και θα τα γράφουμε ξανά και ξανά και …πάντα!

«…Ανάψανε πάλι τα φώτα πάνω στον Γιούχτα.  Εκείνη η γιρλάντα με τους γλόμπους που φωτίζει το εκκλησάκι του Αφέντη Χριστού και τον Σταυρό που φαίνονται ακόμα κι από το λιμάνι του Ηρακλείου. Σημάδι της μεγάλης γιορτής , του πανηγυριού, από τα τελευταία σχεδόν του Αυγούστου. Χιλιάδες οι αναβάτες και φέτος , σε αυτή την μοναδική, στην κυριολεξία εκκλησία πάνω στη βουνοκορφή. Χρόνια στέκει και παρατηρεί  τις Αρχάνες κι όλο τον κάμπο και τα πανύψηλα βουνά γύρω, τριγύρω πάνω εκεί που η θέα σου κόβει την ανάσα…
Λένε κάποτε πως ένα μαστορόπουλο όταν χτιζόταν η εκκλησιά έπεσε από την πιο απόκρημνη πλαγιά στον μεγάλο γκρεμό κι ένας αετός το πήρε και το ανέβασε στην κορυφή χωρίς να πάθει τίποτα απολύτως…
Ίσως όχι τυχαίο πια, που οι βασιλικοί αετοί είναι είδος προστατευόμενο  και οι Αρχανιώτες έχουν αναλάβει να τους φροντίζουν…!

Αφέντη τον φωνάζουμε στην Κρήτη, όχι από δουλοπρέπεια ,αλλά για να δείξουμε  το ψήφος, την εκτίμηση, την Αγάπη. Όλες σχεδόν οι εκκλησιές Του βρίσκονται πάνω στις βουνοκορφές κι αυτό γιατί  βουνό σημαίνει ανύψωση, ανάταση και επαφή με τον ίδιο το Θεό. Λέγαν πως την  παραμονή το βράδυ ξανάνοιγαν οι ουρανοί  κι όσοι το πίστευαν δεν έβλεπαν  νεράιδες, ή βασίλισσες ή ξωτικά αλλά ένα άγιο φως κι αυτό ήταν σημάδι, το χαν για καλό. Κι εμείς είχαμε κάθε χρόνο την έννοια να προλάβουμε και να κοιμηθούμε τουλάχιστον δυο τρεις ώρες ίσαμε την αυγή…
Γιούχτας 1965
«6 Αυγούστου  ξημέρωνε …Ξυπνήσαμε  πολύ πρωί, γύρω στις 5.00 και ετοιμαζόμασταν όλοι στη γειτονιά , στο πόδι κάθε ηλικίας άνθρωπος, για τα απαραίτητα, για την μεγάλη ανάβαση. Οι άρτοι της κυρά Ρήνης είχαν ήδη φορτωθεί στους ώμους του πιο δυνατού άντρα και πολύ πριν καλά καλά χαράξει είχαμε φτάσει μέχρι τη Ρίζα, στους πρόποδες του Γιούχτα .Η περιπέτεια ξεκινούσε .Βάζαμε στοιχήματα μεταξύ  μας, ποιος θα πρωτο ανέβει και πόση ώρα θα μας πάρει ίσαμε το μεγάλο πλάτεμα λίγο πριν  ακουμπήσουμε τον μεγάλο βράχο που ήταν χτισμένη η μοναδική  τετραμάρτυρη εκκλησία του Αφέντη Χριστού. Στο δρόμο σαν ανεβαίναμε χίλιες δυο μυρωδιές μας καθάριζαν τα πνευμόνια , ρίγανη, θυμάρι, δίκταμο και φασκόμηλο που αν και ήταν προς το τέλος της εποχής τους υπήρχαν παντού.
Το μικρό άγονο μονοπάτι γνώριζε τις δόξες του τούτη την μέρα και την χθεσινή .Είχε τόσο κόσμο που συχνά  πατούσαμε στις διπλανές πέτρες και στα χαράκια για να περάσουμε μπροστά. Μόνο σαν βλέπαμε κάποια γυναίκα που ανέβαινε με τα γόνατα σταματούσαμε. Παράξενο θέαμα ,μεγάλο το τάμα της για να αντέχει τόσο δύσκολο δρόμο να τον ανέβει με πολλά ζευγάρια κάλτσες δεμένα γύρω γύρω για να μην την γδέρνουν οι πέτρες κι ένα χαμόγελο πλατύ γιατί τα είχε καταφέρει να το εκπληρώσει . Το βουνό δεν ήταν δύσκολο, ήταν όμως απότομο και χωρίς σκιά. Θυμόμασταν όλες τις ιστορίες και παραδόσεις που είχαμε ακούσει από τις γιαγιάδες μας κι όσο να ναι αγρίευε η σκέψη μας…
Αρχείο Ελένης Καλοχριστιανάκη, 1961
« …Κάποτε μας  λέγανε πως πέρασε ,  από τις Αρχάνες ο Απόστολος Παύλος, όταν σταμάτησε σαν ναυαγός στους Καλούς Λιμένες και πριν φύγει για την Ρώμη ήθελε να δει το βουνό με την ανθρώπινη μορφή και την παγκόσμια ακτινοβολία. Οι  Αρχανιώτες τότε τον παρακάλεσαν να τους απαλλάξει από τα φαρμακερά φίδια που βρίσκονταν  στο δασοσκέπαστο Γιούχτα. Εκείνος καταράστηκε το βουνό και τα φίδια εξαφανίστηκαν με μιας. Μαζί τους όμως εξαφανίστηκαν και τα δέντρα και από τότε όσο κι αν προσπάθησαν οι άνθρωποι το βουνό παραμένει γυμνό και με ελάχιστη βλάστηση…. »
Συνεχίσαμε να ανηφορίζουμε και ακούσαμε ένα παράξενο σύρσιμο. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα με οδηγό τους φακούς μας προχωρούσαμε και το λιγοστό φως από το γλυκοχάραμα. Ήμασταν στη μέση της διαδρομής , όταν ένας φοβισμένος άρκαλος , σαν να χε χάσει τον προσανατολισμό του μας προσπέρασε.  Πιάστηκε η ανάσα μας γιατί μας είχαν πει πως με τα τρομερά του νύχια μπορεί να πνίξει ακόμα και άνθρωπο αναζητώντας την τροφή του. Έτρεχε όμως τόσο γρήγορα που μάλλον τρόμο του είχαμε προκαλέσει παρά επιθυμία  για ανεύρεση  τροφής. Κοιτάξαμε πίσω μας κι από όσο μπορούσαμε να διακρίνουμε η θέα ήταν μαγευτική. Είχε αρχίσει να χαράζει , ο ουρανός σιγά σιγά γέμιζε χρώματα, ακόμα όμως άναβαν τα φώτα του χωριού και  η φωταγωγημένη  γιρλάντα που κρατούσε από το εκκλησάκι ίσαμε τον Σταυρό είχε αρχίσει να φαίνεται. Γρηγορέψαμε το βήμα μας να προλάβουμε κείνη τη μαγική στιγμή που ο ήλιος , σαν άρχοντας σωστός με όλα του τα χρυσοκόκκινα ρούχα ξυπνούσε σιγά σιγά και ανέβαινε με βήμα αργό και σταθερό από την πιο ψηλή κορφή του Ψηλορείτη  και έσκαγε τα πρώτα του χαμόγελα σ όλους εκείνους τους πιστούς που είχαν περάσει όλη τη νύχτα  στην αυλή της εκκλησίας ή κοντά σε έναν βράχο που τους προστάτευε από τον αέρα και τα αγιάζι της νύχτας.
Τότε θυμήθηκα άλλη μια ιστορία για το χτίσιμο της εκκλησίας του Αφέντη μας.  Αυτό συνέβη πριν πολλά πολλά χρόνια . Τότε που οι Ενετοί είχαν κατακτήσει το νησί. Στην πιο απόμερη πλαγιά του ιερού βουνού χτίστηκε ένα μοναστήρι που έμεναν καλόγριες και άνθρωποι με πολύ ισχυρή θέληση , πίστη και ατσάλινα νεύρα. Ο άνεμος, η πέτρα  και η έλλειψη τροφής πολλές φορές κάνουν τους ανθρώπους σκληρούς , απότομους και πολύ δυνατούς. Εκεί  λοιπόν στα «κελιά των καλογράδων » λένε πως με τα νύχια τους έσκαβαν τη γη για να ανοίξουν ένα «σαρνίτσι » και να μαζεύουν τα νερά της βροχής που έπεφταν από τη σκεπή της εκκλησίας και των κελιών τους για να τόχουν τους καλοκαιρινούς μήνες γα πόσιμο. Με  τον ίδιο τρόπο καλλιεργούσαν και τη γη για λίγη τροφή με δημητριακά ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να τους δώσει καρπό. Λιτή και απέρριτη η ζωή των μοναχών, άγονη ,σκληρή και μονότονη όμως γεμάτη πίστη και θέληση για την υπέρβαση και ανύψωση της ψυχής που μόνο ο ιερός χώρος του βουνού μπορεί να προσφέρει σε μια νοητή συνάντηση για πιο κοντά στο ίδιο το Θεό …
1443 μ. Χ. Υπάρχει μια πέτρα στην είσοδο της εκκλησίας και σε μια γωνιά στο ύψος του γκρεμού που μαρτυρεί  πότε χτίστηκε για πρώτη φορά και μια  παράδοση   εκείνη του ναυαγού που βρέθηκε κάποτε στο Κρητικό πέλαγος να παλεύει για την ζωή του με τα μανιασμένα κύματα. Γύρισε λέγανε κάποια στιγμή και είδε το βουνό που είχε ανθρώπινη μορφή σαν κεφαλή άνδρα που κείτονταν ανάσκελα . Παρακάλεσε για την σωτηρία του και θα κτίζε το εκκλησάκι του Σωτήρα του, του  Χριστού στην πιο ψηλή κορφή….
Άλλοι  πάλι λένε πως οι ίδιοι οι Αρχανιώτες αποφάσισαν να χτίσουν μια εκκλησία την κορυφή του βουνού που να την βλέπουν από τα γυροτρίγυρα όλες οι τότε πολιτείες και τα χωριά. Πήρανε τις πέτρες από το ίδιο το βουνό και κουβαλούσαν ασβέστη και νερό από το χωριό με ασκιά και μικρά γαϊδουράκια .Βοηθούσαν όλοι μαζί  ώσπου μια μέρα δεν άργησε να γίνει το κακό. Ένας εργάτης που τα όνομά του ήτανε Χακή Μπαράς κρατούσε με τα χέρια του ένα μεγάλο πελέκι  και καθώς ανέβαινε το δύσβατο μονοπάτι γλιστράει και πέφτει στον μεγάλο γκρεμνό. Όλοι μαρμάρωσαν και δεν τολμούσαν να κοιτάξουν γιατί ήξεραν ότι θα τον έβρισκαν κομμάτια. … «πιάσαμε το βούκινο κι αρχίζουμε τις πένθιμες μουγκρές. Γροικούνε στο χωριό κι όσοι είχανε πορίσει στσι εξοχές και παραιτούνε τα όλα λυτά δεμένα κι αγλακούσανε. Ανεμαζώνανε ζεμπίλια και σκάλες και σκοινιά και πιάνουνε τα όρη. Και ίδια πως είχανε φτερά στσι φτέρνες κι επαιτούσανε και φτάξανε στην κορφή. Όλοι λέγανε για τον κακομοίρη τον Χακή και τον φριχτό θάνατο που του μέλλε να πάθει. Σκύφτουνε και ξανοίγουνε και τότες ήντα θωρούνε. Ο Χακή Μπαράς με το πελέκι του αγκαλιά εσκαρφάλωνε από πιο πέρα από χαράκι σε χαράκι , βουβός και άλαλος. Μιλούνε ντου, δε μιλεί. Εθαρρούσανε πως ήτονε φάντασμα. Εκείνος εσυνέχιζε σαν νάχε ένα όραμα μπροστά στα μάθια ντου και τον οδήγανε στην κορφή. Όλοι είχανε σαστίσει. Και σαν έφτασε εκιά που ήθελε γυρίζει και λέει ντος. ‘’Εγώ με μπρε , επρόκαμα πριν φτάξω στη γης σαν ήπεφτα και είπα Σώσε με Χριστέ μου να σε χτίσω με τέσσερα ιερά. Μόνο το νου σας εδά γιατί ΄χομε πολύ δουλειά ακόμη να κάμουμε’’. »*
Κι επιτέλους με τόσες θύμησες και κουβέντες φτάσαμε κι εμείς στην ποδιά του Χριστού πάνω στον αμαξωτό και μια μεγάλη στροφή μας χώριζε από τον αρχικό προορισμό μας. Λίγο ήθελε ακόμη να ξημερώσει ολότελα. Αρχίσαμε να τρέχουμε μ όση δύναμη είχε απομείνει στα κουρασμένα μας πόδια. Βλέπαμε τις τέντες από τα υπαίθρια μικρά μαγαζιά που είχαν στήσει οι μικροπωλητές και σκεφτόμασταν πως ήταν η τελευταία μας ευκαιρία να αποκτήσουμε τα πολυπόθητα παιχνίδια για τον χειμώνα. Ήθελα τόσο πολύ ένα «τσουρλιχτάρι », μια ρόδα που σαν θα  έτρεχα και θα την κρατούσα θα έκανε ένα παράξενο συνεχόμενο θόρυβο και θα ταν ότι πιο όμορφο παιχνίδι θα είχα δει. Το δίλλημα μεγάλο , να σταματήσουμε για τα  παιχνίδια ή να προχωρήσουμε ως την κορφή πάνω στο Σταυρό μήπως και κερδίζαμε το στοίχημα και την ίδια στιγμή να βλέπαμε τον ήλιο που ετοιμαζόταν επιτέλους να μας κάνει την  χάρη και να εμφανιστεί. Δεν το πολυσκεφτήκαμε και περάσαμε γρήγορα γρήγορα τους πάγκους με τα παιχνίδια, τις πλαστικές τσατσάρες, τις ζαχαρωτές μαντινάδες , τα πολύτιμα φυλακτά και δακτυλίδια , τα κουρδιστά αυτοκινητάκια και  κείνον τον πολύ δροσιστικό πάγκο με τις γκαζόζες, τις λεμονάδες ,τις ζελίτες  και το παγωμένο νερό. Λίγα σκαλοπάτια μας χώριζαν από τον απέραντο ουρανό. Και να …επιτέλους φτάσαμε μόνο που δεν ήμασταν μόνοι μας. Μόνο τότε είδαμε και αναρωτηθήκαμε που βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι εκεί, τόσες κουβέρτες , τόσες μπατανίες και βούργιες και άρτοι και μια γαργαλιστική μυρωδιά όχι πια από δίκταμο , φασκόμηλο ή ρίγανη αλλά από σουβλάκι που μας τρυπούσε τα ρουθούνια. Στο πιο ψηλό σημείο ο μεγάλος ξύλινος σταυρός και μια θέα που σου κοβε την ανάσα .
Νοιώθαμε κι εμείς σαν μεγάλοι κατακτητές που στα πόδια μας απλωνόταν το απέραντο βασίλειο μας. Ο Ψηλορείτης, τα Αστερούσια ,τα Λασηθιώτικα βουνά , οι Αρχάνες  σε όλη τους την ομορφιά , τα αμπέλια , οι ελιές και η θάλασσα, απέραντη, μακρινή και πανέμορφη πάντα… Και πριν χορτάσει το βλέμμα την απεραντοσύνη του υπέροχου τοπίου , μείναμε με το στόμα ορθάνοιχτο. Η στιγμή της Ανατολής είχε φτάσει. Απίστευτα χρώματα  κι ένας πελώριος δίσκος ανέβαινε σιγά σιγά στον ουρανό με μια μοναδική μεγαλοπρέπεια και χάρη. Άξιζε σκεφτήκαμε , χαλάλι και το τόσο πρωινό ξύπνημα και  το περπάτημα και όλα… Κι ύστερα ακούστηκε η μεγάλη καμπάνα και η λειτουργία άρχισε. Αγουροξυπνημένοι άνθρωποι μάζευαν τα λιγοστά τους ρούχα να κάνουν χώρο στο προαύλιο για όλους όσους είχαν αρχίσει να καταφθάνουνε με τα πόδια, με φορτηγά που είχε κανονίσει ο Δήμος Αρχανών τότε, με αγοραία ταξί  ή με τα λιγοστά αυτοκίνητα και τις τρίκυκλες μηχανές.
Στο μικρό σπιτάκι δίπλα στην εκκλησιά μύριζε άρτος και μας είχε πιάσει  μια πείνα που σε συνδυασμό με την μυρωδιά από το κρέας που ψηνόταν λίγο παραπέρα δεν μας άφηνε να σκεφτούμε πως κι η σημερινή μέρα ήταν μέρα νηστείας .Μόνο ψάρι θα μπορούσαμε να φάμε  όμως που να βρεθεί πάνω στο βουνό κείνη την ώρα. Αυτό που μας είχε κάνει εντύπωση ήταν πως δίπλα στο τραπέζι με τους άρτους που θα ευλογούσε ο παππάς ήταν και μεγάλα κοφίνια με σταφύλια σουλτανιά που λίγο  αργότερα μας εξήγησε ο πατέρας μας πως ήταν παλαιϊνό έθιμο η προσφορά τους στην εκκλησία , η ευλογία τους και το μοίρασμα στους πιστούς για να ξεκινήσει καλά η περίοδος του τρύγου που σίμωνε λίγο μετά και την γιορτή της Παναγίας.
Κι αφού ανάψαμε το κερί  μας στη χάρη του Χριστού  ήρθε και η ώρα για τις « αγορές των ονείρων μας». Το δώρο μου για φέτος ήταν το « τσουρλιχτάρι » που είχα δει και μια κούκλα με μακριά ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια και φόρεμα που την έβγαλα Ροζίτα και αν και με τα χρόνια και τα πλυσίματα το χρώμα στο φόρεμά της ξεθώριασε υπάρχει ακόμα για να μου θυμίζει εκείνο το πανηγύρι στη Χάρη του Αφέντη Χριστού ένα καλοκαίρι που όλα ήταν τόσο αγνά , τόσο αθώα και όμορφα και  η ζωή μας είχε άλλο ρυθμό και νόημα κι ας μετριόταν σε μια παγωμένη ζελίτα στην κορφή του πιο ιερού δικού μας βουνού,  του Γιούχτα μας !**

Χρόνια πολλά !

Πηγές :
Οι Αρχάνες δια μέσου των αιώνων, Νικ. Χριστινίδη – Μαν. Μπουνάκη, εκδ. Μ.Σ.Α., 1970
*Λαογραφικά Σταχυολογήματα, Ειρήνη Oυσταγιαννάκη – Ταχατάκη, 1976
Η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης των Αρχανών, Νίκος Χριστινίδης, 2001
**«Λόγια του Αέρα», Ιδ. Συλ. Διηγημάτων, Μπετεινάκη Ελένη,2014

Δημοσιεύτηκε στις 6 Αυγούστου 2017 στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/opinions