Το παραμύθι της βροχής

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Οι πεταλούδες είναι ψυχές ανθρώπων...

Της Ελένης Μπετεινάκη

Πολλές οι απώλειες τις τελευταίες ημέρες

Ανωνύμων και επωνύμων…

Χθες βράδυ αργά είδα μαζεμένες στον κήπο πεταλούδες…

Σκούρο καφέ το χρώμα τους, μπορεί και μαύρο. Μια είχε και μια μεγάλη βούλα στο κέντρο κάθε φτερού…

Τις κοιτούσα ώρα πολλή, ίσαμε που χάθηκαν….

Κι ύστερα θυμήθηκα πως οι πεταλούδες, πιστεύουν πολλοί, είναι ψυχές ανθρώπων που τριγυρίζουν κι ομορφαίνουν τον κόσμο των ζωντανών, που θυμίζουν τις παρουσίες των απουσιών…

Ο κυρ Μιχάλης έφυγε προχθές. Φίλος του πατέρα μου. Ο τελευταίος μιας γενιάς που χάθηκε οριστικά. Παρούσα φιγούρα των παιδικών μου χρόνων.

Μεγάλωσε η νιότη μας, πολύ περισσότερο τώρα!

Κι η Μάρω Κοντού, έφυγε πλήρης ημερών. Τι παράξενος τίτλος, ειδησεογραφικών ανακοινώσεων. Ηθοποιός παλαιάς κοπής,  της δικιάς μας δεκαετίας. Τι δεν θυμήθηκα πάλι! Τότε  που μαζευόμασταν ούρες έξω από τα θερινά σινεμά, με πασατέμπο και ζελιτα να χαρούμε τις ασπρόμαυρες εικόνες και την απαράμιλλη κομψότητα των ηθοποιών της εποχής…

Κι η Μαίρη Λίντα κάπου εκεί πάντα παρέα με τον Χιώτη να ξεσηκώνει τις παρέες των γονιών μας…Πέταξε κι εκείνη σε τόπους αλαργινούς.

Το πιο απρόσμενο φευγιό, για μας τους θαυμαστές του από μακριά, και εραστές της γραφής ήταν εκείνο του Αλέξη Στάματη…

Μου είχε στείλει την Ταλεντίνα του με ιδιόχειρη υπογραφή, να του γράψω αν μου άρεσε. Τόσο σπουδαίο για μένα αυτό…

Αγαπημένοι άνθρωποι φεύγουν πια, γρήγορα…

Μόλις κάθισε άλλη μια μικρή κίτρινη πεταλούδα πάνω στα γεράνια μου!

Κι ένα χαμόγελο απλώθηκε τριγύρω!

Ζήστε τις στιγμές σας, το τώρα πριν γίνει χθες κι ανάμνηση!

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Όταν μας άφησε η θάλασσα*…στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα από την Κύπρο του 1974 της Άννας Κουππάνου.

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

50 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από εκείνη την αποφράδα ημέρα της εισβολής των Τούρκων στο νησί της Κύπρου…

50 χρόνια και σιγά σιγά σπάνε και κάποιες άλλες σιωπές από πληγές που προσπάθησε να γιατρέψει ο χρόνος…


Η Άννα Κουππάνου γράφει ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα για μια άγνωστη σε πολλούς πτυχή της Ιστορίας, που είχε να κάνει με την τύχη των παιδιών της Κατεχόμενης Κύπρου…

Εκείνα τα παιδιά που έχασαν γη, πατρίδα, κάποια τον ένα ή και τους δύο γονείς, σχολείο, φίλους, σπίτια, παιχνίδια…

Εκείνα τα παιδιά που ήρθαν στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση της Μητρόπολης Ηλείας , νομίζω γύρω στα 400 με το πλοίο ΠΑΤΡΑ, και φιλοξενήθηκαν σε δομές, οικοτροφεία, οικογένειές μέχρι να ομαλοποιηθούν καταστάσεις…

Ο αριθμός των παιδιών έφτασε περίπου τις 5.000 τελικά,  που φιλοξενήθηκαν και σε άλλα μέρη.

Η Άννα Κουππάνου μας ανοίγει την Ιστορία.

Μας συγκινεί, μας μαθαίνει, μας κάνει να αναλογιστούμε για μια ακόμα φορά τι σημαίνει πρόσφυγας. Τι σημαίνει Πατρίδα. Τι σημαίνει μέσα σε μια στιγμή να αλλάζει ο κόσμος σου χωρίς εσύ ο ίδιος να φταις για αυτό.

« … Δεν ξέρω πόσα δάκρυα έχουμε μέσα μας και που κρύβονται. Ίσως στην καρδιά. Ίσως η καρδιά του καθενός να είναι ένα ρόδι από δάκρυα, κι όταν τα κλάψεις όλα μένει μόνο το πικρό, εκείνο το λευκό κομμάτι που κανείς δεν θέλει…»

Πρωταγωνιστές του βιβλίου η Κατερίνα και ο Μιχάλης. Αδέλφια δίδυμα,  που μπαίνουν μαζί στο πλοίο για την Ελλάδα με δυο ρητές εντολές από τη μάνα:

Ότι και αν συμβεί να μη χωρίσετε ποτέ! Και … να γράφετε τα νέα σας.

Πρόσφυγες από την περιοχή της Κερύνειας από ένα μικρό χωριό, που ζούσαν στην ίδια γειτονιά μαζί με τον Αλί, τον Τούρκο. Οι τρεις τους ήταν οι φύλακες του δικού τους χωριού. Πάντα μαζί σε όλα. Ακόμα κι εκείνη την ημέρα της 20ης Ιουλίου που όλα έγιναν τόσο γρήγορα ο Μιχάλης με τον Αλί …έλλειπαν, στα χταπόδια!

Κι ο κόσμος άλλαζε. Ο δικός τους ο κόσμος, για πάντα!

Τι να πάρεις μαζί σου, τι να αφήσεις. Που να πας… Κι ο κύριος Μαχμούτ, ο Αλί, η Μπαχάρ…

Κι εκείνο το τετράδιο με το μολύβι. Ευτυχώς μπήκε στον μπόγο!

Κι ήρθαν στην ελεύθερη Κύπρο και μετά θέλησαν να φύγουν να συνεχίσουν το σχολείο, τη ζωή για λίγο,  ίσαμε να φτιάξουν όλα.

Κι έγινε η  επιβίβαση στο πλοίο με άλλα παιδιά, πολλά. Στην Ελλάδα θα έρχονταν. Άγνωστη χώρα. Γνωστή μόνο από φωτογραφίες και βιβλία. Και τώρα πως, που;

Κι οι αναμνήσεις χιλιάδες. Κι ο φόβος για το άγνωστο, συντροφιά τους. Ερωτήσεις χωρίς απάντηση. Ο πατέρας, ο παππούς, η γιαγιά, οι φίλοι τους, η μητέρα. Όλα ανάκατα κι όλα προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στο μυαλό της Κατερίνας. Και ταξιδεύουν  μαζί με τόσα παιδιά για το άγνωστο- γνωστό τόπο που θα τα φιλοξενήσει για κάμποσο καιρό, μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα στο δικό τους νησί.

Κι αρχίζει μια ιστορία συνταρακτική, συγκινητική για μια ζωή που επιφυλάσσει εκπλήξεις, ανατροπές, φόβο, χαρά, δάκρυ και αναπάντεχες συναντήσεις.

Κι οι εντολές της μάνας δεν μπορούν πραγματοποιηθούν…τουλάχιστον στην αρχή. Τα δυο παιδιά χάνονται, χωρίζουν αλλά η ζωή κάπου τους ξαναφέρνει κοντά …

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Αριστοτεχνικά γραμμένο από μια συγγραφέα γέννημα - θρέμμα της Κύπρου, με γονείς από την Κερύνεια, που χειρίζεται ακούραστα και μοναδικά τον λόγο, την πλοκή και τις λέξεις σε μια ιστορία που θα σας φέρει δάκρυα, χαρά, σκέψεις και ίσως μνήμες.

Η Άννα Κουππάνου γεννήθηκε μερικά χρόνια μετά την εισβολή. Έζησε όμως με τις διηγήσεις και τα όσα έφερε ο ξεριζωμός στους δικούς της. Έψαξε, διάβασε και μας παρέδωσε μια άγνωστη πτυχή της εισβολής, έστω και σαν μυθιστόρημα, και εμείς μαθαίνουμε, συνειδητοποιούμε,  δακρύζουμε και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει …πόλεμος, προσφυγιά, πατρίδα που χάνεται!

Ακούστε την ίδια να περιγράφει πολλά και συγκλονιστικά γεγονότα που την οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου σε συνέντευξη που παραχώρησε πριν λίγες μέρες στην εκπομπή Ζητούνται Αναγνώστες!

https://open.spotify.com/episode/4Oc5EW3ljQ30rIeKFEDTYu?si=nS8yUuRXS6iqruYo5DUO4Q

Το βιβλίο Όσα μας άφησε η θάλασσα* κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάτακη και την εικόνα του εξωφύλλου έχει εικονογραφήσει η Θέντα Μιμηλάκη.

Διαβάστε εδώ ένα απόσπασμα: https://www.patakis.gr/bkm/14772

Δημοσιεύτηκε στις 20 Ιουλίου 2024 στο Cretalive.gr εδώ : Όταν μας άφησε η θάλασσα!

Στη συνέχεια το βιβλίο απέσπασε αρκετά βραβεία όπως: 

📌Κρατικό βραβείο εφηβικού-νεανικού λογοτεχνικού βιβλίου 2025

📌Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας Κύπρου

📌Βραχεία λίστα των βραβείων του λογοτεχνικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης»

📌Βραχεία λίστα του Ελληνικού Τμήματος ΙΒΒΥ

📌Βραχεία λίστα των βραβείων του λογοτεχνικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης»

📌Χρυσή λίστα Elniplex

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει… στα Παραμύθια του Σαββάτου!


Με αφορμή την 20η Ιουλίου 1974!

Πενήντα δύο χρόνια έχουν περάσει…

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Πόσα όνειρα μας μικρά ή μεγάλα πραγματοποιούνται; Ή πόσα απ’ αυτά θέλουμε εμείς να πραγματοποιήσουμε; Το αγόρι της ιστορίας του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και Ανδρέα Κώστα, με πείσμα, θάρρος κι επιμονή αποφάσισε να ακολουθήσει το δικό του: Να περπατήσει όλο του νησί κατά μήκος της ακτογραμμής, γύρω γύρω. Στη διαδρομή του συνάντησε ένα κορίτσι. Ίσως να ήταν τ όνομά του, Μνήμη. Της είπε τ΄όνειρό του. Κι εκείνη αποκρίθηκε με όσα της ορμήνευε η γιαγιά της:

«Στα ονειράματα της αμμουθκιάς, βλέπουμε πράγματα που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν»

Κι ύστερα τον ακολούθησε κι άρχισε να του λέει μια ιστορία! Για ένα κήπο γεμάτο λουλούδια και  δέντρα δεκαεπτά, που τα ΄χε φυτεμένα ο παππούς της και για το δεντρόσπιτό της. Πάνω σε πέτρα το είχε ζωγραφίσει κι είχε μαζί της ένα κλειδί κι ενα κουταλάκι. Δώρα ζωής θύμησης, κληρονομιά ακριβή!


Κι ύστερα το κορίτσι μίλησε για την Υπομονή που της έμαθε ο μπαμπάς της.

Και πρόσφυγας, κι αντάμωμα, και τι σημαίνει «σπίτι»…

Κουβέντα στην κουβέντα, θύμησες κι ονειροπόλημα ίσαμε που φτάσανε σε έναν αμμόλοφο…Ποιος ξεχνάει την Αμμόχωστο…

Ποιος δεν ξέρει πως τα γεράνια όπου κι αν φυτευτούν ανθίζουν…

Μια τρυφερή και συγκινητική ιστορία με θέμα της την προσφυγιά, την Κύπρο, την διχοτομημένη πατρίδα του Αντρέα Κώστα, που πιθανόν να είναι εκείνος το αγόρι που πρωταγωνιστεί. Μια ιστορία που αγγίζει τις ψυχές, που ξυπνά μνήμες σε όσους θυμούνται τις μέρες της Τούρκικης εισβολής στην Κύπρο, και δίνει ερέθισμα σε νεαρούς αναγνώστες να αναζητήσουν την Ιστορία της μεγαλονήσου!


Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο που απλώς το διαβάζεις και το κλείνεις. Είναι ένα έναυσμα για συζήτηση. Αξίζει να διαβαστεί δυνατά, να σταθούμε στα λόγια  της γιαγιάς και τα δώρα του παππού, να εξηγήσουμε στα παιδιά τι σημαίνει η λέξη «προσφυγιά» χωρίς φόβο, αλλά με την τρυφερότητα που επιστρατεύουν οι συγγραφείς. Είναι το ιδανικό εργαλείο για να μιλήσουμε στις νεότερες γενιές για την ιστορική μνήμη, όχι ως πηγή μίσους, αλλά ως ανάγκη για δικαιοσύνη και ειρήνη.

Μια ιστορία που δεν αφήνει κανέναν χωρίς να αναρωτηθεί, με ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ. Γιατί ένα νησί είναι ακόμα χωρισμένο στα δύο. Μια ιστορία που γεννά μια ελπίδα μέσα από τα μάτια δύο παιδιών. Για την φιλία, το «Μαζί» και την Μνήμη. Ότι υπάρχει μέσα μας, παραμένει ζωντανό πάντα, όσο υπάρχουμε κι εμείς. Μια ιστορία για την Μνήμη, λοιπόν και την ίδια στιγμή για την ευθύνη του καθενός, το χρέος να μην σιωπήσει τουλάχιστον μπροστά σε μια αδικία, σε ανθρώπους και τόπους που χάθηκαν.

Πόσο δύσκολο να βλέπεις τον τόπο σου, απέναντι σου και να μην μπορείς να είσαι εκεί.

Πόσο μοναδικά δοσμένες οι εικόνες της  ονειρικής αφήγησης του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και του Ανδρέα  Κώστα, από την Έφη Κοκκινάκη. Στα χρώματα της Μνήμης, της αμμουδιάς, της ώχρας, της θάλασσας. Με καθαρές γραμμές στα πρόσωπα και με τρυφερότητα που ξυπνούν αναμνήσεις και αφυπνίζουν συνειδήσεις.

Να το ψάξετε! Άλλωστε τούτες τις μέρες συμπληρώνονται 52 χρόνια πια από εκείνες τις φοβέρες μέρες τις εισβολής…

20 Ιουλίου 1974…

Ούτε εμείς ξεχνάμε…

Για το δίκαιο, για την Ιστορία, για εκείνο το συρματόπλεγμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει!

 

Δείτε εδώ ένα απόσπασμα: https://www.patakis.gr/files/1212800.pdf


Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 20 Ιουλίου 2026 : εδώ!

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Του Προφήτη Ηλία του Πεπονά!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Δικό μας τούτο το προσωνύμιο στον Προφήτη Ηλία του χωριού μας…

Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του, στις 20 του Ιούλη, τα πεπόνια στο περιβόλι μας ήταν ώριμα και τα δοκιμάζαμε για πρώτη φορά εκεί στην μικρή αυλή της εκκλησίας,  που έμοιαζε με αλώνι αλλοτινών καιρών.


«Λούματα» λέγανε κανονικά την περιοχή που βρισκόταν το γραφικό ξωκλήσι κι εκεί ήταν κι η κρεβατίνα μας η πιο παχύφυλλη κι αγαπημένη. Οι καρποί της πάντα αργούσανε να καμωθούν γιατί ήταν βορινή και σκιερή πολύ. Σαν τα «μωρά κοπέλια» τα σταφύλια της, έλεγε ο πατέρας μου. Και σαν πηγαίναμε για ραντίσματα και όλα εκείνα τα γεωργικά που δεν τα καλοθυμάμαι, βρίσκαμε πάντα χρόνο να ανηφορήσουμε στο «Ψηλό Κουτούτο», το λοφάκι και να παίξουμε στην αυλή του Προφήτη Ηλία του Πεπονά μας.

Πάνε μέρες που ανηφόρησα πάλι τον χωμάτινο δρόμο. Λείπει ο Κωστής, στα ξένα, κι η καρδιά μου δεν μου πάει να τριγυρνώ μονάχη στα λημέρια μας… Μύριζε θυμάρι και σύκα όλη η περιοχή. Η θέα απίστευτη όπως πάντα κι άφηνες  τα μάτια να ακουμπήσουν πέρα στο βάθος, να φτάσουν στον ορίζοντα και τη θάλασσα.  Κι απέναντι ο τεράστιος όγκος του Γιούχτα να κείτεται ανάσκελα πάντα. Είναι τόσο κοντά  που νομίζεις πως μια δρασκελιά να κάνεις τον ακουμπάς. Κάθισα στην ασβεστωμένη αυλή, στο γραφικό παγκάκι  κι αρχίσανε οι θύμησες κι οι ιστορίες να ζωντανεύουν…

Πως περιμέναμε κάθε χρόνο το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία! Μέρες πριν ετοιμαζόμασταν γιατί ξέραμε πως με τους ανεμόμυλους που θα φτιάχναμε, τους καλύτερους, εννοείται, στο χωριό, θα μαζεύαμε το χαρτζιλίκι του καλοκαιριού και όλες οι επιθυμίες μας θα πραγματοποιούνταν.  Η μεγάλη μας έννοια με τον αδελφό μου ήταν πως να  κατέβουμε στον ποταμό, στον Κάτω Μύλο, στον δικό μας Παράδεισο, εκεί που ζούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά. Φοβόμασταν πολύ, γιατί είχαμε ακούσει πως έπαιρναν τη λαλιά όσων συναντούσαν. Η μόνη μας ελπίδα να γλυτώσουμε, ήταν να πάμε μεσημέρι. Με τόση ζέστη δεν θα΄χαν το μυαλό τους να κυνηγήσουν εμάς. Άλλωστε, είχαμε ακούσει πως τη νύχτα ζωντανεύανε κι ίσαμε το ξημέρωμα λούζονταν και χόρευαν στο ποτάμι…   Εκεί θα βρίσκαμε τα καλάμια που χρειαζόμασταν και που έπρεπε να είναι ξερά, με ρόζους, για να μπορούν εύκολα να χαραχτούν. Κι ύστερα με το πολύτιμο υλικό μας αγκαλιά, ερχόμασταν στο μικρό πλυσταριό του σπιτιού μας να ξεκινήσουμε την συναρμολόγηση. Τέχνη ήθελε κι αυτό το τόσο απλό παιχνίδι, ο «σβούρος», έτσι τον λέγαμε ή «μύλο». Αργότερα η λέξη τούτη χάθηκε και όλοι τον έλεγαν ανεμόμυλο.

Κόβαμε κάθε καλάμι με μια σέγα,  περίπου σαράντα εκατοστά και στην κορυφή του κάναμε δυο τρύπες περνώντας ένα σύρμα που το στρουφίζαμε να μην χαλαρώσει . Είχαμε επίσης κόψει μεγάλα τετράγωνα  πολύχρωμα χαρτιά από κόλλες γλασσέ. Σε κάθε γωνία μια ψαλιδιά ίσαμε το κέντρο, τέσσερεις στο σύνολο,  και τα τσακίζαμε - διπλώναμε με προσοχή και ακρίβεια δημιουργώντας τρισδιάστατα «τρίγωνα». Κόβαμε αμέσως μετά, κρυφά πάντα, με το κλαδευτήρι που ΄χε ο μπαμπάς χωμένο στα δικά του εργαλεία,  από την παλιά καρέκλα της μάνας μου μικρά κομμάτια από εκείνο το πλαστικό κορδόνι που ήταν πλεγμένη. Σαν μακαρόνι  έμοιαζε μόνο που ήταν χρωματιστό. Κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί τα χρώματα του και τα περνούσαμε στο σύρμα ανάμεσα στα χαρτιά για να μπορεί ο σβούρος να γυρίζει με τον αέρα. Εκείνη το καταλάβαινε, αλλά έκανε πως δεν έβλεπε, είχε μόνο την έννοια μην καθίσει κανείς και …ξεμοντάρει!

Ύστερα παίρναμε ένα μεγάλο καλάθι και το γεμίζαμε με όλα όσα είχαμε φτιάξει. Μέρες κρατούσε η «δουλειά». Όλα τα  πρωινά του Ιούλη κάναμε τους μάστορες και σαν έφτανε η παραμονή του Προφήτη Ηλία όλα ήταν έτοιμα. Θυμάμαι τη χαρά μου σαν έμαθα να γράφω που ο Αντώνης μας,  μού είχε αναθέσει να φτιάχνω εγώ την ταμπέλα της πώλησης:

Σβούρος μικρός, 1 δραχμή.

Σβούρος μεγάλος, 2 δραχμές.

Την άλλη μέρα από το ξημέρωμα περιμέναμε τον θείο Μιχάλη. Μας έβαζε πάνω στο γαϊδούρι του και ξεκινούσαμε για το πανηγύρι. Πουλούσαμε όλη μας την πραμάτεια κι ύστερα η μαμά, μάς έκοβε μια φλούδα πεπόνι του καθενός γιατί όπως σας είπα και πιο πάνω, ήταν η μέρα που γιόρταζε τούτο το φρούτο. Καθόμασταν πάνω στο φρεσκοασπρισμένο πεζούλι και τρώγαμε χαρούμενοι κοιτάζοντας γύρω μας τα πιο μικρά παιδιά που κρατούσαν τους δικούς μας τους σβούρους και προσπαθούσαν να τα βρουν με τον άνεμο μήπως και γύριζαν. Κι ήταν τα πρόσωπά τους φωτεινά, τα μάτια τους γελούσαν. Εμάς, όπως έλεγε ο πατέρας μου, γελούσαν και τα μουστάκια μας. Θα ‘μουν δεν θα ‘μουν εφτά χρόνων εκείνο το καλοκαίρι που σας περιγράφω  αλλά εγώ νόμιζα πως ήμουν «μεγάλη» γιατί όταν κάναμε τη μοιρασιά με τον αδελφό μου το μερίδιο μου ήταν πάνω από 20 δραχμές. Ήταν αρκετό σαν γυρίζαμε πίσω στο χωριό να σταματήσουμε στο περίπτερο του κυρ Ηλία και να αγοράσω την αγαπημένη μου «Μανίνα», περιοδικό αποκλειστικά για κορίτσια εκείνη την εποχή και με τα υπόλοιπα μια γκοφρέτα «Σαφάρι» και τρία φακελάκια με εικόνες ηθοποιών που τις μάζευα με μανία. Ε, ότι έμενε θα το φύλαγα στον κουμπάρα για τα Χριστούγεννα που είχε σειρά το πιο μεγάλο παιχνίδι. Ήταν 20 Ιουλίου 1973!

Την επόμενη χρονιά δεν ανεβήκαμε στο εκκλησάκι, μείναμε με τους σβούρους μας να τους κοιτάμε σαν χαμένοι. Είχε κηρυχτεί η επιστράτευση…Λέξεις παράξενες ακούγονταν. Κύπρος, Τούρκοι, επίθεση, πόλεμος, αγνοούμενοι, καταπάτηση, φονικά….

Ναι, έναν χρόνο μετά στις 20 Ιουλίου 1974,μείναμε με την απορία στο πρόσωπο μας κι ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι γεμάτο με τον κόπο ενός μήνα, με νέα σχέδια, χρώματα και σχήματα. Εκείνο το χάραμα όλοι είχαν αναστατωθεί. Ούτε λόγος για το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Ο μπαμπάς είχε φύγει για το παντοπωλείο πολύ πριν ξημερώσει.  Η μαμά, μας ετοίμασε  γρήγορα γρήγορα να ανέβουμε κι εμείς στην …Αγορά. Ατέλειωτες ουρές από ανθρώπους έξω από το μπακάλικό μας , φωνάζαν και χειρονομούσαν. Βιάζονταν να μπουν, γέμιζαν τσάντες με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Κι όλοι συζητούσαν με μια φοβερή ανησυχία στα πρόσωπά τους. «Πόλεμος» ήταν η λέξη που ξεχωρίσαμε και ο φόβος μας παρέλυσε τα πόδια. Σε πολύ λίγη ώρα άδειασαν τα ράφια του μαγαζιού μας. Και τότε αντήχησε εκείνο το κουδούνισμα από το τηλέφωνο που ήταν πάνω στο γραφείο του θείου του Γιώργου, το μαύρο με το στρογγυλό καντράν. Όσα χρόνια και αν περάσουν θα  ηχεί πάντα στ’ αυτιά μου.


Σε ελάχιστα λεπτά ο πατέρας έπρεπε να φύγει. Είχε κηρυχθεί γενική επιστράτευση κι έπρεπε να παραδώσει και το φορτηγό μας στον στρατό. Ούτε σκέψη πια για το πανηγύρι, για τίποτα. Δεν ξέραμε, δεν καταλαβαίναμε καλά και κανείς δεν μπορούσε να μας εξηγήσει τι ακριβώς θα γινόταν σε λίγες ώρες ή την επόμενη μέρα. Θυμάμαι σαν να ΄ταν χθες το φορτηγό μας σαν έστριψε στην κατηφόρα και χάθηκε από τα μάτια μου. Καθόμουν στο πεζούλι, μπροστά στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του μαγαζιού και κοίταζα… Κρατούσα έναν από τους σβούρους μου και τον φυσούσα να γυρίσει. Ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού ήθελε κι εκείνο να βρει το δρόμο του. Ήταν η πρώτη φορά που μας άφηνε μόνους ο μπαμπάς και δεν ξέραμε ούτε που πήγαινε ακριβώς, ούτε πότε θα τον βλέπαμε ξανά. Σαράντα εννιά χρόνια έχουν περάσει από τότε, σαράντα εννιά!


Ένα κερί άναψα στο γυαλισμένο κηροπήγιο που μοιάζε  σαν καινούργιο μέσα στην ταπεινή εκκλησία  κι ύστερα κατηφόρισα για το περιβόλι μας ή μάλλον για το χωράφι πια  κι εκεί άλλες ιστορίες αναβλύσανε….

Εκεί  γεννήθηκε ο Σιγανός μου, το σκιάχτρο μου, μια φορά και ένα καιρό (υπήρξε στο αλήθεια)  κι είναι πια παραμύθι που ‘ναι αφιερωμένο στον μπαμπά μου τον Κυρ Γιάννη!

Εμείς του είχαμε κολλήσει τούτο το προσωνύμιο γιατί κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του στις 20 του Ιούλη τα πεπόνια στο περιβόλι μας ήταν ώριμα και τα δοκιμάζαμε εκεί στην μικρή αυλή που μοιάζε με αλώνι, αλλοτινών καιρών.

Ένα πεπόνι αγόρασα από το μεγάλο σούπερ μάρκετ πηγαίνοντας στο σπίτι της μάνα μου. Να κόψουμε μια φέτα, να θυμηθούμε εκείνα τα χρόνια!

Χρόνια μας πολλά!

Κωστή, να΄μαστε καλά να πάμε μαζί του χρόνου!

 

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, Συλλογή διηγημάτων, υπό έκδοση


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 20 Ιουλίου 2023 : 

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Στην Αγιά Μαρίνα της Βόνης! Θρύλοι και παραδόσεις...

 

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Λένε πως στις 17 του Ιουλίου, της Αγίας Μαρίνας, είναι ώριμα τα σταφύλια και τα σύκα… Έτσι κάθε χρόνο τούτη την ημέρα  βγαίνουν  όλοι στην εξοχή, στ’ αμπέλια και στα περιβόλια. Τα παλιότερα χρόνια που τα έθιμα και οι δοξασίες είχαν περισσότερο την τιμητική τους, εκεί που υπήρχαν  μεγάλες συκιές  πίστευαν πως τα παράξενα φύλλα τους και οι ώριμοι τούτη τη μέρα καρποί τους,  τις νύχτες με φεγγάρι για όλους όσους ξενυχτούσαν στην εξοχή, έπαιρναν μορφή και άλλοτε γινόταν μάγισσες, άλλοτε νεράιδες ή φοβέρες νυχτερίδες που τρόμαζαν τους περαστικούς ή τους λάτρεις του ξάστερου ουρανού. Η Αγιά Μαρίνα, λένε ακόμη, πως προστάτευε από τα βλαπτικά ζωύφια γι’ αυτό και γινότανε αγιασμός και ραντισμός των σπαρτών από τα σκαθάρια και τα άλλα «έχνη» που γέμιζαν τα χωράφια ανήμερα της γιορτής της.

Το όνομα της λέγαν επίσης, έχει να κάνει με αυτό που συμβολίζει μιας κι είναι προστάτιδα των καχεκτικών παιδιών και «μάραινε» τα εξανθήματα από την ευλογιά!

Νίκησε τον ίδιο τον «διάβολο» μέσα στο κελί της, στα 15 της χρόνια, φυλακισμένη λόγω της χριστιανικής της πίστης από τον ίδιο τον Έπαρχο Ολύβριο που ήθελε να την κάνει γυναίκα του κι από τότε σε πολλά μέρη θεωρούσαν  «τους όφιδες πως ήταν τούτοι οι διάολοι» και στις εικόνες τις λατρευτικές της την έχουν πάντα να κρατάει ένα σφυρί και να ετοιμάζεται να τον χτυπήσει…

Αγιά ΜαρίναΒόνη το μεγαλύτερο πανηγύρι της Κρήτης, από τα πολύ παλιά χρόνια!

Πολλές οι θύμησες, ανάκατες σκέψεις και λέξεις για τούτη τη  μεγάλη γιορτή. Ίσως δεν είμαι η ειδικότερη να μιλήσω για τούτο το πανηγύρι, αλλά είναι τόσες οι ιστορίες  και τα ακούσματα που σκέφτηκα πως πρέπει κι αυτά …να μοιραστούν!

Μακρινό το χωριό της Βόνης από το δικό μου, αλλά εκείνα τα χρόνια της δικής μας αθωότητας  ακόμα κι εμείς είχαμε  έντονες τις  εικόνες της προετοιμασίας των ημερών. Είχαμε ακούσει τόσα πολλά, μας είχαν πει πως σε εκείνο το πανηγύρι τα παιχνίδια που πουλούσαν ήταν μοναδικά. Θέλαμε τόσο πολύ να πάμε κι εμείς… άλλωστε ήταν το in και το must του καλοκαιριού. Κι έτσι  μια χρονιά τα καταφέραμε. Με οργανωμένο σχέδιο, με αλάνθαστα επιχειρήματα, όπως εκείνο που έπιανε πάντα, πως είχαμε δηλαδή, δικά μας χρήματα να αγοράσουμε ό,τι ακριβώς θέλαμε …Εγώ ένα βραχιολάκι με καταγάλανες  χάνδρες στη μέση, που το είχε ήδη αγοράσει από την προηγούμενη χρονιά η καλύτερη μου φίλη,  και ο αδελφός μου ένα μικρό αυτοκίνητο αστυνομικό με τηλεχειριστήριο που έπαιρνε μπαταρίες… Πρωτόγνωρο παιχνίδι και αυτό! Κι έτσι ανεβήκαμε όλοι στην καρότσα  του φορτηγού του πατέρα μου, στρώσαμε και μια κουβέρτα να μην μας κτυπάει τα γόνατα το σίδερο, πήραμε και δυο τρεις γειτόνισσες με τις καρέκλες τους και όλα τους τα χρυσαφικά στολισμένες και μόλις βράδιασε …ξεκινήσαμε.

Κανονική σουρεάλ ή φολκλορική εικόνα της Ελλάδας των  ‘70ς.

Σαν φτάσαμε κοντά στο χωριό, κατάλαβα το λόγο που ο πατέρας μου δεν ήθελε να έρθουμε. Απίστευτος κόσμος, σκόνη και φασαρία που βάραιναν ακόμα πιο πολύ την ατμόσφαιρα. Μας είπαν  να αφήσουμε το αυτοκίνητο πολύ μακριά γιατί υπήρχε κίνδυνος μποτιλιαρίσματος και ας μην ήταν τόσα πολλά πια τα τροχοφόρα εκείνης της εποχής. Εντύπωση τεράστια μας είχε κάνει το πόσα πολλά άλογα  και γαϊδούρια  υπήρχαν παντού και όλα στολισμένα με  κιλίμια και χαλιά. Με χάντρες τεράστιες και φυλακτά στο λαιμό και κάτι σαν καλύπτρες στα μάτια τους. Γούρλωνα τα δικά μου, σαν να μάζευα τις εικόνες της εποχής χωρίς να γνωρίζω το γιατί … Η πορεία μας προς την εκκλησία αργή και λίγο κουραστική. Το ύψος των χρόνων μου δεν μου επέτρεπε να βλέπω ακριβώς τι γινόταν μπροστά μου, μύριζα όμως και άκουγα. Μύριζα καπρικό,( δάφνη, λεμόνι και ψημένο κρέας) που τρυπούσε τη μύτη με τ΄ άρωμά του. Κι άκουγα, αναστεναγμούς και ψίθυρους από γυναίκες που προχωρούσαν δίπλα μας γονατιστές, σέρνοντας το βάρος ενός τάματος  και μεγάλες σακούλες γεμάτες άρτους… Πολλοί άνθρωποι ξυπόλυτοι, χωρίς να τους νοιάζει ο χωματόδρομος, τα αγκάθια ή  οι πέτρες. Μεγάλο το τάμα… δύσκολες οι ώρες που θα ΄χαν ζήσει. Δεξιά κι αριστερά, μέσα στα χωράφια παρέες μεγάλες αθίγγανων, προσέλκυαν το ενδιαφέρον και την απορία μας. Τούτες οι πολύχρωμες φασαριόζικες οικογένειες είχαν τόσα πολλά στολίδια πάνω τους που τους κοίταζα με δέος και θαυμασμό, γιατί νόμιζα πως αυτοί είχαν προλάβει να πάρουν όλα εκείνα τα πολύτιμα στολίδια που πουλιόντουσαν στο πανηγύρι κι ίσως να μην έφταναν για εμάς…

Βιαζόμασταν να φτάσουμε να ανάψουμε εκείνο το κερί στη χάρη Της, να δούμε όλα εκείνα τα παράξενα που είχαμε ακούσει. Λέγανε πως όταν έταζαν ένα παιδί στην Αγία Μαρίνα, που ήταν λίγο καχεκτικό και αρρωστιάρικο,  για να  γίνει καλά το έντυναν με μαύρα ρούχα για σαράντα μέρες κι ύστερα τα άφηναν στο μοναστήρι κρεμασμένα στην εικόνα της,  για τους φτωχούς. Κι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία σαν εκπλήρωναν το δικό τους  τάμα, αφήναν άραφτα μαύρα υφάσματα στην εκκλησιά για την ενδυμασία των καλογριών, να τα ράψουν εκείνες με τον ειδικό τρόπο που ήξεραν. Υπήρχαν  ρούχα κι εκείνο το βράδυ… Τα είδα με τα μάτια μου. Όμως το πιο παράξενο, το πιο φοβερό ήταν εκείνο το βάζο με το μικρό φίδι μέσα, που έκρυβε μια απίστευτη ιστορία. Την ιστορία της τσιγγάνας που έφτασε στην εκκλησία με φοβερούς πόνους στην κοιλιά και σαν προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα της Αγίας, μέσα από την κοιλιά της έφυγε τούτο το μικρό ερπετό κι όλοι μίλησαν για θαύμα αφού εκείνη έγινε καλά… Ταριχεύθηκε  το φίδι κι έμεινε εκεί, να θυμίζει, να αφυπνίζει μυαλό-ψυχή και σώμα …ίσως!


Δέος για όλες τούτες τις ιστορίες, καπνός  από λιβάνι και κερί παντού μέσα στη μικρή εκκλησία, τάματα γεμάτη η εικόνα, και γύρω και παντού πατερίτσες και μπαστούνια. Και σε ένα θάλαμο λίγο πιο έξω …. Κι ύστερα πήγαμε να  πάρουμε το άγιασμα που έδιναν σε μικρά μπουκαλάκια και λέγανε πως ήταν επίσης θαυματουργό. Έτρεχε από μια πηγή που υπήρχε από τα βάθη των αιώνων, πολύ πριν κτιστεί η εκκλησία και τώρα ήταν κλεισμένη μέσα στο ιερό, και είχε λέγανε υπερφυσικές δυνάμεις τούτο το νερό  με όποιον ερχόταν σε επαφή... Εκείνη τη νύχτα μετά τα μεσάνυχτα, ξαπλωμένοι όλοι στην καρότσα του φορτηγού και επιστέφοντας κατάκοποι στο χωριό, η γιαγιά μου, μας είπε μια από τις φοβέρες ιστορίες που ήξερε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Μιλούσε για  μια γριά Χριστιανή, σαν πολλές στα γύρω χωριά της Αγιά Μαρίνας που πήρε το άγιασμα τούτο και αφού το ανακάτεψε  με λάδι και αλεύρι  ετοίμασε να φτιάξει ψωμί. Δεν χρειαζόταν προζύμι  γιατί αυτή η ζύμη φούσκωνε από μόνη της. Εκείνη το άφησε όλη νύχτα , να το δει το πρωί ο Τούρκος Αγάς να πειστεί. Αυτός όμως δεν κρατήθηκε, πήγε κρυφά, σήκωσε την πετσέτα που ήταν σκεπασμένο και τότε είδε πως είχε φουσκώσει τόσο πολύ που χύνονταν από παντού. Προσπάθησε να το πετάξει και να φτιάξει ο ίδιος καινούργιο όμως δεν τα κατάφερε… Κι έτσι πείστηκε για τις θαυματουργές  ιδιότητές του. 


Η ώρα είχε περάσει. Εμείς αναμέναμε την μεγάλη στιγμή της αγοράς των πολυπόθητων παιχνιδιών μας. Κι αφού βρήκαμε τα στολίδια και τα αυτοκίνητα των ονείρων μας για μια ακόμα φορά τρέξαμε στην ουρά, να περιμένουμε τις περίφημες μαντινάδες με ζάχαρη, της μιας δραχμής, οι δέκα. Ήταν έθιμο αυτό του Αγίου Παντελεήμονα, των Κουνάβων, αλλά  ο κύριος που τις πουλούσε, ήταν εκεί, κι εμείς αδύνατον να αντισταθούμε στην φοβερή λιχουδιά του καλοκαιριού. Ο προϋπολογισμός μας είχε εξανεμισθεί, αλλά όπως γίνεται πάντα …σε εκκλησία ήμασταν άλλωστε,  το θαύμα  φανερώθηκε μπροστά μας. Όχι δέκα αλλά είκοσι πήρε στον καθένα μας η μάννα μας κι έτσι εκτός όλα τα άλλα θαυμαστά που συνέβησαν  εκείνο το βράδυ,  σίγουρα για μας τούτο το πανηγύρι ήταν το καλύτερο και μεγαλύτερο που είχα πάει στην μέχρι εκείνη στιγμή της ζωής μου...

Λένε πως ο κόσμος που πήγαινε για προσκύνημα την παραμονή κι ανήμερα έφτανε συχνά και τους εκατό χιλιάδες … 

Και με χαρά μαθαίνω πως και τούτες τις μέρες υπάρχει συνεχώς κοσμοσυρροή!

Να πάτε, να προσέχετε πολύ και να περπατήσετε στο χωριό…

Χρόνια μας πολλά! 

 

ΠΗΓΕΣ :

*Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του Αέρα, Συλ. Διηγημάτων, υπό έκδοση

Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Γριβάκης, Ελένη Μπετεινάκη, R.Behaeddin








 

Τα Αρχαιολογικά Παραμύθια της Εύης Παπαδοπούλου…στα αναγνώσματα του Καλοκαιριού!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Η σειρά «Αρχαιολογικά Παραμύθια» της Εύης Παπαδοπούλου, αρχαιολόγου και συγγραφέως, είναι παιδικά βιβλία εμπνευσμένα από την μυθολογία μας αλλά και από ευρήματα σε ανασκαφές που ζωντανεύουν αντικείμενα, θεότητες, στρατηγούς, υπηρέτες, εμπόρους, άρχοντες και καθημερινούς ανθρώπους της αρχαιότητας.


Είναι τέσσερα βιβλία που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη κι όλα εικονογραφημένα από την Κατερίνα Βερούτσου. Μια σειρά που αξίζει να διαβαστεί από παιδιά και ενήλικες καθώς μας μεταφέρει γνώσεις, εικόνες και μαγική ατμόσφαιρα, μέσα από την αφήγηση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού μας.

Το ημερολόγιο των άστρων: Αφηγείται την ιστορία του ναυαγίου των Αντικυθήρων και του περίφημου Μηχανισμού.

Η υπόσχεση της Λευκής Θεάς: Ιστορία εμπνευσμένη από τα ευρήματα και το μυκηναϊκό ανάκτορο της Πύλου.

Το μυστικό του Ζέφυρου: Διαδραματίζεται στην αρχαία πόλη των Φιλίππων και γράφτηκε με αφορμή την ανακήρυξή τους σε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Το όνειρο του Νικία και της Μελίτης : Η ιστορία διαδραματίζεται στον ιερό χώρο των Δελφών, το αλλοτινό κέντρο του κόσμου. Αφορμή για το παραμύθι αποτελεί ο θεός Απόλλωνας, η ίδρυση του μαντείου του και οι περίφημοι μουσικοί αγώνες των Πυθίων.

Σήμερα θα παρουσιάσουμε  δυο από τα βιβλία της Εύης Παπαδοπούλου, λίγο πιο αναλυτικά, αλλά θα σας προτρέψουμε να τα αναζητήσετε όλα.

*Η υπόσχεση της Λευκής Θεάς!

Το τρίτο αρχαιολογικό παραμύθι της σειράς, που μας μαγεύει, μαθαίνει, αφουγκράζεται τους ήχους της γης, του ελαιώνα, των καμένων παλατιών, της αρχέγονης θυσίας, των παράξενων ονείρων, των πορφυρών χρωμάτων της θάλασσας και των λευκών θεοτήτων που πάντα βοηθούν τους κοινούς θνητούς που έχουν αδυναμία.

Ένα παραμύθι που ακουμπά τον μύθο, την φαντασία, την ιστορία, τα ευρήματα, τους χώρους που πέτρες και αγγεία μάς μαρτυρούν το ένδοξο παρελθόν μας. Ένα παραμύθι που μας ταξιδεύει στο χρόνο, στο όνειρο, στο πιθανό τέλος μίας εποχής.

Η ιστορία του ανακτόρου της Πύλου, του σοφού βασιλιά της του Νέστωρα, του γενναίου πολεμιστή της Λυσίμαχου και της υπέροχης Κεσσάνδρας, της μάννας του Φιλοκτήτη θα σας συγκινήσει. Θα αποκαλυφθούν  μυστικά για ήρωες, βασιλιάδες, πολεμιστές, γυναίκες ατρόμητες, μητέρες περήφανες, τεχνίτριες μοναδικές.

Το υπέροχο ανάκτορο που λένε πως κάηκε από πυρκαγιά που ξέσπασε  ένα καυτό καλοκαίρι όταν η ξηρασία και η άπνοια μάστιζαν τον λόφο  του Επάνω Εγκλιανού, ήταν διώροφο κτίριο και περιλάμβανε αποθηκευτικούς χώρους, εργαστήρια, λουτρά, φωταγωγούς, χώρους υποδοχής και κεντρικό σύστημα αποχέτευσης. Στην ανασκαφή που έγινε στα 1939  βρέθηκαν περίπου  1.000 πινακίδες της γραμμικής Β που μαρτυρούσαν  πολλά για το μυκηναϊκό παλάτι , τις συνήθειες και τις συνθήκες της εποχής.

Η Εύη φτιάχνει τούτο το παραμύθι για να μας γεμίσει όμορφες εικόνες. Να μυρίσουμε τη θάλασσα, να δούμε χρώματα μοναδικά, να νοιώσουμε τη λαχτάρα και  τη δύναμη μιας μάννας, μιας σπουδαίας γυναίκας. Να καταλάβουμε επιθυμίες, να δώσουμε εξηγήσεις στα ανεξήγητα. Να κρατήσει ζωντανή ή να φτιάξει την εικόνα ενός τόπου που ο μύθος μπλέκεται με την αλήθεια και που από μόνος του γεννά σπουδαίους ανθρώπους που ίσως να έζησαν κάπως έτσι, όπως μας περιγράφει με την καταπληκτικής  γραφή η  συγγραφέας.

Η Λευκή θεά, γνωστή τοιχογραφία που βρέθηκε κοντά στο παλάτι του Νέστωρα, ζωντανεύει μέσα στο παραμύθι και δίνει συμβουλές και εντολές. Βλέπουμε να  υπερισχύει η δύναμη της,  να προστατεύει,  και  να μένει αθάνατη, έτσι όπως αποτυπώνει η Κεσσάνδρα  τη μορφή της σε ένα τοίχο.

Αυτό το παραμύθι δεν ξεχνιέται εύκολα. Έχει εκείνη τη γλύκα της χαμένης ιστορίας μιας πόλης, μιας γυναίκας, μια ολόκληρης εποχής που υπήρξε αλλά σε μας οι γραφές είναι μισές ή άγνωστες. Η Εύη έχει αποδείξει πως πέρα από τις γνώσεις της, σαν αρχαιολόγος, στη γη και την αρχαία ιστορία της, ξέρει να πλάθει ιστορίες μαγικές. Ιστορίες που συγκινούν, αγωνιούν, ταξιδεύουν την ψυχή και το νου και μας υπόσχονται κάθαρση αγνή, λευκή, σαν την μοναδική της Θεά.

Έγραψε λοιπόν, ένα παραμύθι που μοιάζει να συμπληρώνει το παζλ ενός χαμένου κόσμου, ενός  κατεστραμμένου ανακτόρου. Ένα παραμύθι για ήρωες από εκείνους που μας κάνουν περήφανους για τον τόπο μας.

Μια ιστορία αναφοράς σε ήρωες που μπορεί να μην έζησαν ακριβώς εκείνη τη περίοδο είναι όμως σύμβολα γενναιότητας, θάρρους και αλληγορίας. Ευρήματα, όπως αναφέρει η Εύη Παπαδοπούλου την ώθησαν  να χρησιμοποιήσει ονόματα γνωστά που έχουν καταγωγή ή  μακρινή συγγένεια με τους ήρωες που ήδη γνωρίζουμε σε άλλες χρονικές περιόδους και τόπους.

Άφησα για το τέλος, τα μοναδικά χρώματα της πορφύρας, του γαλάζιου και του λευκού γιατί από μόνα τους συμβολίζουν χιλιάδες πράγματα  στον αρχαίο μας κόσμο. Η πορφύρα, το βαθύ κόκκινο είναι χρώμα και  μινωικό, είναι βυζαντινό, είναι το χρώμα των βασιλιάδων, των ακριβών υφασμάτων, των πολύτομων πετραδιών. Ο συμβολισμός του με τα χρώματα του δειλινού, της θάλασσας και των οστράκων δεν είναι καθόλου τυχαίος. Μας δείχνει απλά την σπουδαιότητα και τη μοναδικότητα του.

Η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου, λιτή αλλά απόλυτα εναρμονισμένη με το κείμενο.

Διαβάστε εδώ ένα μικρό απόσπασμα : https://www.patakis.gr/files/1169523.pdf

 


**Το ημερολόγιο των Άστρων!

O Μύρωνας είναι ένα αγόρι μοναχικό που λατρεύει τη θάλασσα, τα βιβλία και τις καλές ιστορίες. Ζει σε ένα μικρό νησί ανάμεσα στα Κύθηρα και την Κρήτη κι ένα βράδυ που ο παππούς του θα τον πάρει μαζί του για ψάρεμα, η ζωή του θα αλλάξει …για πάντα! Ένα δελφίνι κι ένα τεράστιο χάλκινο άγαλμα  θα «τον διαλέξουν» για να πει ιστορίες άγνωστες, μοναδικές που έχουν τη « ζωή» τους στο βυθό της θάλασσας. Κι έτσι θα μάθει την ιστορία του Ανταίου, ενός μοχθηρού έμπορα καθώς κι εκείνη του Ζήτη και της Εριφύλης. Ο Ζήτης είναι ένας χαρισματικός νέος που ήξερε καλά μαθηματικά, αστρονομία αλλά και την τέχνη του σφαιροποιού.  Έτσι μπορούσε για εκείνη την εποχή να εξηγεί μοναδικά τα αστρονομικά φαινόμενα και να φτιάχνει μηχανές για αυτά …Η Εριφύλη πουλήθηκε στον πλούσιο έμπορο από τον ίδιο της τον πατέρα για να μην χάσει το εργαστήριο του στη Δήλο… Οι δυο νέοι ερωτεύτηκαν με την πρώτη ματιά κι ο Ζήτης υποσχέθηκε στην αγαπημένη του να μην φοβάται κανέναν και τίποτα. Ο λόγος; Το  μαγικό φορτίο που υπήρχε στο καράβι. Της έδειξε τους θησαυρούς του αμπαριού κι εκείνο το ξύλινο κουτί που είχε μέσα του όλη τη σοφία του τότε κόσμου κι όλη την ομορφιά τ ΄ ουρανού.  Ο μαγικός κόσμος που ζωντάνεψε μπροστά της σαν γύρισε τη μικρή λαβή από το πλαϊνό μέρος του κουτιού την έκαναν να νοιώσει μοναδικά και να  γνωρίσει το μεγαλείο ενός μηχανισμού που θαυμάζει και σήμερα ολόκληρος ο πλανήτης.  Όμως ο Ανταίος ήταν κοντά τους και τότε δεν άργησε να συμβεί το κακό! Λάθος κινήσεις και υπολογισμοί, ζήλια, κακία και μίσος ανακατευτήκαν και έφτασε εκείνη η μαύρη στιγμή που το πλοίο θα βυθιζόταν. Οι δυο νέοι σφιχταγκαλιασμένοι θα γίνουν αστερισμοί ουρανού, ο Κηφέας κι η Κασσιόπη! Όσο για τον Μύρωνα έζησε για να διηγείται την μοναδική αυτή ιστορία της αγάπης, των αστεριών και του πιο εξελιγμένου μηχανισμού των αρχαίων χρόνων.

Πολλά έχουν γραφεί για τον περίφημο μηχανισμό των Αντικυθήρων. Όμως τούτο δω το παραμύθι της Εύης Παπαδοπούλου μας ταξιδεύει όλους σε ένα κόσμο αλλιώτικο, πιο μαγικό, πιο όμορφο. Μύθος, αλήθεια, ζωή και φαντασία. Υπέροχο βιβλίο, ταξιδιάρικο, πολύτιμος θησαυρός για όλους μας, γεμάτος εικόνες και πλούσιες. Σαν εκείνα τα παλιά παραμύθια, ζωντανεύει μια ιστορία ξακουστή με ιδιαίτερο και προσεγμένο λόγο.

Ένα παραμύθι που γυρίζει πίσω το χρόνο. Μια ιστορία ζηλευτή που μπορεί και να ΄είναι αληθινή. Σίγουρα μυεί τα παιδιά στον κόσμο της αρχαίας ιστορίας και της αρχαιολογίας. Αγάπη για τον πολιτισμό, μετάδοση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και διείσδυση σε περισσότερη ιστορία, σε γεγονότα που συγκλόνισαν και μαγεύουν ακόμα και στις μέρες μας.

Εικονογράφηση από την Κατερίνα Βερούτσου, ασπρόμαυρες τυπωμένες οι εικόνες που αφήνουν σε μας τη φαντασία και το χρώμα.

Να το διαβάσετε το «Ημερολόγιο των Άστρων». Να μαγευτείτε, να ψάξετε, να διαβάσετε ακόμα παραπέρα για πράγματα που έγιναν, που αποτελούν μυστήρια και που πάντα θα συγκλονίζουν.

Διαβάστε εδώ ένα μικρό απόσπασμα : https://www.patakis.gr/files/1169661.pdf

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 15 Ιουλίου 2026:  Εδώ!

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Πάμε μια βόλτα στην Έκθεση βιβλίου στην Πλατεία Ελευθερίας στο Ηράκλειο


Από τις 8 μέχρι και τις 24 Ιουλίου 2026, κάθε βραδυ από τις 18.00 - 23.00, ανοίγει τα περίπτερά της η  Έκθεση Βιβλίου στην  Πλατεία Ελευθερίας στο Ηράκλειο Κρήτης.Την έκθεση διοργανώνει οΣύλλογος Εκδοτών & Βιβλιοχαρτοπωλών Ν. Ηρακλείου


Κι όσο βραδυάζει και πέφτει δροσιά, μια βόλτα στα περίπτερα των βιβλιοπωλείων είναι η πιο καλή ιδέα!
Πάμε να στηρίξουμε κι εμείς το βιβλίο!
Συμμετέχουν τα βιβλιοπωλεία (με σειρά παρουσίας στο χώρο):
1. "Εν τύπω", Γωνιανάκης Κωνσταντίνος
2. "Γραφή" - Καδιάνης Ιάκωβος
3. Βιβλιοπωλείο Γεωργαντωνάκης
4. Βιβλιοπωλείο Παπαδάκη Αικατερίνη
5. "Περί γραφής και λόγου" - Γεωργαλής Ηλίας
6. "Χαρταετός" - Σμυρνάκη Εμμ. & Νικ. Ο.Ε.
7. "Ανθολόγιο" - Καμπαξής Παντελής
8. "Παπουτσωμένος Λύκος" - Πετράκη Χριστίνα - Λουίζα
9. Paper Net - Δανασάκη Μαρία