Το παραμύθι της βροχής

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Στην εικόνα της Παναγιάς, της Γλυκοφιλούσας!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Αρχάνες λένε τον τόπο μου, το ξέρετε πια πόσο τον αγαπώ, τον θαυμάζω και τον κουβαλάω μαζί μου όπου κι αν βρίσκομαι ή ζω…Κι είναι γεμάτος θρύλους και παραδόσεις, ιστορίες χαμένες στα βάθη των αιώνων, νεράιδες, ξωτικά, θαύματα. Κι έχει πολλά ξωκλήσια στις εξοχές του και δυο μεγάλες εκκλησιές που προστατεύουν την κωμόπολη μας όλο το χρόνο.


Κι όσο φτάνουμε στη μεγάλη γιορτή, «Το Πάσχα» του καλοκαιριού με την κοίμηση της Θεοτόκου στις 15 του Αυγούστου, οι θρύλοι, οι μύθοι, οι μαρτυρίες για την δική μας Παναγιά, την Φανερωμένη ή Βατιανή, την εκκλησία στο έμπα των Αρχανών, ζωντανεύουν.

Κάτω από την μεγάλη καρυδιά κάθισα για μια ακόμα φορά. Στον ίσκιο του πιο αγαπημένου δέντρου των Αρχανών και κοιτούσα την ανακαινισμένη Παναγία μας ψάχνοντας να βρω ψεγάδι στην λιτή αλλά υπέροχη όψη της.

Κι ύστερα πέρασα κείνο το κατώφλι για να θαυμάσω μια ακόμα φορά το μοναδικό τέμπλο της που κάποτε στην μεγάλη επανάσταση του 1866 που η εκκλησία λεηλατήθηκε, κάηκε και αποδείξεις αυτής της θηριωδίας φαίνονταν  πάνω στο μαυρισμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο που σώθηκε. Στα 1873 ξαναφτιάχτηκε ότι είχε καταστραφεί από έναν τεχνητή τον Μιχάλη Αβρονύκτη, από το Μουχτάρο. Μια ιστορία που την έχω γράψει αρκετές φορές αλλά πάντα θυμάμαι έντονα μόλις αντικρίζω τούτο το τέμπλο που κι εκείνο αστράφτει πια πλήρως ανακαινισμένο.

Κοίταξα προς την μεριά που ‘ναι τοποθετημένη η εικόνα της εύρεσης η Παναγιά η Βατιανή και πριν πλησιάσω για προσκύνημα σταμάτησα σε εκείνη  της Παναγιάς της Γλυκοφιλούσας, έργο του 17ου αιώνα (1709), θαυματουργή και προστάτιδα της κωμόπολης μέχρι και τις μέρες μας. Φέρει τον αριθμό 4 και είναι από τις παλαιότερες που υπάρχουν στον ναό.

Οι μαρτυρίες παλαιών Αρχανιωτών για την εικόνα πολλές. Όπου κι αν σταθεί κάποιος λένε πως τα μάτια της τον ακολουθούν. Κι είναι αλήθεια…Θα σας πάω πίσω στην Ιστορία στα χρόνια της

Τουρκοκρατίας. Τότε  που μια ομάδα Τούρκων θέλησε να την αφανίσει γιατί γνωρίζανε πως την λατρεύανε οι ντόπιοι κι όλο για κείνη ακούγανε στις συζητήσεις των Χριστιανών.  Σαν να τους βλέπω με τις χατζάρες, τα όπλα και τις φουφούλες τις χρωματιστές να ορμούν με φόρα μέσα στην εκκλησιά. Ο πιο νταής κι οξύθυμος φουρκίστηκε για μια στιγμή μ΄όλα τούτα τα στολίδια, τα τάματα και το καθάριο βλέμμα της Παναγιάς και σήκωσε το όπλο του και πυροβόλησε την εικόνα. Η σφαίρα κτύπησε πάνω στο ξύλο αλλά αστραπιαία γύρισε πίσω καρφώθηκε στο στήθος του και τού κόψε το νήμα της ζωής του. Τα χάσανε όλοι τους κι ένας ακόμα πιο τολμηρός έβγαλε το μαχαίρι του και πετώντας το προσπάθησε να το καρφώσει πάνω της.  Όμως εκείνο γύρισε αντίστροφα  και του κόψε το χέρι. Τρομάξαν τότε πολύ οι άλλοι που τους συντρόφευαν κι αρχίσαν να οπισθοχωρούν,  βιαστικοί κι ανταριασμένοι. Άνεμος  σηκώθηκε τότε δυνατός και άξαφνος, και σφάλισε με δύναμη την  πόρτα της εκκλησιάς. Τα ‘ χασαν για μια ακόμη φορά όλοι τους και γονάτισαν μπροστά στην εικόνα, παρακαλώντας την Παναγιά να τους λυπηθεί, να τους αφήσει να φύγουν κι εκείνοι θα έδιναν ότι κρατούσαν πάνω τους για Χάρη Της.  Ανοίξανε τότες οι πόρτες, πήρανε τον νεκρό τους κι εκείνος ο  ψευτοπαλληκαράς με το κομμένο χέρι παραμάσχαλα  και  γίνανε καπνός. Οι ίδιοι είπανε στους Χριστιανούς τι τους συνέβη και τρέξανε οι Αρχανιώτες στην εκκλησιά. Λένε πως αίμα δεν είδαν πουθενά μα το παγκάρι ήταν γεμάτο τούρκικα νομίσματα κι όταν πλησίασαν την εικόνα είδαν το σημείο που κτύπησε η σφαίρα και το μαχαίρι. Δώσαν τα χρήματα να την φτιάξουνε ξανά και το κομμάτι ξύλο που της πρόσθεσε ένας  τεχνίτης, αν την κοιτάξεις προσεκτικά ακόμα και σήμερα το βλέπεις στο κάτω μέρος της να ξεχωρίζει…

Σε τούτη την εικόνα προσκυνούσαν και προσεύχονταν οι πολεμιστές…

Κι έχει  πολλά θαύματα και τούτη η εικόνα κι εκείνη της εύρεσης που φυλάσσεται σε χαμηλό ναΐσκο μέσα στην εκκλησιά με ένα ακοίμητο κανδήλι από τα χρόνια τα παλιά να ανάβει, μέχρι και τις μέρες μας.  

Λένε ακόμα τα γραφόμενα * πως στα 1866  λίγο πριν ξεσπάσει η μεγάλη επανάσταση ο τότε Παπάς των Αρχανών και το εκκλησιαστικό συμβούλιο αποφάσισαν από φόβο για πιθανή καταστροφή τους, να μεταφέρουν κάποιες εικόνες στο Ηράκλειο στο σπίτι του Αμάμπιλλε Ιτάρ, που βρίσκεται στην οδό Επιμενίδου μέχρι και σήμερα, σαν Μουσείο πια. Οι εικόνες που αποφάσισαν να μεταφέρουν ήταν της Παναγίας, της Αγίας Τριάδος(αφιέρωμα της κτητόρισσας του ναού Μαρίας Αρχογαροπούλας**) και της Ρίζας του Ιεσσαί (Έργο του 1761) μαζί με το αναμμένο καντήλι κι ένα μπουκάλι λάδι. Η πομπή με δεήσεις  ψαλμούς και πλήθος κόσμου έφτασε πεζή στο Ηράκλειο και ο Αμάμπιλος, όπως τον αποκαλούσαν οι Αρχανιώτες, τοποθέτησε τις εικόνες στον πρώτο όροφο του σπιτιού του όπου βρίσκονταν κι άλλες πολλές . Ο γνωστός γιατρός και έμπορας αν και Χριστιανός είχε μεγάλη επιρροή  στους Τούρκους και τον σεβόντουσαν πολύ. Πέρασαν σαράντα μέρες, τα γεγονότα που έγιναν με πολλές σφαγές λεηλασίες κι απαγωγές τα γνωρίζουμε, και οι Αρχανιώτες κατέβηκαν πάλι στο σπίτι του Αμάμπιλλε Ιτάρ να πάρουν πίσω τις εικόνες. Εκείνος τους έδωσε τις εικόνες και το μπουκάλι το λάδι γεμάτο. Εκείνοι απόρησαν κι αυτός τους είπε πως δεν έβαλε ούτε σταγόνα από το λάδι τους γιατί το καντήλι ήταν αναμμένο συνεχώς χωρίς να αδειάσει ποτέ.


Τούτο το Πάσχα του καλοκαιριού να το χαρείτε, στις εκκλησίες, στα μικρά εξωκλήσια, στις αυλές, στη μυρωδιά του βασιλικού, στη αγνή γεύση του ευλογημένου άρτου, στα εικονίσματα της Παναγιάς  όπως και αν την αποκαλούν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας…

Κι αν τα βήματα σας, σας φέρουν στις Αρχάνες, η Παναγία η Βατιανή ή Φανερωμένη έχει φορέσει τα καλά της. Μπείτε και δείτε την απλότητα του πλούτου της!

Χρόνια  πολλά σε όλους μας!

 

Πηγές:

*Νίκος Χριστινίδης, Η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης των Αρχανών, εκδ. Ενορίας Επάνω Αρχανών,1993

** https://zhtunteanagnostes.blogspot.com/2020/08/blog-post_14.html

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα», Ιδιωτική Συλλογή Διηγημάτων, υπό έκδοση


Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 15 Αυγούστου 2026: https://www.cretalive.gr/politismos/stin-eikona-tis-panagias-tis-glykofiloysas

 

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Οι "Δεκαπεντάρηδες" τ ΄Αυγούστου!


Της Ελένης Μπετεινάκη*

Κι έφτανε επιτέλους ο πιο αγαπημένος μήνας του καλοκαιριού, ο Αύγουστος. Γεμάτος πανηγύρια, πολύτιμες αγορές παιχνιδιών από τους πλανόδιους πραματευτάδες, σύκα τα αγαπημένα μου και σταφύλια…

Μπαίναμε στον μήνα του τρύγου, του πολέμου όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο πατέρας μου…

Συνέβαινε όμως και κάτι άλλο, βαθιά χαραγμένο στην μνήμη μου κι αυτό.

Κάθε χρόνο την τελευταία μέρα του Ιούλη γινόντουσαν μεγάλες ετοιμασίες στην «Κάτω Γειτονιά» ή Κατσοπρινιά, πίσω από τα Σχολειά των Απάνω Αρχανών. Δυο – τρεις οικογένειες μέρες μαζεύανε τα πράγματα τους σε μπόγους και βαλίτσες.  Κουβέρτες, σεντόνια ακόμα και χιράμια, τσουκάλια, πιατικά, ρούχα, μεγάλες ντενέκες με νερό. Ήταν η ώρα του φευγιού, για να εκπληρωθεί το μεγάλο τάμα.

«Δεκαπεντάρηδες» τους φώναζαν αυτούς τους ανθρώπους, όχι γιατί ήτανε νέοι στην ηλικία, αλλά γιατί θα λείπανε τις πρώτες δεκαπέντε μέρες του Αυγούστου από τον τόπο τους. Θυμάμαι πως φορτώνανε τις παλιές τρίκυκλες μηχανές με την σιδερένια καρότσα ίσαμε ψηλά και τα χοντρά σκοινιά να κρέμονται στα πλάγια. Κι όλα αυτά σκεπασμένα με μια κατάλευκη φλοκάτη, κατακαλόκαιρο.

 Στο μοναστήρι της Παναγιάς της Χαρακιανής, θα ΄ταν φιλοξενούμενοι, γατί το τάμα τους ήταν βαθύ, βαρύ και αλησμόνητο. Εκείνη την φορά που ΄ναι πιο δυνατή στη δική μου θύμηση ήταν η οικογένεια του Μανολιού που επειδή είχε γιαίνει πια  από βεβαιωμένη κακιά αρρώστια ετοιμάζονταν για αναχώρηση…. Μας αφήνανε το κλειδί, να ποτίζουμε τα βασιλικά και τα γεράνια τους, μια φούξια μπουκαμβίλια που ΄ταν καμάρι της γειτονιάς κι ένα σωρό οδηγίες. Να τα ποτίζουμε μόλις έδυε ο ήλιος, να μην ιδρώσουν, να μην χαθεί ούτε μια σταγόνα από την ζέστη της μέρας, άδικα. Να μαζεύουμε τα αυγά από το κοτέτσι, όλα δικά μας να τα κρατούμε, να ταΐζουμε στάρι και καλαμπόκι τις κότες και να προσέχουμε τον κόκορα γιατί ήταν άγριος και τσιμπούσε με το παραμικρό.


Κι ήθελα κι εγώ να γίνω «Δεκαπεντάρης» ή «Δεκαπεντιστής» ή «Δεκαπενταρίτης» να πάμε κι εμείς εκδρομή και να μείνουμε μέρες μακριά από το χωριό  αλλά οι υποχρεώσεις του μπακάλικου του πατέρα μου ήταν τόσες πολλές που και η σκέψη μόνο ήταν απαγορευτική.

«-Ώρα μας είναι εδά, βεντεμιάτικο, να κάνομε  διακοπές στα μοναστήρια» έλεγε με την αυστηρή του φωνή ο μπαμπάς και δεν σήκωνε ούτε δεύτερη κουβέντα.

Και  σαν επέστρεφαν πια την επαύριο της Παναγιάς αναμέναμε με λαχτάρα τις διηγήσεις, τις ιστορίες να μάθουμε τα γενούμενα και τις ιστορίες της «ξενιτιάς.

Οι  βεγγέρες οργανωνότανε  τις νύχτες στην αυλή της γιαγιάς και στα πεζοδρόμια των σπιτιών των δικών τους και των δικών μας. Κάθε βράδυ ίσαμε τα μεσάνυχτα που ΄πεφτε η ζέστη…

Λέγαν λοιπόν πώς δεν μένανε, πάντα μέσα στο μοναστήρι,
αλλά σε μια καλύβα, απόξω, κι είχε μεγάλο «σεϊρι», τούτη η διαμονή, γιατί τα βράδια ακούγονταν ένα σωρό θόρυβοι της εξοχής, και κουκουβάγιες πάνω στα δέντρα και συρσίματα παράξενα. Φίδια, άρκαλοι, ποντικοί κανείς δεν ήξερε. Σκεπασμένοι από κορφής με κουβέρτες, δεν πολύ-δίνανε σημασία. 

Ο Μανόλης μια φορά μας είχε εκμυστηρευτεί πως ένα βράδυ είχε δει ένα δράκο να πετάει πάνω απ’ τα κεφάλια τους, θεριό τεράστιο. Του ‘χε κοπεί η λαλιά κι η ανάσα αλλά εκείνος δεν τους έδινε σημασία, μόνο πετούσε, πετούσε να φτάσει το πρωινό αστέρι της Αυγής, το Σείριο να πάρει το μαντάτο του καιρού του Αυγούστου να το μεταφέρει στη χώρα των Γιγάντων που θέλαν να γνωρίζουν τα δικά τους μερομήνια!

Κι άλλα βράδια ακούγονταν τραγούδια και μουσικές παράξενες από γλυκόλαλες κοπέλες. Μπορεί να ταν, οι νεράιδες που στήνανε το χορό, ποιος ξέρει;

Άλλωστε Αύγουστος ήταν  ο μήνας των νεράιδων, των ξωτικών, των άστρων και των παραμυθιών!

 


* Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του Αέρα, υπό έκδοση

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Τα Παραμύθια του Σαββάτου...πάνε διακοπές!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Κι ήρθε η στιγμή να ξεκουραστούμε κι εμείς, αληθινά!

Να σταματήσουμε λίγο την ρουτίνα μας, να ανασυνταχθούμε και να αφήσουμε το καλοκαίρι και τον Αύγουστο να φρεσκάρει το μυαλό και την ψυχή μας.

Τα Παραμύθια του Σαββάτου» πάνε διακοπές λοιπόν.

Ίσαμε να αρχίσουν και πάλι τα σχολεία…

Είναι η ώρα απολογισμού και χαλάρωσης.

Σκέφτηκα να σας γράψω μερικές λίστες ανά ηλικία με προτάσεις από βιβλία που ξεχώρισα όλη την χρονιά για παιδιά και μεγαλύτερους αναγνώστες, όμως να σας πω την αλήθεια νομίζω πως δεν χρειάζεται… Ξέρετε εσείς!

Όλα όσα ξεχώρισα θα τα βρείτε στο blog μου : https://zhtunteanagnostes.blogspot.com/  και στη σελίδα του Cretalive.gr : https://www.cretalive.gr/authors/eleni-mpeteinaki

Άλλωστε με μια βόλτα στο διαδίκτυο  θα βρείτε εκατοντάδες.

Θα σας δώσω όμως μια συμβουλή!

Όπου κι αν βρεθείτε στις διακοπές σας, ή ακόμα και στο τόπο σας, να πάτε μια βόλτα σε ένα βιβλιοπωλείο. Υπάρχουν πολλοί χαμογελαστοί άνθρωποι εκεί να σας βοηθήσουν να επιλέξετε ότι εσείς πραγματικά έχετε ανάγκη.

Ξεφυλλίστε, διαβάστε, αφεθείτε σε εικόνες στα παιδικά βιβλία και νιώστε εσείς τη χαρά να διαλέξετε αυτό που νομίζετε πως θα σας κάνει την ανάγνωση απολαυστική.

Να αφήσετε το βοριαδάκι να σας δροσίσει…

Να συνεχίσετε να μετράτε παγωτά και μπάνια…

Να απολαύσετε την Πανσέληνο του Αυγούστου και τον ξάστερο ουρανό!

Να αφουγκραστείτε τους ήχους της νύχτας μέχρι το ξημέρωμα  που λένε πως οι νεράιδες τις πρώτες μέρες του Αυγούστου στήνουν τρελό χορό και γεννιούνται πολλά παραμύθια…

Να ξεχάστε τα ρολόγια και τα πολλά πρέπει…

Να φάτε πολλά φρούτα και …γεμιστά!

Να ταξιδέψετε όσο μπορείτε…

Να διαβάζετε ό,τι, όσο, όπου και όπως σας αρέσει…

Πότε πότε θα σας δείχνουμε με φωτογραφίες τι διαβάζουμε κι εμείς…

Τον Άγιο Σεπτέμβρη, τον Σχολικό θα ανταμώσουμε ξανά …

Σας γλυκοφιλώ

Καλό καλοκαίρι!

 https://www.youtube.com/shorts/DntuvqvfJv0

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Πάνω στου Γιούχτα την κορφή, στη Χάρη σου Αφέντη μου!



Της Ελένης Μπετεινάκη**

Τούτο το ανθρωπόμορφο βουνό, ενέπνεε πάντα ποιητές, συγγραφείς, ιστορικούς και παραμυθάδες για χίλια δυο γραφόμενα, θρύλους παραδόσεις. Πρώτος πρώτος ο Cristoforo Buondelmonti γύρω στα 1400 μ.Χ είχε την πεποίθηση πως σαν ήρθε  στον Χάνδακα είχε φτάσει στον τάφο του Πατέρα των Θεών, έτσι όπως αντίκρισε το ιερό βουνό, κι έφτιαξε το πρώτο σχέδιο για το Γιούχτα που φυλάσσεται σήμερα στην Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας. Κι ακλούθησαν μυριάδες μηχανικοί της Γαληνοτάτης που τον σχεδίασαν αμέτρητες φορές και περιηγητές  όπως ο Edward Lear, o Εβλιά Τσελεμπί, κ.α. 

Αρχείο Ελένης Καλοχριστιανάκης, 1961
Κι έρχονται οι θύμησες κάθε χρονιά και ξαναζούμε τους τόπους  και τις ιστορίες που κανείς δεν ξέρει αν συνέβησαν στ΄αλήθεια. Κι είναι από τις πιο μεγάλες, τις πιο λαμπρές γιορτές πάνω στου Γιούχτα την κορυφή, στο πιο απόκρημνο μέρος, μια ανάσα πριν τον …Θεό, λένε! Κάθε χρόνο δυο μέρες γεμάτες νοσταλγία, δέος για τούτο το ξωκλήσι, για τα θάματα. Τόπος γεμάτος μυρωδιές κι ομορφιά. Με θέα που μαγεύει, με φόβο για την απεραντοσύνη, το μεγαλείο της φύσης!

Εκεί, στην κορφή του Γιούχτα, κάθε χρόνο, στις 6 του Αυγούστου, στη Χάρη σου Αφέντη μου!Κι αν ένα μικρό πρόβλημα υγείας δεν μ΄ άφησε ΄ ανέβω φέτος στη Χάρη σου, τούτη τη μέρα, ο Γιούχτας, το εκκλησάκι κι όλος ο τόπος είναι για μένα, για πολλούς νομίζω, επισκέψιμος άλλες ώρες, πιο μοναχικές, πιο κοντά στο Θεό, όπως τον πιστεύει ο καθένας μας, στη Φύση, στην Ομορφιά και στην Απεραντοσύνη του τοπίου. Ωστόσο δεν μπόρεσα να μην θυμηθώ παλιότερες γραφές κι αφιερώματα, και αν δεν κουράζεται κανείς να διαβάζει ή να θυμάται, εμείς θα τα θυμόμαστε και θα τα γράφουμε ξανά και ξανά και …πάντα!

«…Ανάψανε πάλι τα φώτα πάνω στον Γιούχτα.  Εκείνη η γιρλάντα με τους γλόμπους που φωτίζει το εκκλησάκι του Αφέντη Χριστού και τον Σταυρό που φαίνονται ακόμα κι από το λιμάνι του Ηρακλείου. Σημάδι της μεγάλης γιορτής , του πανηγυριού, από τα τελευταία σχεδόν του Αυγούστου. Χιλιάδες οι αναβάτες και φέτος , σε αυτή την μοναδική, στην κυριολεξία εκκλησία πάνω στη βουνοκορφή. Χρόνια στέκει και παρατηρεί  τις Αρχάνες κι όλο τον κάμπο και τα πανύψηλα βουνά γύρω, τριγύρω πάνω εκεί που η θέα σου κόβει την ανάσα…
Λένε κάποτε πως ένα μαστορόπουλο όταν χτιζόταν η εκκλησιά έπεσε από την πιο απόκρημνη πλαγιά στον μεγάλο γκρεμό κι ένας αετός το πήρε και το ανέβασε στην κορυφή χωρίς να πάθει τίποτα απολύτως…
Ίσως όχι τυχαίο πια, που οι βασιλικοί αετοί είναι είδος προστατευόμενο  και οι Αρχανιώτες έχουν αναλάβει να τους φροντίζουν…!

Αφέντη τον φωνάζουμε στην Κρήτη, όχι από δουλοπρέπεια ,αλλά για να δείξουμε  το ψήφος, την εκτίμηση, την Αγάπη. Όλες σχεδόν οι εκκλησιές Του βρίσκονται πάνω στις βουνοκορφές κι αυτό γιατί  βουνό σημαίνει ανύψωση, ανάταση και επαφή με τον ίδιο το Θεό. Λέγαν πως την  παραμονή το βράδυ ξανάνοιγαν οι ουρανοί  κι όσοι το πίστευαν δεν έβλεπαν  νεράιδες, ή βασίλισσες ή ξωτικά αλλά ένα άγιο φως κι αυτό ήταν σημάδι, το χαν για καλό. Κι εμείς είχαμε κάθε χρόνο την έννοια να προλάβουμε και να κοιμηθούμε τουλάχιστον δυο τρεις ώρες ίσαμε την αυγή…
Γιούχτας 1965
«6 Αυγούστου  ξημέρωνε …Ξυπνήσαμε  πολύ πρωί, γύρω στις 5.00 και ετοιμαζόμασταν όλοι στη γειτονιά , στο πόδι κάθε ηλικίας άνθρωπος, για τα απαραίτητα, για την μεγάλη ανάβαση. Οι άρτοι της κυρά Ρήνης είχαν ήδη φορτωθεί στους ώμους του πιο δυνατού άντρα και πολύ πριν καλά καλά χαράξει είχαμε φτάσει μέχρι τη Ρίζα, στους πρόποδες του Γιούχτα .Η περιπέτεια ξεκινούσε .Βάζαμε στοιχήματα μεταξύ  μας, ποιος θα πρωτο ανέβει και πόση ώρα θα μας πάρει ίσαμε το μεγάλο πλάτεμα λίγο πριν  ακουμπήσουμε τον μεγάλο βράχο που ήταν χτισμένη η μοναδική  τετραμάρτυρη εκκλησία του Αφέντη Χριστού. Στο δρόμο σαν ανεβαίναμε χίλιες δυο μυρωδιές μας καθάριζαν τα πνευμόνια , ρίγανη, θυμάρι, δίκταμο και φασκόμηλο που αν και ήταν προς το τέλος της εποχής τους υπήρχαν παντού.
Το μικρό άγονο μονοπάτι γνώριζε τις δόξες του τούτη την μέρα και την χθεσινή .Είχε τόσο κόσμο που συχνά  πατούσαμε στις διπλανές πέτρες και στα χαράκια για να περάσουμε μπροστά. Μόνο σαν βλέπαμε κάποια γυναίκα που ανέβαινε με τα γόνατα σταματούσαμε. Παράξενο θέαμα ,μεγάλο το τάμα της για να αντέχει τόσο δύσκολο δρόμο να τον ανέβει με πολλά ζευγάρια κάλτσες δεμένα γύρω γύρω για να μην την γδέρνουν οι πέτρες κι ένα χαμόγελο πλατύ γιατί τα είχε καταφέρει να το εκπληρώσει . Το βουνό δεν ήταν δύσκολο, ήταν όμως απότομο και χωρίς σκιά. Θυμόμασταν όλες τις ιστορίες και παραδόσεις που είχαμε ακούσει από τις γιαγιάδες μας κι όσο να ναι αγρίευε η σκέψη μας…
Αρχείο Ελένης Καλοχριστιανάκη, 1961
« …Κάποτε μας  λέγανε πως πέρασε ,  από τις Αρχάνες ο Απόστολος Παύλος, όταν σταμάτησε σαν ναυαγός στους Καλούς Λιμένες και πριν φύγει για την Ρώμη ήθελε να δει το βουνό με την ανθρώπινη μορφή και την παγκόσμια ακτινοβολία. Οι  Αρχανιώτες τότε τον παρακάλεσαν να τους απαλλάξει από τα φαρμακερά φίδια που βρίσκονταν  στο δασοσκέπαστο Γιούχτα. Εκείνος καταράστηκε το βουνό και τα φίδια εξαφανίστηκαν με μιας. Μαζί τους όμως εξαφανίστηκαν και τα δέντρα και από τότε όσο κι αν προσπάθησαν οι άνθρωποι το βουνό παραμένει γυμνό και με ελάχιστη βλάστηση…. »
Συνεχίσαμε να ανηφορίζουμε και ακούσαμε ένα παράξενο σύρσιμο. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα με οδηγό τους φακούς μας προχωρούσαμε και το λιγοστό φως από το γλυκοχάραμα. Ήμασταν στη μέση της διαδρομής , όταν ένας φοβισμένος άρκαλος , σαν να χε χάσει τον προσανατολισμό του μας προσπέρασε.  Πιάστηκε η ανάσα μας γιατί μας είχαν πει πως με τα τρομερά του νύχια μπορεί να πνίξει ακόμα και άνθρωπο αναζητώντας την τροφή του. Έτρεχε όμως τόσο γρήγορα που μάλλον τρόμο του είχαμε προκαλέσει παρά επιθυμία  για ανεύρεση  τροφής. Κοιτάξαμε πίσω μας κι από όσο μπορούσαμε να διακρίνουμε η θέα ήταν μαγευτική. Είχε αρχίσει να χαράζει , ο ουρανός σιγά σιγά γέμιζε χρώματα, ακόμα όμως άναβαν τα φώτα του χωριού και  η φωταγωγημένη  γιρλάντα που κρατούσε από το εκκλησάκι ίσαμε τον Σταυρό είχε αρχίσει να φαίνεται. Γρηγορέψαμε το βήμα μας να προλάβουμε κείνη τη μαγική στιγμή που ο ήλιος , σαν άρχοντας σωστός με όλα του τα χρυσοκόκκινα ρούχα ξυπνούσε σιγά σιγά και ανέβαινε με βήμα αργό και σταθερό από την πιο ψηλή κορφή του Ψηλορείτη  και έσκαγε τα πρώτα του χαμόγελα σ όλους εκείνους τους πιστούς που είχαν περάσει όλη τη νύχτα  στην αυλή της εκκλησίας ή κοντά σε έναν βράχο που τους προστάτευε από τον αέρα και τα αγιάζι της νύχτας.
Τότε θυμήθηκα άλλη μια ιστορία για το χτίσιμο της εκκλησίας του Αφέντη μας.  Αυτό συνέβη πριν πολλά πολλά χρόνια . Τότε που οι Ενετοί είχαν κατακτήσει το νησί. Στην πιο απόμερη πλαγιά του ιερού βουνού χτίστηκε ένα μοναστήρι που έμεναν καλόγριες και άνθρωποι με πολύ ισχυρή θέληση , πίστη και ατσάλινα νεύρα. Ο άνεμος, η πέτρα  και η έλλειψη τροφής πολλές φορές κάνουν τους ανθρώπους σκληρούς , απότομους και πολύ δυνατούς. Εκεί  λοιπόν στα «κελιά των καλογράδων » λένε πως με τα νύχια τους έσκαβαν τη γη για να ανοίξουν ένα «σαρνίτσι » και να μαζεύουν τα νερά της βροχής που έπεφταν από τη σκεπή της εκκλησίας και των κελιών τους για να τόχουν τους καλοκαιρινούς μήνες γα πόσιμο. Με  τον ίδιο τρόπο καλλιεργούσαν και τη γη για λίγη τροφή με δημητριακά ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να τους δώσει καρπό. Λιτή και απέρριτη η ζωή των μοναχών, άγονη ,σκληρή και μονότονη όμως γεμάτη πίστη και θέληση για την υπέρβαση και ανύψωση της ψυχής που μόνο ο ιερός χώρος του βουνού μπορεί να προσφέρει σε μια νοητή συνάντηση για πιο κοντά στο ίδιο το Θεό …
1443 μ. Χ. Υπάρχει μια πέτρα στην είσοδο της εκκλησίας και σε μια γωνιά στο ύψος του γκρεμού που μαρτυρεί  πότε χτίστηκε για πρώτη φορά και μια  παράδοση   εκείνη του ναυαγού που βρέθηκε κάποτε στο Κρητικό πέλαγος να παλεύει για την ζωή του με τα μανιασμένα κύματα. Γύρισε λέγανε κάποια στιγμή και είδε το βουνό που είχε ανθρώπινη μορφή σαν κεφαλή άνδρα που κείτονταν ανάσκελα . Παρακάλεσε για την σωτηρία του και θα κτίζε το εκκλησάκι του Σωτήρα του, του  Χριστού στην πιο ψηλή κορφή….
Άλλοι  πάλι λένε πως οι ίδιοι οι Αρχανιώτες αποφάσισαν να χτίσουν μια εκκλησία την κορυφή του βουνού που να την βλέπουν από τα γυροτρίγυρα όλες οι τότε πολιτείες και τα χωριά. Πήρανε τις πέτρες από το ίδιο το βουνό και κουβαλούσαν ασβέστη και νερό από το χωριό με ασκιά και μικρά γαϊδουράκια .Βοηθούσαν όλοι μαζί  ώσπου μια μέρα δεν άργησε να γίνει το κακό. Ένας εργάτης που τα όνομά του ήτανε Χακή Μπαράς κρατούσε με τα χέρια του ένα μεγάλο πελέκι  και καθώς ανέβαινε το δύσβατο μονοπάτι γλιστράει και πέφτει στον μεγάλο γκρεμνό. Όλοι μαρμάρωσαν και δεν τολμούσαν να κοιτάξουν γιατί ήξεραν ότι θα τον έβρισκαν κομμάτια. … «πιάσαμε το βούκινο κι αρχίζουμε τις πένθιμες μουγκρές. Γροικούνε στο χωριό κι όσοι είχανε πορίσει στσι εξοχές και παραιτούνε τα όλα λυτά δεμένα κι αγλακούσανε. Ανεμαζώνανε ζεμπίλια και σκάλες και σκοινιά και πιάνουνε τα όρη. Και ίδια πως είχανε φτερά στσι φτέρνες κι επαιτούσανε και φτάξανε στην κορφή. Όλοι λέγανε για τον κακομοίρη τον Χακή και τον φριχτό θάνατο που του μέλλε να πάθει. Σκύφτουνε και ξανοίγουνε και τότες ήντα θωρούνε. Ο Χακή Μπαράς με το πελέκι του αγκαλιά εσκαρφάλωνε από πιο πέρα από χαράκι σε χαράκι , βουβός και άλαλος. Μιλούνε ντου, δε μιλεί. Εθαρρούσανε πως ήτονε φάντασμα. Εκείνος εσυνέχιζε σαν νάχε ένα όραμα μπροστά στα μάθια ντου και τον οδήγανε στην κορφή. Όλοι είχανε σαστίσει. Και σαν έφτασε εκιά που ήθελε γυρίζει και λέει ντος. ‘’Εγώ με μπρε , επρόκαμα πριν φτάξω στη γης σαν ήπεφτα και είπα Σώσε με Χριστέ μου να σε χτίσω με τέσσερα ιερά. Μόνο το νου σας εδά γιατί ΄χομε πολύ δουλειά ακόμη να κάμουμε’’. »*
Κι επιτέλους με τόσες θύμησες και κουβέντες φτάσαμε κι εμείς στην ποδιά του Χριστού πάνω στον αμαξωτό και μια μεγάλη στροφή μας χώριζε από τον αρχικό προορισμό μας. Λίγο ήθελε ακόμη να ξημερώσει ολότελα. Αρχίσαμε να τρέχουμε μ όση δύναμη είχε απομείνει στα κουρασμένα μας πόδια. Βλέπαμε τις τέντες από τα υπαίθρια μικρά μαγαζιά που είχαν στήσει οι μικροπωλητές και σκεφτόμασταν πως ήταν η τελευταία μας ευκαιρία να αποκτήσουμε τα πολυπόθητα παιχνίδια για τον χειμώνα. Ήθελα τόσο πολύ ένα «τσουρλιχτάρι », μια ρόδα που σαν θα  έτρεχα και θα την κρατούσα θα έκανε ένα παράξενο συνεχόμενο θόρυβο και θα ταν ότι πιο όμορφο παιχνίδι θα είχα δει. Το δίλλημα μεγάλο , να σταματήσουμε για τα  παιχνίδια ή να προχωρήσουμε ως την κορφή πάνω στο Σταυρό μήπως και κερδίζαμε το στοίχημα και την ίδια στιγμή να βλέπαμε τον ήλιο που ετοιμαζόταν επιτέλους να μας κάνει την  χάρη και να εμφανιστεί. Δεν το πολυσκεφτήκαμε και περάσαμε γρήγορα γρήγορα τους πάγκους με τα παιχνίδια, τις πλαστικές τσατσάρες, τις ζαχαρωτές μαντινάδες , τα πολύτιμα φυλακτά και δακτυλίδια , τα κουρδιστά αυτοκινητάκια και  κείνον τον πολύ δροσιστικό πάγκο με τις γκαζόζες, τις λεμονάδες ,τις ζελίτες  και το παγωμένο νερό. Λίγα σκαλοπάτια μας χώριζαν από τον απέραντο ουρανό. Και να …επιτέλους φτάσαμε μόνο που δεν ήμασταν μόνοι μας. Μόνο τότε είδαμε και αναρωτηθήκαμε που βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι εκεί, τόσες κουβέρτες , τόσες μπατανίες και βούργιες και άρτοι και μια γαργαλιστική μυρωδιά όχι πια από δίκταμο , φασκόμηλο ή ρίγανη αλλά από σουβλάκι που μας τρυπούσε τα ρουθούνια. Στο πιο ψηλό σημείο ο μεγάλος ξύλινος σταυρός και μια θέα που σου κοβε την ανάσα .
Νοιώθαμε κι εμείς σαν μεγάλοι κατακτητές που στα πόδια μας απλωνόταν το απέραντο βασίλειο μας. Ο Ψηλορείτης, τα Αστερούσια ,τα Λασηθιώτικα βουνά , οι Αρχάνες  σε όλη τους την ομορφιά , τα αμπέλια , οι ελιές και η θάλασσα, απέραντη, μακρινή και πανέμορφη πάντα… Και πριν χορτάσει το βλέμμα την απεραντοσύνη του υπέροχου τοπίου , μείναμε με το στόμα ορθάνοιχτο. Η στιγμή της Ανατολής είχε φτάσει. Απίστευτα χρώματα  κι ένας πελώριος δίσκος ανέβαινε σιγά σιγά στον ουρανό με μια μοναδική μεγαλοπρέπεια και χάρη. Άξιζε σκεφτήκαμε , χαλάλι και το τόσο πρωινό ξύπνημα και  το περπάτημα και όλα… Κι ύστερα ακούστηκε η μεγάλη καμπάνα και η λειτουργία άρχισε. Αγουροξυπνημένοι άνθρωποι μάζευαν τα λιγοστά τους ρούχα να κάνουν χώρο στο προαύλιο για όλους όσους είχαν αρχίσει να καταφθάνουνε με τα πόδια, με φορτηγά που είχε κανονίσει ο Δήμος Αρχανών τότε, με αγοραία ταξί  ή με τα λιγοστά αυτοκίνητα και τις τρίκυκλες μηχανές.
Στο μικρό σπιτάκι δίπλα στην εκκλησιά μύριζε άρτος και μας είχε πιάσει  μια πείνα που σε συνδυασμό με την μυρωδιά από το κρέας που ψηνόταν λίγο παραπέρα δεν μας άφηνε να σκεφτούμε πως κι η σημερινή μέρα ήταν μέρα νηστείας .Μόνο ψάρι θα μπορούσαμε να φάμε  όμως που να βρεθεί πάνω στο βουνό κείνη την ώρα. Αυτό που μας είχε κάνει εντύπωση ήταν πως δίπλα στο τραπέζι με τους άρτους που θα ευλογούσε ο παππάς ήταν και μεγάλα κοφίνια με σταφύλια σουλτανιά που λίγο  αργότερα μας εξήγησε ο πατέρας μας πως ήταν παλαιϊνό έθιμο η προσφορά τους στην εκκλησία , η ευλογία τους και το μοίρασμα στους πιστούς για να ξεκινήσει καλά η περίοδος του τρύγου που σίμωνε λίγο μετά και την γιορτή της Παναγίας.
Κι αφού ανάψαμε το κερί  μας στη χάρη του Χριστού  ήρθε και η ώρα για τις « αγορές των ονείρων μας». Το δώρο μου για φέτος ήταν το « τσουρλιχτάρι » που είχα δει και μια κούκλα με μακριά ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια και φόρεμα που την έβγαλα Ροζίτα και αν και με τα χρόνια και τα πλυσίματα το χρώμα στο φόρεμά της ξεθώριασε υπάρχει ακόμα για να μου θυμίζει εκείνο το πανηγύρι στη Χάρη του Αφέντη Χριστού ένα καλοκαίρι που όλα ήταν τόσο αγνά , τόσο αθώα και όμορφα και  η ζωή μας είχε άλλο ρυθμό και νόημα κι ας μετριόταν σε μια παγωμένη ζελίτα στην κορφή του πιο ιερού δικού μας βουνού,  του Γιούχτα μας !**

Χρόνια πολλά !

Πηγές :
Οι Αρχάνες δια μέσου των αιώνων, Νικ. Χριστινίδη – Μαν. Μπουνάκη, εκδ. Μ.Σ.Α., 1970
*Λαογραφικά Σταχυολογήματα, Ειρήνη Oυσταγιαννάκη – Ταχατάκη, 1976
Η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης των Αρχανών, Νίκος Χριστινίδης, 2001
**«Λόγια του Αέρα», Ιδ. Συλ. Διηγημάτων, Μπετεινάκη Ελένη,2014

Δημοσιεύτηκε στις 6 Αυγούστου 2017 στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/opinions

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Οι μέρες της Σιωπής...στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Θυμόμαστε παλαιότερες εκδόσεις που παραμένουν επίκαιρες και αφυπνίζουν συνειδήσεις !

Κατακόκκινο ήταν το φόρεμα της Φωτιάς.

Κι ήταν επίσημη καλεσμένη του Σκοτεινού Μάγου που ζήλεψε τον καταπράσινο τόπο στο χάρτη του κόσμου.

Κι άπλωσε εκείνη το φόρεμα της παντού  κι έγιναν στάχτη κι αποκαΐδια όλα …

Κι ύστερα ήρθε η Σιωπή.

Σκυφτή, αθόρυβη με μυρωδιά καμένης γης έμεινε εκεί μέρες, μήνες, χρόνια. Ίσαμε εκείνη την ημέρα που ένα παιδί ήρθε κι άφησε έναν σπόρο ανάμεσα στα καμένα κουφάρια των δέντρων.


Κι ήρθαν κι άλλα παιδιά κι έκαναν το ίδιο, όμως η Σιωπή κυριαρχούσε παντού, μέρα και νύχτα, εποχή την εποχή. Ίσαμε που άλλαξε χρώμα η γης, κι ο ουρανός γέμισε φωνές και πουλιά. Και κάπου πίσω από το λόφο η Σιωπή συνάντησε την Ελπίδα, την πολύχρωμη και τότε άλλαξαν και πάλι όλα…

*Οι μέρες της Σιωπής, Κείμενο- εικονογράφηση : Έφη Λαδά, εκδόσεις Πατάκη

Συγκλονίστηκες εικόνες, συγκλονιστική η ιστορία της Έφης Λαδά.

Τι αφορά; Μα τι άλλο…

Εκείνες τις μέρες των πυρκαγιών που όλοι έχουμε  βιώσει. Τις μέρες που όλοι είδαμε την πρόσφατη καταστροφή σε  δέκτες τηλεοράσεων, κι ακόμα μαίνονται παντού.

Τις μέρες που η Φωτιά καταστρέφει ζωές, σπίτια, καταπράσινους τόπους.

Για το συναίσθημα της αλαζονείας, της μοναξιάς, της Σιωπής μας μιλάει τούτο το βιβλίο.

Μια δυνατή ιστορία γεμάτη συγκίνηση και ζωντανή φαντασία. Δημιουργία μοναδικών εικόνων και χαρακτήρων που σίγουρα μόνο η Έφη θα μπορούσε να φτιάξει. Παραλληλισμός απίστευτος και ζωντάνεμα «Λέξεων» που είναι τόσο δυνατές, όσο κι ο «θόρυβος» που κρύβουν μέσα τους.

Με λίγες κουβέντες, απίστευτες φιγούρες και μοναδικά χρώματα η συγγραφέας και εικονογράφος, η μοναδική Έφη Λαδά τα είπε όλα.

Για την περιβαλλοντική καταστροφή, τη θλίψη, τον πόνο και την ελπίδα των Ανθρώπων.

Η Ελπίδα μας, τα παιδιά,  που πάντα τα ξέρουν όλα!

Τα παιδιά που είναι τα μόνα που θα σώσουν τη γη, αν τα αφήσουμε εμείς οι μεγάλοι….

Μια ιστορία να συγκινηθείς, να θυμηθείς, να νοιώσεις το μεγαλείο και τον πόνο της Γης και  την Δύναμη της Ελπίδας. Να αφυπνιστούν  οι συνειδήσεις όλων εκείνων που καταστρέφουν ζωές και περιβάλλον.

Να μην ξεχνούν οι μεγαλύτεροι, να μαθαίνουν οι μικρότεροι ποιοι είναι  οι αληθινοί κακοί μάγοι των καιρών μας.

Να αγαπάμε τη Σιωπή αλλά μόνο όταν πρέπει.

Να το ψάξετε… Να μαγευτείτε… Να συγκινηθείτε πολύ!

Το βιβλίο είχε μπει στην βραχεία λίστα του Ελληνικού Τμήματος της IBBY 2020 για το βραβείο σε εικονογράφο και σε συγγραφέα εικονοβιβλίου για την εικονογράφηση και για το κείμενο!

@Τα Παραμύθια του Σαββάτου

https://www.patakis.gr/books/9789601680637-oi-meres-tis-siopis/


Δημοσιεύτηκε στις 4 Αυγούστου 2026 στο cretalive.gr εδώ!

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν…

Της Ελένης Μπετεινάκη*

151 χρόνια χωρίς έναν από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες του κόσμου ολάκερου!

«Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα με ακολουθούν στην κηδεία μου  θα είναι παιδιά γι αυτό θα ήθελα να γράψετε μουσική που θα είναι  κατάλληλη για μικρά βήματα.» Χ.Κ.Άντερσεν

Ήταν 4 Αυγούστου 1875 όταν έφυγε από  τη ζωή ένας από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες όλου του κόσμου. Όλοι σχεδόν γνωρίζουμε την ημέρα της γέννησής του στις 2 Απριλίου του 1805, μιας και έχει καθιερωθεί κάθε χρόνο να γιορτάζει εκείνη την ημέρα το παιδικό βιβλίο και τα παραμύθια. Εξίσου σημαντική παραμένει και η μέρα του θανάτου, του κάθε ανθρώπου που συνεχίζει να ζει όσο τον θυμόμαστε. Πόσο μάλλον όταν αν κι  έχουν περάσει 151 χρόνια από τούτη την επέτειο,  τούτος ο άνθρωπος, ο συγγραφέας , ο παραμυθάς δεν έχει σταματήσει να διαβάζεται, να μνημονεύεται  και να υπάρχει στην ψυχή και στο μυαλό χιλιάδων παιδιών σε ολόκληρο τον πλανήτη, μέχρι και σήμερα!
Η ζωή του μοιάζει και αυτή με παραμύθι. Γεννιέται σε μια μικρή πόλη της Δανίας ,την Οντένσε,  σε μια πολύ φτωχική οικογένεια που όμως το ταλέντο του και η ικανότητα να δημιουργεί ιστορίες δεν θα επηρεαστούν από αυτό καθόλου. Από πολύ μικρός γράφει. Γράφει, παίζει, και δημιουργεί ιστορίες και ποιήματα αλλά και κούκλες κουκλοθέατρου.

Λένε πως ήταν ένα περίεργο παιδί με εξαιρετική φαντασία. Πολλές φορές τον έβλεπαν να περπατά στο δρόμο σαν ονειροπαρμένος και το μυαλό του δεν το είχε πουθενά αλλού, παρά μόνο στα ποιήματα και στο διάβασμα. Προσπάθησε άδικα να μάθει την τέχνη του πατέρα του. Ήταν παπουτσής και σαν πέθανε στα 1816 τον άφησε ορφανό, μόλις στα 11 του χρόνια. Η μητέρα του για να αντέξουν την φτώχεια αναγκάζεται να ξαναπαντρευτεί δύο χρόνια αργότερα.  Όταν τέλειωσε το σχολείο των άπορων παιδιών, μπήκε σε ένα ραφτάδικο, για να μάθει την τέχνη, αλλά ούτε και εκεί τα κατάφερε. Ήταν δεκατεσσάρων χρονών, όταν, κυνηγώντας μια καλύτερη τύχη, έφθασε στην Κοπεγχάγη, με μόνη του περιουσία 30 φράγκα με σκοπό να γίνει ηθοποιός. Έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, αλλά σύντομα η φωνή του αλλάζει και δεν τον δέχονται να συνεχίσει .
Δεν καταφέρνει ούτε  να ολοκληρώσει τις σπουδές του αλλά πάντα ασχολείται με τη γραφή και την ποίηση. Ο Jonas Collin , διευθυντής του Βασιλικού Θεάτρου νοιώθει μια ιδιαίτερη αδυναμία για αυτόν τον καχεκτικό και πανάσχημο νέο που πείθει τον Βασιλιά Frederick VI να πληρώσει ένα μέρος της εκπαίδευσης του και να συνεχίσει όσο μπορεί τια σπουδές του στο γυμνάσιο.  Στα 1822 αρχίζει να γίνεται γνωστός  αφού εκδίδεται η πρώτη του ιστορία:The Ghost at Palnatoke's Grave και όλοι πια μιλούν για το « νέο αστέρι που γεννιέται». Ακολουθούν αρκετές ιστορίες . Τα παιδιά τον λατρεύουν, οι ιστορίες του αρχίζουν να διαβάζονται παντού. Από το 1835 που ολοκληρώνει το πρώτο του βιβλίο η φήμη και η δόξα δεν τον εγκαταλείπουν ποτέ. Αρχίζει να ταξιδεύει και τα 36 γενέθλια του τα γιορτάζει στην Ελλάδα και συγκεκριμένα πάνω στον Παρθενώνα που τον μαγεύει.

Συνεχίζει να γράφει ποιήματα, τα παραμύθια του γνωρίζουν νέες εκδόσεις.

Τον Ιούνιο του 1847 έρχεται στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λονδίνο όπου καλεσμένος σε ένα πάρτι της  Κοντέσας του Μπλέσσινγκτον γνωρίζει και συναντά τον Κάρολο Ντίκενς. Σφίγγουν τα χέρια και μαζί συνομιλούν και περπατούν στον κήπο. Πολύ αργότερα θα γράψει στο Ημερολόγιό του: « Είχαμε έρθει μαζί ως την βεράντα . Ήμουν πραγματικά ευτυχισμένος γιατί είχα γνωρίσει από κοντά ένα Άγγλο , εν ζωή,  συγγραφέα και μάλιστα αυτόν που αγαπώ και θαυμάζω περισσότερο …».
 
Δέκα χρόνια αργότερα όταν τον επισκέπτεται ξανά θα απογοητευτεί πολύ γιατί δεν θα τον δεχτεί στο σπίτι του και τότε θα καταλάβει γιατί δεν του απαντούσε στα γράμματα του , αν και ο σεβασμός ανάμεσα τους για την δουλειά του καθενός ήταν αμοιβαίος . Τα θέματα τους ήταν παρόμοια λόγω της βικτωριανής εποχής, της φτώχιας και της εξιδανίκευσης της αθωότητας  της παιδικής ηλικίας. 

Ως το 1867 που η γενέτειρα πόλη του, του χαρίζει το κλειδί της γράφει ασταμάτητα : 

« Η μικρή γοργόνα»,  « οι μαγικές γαλότσες», « Το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος», « τα καινούργια ρούχα του Αυτοκράτορα», « Το κοριτσάκι με τα σπίρτα», « Η βασίλισσα του χιονιού»« Η μαγική κασέλα», « Τα κόκκινα παπούτσια », « Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι», « Η τοσοδούλα » , « Ο γιός του μπαλωματή», «Το μικρό χριστουγεννιάτικο έλατο», « Ο καπνοκαθαριστής  και η βοσκοπούλα »,  « Ο μολυβένιος στρατιώτης», « οι αγριόκυκνοι» κ.ά. 

Την Άνοιξη του 1872 ενώ κοιμάται πέφτει από το κρεβάτι του και δεν αναρρώνει σχεδόν ποτέ. Χτυπημένος από καρκίνο στο συκώτι λίγο αργότερα, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 4 Αυγούστου του 1875 και το όνομα του θα συνδεθεί με τα κλασσικά παραμύθια, τον θρύλο και την αγάπη των παιδιών για τα βιβλία σ΄ ολόκληρη τη γη.

Λένε πως λίγο πριν πεθάνει  έμενε στο σπίτι στενών του  φίλων , του τραπεζίτη Moritz Melchior και της συζύγου του και λίγο πριν το τέλος του είχε συμβουλέψει ένα συνθέτη για την μουσική της κηδείας του λέγοντάς του : 

«Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα με ακολουθούν στην κηδεία μου  θα είναι παιδιά γι αυτό θα ήθελα να γράψετε μουσική που θα είναι  κατάλληλη για μικρά βήματα …»

Η Δανέζικη  κυβέρνηση είχε ήδη παραγγείλει  ένα τεράστιο άγαλμα που ακόμα και σήμερα κοσμεί την είσοδο του Rosenborg Castle Gardens στην Κοπενχάγη.

Κι όπως πολύ σωστά είχε γράψει ο ίδιος κάποτε, ναι, τώρα… ξέρουμε περισσότερα, ίσως για αυτόν! 

«Σουτ! Αρχίζει το παραμύθι! Όταν τελειώσει, θα ξέρουμε περισσότερα απ΄ότι τώρα…» Χ.Κ.Άντερσεν


ΠΗΓΕΣ :
Wikipedia.org
Hans Christian Andersen: the story of his life and work 1805-75
hcandersen-homepage.dk