Το παραμύθι της βροχής

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Στον Άγιο Παντελεήμονα των Κουνάβων...


Και το καλαντάρι του Ιούλη κοντεύει να τελειώσει με ένα από τα πιο σημαντικά πανηγύρια στον τόπο που μεγάλωσα...

Της Ελένης Μπετεινάκη

Στις 27 του Ιούλη είναι του Αγίου Παντελεήμονα προστάτης όλων σχεδόν των αναπηριών. Σε όλους μας είναι γνωστή η παροιμία που χρησιμοποιείται ακόμη και στις μέρες μα; «Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα ».

Ανοίγοντας το χρονοντούλαπο των αναμνήσεων θυμήθηκα πόσο σημαντική ήταν για μας τούτη η γιορτή, κάπου εκεί στη δεκαετία του '70!

«Μέρες ετοιμαζόμασταν για το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα που γινόταν στο διπλανό χωριό. Ξέραμε πως θα βρίσκαμε όλα τα παιχνίδια που είχαμε ονειρευτεί και μετράγαμε ξανά και ξανά το χαρτζιλίκι μας να δούμε αν θα μας έφτανε. Από νωρίς το πρωί, σαν ξημέρωνε η παραμονή, πλέναμε την καρότσα του φορτηγού και σαν στέγνωνε, στρώναμε την κουβέρτα και περιμέναμε να βραδιάσει. Και σαν έφτανε η πολυπόθητη ώρα ξαπλώναμε όλοι και δεν μας ένοιαζαν ούτε οι λακκούβες στο δρόμο, ούτε ο φοβερός θόρυβος της μηχανής. Ήμασταν τόσο κοντά στο όνειρο…


Σαν πλησιάζαμε στους Κουνάβους, αν και έπρεπε να παρκάρουμε πολύ μακριά, δεν μας ένοιαζε. Μόνο να φτάσουμε γρήγορα θέλαμε. Να ανάψουμε ένα κερί στη χάρη του Αγίου και να ψωνίσουμε τις μοναδικές μαντινάδες, σε μικρή χάρτινη σακούλα, ή σε χωνί από εφημερίδα. Μαντινάδες ζαχαρωτά, ροζ, πράσινες, μπλε και λευκές. Δύο δραχμές δίναμε κι η ευτυχία κρατούσε μέρες. Ευτυχία κλεισμένη σ' ένα μικρό χαρτάκι που διαβάζαμε τι μας έτυχε σαν γλείφαμε όλο το ζαχαρωτό.
Κι ύστερα τρώγαμε καπρικό στα λεμονόφυλλα. Αμέσως μετά τρέχαμε να ανακαλύξουμε τους πάγκους με τα δακτυλίδια από πολύχρωμες πλαστικές πέτρες σε σχήμα καρδιάς, βραχιόλια, πιαστράκια και χιλιάδες άλλα μικροπράγματα. Κι ένοιωθα πριγκίπισσα αληθινή, έχοντας ξοδέψει ...μία δραχμή και ένα πενηνταράκι!


Τα όνειρα και για εκείνα τα καλοκαίρια είχαν πραγματοποιηθεί».

Δείτε εδώ όλο το κείμενο για τον μήνα Ιούλιο!

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Οι λέξεις που μεγάλωσαν ….στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

«Δεν κρατάνε για πάντα οι σκιές», σκεφτόταν η μικρή Σίλα, φεύγοντας από το σπίτι της, μαζί με την μητέρα της. Άραγε για πόσο καιρό;

Πολύ κόσμος περπατάει σιγανά, μαζί τους. Ουρές ανθρώπων βαδίζουν μέρες και νύχτες, χωρίς να ξέρουν ακριβώς που πάνε…Ίσαμε να φτάσουν στη θάλασσα, σε ένα μεγάλο κατακόκκινο καράβι, να μπουν! Ευτυχώς η Σίλα έχει μαζί της τον μικρό της κούνελο και του λέει ιστορίες, όσο ταξιδεύουν, στριμωχτά  και ατέλειωτα…

Κι όταν φτάνουν σε ένα λιμάνι, όλα είναι διαφορετικά, λίγο σκοτεινά, βροχερά και άγνωστα. Κι ο χρόνος που γιατρεύει τα πάντα, δίνει χώρο στη νέα ζωή που σιγά σιγά ξεθαρρεύει, ξεμυτίζει, μαθαίνει απ’ την αρχή.

Και τα παιδιά αρχίζουν πάλι να κάνουν συντροφιές, να παίζουν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, και να μιλούν με λέξεις ίδιες, με λέξεις καινούργιες, με νέα όνειρα…

Μια τρυφερή και συγκινητική ιστορία της Έφης Λαδά. Μια ιστορία σχεδόν ποιητική με λιτό αλλά πολύ εκφραστικό λόγο που εστιάζει στην δύναμη της γλώσσας και των λέξεων.

Μια ιστορία ξεριζωμού, απώλειας που όμως δεν εστιάζει τόσο σε αυτά τα συναισθήματα που δημιουργούνται μέσα από αυτές τις δύσκολες καταστάσεις, αλλά δίνει χώρο στο φως, στην φιλία, στην αναγέννηση και στη μνήμη. Μέσα από πολλούς συμβολισμούς , οι λέξεις παρουσιάζονται σαν ζωντανοί οργανισμοί που μεγαλώνουν, μεταμορφώνονται και αποκτούν διαφορετικό βάρος ανάλογα με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται. Μαζί με την Σίλα παρακολουθούμε το νήμα της ζωής που δένεται κόμπος, ξετυλίγεται αργά, μονότονα στην αρχή, με φόβο, με αναστολές κι αλλάζει χρώμα στη συνέχεια, και πλέκει νέες συνθήκες και προχωράει με ελπίδα, με όνειρα αλλά και με παρακαταθήκη τα όσα έζησε και  για αυτά που συνεχώς έρχονται.


Ένα βιβλίο που ενώ έχει σαν θέμα του την προσφυγιά ή μετανάστευση, εστιάζει στα συναισθήματα και στην αυτογνωσία του εαυτού μας, στην ικανότητα να προχωράμε, χωρίς να ξεχνάμε και να δημιουργούμε πάλι από τη αρχή.  

Για την εικονογράφηση της Έφης Λαδά όσα και αν γράψει κανείς θα είναι λίγα. Μοναδικής αισθητικής εικόνες που δεν συνοδεύουν απλά το δικό της κείμενο αλλά συμπληρώνουν και δημιουργούν νέες «λέξεις» γεμάτες συναισθήματα  και υπέροχες μορφές και  χρώματα.

Αγαπημένα όλα τα σαλόνια του βιβλίου. Ξεχωριστά αυτά με την άγνωστη πορεία,  με το κόκκινο καράβι και την βροχή. Όσο για το εξώφυλλο βλέπουμε όλο τον συναισθηματικό κόσμο της Σίλα από το φευγιό, τον εγκλωβισμό, στο φως και την ελευθερία

Το βιβλίο αποτελεί εργαλείο για τους εκπαιδευτικούς με πολλές ιδέες για αξιοποίηση μέσα σε μια τάξη.

Εκτός από τη συζήτηση που μπορεί να γίνει με θέμα τους πρόσφυγες ή μετανάστες, μπορούμε να  μιλήσουμε για συναισθήματα αλλά και να «παίξουν » αρκετά παιχνίδια.

Εστιάζοντας στις λέξεις και με αφορμή το δέντρο που έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα στο βιβλίο, θα μπορούσε να δημιουργήσουν:

ü  Το δέντρο των λέξεων! Τα παιδιά γράφουν λέξεις που πάνω σε πολύχρωμα χάρτινα φύλλα, τα βάζουν  σε ένα δέντρο μεγάλο που έχουν ζωγραφίσει μόνο τα κλαδιά του και συζητάνε γιατί επέλεξαν τις συγκεκριμένες λέξεις.

ü  Ζωγραφίζω μια λέξη που επέλεξα από την ιστορία και τα άλλα παιδιά προσπαθούν να την μαντέψουν.

ü  Αν ήμουν λέξη, θα ήμουν… Γράφουν ένα μικρό κείμενο πάλι εμπνευσμένο από  το βιβλίο.

ü  Το παιχνίδι της ξεχασμένης λέξης. Ψάχνουν και βρίσκουν λέξεις που δεν χρησιμοποιούνται πολύ στις μέρες μας ή με ντοπιολαλιά του τόπου τους.

ü  Η Σίλα κρατούσε μαζί της έναν κούνελο!  Αν μπορούσε κάθε παιδί να πάρει μόνο ένα πράγμα μαζί του φεύγοντας από τον τόπο του, τι θα ήταν αυτό;

      Να το ψάξετε!

*Οι λέξεις που μεγάλωσαν, Έφη Λαδά, εκδ. Δεσύλλας : https://desyllas.gr/proion/oi-lexeis-pou-megalosan/


Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 25 Ιουλίου 2026 : εδώ!

 

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Οι πεταλούδες είναι ψυχές ανθρώπων...

Της Ελένης Μπετεινάκη

Πολλές οι απώλειες τις τελευταίες ημέρες

Ανωνύμων και επωνύμων…

Χθες βράδυ αργά είδα μαζεμένες στον κήπο πεταλούδες…

Σκούρο καφέ το χρώμα τους, μπορεί και μαύρο. Μια είχε και μια μεγάλη βούλα στο κέντρο κάθε φτερού…

Τις κοιτούσα ώρα πολλή, ίσαμε που χάθηκαν….

Κι ύστερα θυμήθηκα πως οι πεταλούδες, πιστεύουν πολλοί, είναι ψυχές ανθρώπων που τριγυρίζουν κι ομορφαίνουν τον κόσμο των ζωντανών, που θυμίζουν τις παρουσίες των απουσιών…

Ο κυρ Μιχάλης έφυγε προχθές. Φίλος του πατέρα μου. Ο τελευταίος μιας γενιάς που χάθηκε οριστικά. Παρούσα φιγούρα των παιδικών μου χρόνων.

Μεγάλωσε η νιότη μας, πολύ περισσότερο τώρα!

Κι η Μάρω Κοντού, έφυγε πλήρης ημερών. Τι παράξενος τίτλος, ειδησεογραφικών ανακοινώσεων. Ηθοποιός παλαιάς κοπής,  της δικιάς μας δεκαετίας. Τι δεν θυμήθηκα πάλι! Τότε  που μαζευόμασταν ούρες έξω από τα θερινά σινεμά, με πασατέμπο και ζελιτα να χαρούμε τις ασπρόμαυρες εικόνες και την απαράμιλλη κομψότητα των ηθοποιών της εποχής…

Κι η Μαίρη Λίντα κάπου εκεί πάντα παρέα με τον Χιώτη να ξεσηκώνει τις παρέες των γονιών μας…Πέταξε κι εκείνη σε τόπους αλαργινούς.

Το πιο απρόσμενο φευγιό, για μας τους θαυμαστές του από μακριά, και εραστές της γραφής ήταν εκείνο του Αλέξη Στάματη…

Μου είχε στείλει την Ταλεντίνα του με ιδιόχειρη υπογραφή, να του γράψω αν μου άρεσε. Τόσο σπουδαίο για μένα αυτό…

Αγαπημένοι άνθρωποι φεύγουν πια, γρήγορα…

Μόλις κάθισε άλλη μια μικρή κίτρινη πεταλούδα πάνω στα γεράνια μου!

Κι ένα χαμόγελο απλώθηκε τριγύρω!

Ζήστε τις στιγμές σας, το τώρα πριν γίνει χθες κι ανάμνηση!

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Όταν μας άφησε η θάλασσα*…στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα από την Κύπρο του 1974 της Άννας Κουππάνου.

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

50 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από εκείνη την αποφράδα ημέρα της εισβολής των Τούρκων στο νησί της Κύπρου…

50 χρόνια και σιγά σιγά σπάνε και κάποιες άλλες σιωπές από πληγές που προσπάθησε να γιατρέψει ο χρόνος…


Η Άννα Κουππάνου γράφει ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα για μια άγνωστη σε πολλούς πτυχή της Ιστορίας, που είχε να κάνει με την τύχη των παιδιών της Κατεχόμενης Κύπρου…

Εκείνα τα παιδιά που έχασαν γη, πατρίδα, κάποια τον ένα ή και τους δύο γονείς, σχολείο, φίλους, σπίτια, παιχνίδια…

Εκείνα τα παιδιά που ήρθαν στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση της Μητρόπολης Ηλείας , νομίζω γύρω στα 400 με το πλοίο ΠΑΤΡΑ, και φιλοξενήθηκαν σε δομές, οικοτροφεία, οικογένειές μέχρι να ομαλοποιηθούν καταστάσεις…

Ο αριθμός των παιδιών έφτασε περίπου τις 5.000 τελικά,  που φιλοξενήθηκαν και σε άλλα μέρη.

Η Άννα Κουππάνου μας ανοίγει την Ιστορία.

Μας συγκινεί, μας μαθαίνει, μας κάνει να αναλογιστούμε για μια ακόμα φορά τι σημαίνει πρόσφυγας. Τι σημαίνει Πατρίδα. Τι σημαίνει μέσα σε μια στιγμή να αλλάζει ο κόσμος σου χωρίς εσύ ο ίδιος να φταις για αυτό.

« … Δεν ξέρω πόσα δάκρυα έχουμε μέσα μας και που κρύβονται. Ίσως στην καρδιά. Ίσως η καρδιά του καθενός να είναι ένα ρόδι από δάκρυα, κι όταν τα κλάψεις όλα μένει μόνο το πικρό, εκείνο το λευκό κομμάτι που κανείς δεν θέλει…»

Πρωταγωνιστές του βιβλίου η Κατερίνα και ο Μιχάλης. Αδέλφια δίδυμα,  που μπαίνουν μαζί στο πλοίο για την Ελλάδα με δυο ρητές εντολές από τη μάνα:

Ότι και αν συμβεί να μη χωρίσετε ποτέ! Και … να γράφετε τα νέα σας.

Πρόσφυγες από την περιοχή της Κερύνειας από ένα μικρό χωριό, που ζούσαν στην ίδια γειτονιά μαζί με τον Αλί, τον Τούρκο. Οι τρεις τους ήταν οι φύλακες του δικού τους χωριού. Πάντα μαζί σε όλα. Ακόμα κι εκείνη την ημέρα της 20ης Ιουλίου που όλα έγιναν τόσο γρήγορα ο Μιχάλης με τον Αλί …έλλειπαν, στα χταπόδια!

Κι ο κόσμος άλλαζε. Ο δικός τους ο κόσμος, για πάντα!

Τι να πάρεις μαζί σου, τι να αφήσεις. Που να πας… Κι ο κύριος Μαχμούτ, ο Αλί, η Μπαχάρ…

Κι εκείνο το τετράδιο με το μολύβι. Ευτυχώς μπήκε στον μπόγο!

Κι ήρθαν στην ελεύθερη Κύπρο και μετά θέλησαν να φύγουν να συνεχίσουν το σχολείο, τη ζωή για λίγο,  ίσαμε να φτιάξουν όλα.

Κι έγινε η  επιβίβαση στο πλοίο με άλλα παιδιά, πολλά. Στην Ελλάδα θα έρχονταν. Άγνωστη χώρα. Γνωστή μόνο από φωτογραφίες και βιβλία. Και τώρα πως, που;

Κι οι αναμνήσεις χιλιάδες. Κι ο φόβος για το άγνωστο, συντροφιά τους. Ερωτήσεις χωρίς απάντηση. Ο πατέρας, ο παππούς, η γιαγιά, οι φίλοι τους, η μητέρα. Όλα ανάκατα κι όλα προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στο μυαλό της Κατερίνας. Και ταξιδεύουν  μαζί με τόσα παιδιά για το άγνωστο- γνωστό τόπο που θα τα φιλοξενήσει για κάμποσο καιρό, μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα στο δικό τους νησί.

Κι αρχίζει μια ιστορία συνταρακτική, συγκινητική για μια ζωή που επιφυλάσσει εκπλήξεις, ανατροπές, φόβο, χαρά, δάκρυ και αναπάντεχες συναντήσεις.

Κι οι εντολές της μάνας δεν μπορούν πραγματοποιηθούν…τουλάχιστον στην αρχή. Τα δυο παιδιά χάνονται, χωρίζουν αλλά η ζωή κάπου τους ξαναφέρνει κοντά …

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Αριστοτεχνικά γραμμένο από μια συγγραφέα γέννημα - θρέμμα της Κύπρου, με γονείς από την Κερύνεια, που χειρίζεται ακούραστα και μοναδικά τον λόγο, την πλοκή και τις λέξεις σε μια ιστορία που θα σας φέρει δάκρυα, χαρά, σκέψεις και ίσως μνήμες.

Η Άννα Κουππάνου γεννήθηκε μερικά χρόνια μετά την εισβολή. Έζησε όμως με τις διηγήσεις και τα όσα έφερε ο ξεριζωμός στους δικούς της. Έψαξε, διάβασε και μας παρέδωσε μια άγνωστη πτυχή της εισβολής, έστω και σαν μυθιστόρημα, και εμείς μαθαίνουμε, συνειδητοποιούμε,  δακρύζουμε και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει …πόλεμος, προσφυγιά, πατρίδα που χάνεται!

Ακούστε την ίδια να περιγράφει πολλά και συγκλονιστικά γεγονότα που την οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου σε συνέντευξη που παραχώρησε πριν λίγες μέρες στην εκπομπή Ζητούνται Αναγνώστες!

https://open.spotify.com/episode/4Oc5EW3ljQ30rIeKFEDTYu?si=nS8yUuRXS6iqruYo5DUO4Q

Το βιβλίο Όσα μας άφησε η θάλασσα* κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάτακη και την εικόνα του εξωφύλλου έχει εικονογραφήσει η Θέντα Μιμηλάκη.

Διαβάστε εδώ ένα απόσπασμα: https://www.patakis.gr/bkm/14772

Δημοσιεύτηκε στις 20 Ιουλίου 2024 στο Cretalive.gr εδώ : Όταν μας άφησε η θάλασσα!

Στη συνέχεια το βιβλίο απέσπασε αρκετά βραβεία όπως: 

📌Κρατικό βραβείο εφηβικού-νεανικού λογοτεχνικού βιβλίου 2025

📌Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας Κύπρου

📌Βραχεία λίστα των βραβείων του λογοτεχνικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης»

📌Βραχεία λίστα του Ελληνικού Τμήματος ΙΒΒΥ

📌Βραχεία λίστα των βραβείων του λογοτεχνικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης»

📌Χρυσή λίστα Elniplex

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει… στα Παραμύθια του Σαββάτου!


Με αφορμή την 20η Ιουλίου 1974!

Πενήντα δύο χρόνια έχουν περάσει…

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Πόσα όνειρα μας μικρά ή μεγάλα πραγματοποιούνται; Ή πόσα απ’ αυτά θέλουμε εμείς να πραγματοποιήσουμε; Το αγόρι της ιστορίας του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και Ανδρέα Κώστα, με πείσμα, θάρρος κι επιμονή αποφάσισε να ακολουθήσει το δικό του: Να περπατήσει όλο του νησί κατά μήκος της ακτογραμμής, γύρω γύρω. Στη διαδρομή του συνάντησε ένα κορίτσι. Ίσως να ήταν τ όνομά του, Μνήμη. Της είπε τ΄όνειρό του. Κι εκείνη αποκρίθηκε με όσα της ορμήνευε η γιαγιά της:

«Στα ονειράματα της αμμουθκιάς, βλέπουμε πράγματα που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν»

Κι ύστερα τον ακολούθησε κι άρχισε να του λέει μια ιστορία! Για ένα κήπο γεμάτο λουλούδια και  δέντρα δεκαεπτά, που τα ΄χε φυτεμένα ο παππούς της και για το δεντρόσπιτό της. Πάνω σε πέτρα το είχε ζωγραφίσει κι είχε μαζί της ένα κλειδί κι ενα κουταλάκι. Δώρα ζωής θύμησης, κληρονομιά ακριβή!


Κι ύστερα το κορίτσι μίλησε για την Υπομονή που της έμαθε ο μπαμπάς της.

Και πρόσφυγας, κι αντάμωμα, και τι σημαίνει «σπίτι»…

Κουβέντα στην κουβέντα, θύμησες κι ονειροπόλημα ίσαμε που φτάσανε σε έναν αμμόλοφο…Ποιος ξεχνάει την Αμμόχωστο…

Ποιος δεν ξέρει πως τα γεράνια όπου κι αν φυτευτούν ανθίζουν…

Μια τρυφερή και συγκινητική ιστορία με θέμα της την προσφυγιά, την Κύπρο, την διχοτομημένη πατρίδα του Αντρέα Κώστα, που πιθανόν να είναι εκείνος το αγόρι που πρωταγωνιστεί. Μια ιστορία που αγγίζει τις ψυχές, που ξυπνά μνήμες σε όσους θυμούνται τις μέρες της Τούρκικης εισβολής στην Κύπρο, και δίνει ερέθισμα σε νεαρούς αναγνώστες να αναζητήσουν την Ιστορία της μεγαλονήσου!


Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο που απλώς το διαβάζεις και το κλείνεις. Είναι ένα έναυσμα για συζήτηση. Αξίζει να διαβαστεί δυνατά, να σταθούμε στα λόγια  της γιαγιάς και τα δώρα του παππού, να εξηγήσουμε στα παιδιά τι σημαίνει η λέξη «προσφυγιά» χωρίς φόβο, αλλά με την τρυφερότητα που επιστρατεύουν οι συγγραφείς. Είναι το ιδανικό εργαλείο για να μιλήσουμε στις νεότερες γενιές για την ιστορική μνήμη, όχι ως πηγή μίσους, αλλά ως ανάγκη για δικαιοσύνη και ειρήνη.

Μια ιστορία που δεν αφήνει κανέναν χωρίς να αναρωτηθεί, με ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ. Γιατί ένα νησί είναι ακόμα χωρισμένο στα δύο. Μια ιστορία που γεννά μια ελπίδα μέσα από τα μάτια δύο παιδιών. Για την φιλία, το «Μαζί» και την Μνήμη. Ότι υπάρχει μέσα μας, παραμένει ζωντανό πάντα, όσο υπάρχουμε κι εμείς. Μια ιστορία για την Μνήμη, λοιπόν και την ίδια στιγμή για την ευθύνη του καθενός, το χρέος να μην σιωπήσει τουλάχιστον μπροστά σε μια αδικία, σε ανθρώπους και τόπους που χάθηκαν.

Πόσο δύσκολο να βλέπεις τον τόπο σου, απέναντι σου και να μην μπορείς να είσαι εκεί.

Πόσο μοναδικά δοσμένες οι εικόνες της  ονειρικής αφήγησης του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και του Ανδρέα  Κώστα, από την Έφη Κοκκινάκη. Στα χρώματα της Μνήμης, της αμμουδιάς, της ώχρας, της θάλασσας. Με καθαρές γραμμές στα πρόσωπα και με τρυφερότητα που ξυπνούν αναμνήσεις και αφυπνίζουν συνειδήσεις.

Να το ψάξετε! Άλλωστε τούτες τις μέρες συμπληρώνονται 52 χρόνια πια από εκείνες τις φοβέρες μέρες τις εισβολής…

20 Ιουλίου 1974…

Ούτε εμείς ξεχνάμε…

Για το δίκαιο, για την Ιστορία, για εκείνο το συρματόπλεγμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει!

 

Δείτε εδώ ένα απόσπασμα: https://www.patakis.gr/files/1212800.pdf


Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 20 Ιουλίου 2026 : εδώ!

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Του Προφήτη Ηλία του Πεπονά!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Δικό μας τούτο το προσωνύμιο στον Προφήτη Ηλία του χωριού μας…

Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του, στις 20 του Ιούλη, τα πεπόνια στο περιβόλι μας ήταν ώριμα και τα δοκιμάζαμε για πρώτη φορά εκεί στην μικρή αυλή της εκκλησίας,  που έμοιαζε με αλώνι αλλοτινών καιρών.


«Λούματα» λέγανε κανονικά την περιοχή που βρισκόταν το γραφικό ξωκλήσι κι εκεί ήταν κι η κρεβατίνα μας η πιο παχύφυλλη κι αγαπημένη. Οι καρποί της πάντα αργούσανε να καμωθούν γιατί ήταν βορινή και σκιερή πολύ. Σαν τα «μωρά κοπέλια» τα σταφύλια της, έλεγε ο πατέρας μου. Και σαν πηγαίναμε για ραντίσματα και όλα εκείνα τα γεωργικά που δεν τα καλοθυμάμαι, βρίσκαμε πάντα χρόνο να ανηφορήσουμε στο «Ψηλό Κουτούτο», το λοφάκι και να παίξουμε στην αυλή του Προφήτη Ηλία του Πεπονά μας.

Πάνε μέρες που ανηφόρησα πάλι τον χωμάτινο δρόμο. Λείπει ο Κωστής, στα ξένα, κι η καρδιά μου δεν μου πάει να τριγυρνώ μονάχη στα λημέρια μας… Μύριζε θυμάρι και σύκα όλη η περιοχή. Η θέα απίστευτη όπως πάντα κι άφηνες  τα μάτια να ακουμπήσουν πέρα στο βάθος, να φτάσουν στον ορίζοντα και τη θάλασσα.  Κι απέναντι ο τεράστιος όγκος του Γιούχτα να κείτεται ανάσκελα πάντα. Είναι τόσο κοντά  που νομίζεις πως μια δρασκελιά να κάνεις τον ακουμπάς. Κάθισα στην ασβεστωμένη αυλή, στο γραφικό παγκάκι  κι αρχίσανε οι θύμησες κι οι ιστορίες να ζωντανεύουν…

Πως περιμέναμε κάθε χρόνο το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία! Μέρες πριν ετοιμαζόμασταν γιατί ξέραμε πως με τους ανεμόμυλους που θα φτιάχναμε, τους καλύτερους, εννοείται, στο χωριό, θα μαζεύαμε το χαρτζιλίκι του καλοκαιριού και όλες οι επιθυμίες μας θα πραγματοποιούνταν.  Η μεγάλη μας έννοια με τον αδελφό μου ήταν πως να  κατέβουμε στον ποταμό, στον Κάτω Μύλο, στον δικό μας Παράδεισο, εκεί που ζούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά. Φοβόμασταν πολύ, γιατί είχαμε ακούσει πως έπαιρναν τη λαλιά όσων συναντούσαν. Η μόνη μας ελπίδα να γλυτώσουμε, ήταν να πάμε μεσημέρι. Με τόση ζέστη δεν θα΄χαν το μυαλό τους να κυνηγήσουν εμάς. Άλλωστε, είχαμε ακούσει πως τη νύχτα ζωντανεύανε κι ίσαμε το ξημέρωμα λούζονταν και χόρευαν στο ποτάμι…   Εκεί θα βρίσκαμε τα καλάμια που χρειαζόμασταν και που έπρεπε να είναι ξερά, με ρόζους, για να μπορούν εύκολα να χαραχτούν. Κι ύστερα με το πολύτιμο υλικό μας αγκαλιά, ερχόμασταν στο μικρό πλυσταριό του σπιτιού μας να ξεκινήσουμε την συναρμολόγηση. Τέχνη ήθελε κι αυτό το τόσο απλό παιχνίδι, ο «σβούρος», έτσι τον λέγαμε ή «μύλο». Αργότερα η λέξη τούτη χάθηκε και όλοι τον έλεγαν ανεμόμυλο.

Κόβαμε κάθε καλάμι με μια σέγα,  περίπου σαράντα εκατοστά και στην κορυφή του κάναμε δυο τρύπες περνώντας ένα σύρμα που το στρουφίζαμε να μην χαλαρώσει . Είχαμε επίσης κόψει μεγάλα τετράγωνα  πολύχρωμα χαρτιά από κόλλες γλασσέ. Σε κάθε γωνία μια ψαλιδιά ίσαμε το κέντρο, τέσσερεις στο σύνολο,  και τα τσακίζαμε - διπλώναμε με προσοχή και ακρίβεια δημιουργώντας τρισδιάστατα «τρίγωνα». Κόβαμε αμέσως μετά, κρυφά πάντα, με το κλαδευτήρι που ΄χε ο μπαμπάς χωμένο στα δικά του εργαλεία,  από την παλιά καρέκλα της μάνας μου μικρά κομμάτια από εκείνο το πλαστικό κορδόνι που ήταν πλεγμένη. Σαν μακαρόνι  έμοιαζε μόνο που ήταν χρωματιστό. Κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί τα χρώματα του και τα περνούσαμε στο σύρμα ανάμεσα στα χαρτιά για να μπορεί ο σβούρος να γυρίζει με τον αέρα. Εκείνη το καταλάβαινε, αλλά έκανε πως δεν έβλεπε, είχε μόνο την έννοια μην καθίσει κανείς και …ξεμοντάρει!

Ύστερα παίρναμε ένα μεγάλο καλάθι και το γεμίζαμε με όλα όσα είχαμε φτιάξει. Μέρες κρατούσε η «δουλειά». Όλα τα  πρωινά του Ιούλη κάναμε τους μάστορες και σαν έφτανε η παραμονή του Προφήτη Ηλία όλα ήταν έτοιμα. Θυμάμαι τη χαρά μου σαν έμαθα να γράφω που ο Αντώνης μας,  μού είχε αναθέσει να φτιάχνω εγώ την ταμπέλα της πώλησης:

Σβούρος μικρός, 1 δραχμή.

Σβούρος μεγάλος, 2 δραχμές.

Την άλλη μέρα από το ξημέρωμα περιμέναμε τον θείο Μιχάλη. Μας έβαζε πάνω στο γαϊδούρι του και ξεκινούσαμε για το πανηγύρι. Πουλούσαμε όλη μας την πραμάτεια κι ύστερα η μαμά, μάς έκοβε μια φλούδα πεπόνι του καθενός γιατί όπως σας είπα και πιο πάνω, ήταν η μέρα που γιόρταζε τούτο το φρούτο. Καθόμασταν πάνω στο φρεσκοασπρισμένο πεζούλι και τρώγαμε χαρούμενοι κοιτάζοντας γύρω μας τα πιο μικρά παιδιά που κρατούσαν τους δικούς μας τους σβούρους και προσπαθούσαν να τα βρουν με τον άνεμο μήπως και γύριζαν. Κι ήταν τα πρόσωπά τους φωτεινά, τα μάτια τους γελούσαν. Εμάς, όπως έλεγε ο πατέρας μου, γελούσαν και τα μουστάκια μας. Θα ‘μουν δεν θα ‘μουν εφτά χρόνων εκείνο το καλοκαίρι που σας περιγράφω  αλλά εγώ νόμιζα πως ήμουν «μεγάλη» γιατί όταν κάναμε τη μοιρασιά με τον αδελφό μου το μερίδιο μου ήταν πάνω από 20 δραχμές. Ήταν αρκετό σαν γυρίζαμε πίσω στο χωριό να σταματήσουμε στο περίπτερο του κυρ Ηλία και να αγοράσω την αγαπημένη μου «Μανίνα», περιοδικό αποκλειστικά για κορίτσια εκείνη την εποχή και με τα υπόλοιπα μια γκοφρέτα «Σαφάρι» και τρία φακελάκια με εικόνες ηθοποιών που τις μάζευα με μανία. Ε, ότι έμενε θα το φύλαγα στον κουμπάρα για τα Χριστούγεννα που είχε σειρά το πιο μεγάλο παιχνίδι. Ήταν 20 Ιουλίου 1973!

Την επόμενη χρονιά δεν ανεβήκαμε στο εκκλησάκι, μείναμε με τους σβούρους μας να τους κοιτάμε σαν χαμένοι. Είχε κηρυχτεί η επιστράτευση…Λέξεις παράξενες ακούγονταν. Κύπρος, Τούρκοι, επίθεση, πόλεμος, αγνοούμενοι, καταπάτηση, φονικά….

Ναι, έναν χρόνο μετά στις 20 Ιουλίου 1974,μείναμε με την απορία στο πρόσωπο μας κι ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι γεμάτο με τον κόπο ενός μήνα, με νέα σχέδια, χρώματα και σχήματα. Εκείνο το χάραμα όλοι είχαν αναστατωθεί. Ούτε λόγος για το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Ο μπαμπάς είχε φύγει για το παντοπωλείο πολύ πριν ξημερώσει.  Η μαμά, μας ετοίμασε  γρήγορα γρήγορα να ανέβουμε κι εμείς στην …Αγορά. Ατέλειωτες ουρές από ανθρώπους έξω από το μπακάλικό μας , φωνάζαν και χειρονομούσαν. Βιάζονταν να μπουν, γέμιζαν τσάντες με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Κι όλοι συζητούσαν με μια φοβερή ανησυχία στα πρόσωπά τους. «Πόλεμος» ήταν η λέξη που ξεχωρίσαμε και ο φόβος μας παρέλυσε τα πόδια. Σε πολύ λίγη ώρα άδειασαν τα ράφια του μαγαζιού μας. Και τότε αντήχησε εκείνο το κουδούνισμα από το τηλέφωνο που ήταν πάνω στο γραφείο του θείου του Γιώργου, το μαύρο με το στρογγυλό καντράν. Όσα χρόνια και αν περάσουν θα  ηχεί πάντα στ’ αυτιά μου.


Σε ελάχιστα λεπτά ο πατέρας έπρεπε να φύγει. Είχε κηρυχθεί γενική επιστράτευση κι έπρεπε να παραδώσει και το φορτηγό μας στον στρατό. Ούτε σκέψη πια για το πανηγύρι, για τίποτα. Δεν ξέραμε, δεν καταλαβαίναμε καλά και κανείς δεν μπορούσε να μας εξηγήσει τι ακριβώς θα γινόταν σε λίγες ώρες ή την επόμενη μέρα. Θυμάμαι σαν να ΄ταν χθες το φορτηγό μας σαν έστριψε στην κατηφόρα και χάθηκε από τα μάτια μου. Καθόμουν στο πεζούλι, μπροστά στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του μαγαζιού και κοίταζα… Κρατούσα έναν από τους σβούρους μου και τον φυσούσα να γυρίσει. Ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού ήθελε κι εκείνο να βρει το δρόμο του. Ήταν η πρώτη φορά που μας άφηνε μόνους ο μπαμπάς και δεν ξέραμε ούτε που πήγαινε ακριβώς, ούτε πότε θα τον βλέπαμε ξανά. Σαράντα εννιά χρόνια έχουν περάσει από τότε, σαράντα εννιά!


Ένα κερί άναψα στο γυαλισμένο κηροπήγιο που μοιάζε  σαν καινούργιο μέσα στην ταπεινή εκκλησία  κι ύστερα κατηφόρισα για το περιβόλι μας ή μάλλον για το χωράφι πια  κι εκεί άλλες ιστορίες αναβλύσανε….

Εκεί  γεννήθηκε ο Σιγανός μου, το σκιάχτρο μου, μια φορά και ένα καιρό (υπήρξε στο αλήθεια)  κι είναι πια παραμύθι που ‘ναι αφιερωμένο στον μπαμπά μου τον Κυρ Γιάννη!

Εμείς του είχαμε κολλήσει τούτο το προσωνύμιο γιατί κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του στις 20 του Ιούλη τα πεπόνια στο περιβόλι μας ήταν ώριμα και τα δοκιμάζαμε εκεί στην μικρή αυλή που μοιάζε με αλώνι, αλλοτινών καιρών.

Ένα πεπόνι αγόρασα από το μεγάλο σούπερ μάρκετ πηγαίνοντας στο σπίτι της μάνα μου. Να κόψουμε μια φέτα, να θυμηθούμε εκείνα τα χρόνια!

Χρόνια μας πολλά!

Κωστή, να΄μαστε καλά να πάμε μαζί του χρόνου!

 

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, Συλλογή διηγημάτων, υπό έκδοση


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 20 Ιουλίου 2023 : 

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Στην Αγιά Μαρίνα της Βόνης! Θρύλοι και παραδόσεις...

 

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Λένε πως στις 17 του Ιουλίου, της Αγίας Μαρίνας, είναι ώριμα τα σταφύλια και τα σύκα… Έτσι κάθε χρόνο τούτη την ημέρα  βγαίνουν  όλοι στην εξοχή, στ’ αμπέλια και στα περιβόλια. Τα παλιότερα χρόνια που τα έθιμα και οι δοξασίες είχαν περισσότερο την τιμητική τους, εκεί που υπήρχαν  μεγάλες συκιές  πίστευαν πως τα παράξενα φύλλα τους και οι ώριμοι τούτη τη μέρα καρποί τους,  τις νύχτες με φεγγάρι για όλους όσους ξενυχτούσαν στην εξοχή, έπαιρναν μορφή και άλλοτε γινόταν μάγισσες, άλλοτε νεράιδες ή φοβέρες νυχτερίδες που τρόμαζαν τους περαστικούς ή τους λάτρεις του ξάστερου ουρανού. Η Αγιά Μαρίνα, λένε ακόμη, πως προστάτευε από τα βλαπτικά ζωύφια γι’ αυτό και γινότανε αγιασμός και ραντισμός των σπαρτών από τα σκαθάρια και τα άλλα «έχνη» που γέμιζαν τα χωράφια ανήμερα της γιορτής της.

Το όνομα της λέγαν επίσης, έχει να κάνει με αυτό που συμβολίζει μιας κι είναι προστάτιδα των καχεκτικών παιδιών και «μάραινε» τα εξανθήματα από την ευλογιά!

Νίκησε τον ίδιο τον «διάβολο» μέσα στο κελί της, στα 15 της χρόνια, φυλακισμένη λόγω της χριστιανικής της πίστης από τον ίδιο τον Έπαρχο Ολύβριο που ήθελε να την κάνει γυναίκα του κι από τότε σε πολλά μέρη θεωρούσαν  «τους όφιδες πως ήταν τούτοι οι διάολοι» και στις εικόνες τις λατρευτικές της την έχουν πάντα να κρατάει ένα σφυρί και να ετοιμάζεται να τον χτυπήσει…

Αγιά ΜαρίναΒόνη το μεγαλύτερο πανηγύρι της Κρήτης, από τα πολύ παλιά χρόνια!

Πολλές οι θύμησες, ανάκατες σκέψεις και λέξεις για τούτη τη  μεγάλη γιορτή. Ίσως δεν είμαι η ειδικότερη να μιλήσω για τούτο το πανηγύρι, αλλά είναι τόσες οι ιστορίες  και τα ακούσματα που σκέφτηκα πως πρέπει κι αυτά …να μοιραστούν!

Μακρινό το χωριό της Βόνης από το δικό μου, αλλά εκείνα τα χρόνια της δικής μας αθωότητας  ακόμα κι εμείς είχαμε  έντονες τις  εικόνες της προετοιμασίας των ημερών. Είχαμε ακούσει τόσα πολλά, μας είχαν πει πως σε εκείνο το πανηγύρι τα παιχνίδια που πουλούσαν ήταν μοναδικά. Θέλαμε τόσο πολύ να πάμε κι εμείς… άλλωστε ήταν το in και το must του καλοκαιριού. Κι έτσι  μια χρονιά τα καταφέραμε. Με οργανωμένο σχέδιο, με αλάνθαστα επιχειρήματα, όπως εκείνο που έπιανε πάντα, πως είχαμε δηλαδή, δικά μας χρήματα να αγοράσουμε ό,τι ακριβώς θέλαμε …Εγώ ένα βραχιολάκι με καταγάλανες  χάνδρες στη μέση, που το είχε ήδη αγοράσει από την προηγούμενη χρονιά η καλύτερη μου φίλη,  και ο αδελφός μου ένα μικρό αυτοκίνητο αστυνομικό με τηλεχειριστήριο που έπαιρνε μπαταρίες… Πρωτόγνωρο παιχνίδι και αυτό! Κι έτσι ανεβήκαμε όλοι στην καρότσα  του φορτηγού του πατέρα μου, στρώσαμε και μια κουβέρτα να μην μας κτυπάει τα γόνατα το σίδερο, πήραμε και δυο τρεις γειτόνισσες με τις καρέκλες τους και όλα τους τα χρυσαφικά στολισμένες και μόλις βράδιασε …ξεκινήσαμε.

Κανονική σουρεάλ ή φολκλορική εικόνα της Ελλάδας των  ‘70ς.

Σαν φτάσαμε κοντά στο χωριό, κατάλαβα το λόγο που ο πατέρας μου δεν ήθελε να έρθουμε. Απίστευτος κόσμος, σκόνη και φασαρία που βάραιναν ακόμα πιο πολύ την ατμόσφαιρα. Μας είπαν  να αφήσουμε το αυτοκίνητο πολύ μακριά γιατί υπήρχε κίνδυνος μποτιλιαρίσματος και ας μην ήταν τόσα πολλά πια τα τροχοφόρα εκείνης της εποχής. Εντύπωση τεράστια μας είχε κάνει το πόσα πολλά άλογα  και γαϊδούρια  υπήρχαν παντού και όλα στολισμένα με  κιλίμια και χαλιά. Με χάντρες τεράστιες και φυλακτά στο λαιμό και κάτι σαν καλύπτρες στα μάτια τους. Γούρλωνα τα δικά μου, σαν να μάζευα τις εικόνες της εποχής χωρίς να γνωρίζω το γιατί … Η πορεία μας προς την εκκλησία αργή και λίγο κουραστική. Το ύψος των χρόνων μου δεν μου επέτρεπε να βλέπω ακριβώς τι γινόταν μπροστά μου, μύριζα όμως και άκουγα. Μύριζα καπρικό,( δάφνη, λεμόνι και ψημένο κρέας) που τρυπούσε τη μύτη με τ΄ άρωμά του. Κι άκουγα, αναστεναγμούς και ψίθυρους από γυναίκες που προχωρούσαν δίπλα μας γονατιστές, σέρνοντας το βάρος ενός τάματος  και μεγάλες σακούλες γεμάτες άρτους… Πολλοί άνθρωποι ξυπόλυτοι, χωρίς να τους νοιάζει ο χωματόδρομος, τα αγκάθια ή  οι πέτρες. Μεγάλο το τάμα… δύσκολες οι ώρες που θα ΄χαν ζήσει. Δεξιά κι αριστερά, μέσα στα χωράφια παρέες μεγάλες αθίγγανων, προσέλκυαν το ενδιαφέρον και την απορία μας. Τούτες οι πολύχρωμες φασαριόζικες οικογένειες είχαν τόσα πολλά στολίδια πάνω τους που τους κοίταζα με δέος και θαυμασμό, γιατί νόμιζα πως αυτοί είχαν προλάβει να πάρουν όλα εκείνα τα πολύτιμα στολίδια που πουλιόντουσαν στο πανηγύρι κι ίσως να μην έφταναν για εμάς…

Βιαζόμασταν να φτάσουμε να ανάψουμε εκείνο το κερί στη χάρη Της, να δούμε όλα εκείνα τα παράξενα που είχαμε ακούσει. Λέγανε πως όταν έταζαν ένα παιδί στην Αγία Μαρίνα, που ήταν λίγο καχεκτικό και αρρωστιάρικο,  για να  γίνει καλά το έντυναν με μαύρα ρούχα για σαράντα μέρες κι ύστερα τα άφηναν στο μοναστήρι κρεμασμένα στην εικόνα της,  για τους φτωχούς. Κι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία σαν εκπλήρωναν το δικό τους  τάμα, αφήναν άραφτα μαύρα υφάσματα στην εκκλησιά για την ενδυμασία των καλογριών, να τα ράψουν εκείνες με τον ειδικό τρόπο που ήξεραν. Υπήρχαν  ρούχα κι εκείνο το βράδυ… Τα είδα με τα μάτια μου. Όμως το πιο παράξενο, το πιο φοβερό ήταν εκείνο το βάζο με το μικρό φίδι μέσα, που έκρυβε μια απίστευτη ιστορία. Την ιστορία της τσιγγάνας που έφτασε στην εκκλησία με φοβερούς πόνους στην κοιλιά και σαν προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα της Αγίας, μέσα από την κοιλιά της έφυγε τούτο το μικρό ερπετό κι όλοι μίλησαν για θαύμα αφού εκείνη έγινε καλά… Ταριχεύθηκε  το φίδι κι έμεινε εκεί, να θυμίζει, να αφυπνίζει μυαλό-ψυχή και σώμα …ίσως!


Δέος για όλες τούτες τις ιστορίες, καπνός  από λιβάνι και κερί παντού μέσα στη μικρή εκκλησία, τάματα γεμάτη η εικόνα, και γύρω και παντού πατερίτσες και μπαστούνια. Και σε ένα θάλαμο λίγο πιο έξω …. Κι ύστερα πήγαμε να  πάρουμε το άγιασμα που έδιναν σε μικρά μπουκαλάκια και λέγανε πως ήταν επίσης θαυματουργό. Έτρεχε από μια πηγή που υπήρχε από τα βάθη των αιώνων, πολύ πριν κτιστεί η εκκλησία και τώρα ήταν κλεισμένη μέσα στο ιερό, και είχε λέγανε υπερφυσικές δυνάμεις τούτο το νερό  με όποιον ερχόταν σε επαφή... Εκείνη τη νύχτα μετά τα μεσάνυχτα, ξαπλωμένοι όλοι στην καρότσα του φορτηγού και επιστέφοντας κατάκοποι στο χωριό, η γιαγιά μου, μας είπε μια από τις φοβέρες ιστορίες που ήξερε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Μιλούσε για  μια γριά Χριστιανή, σαν πολλές στα γύρω χωριά της Αγιά Μαρίνας που πήρε το άγιασμα τούτο και αφού το ανακάτεψε  με λάδι και αλεύρι  ετοίμασε να φτιάξει ψωμί. Δεν χρειαζόταν προζύμι  γιατί αυτή η ζύμη φούσκωνε από μόνη της. Εκείνη το άφησε όλη νύχτα , να το δει το πρωί ο Τούρκος Αγάς να πειστεί. Αυτός όμως δεν κρατήθηκε, πήγε κρυφά, σήκωσε την πετσέτα που ήταν σκεπασμένο και τότε είδε πως είχε φουσκώσει τόσο πολύ που χύνονταν από παντού. Προσπάθησε να το πετάξει και να φτιάξει ο ίδιος καινούργιο όμως δεν τα κατάφερε… Κι έτσι πείστηκε για τις θαυματουργές  ιδιότητές του. 


Η ώρα είχε περάσει. Εμείς αναμέναμε την μεγάλη στιγμή της αγοράς των πολυπόθητων παιχνιδιών μας. Κι αφού βρήκαμε τα στολίδια και τα αυτοκίνητα των ονείρων μας για μια ακόμα φορά τρέξαμε στην ουρά, να περιμένουμε τις περίφημες μαντινάδες με ζάχαρη, της μιας δραχμής, οι δέκα. Ήταν έθιμο αυτό του Αγίου Παντελεήμονα, των Κουνάβων, αλλά  ο κύριος που τις πουλούσε, ήταν εκεί, κι εμείς αδύνατον να αντισταθούμε στην φοβερή λιχουδιά του καλοκαιριού. Ο προϋπολογισμός μας είχε εξανεμισθεί, αλλά όπως γίνεται πάντα …σε εκκλησία ήμασταν άλλωστε,  το θαύμα  φανερώθηκε μπροστά μας. Όχι δέκα αλλά είκοσι πήρε στον καθένα μας η μάννα μας κι έτσι εκτός όλα τα άλλα θαυμαστά που συνέβησαν  εκείνο το βράδυ,  σίγουρα για μας τούτο το πανηγύρι ήταν το καλύτερο και μεγαλύτερο που είχα πάει στην μέχρι εκείνη στιγμή της ζωής μου...

Λένε πως ο κόσμος που πήγαινε για προσκύνημα την παραμονή κι ανήμερα έφτανε συχνά και τους εκατό χιλιάδες … 

Και με χαρά μαθαίνω πως και τούτες τις μέρες υπάρχει συνεχώς κοσμοσυρροή!

Να πάτε, να προσέχετε πολύ και να περπατήσετε στο χωριό…

Χρόνια μας πολλά! 

 

ΠΗΓΕΣ :

*Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του Αέρα, Συλ. Διηγημάτων, υπό έκδοση

Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Γριβάκης, Ελένη Μπετεινάκη, R.Behaeddin