Το παραμύθι της βροχής

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Κυνηγοί καταιγίδων …στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Ακούγοντας την φράση «Κυνηγοί καταιγίδων» αυτόματα η σκέψη μας κατευθύνεται σε ακραία καιρικά ή άλλα φυσικά φαινόμενα που μπορούν να συμβούν στον πλανήτη. Συγχρόνως σκαφτόμαστε ανθρώπους ή μηχανές σούπερ ήρωες που έχουν τον τρόπο, την γνώση και τις ικανότητες να προλάβουν τα χειρότερα. Μια ισχυρή νεροποντή, μια χιονοθύελλα ή ένας ανεμοστρόβιλος μπορεί να αφήσουν πίσω τους σημάδια καταστροφής, αν δεν προλάβουν « οι κυνηγοί» ή αν δεν έχουν προβλέψει κάποια λύση. Αυτοί όμως οι «κυνηγοί» είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι;  Λειτουργούν κατόπιν σχεδίου ή αυτοσχεδιάζουν; Υπάρχει άραγε προηγούμενη εμπειρία; Έχουν τα κατάλληλα μέσα διάσωσης; Ή μήπως είναι προϊόντα φαντασίας;

Στο καινούργιο βιβλίο του Δικαίου Χατζηπλή θα τα ανακαλύψουμε όλα γιατί τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά και οι εικόνες της Μυρτώ Δεληβοριά μας εξηγούν …το μέγεθος!

Πάμε να δούμε γιατί να διαλέξουμε αυτό το βιβλίο;

Μα γιατί οι κυνηγοί καταιγίδων είναι εκατομμύρια και  είναι παντού, έτοιμοι πάντα να αντιμετωπίσουν οτιδήποτε αλλά  ενώ τους βλέπουμε και ζούμε μαζί τους, να είναι σαν αόρατοι.


Ξέρουν πάντα πως να αντιμετωπίσουν κάθε μεγάλη νεροποντή αφού σε ελάχιστα δευτερόλεπτα …την στεγνώνουν.  Τις χιονοθύελλες στη στιγμή τις μετατρέπουν σε ανοιξιάτική λιακάδα. Είναι πρωταθλητές στην αναρρίχηση και γρηγορότεροι από την λάβα του ηφαιστείου. Είναι τόσο γρήγοροι στο τρέξιμο που μπορούν να προλάβουν ακόμα κι ένα μετεωρίτη λίγο πριν καταστρέψει την Γη. Όσο δε σε περίπτωση κατολίσθησης μπορούν να προλάβουν και να μην πάθει κανένας απολύτως τίποτα. Για να μην σας αναφέρω τι μπορούν να κάνουν σε περίπτωση σεισμού, ανεμοστρόβιλου,  αμμοθύελλας ή χιονοστιβάδας. Τα αντανακλαστικά τους είναι μοναδικά!

Αυτοί λοιπόν οι μοναδικοί κυνηγοί καταιγίδων που τόσο απίστευτα, φανταστικά και αλληγορικά έγραψε  για αυτούς ο Δικαίος Χατζηπλής είναι οι μαμάδες και οι μπαμπάδες που μάλλον το είχατε καταλάβει  και που η Μυρτώ Δεληβοριά  τους  έντυσε σαν σούπερ ήρωες και με τα υπέροχα σκίτσα και χρώματα της μας έδειξε όσα το κείμενο «λάλησε», στην οικογενειακή τους διάσταση.

Οι γονείς είναι αυτοί που ζουν επικίνδυνα κάθε λεπτό της μέρας  και της νύχτας, προσπαθώντας να προλάβουν συγκρούσεις, μικροτραυματισμούς, ξεσπάσματα και υποχρεώσεις.

Ο Δικαίος  Χατζηπλής έφτιαξε μια αλληγορική ιστορία που βοηθά τα μικρά παιδιά να διαχειριστούν άγχος και φόβους τους. Ευφάνταστο, πρωτότυπο, χιουμοριστικό βιβλίο με δυνατή, ζωντανή και άκρως εκφραστική εικονογράφηση.

Σε μια σχολική τάξη το βιβλίο προσφέρεται για πολλές συζητήσεις και παιχνίδια:

·       Μαθαίνοντας τα φυσικά φαινόμενα, συνέπιες, προλήψεις, διάρκεια κ.α.

·       Δημιουργώντας ένα δικό μας σούπερ ήρωα

·       Κατανομή ρόλων και θεατρικό παιχνίδι με θέμα καταιγίδα, χιονοθύελλα κ.λ.π

·       Συζήτηση για τους φόβους μας. Ζωγραφίζω τον φόβο μου

·       Πειράματα με σκοπό να αναπαραστήσουμε φυσικά φαινόμενα( καταιγίδα, σεισμός, κατολίσθηση)

Ένα απολαυστικό εικονο-βιβλίο, μια άψογη υπερρεαλιστική και συγχρόνως  γήινη ατμόσφαιρα καθημερινών καταστάσεων σε μια οικογένεια με μικρά παιδιά. Με πολλή φαντασία και πολύ χρώμα και οι δυο συν δημιουργοί προσφέρουν ένα άρτιο αποτέλεσμα στον ρόλο των γονιών,  καταφέρνοντας μέσα από γνώριμες συνθήκες και καταστάσεις να κρατήσουν την ισορροπία και την ασφάλεια που τόσο έχουν ανάγκη τα παιδιά.

Αναζητείστε το, αν είστε γονιός μικρών παιδιών, οπωσδήποτε!

 

https://www.patakis.gr/books/9786180709704-kynigoi-kataigidon/

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 2 Μαϊου 2026 :εδώ!

O Jon Klassen, νικητής του Astrid Lindgren Memorial Award 2026 …στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Πριν λίγες μέρες στην 63η Παγκόσμια Έκθεση Παιδικού Βιβλίου της Μπολόνια ( Bolonga Childrens Bookfare) μεταξύ των σπουδαίων γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια της ήταν και η  ανακοίνωση πως ο  Jon Klassen CM, ήταν ο νικητής του Astrid Lindgren Memorial Award 2026.


Ο Jon Klassen είναι Καναδός,  συγγραφέας, εικονογράφος παιδικών βιβλίων και εμψυχωτής. Στην φαρέτρα του έχει δεκάδες βιβλία με συγγραφή κι αλλά τόσα στην εικονογράφηση και στα ελληνικά τον γνωρίσαμε από το Θέλω πίσω το καπέλο μου, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2012 από τις εκδόσεις Κόκκινο. Το βιβλίο αυτό σαν έκδοση είναι εξαντλημένο από τον εκδότη.

Ο Jon Klassen έχει επίσης κερδίσει το αμερικανικού βραβείο Caldecott  Medal όσο και το Βρετανικό αντίστοιχο Kate Greenaway Medal για την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων.

Κάνοντας μια μικρή έρευνα για το πόσα και ποια βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά, βρήκα πως από τις εκδόσεις Κόκκινο κυκλοφορούν τα άλλα 2 βιβλία της τριλογίας του καπέλου: α) Αυτό δεν είναι το καπέλο μου και β) Βρήκαμε ένα καπέλο σε κείμενο και εικονογράφηση δικά του

Επίσης έχει εικονογραφήσει και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη τα : Ο Σαμ και ο Ντέιβ σκάβουν μια τρύπα και Παξ, στο τόπο της καρδιάς μου, των Mac Barnett και Sara Pennypacker, αντίστοιχα.

Τέλος στο πολυαγαπημένο : Πως κατεβαίνει ο Άγιος Βασίλης από τις καμινάδες,  σε κείμενο Mac Barnett των εκδόσεων Μάρτης απολαμβάνουμε το τεράστιο ταλέντο του στην εικονογράφηση.

Πάμε να δούμε τρία από αυτά τα βιβλία που έχω κι εγώ στην συλλογή μου και ανα καταλάβουμε, αν γίνεται, τις ιδιαιτερότητες και το μεγάλο ταλέντο του στην συγγραφή (μικροιστοριών) και την απλότητα των εικόνων του.

Αυτό δεν  είναι το καπέλο μου, κείμενο- εικονογράφηση Jon Klassen, εκδόσεις Κόκκινο

Ένα μικρό ψαράκι μονολογεί και περιγράφει ένα συμβάν. Φοράει ένα καπέλο που δεν είναι δικό του. Ομολογεί πως το έκλεψε. Τώρα προσπαθεί να κρυφτεί από τον κάτοχο του καπέλου, ένα πολύ μεγαλύτερο ψάρι. Σκέφτεται, ανησυχεί, αναρωτιέται και προχωράει . Θέλει να πιστεύει πως το μεγάλο ψάρι δεν θα καταλάβει τίποτα όταν ξυπνήσει. Κι ακόμα πως δεν θα το βρει ποτέ γιατί ξέρει να κρύβεται… Όμως τα πράγματα εξελίσσονται ραγδαία και ΜΑΛΛΟΝ όχι όπως εκείνο πίστευε.

Ένα λιτό, ευφυΐες κείμενο, με τεράστια νοήματα. Σ αυτό το μικρό αλλά ευρηματικό κείμενο διακρίνεται η ικανότητα του Jon Klassen στο να δημιουργήσει μια έντονη αντίθεση - συμπλήρωμα  ανάμεσα στο κείμενο και την εικόνα. Ενώ το μικρό ψαράκι μονολογεί με αφέλεια και σχετική αυτοπεποίθηση τις σκέψεις του,  οι εικόνες του μάς αφηγούνται μια διαφορετική πραγματικότητα, οδηγώντας τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι κατανόησης και πρόβλεψης.

Η εικονογράφηση είναι  σκοτεινή, μινιμαλιστική, με έμφαση στην ατμόσφαιρα και στις μικρές λεπτομέρειες που αλλάζουν την οπτική της ιστορίας. Τα μάτια των χαρακτήρων, οι σιωπές και οι παύσεις λειτουργούν σχεδόν σαν διάλογοι κάνοντας τον αναγνώστη συμμέτοχο.

Ένα βιβλίο χωρίς διδακτισμό αλλά με καίρια θέματα ηθικής και αξιοπρέπειας. Με έννοιες όπως η ενοχή, το αποτέλεσμα και οι συνέπιες των πράξεων μας, η λαθεμένη αντίληψη πως κανένας δεν θα μας δει αν κάνουμε κάτι άσχημο ή παράταιρο.

Ένα βιβλίο που μας αφήνει να μαντέψουμε το τέλος μόνο με τη δύναμη της εικόνας!

Βρείτε το εδώ : https://ekdoseis-kokkino.gr/vivlia/auto-den-einai-to-kapelo-mou/


Βρήκαμε ένα καπέλο, κείμενο- εικονογράφηση
Jon Klassen, εκδόσεις Κόκκινο

Δύο χελώνες βρίσκουν ένα καπέλο. Ποια θα το φορέσει; Ποια θα γίνει κάτοχός του; Προβληματισμός, σκέψεις, αποφάσεις. Προχωρούν το δρόμο τους χωρίς το καπέλο. Η απόφαση πάρθηκε. Το απόγευμα τις βρίσκει σε ένα μικρό λοφάκι να κοιτούν μαζί το ηλιοβασίλεμα. Πάλι σκέψεις, πάλι αναζητήσεις. Καμιά δεν λέει τι σκέφτεται πραγματικά στην άλλη. Κοιμούνται, ονειρεύονται τι άλλο; Το καπέλο!

Όμως τα μάτια λένε άλλα από την απόφαση…

Μια ακόμα λιτή, ευφυέστατη και υπέροχη ιστορία. Αποτελεί το τρίτο βιβλίο της τριλογίας των καπέλων του Jon Klassen. Το μοτίβο είναι διαφορετικό από το προηγούμενο βιβλίο που η πλοκή του κινείται γύρω από την κλοπή και την τιμωρία. Σε αυτήν την ιστορία κυρίαρχο ρόλο παίζει το συναίσθημα, η φιλία και η εγκράτεια. Η  επιθυμία κρατάει τον πρώτο ρόλο. Ωστόσο ο αυτοέλεγχος και οι ισχυροί δεσμοί υπερισχύουν παρά τον πειρασμό που τους δημιουργεί δεύτερες σκέψεις. Η  αυτοσυγκράτηση και των δύο χελωνών, εντυπωσιακή.

Η εικονογράφηση και πάλι είναι ιδιαίτερα δυνατή. Συμπληρώνει εντελώς το κείμενο με σχήματα απλά, χρώματα σε συγκεκριμένη παλέτα με ως επί το πλείστων γήινες αποχρώσεις. Εντυπωσιακός και ο τρόπος που τονίζεται  η εκφραστικότητα των χαρακτήρων και των συναισθημάτων. Τα μάτια και των δύο χελωνών είναι εκείνα που μας οδηγούν στο κείμενο  και το τοπίο της ερήμου μας τονίζει την σπουδαιότητα του αντικειμένου-καπέλου και την πρόκληση που δημιουργεί στις χελώνες.

Υπέροχο βιβλίο, αναζητείστε το και αυτό! https://ekdoseis-kokkino.gr/vivlia/vrikame-ena-kapelo/


Και τελευταίο και πολυαγαπημένο ένα χριστουγεννιάτικο βιβλίο: Πως κατεβαίνει ο Άγιος Βασίλης από τις καμινάδες;  Ο Jon Klassen έχει κάνει την εικονογράφηση

Το κείμενο  του Mac Barnett έχει να κάνει με το αιώνιο ερώτημα των παιδιών για την «εισβολή» του Άγιου Βασίλη σε κάθε σπίτι την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, τα μεσάνυχτα, και ειδικά από την καμινάδα, για όσους έχουν τζάκι. Μόνο που δεν θα μάθουμε  την απάντηση μέσα στο βιβλίο. Θα αναρωτηθούμε μαζί με τον συγγραφέα αν, μήπως και πώς  συμβαίνουν κάποια πράγματα εκείνη την μαγική νύχτα. Με αρκετή φιλοσοφική διάθεση και ιδιαίτερο χιούμορ ακολουθούμε την πορεία του Αι Βασίλη μέχρι το τέλος, ή μήπως όχι; Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί να εξηγήσει ρεαλιστικά το τι συμβαίνει αυτήν την μοναδική νύχτα αλλά να μας δείξει πως  η φαντασία είναι πιο σημαντική από την απάντηση.

Κι επειδή έχουμε ακόμα πολύ χρόνο ίσαμε την Πρωτοχρονιά, θα σας παροτρύνω να βάλετε στην λίστα σας αυτό το πολύ ιδιαίτερο βιβλίο δίνοντάς ακόμα μεγαλύτερη σημασία στις εικόνες του Jon Klassen. Η εικονογράφηση του Jon Klassen.

Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη δύναμη του βιβλίου. Κυριαρχούν ως επί το πλείστο λίγα χρώματα,(λευκό, μαύρο, κόκκινο) καθαρές μορφές, αρκετά άδειος χώρος. Ο Jon Klassen, όπως πάντα δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις λεπτομέρειες και ιδιαίτερα στα μάτια, στις στάσεις του σώματος και στις σκιές. Ένα μαγικό βράδυ χωρίς λάμψη αλλά με μια ηρεμία και απλότητα που δημιουργεί μια πολύ διαφορετική αίσθηση.

Δείτε το εδώ: https://www.martis.gr/product/pws-katebainei-o-agios-basilhs-apo-tis-kaminades/


Δημοσιεήυτηκε στις 28 Απριλίου 2026 στο Cretalive.gr : εδώ!

 

 

 

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Μιγκέλ Ντε Θερβάντες... 410 χρόνια από τον Θάνατό του!

«Ένα ατομικό αμάρτημα δεν είναι τόσο βλαβερό σ' αυτόν τον κόσμο, όσο μια δημόσια ασχήμια.» Μιγκέλ ντε Θερβάντες

410 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο ενός από τους πιο πολυδιαβασμένους και γνωστούς συγγραφείς, του Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Το διασημότερο μυθιστόρημά του, ο Δον Κιχώτης, συγκαταλέγεται στα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μεταφρασμένο σε περισσότερες από εξήντα γλώσσες και έχοντας υποβληθεί σε συστηματική ανάλυση και κριτικό σχολιασμό από το 18ο αιώνα.

«Η αγάπη και ο πόλεμος είναι το ίδιο πράγμα... Και η στρατηγική και η τακτική το ίδιο εφαρμόσιμες και στα δύο.»

Ο Θερβάντες γεννήθηκε  πιθανώς στις 29 Σεπτεμβρίου του 1547, ενώ η βάπτισή του, όπως γνωρίζουμε από αρχειακά έγγραφα, πραγματοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου. Λαμβάνοντας υπόψη την πρακτική της εποχής εκείνης να βαπτίζονται τα νεογνά λίγες μόνο ημέρες μετά τη γέννησή τους, καθίσταται πιθανό και το ενδεχόμενο να γεννήθηκε μία εβδομάδα αργότερα, κατά το μήνα Οκτώβριο. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό της βάπτισής του, ως τόπος γέννησης του θεωρείται σήμερα με βεβαιότητα η ισπανική πόλη  Αλκαλά ντε Ενάρες, περίπου 30 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Μαδρίτης και ήταν οτέταρτος από τα συνολικά επτά παιδιά της οικογένειάς του. Τα νεανικά του χρόνια, για τα οποία διαθέτουμε ελάχιστες πληροφορίες, χαρακτηρίστηκαν από τις πολυάριθμες μετακινήσεις της οικογένειας σε διαφορετικές ισπανικές πόλεις. Τα παλαιότερα λογοτεχνικά έργα του χρονολογούνται το 1568, ενώ το πρώτο μυθιστόρημα του, Γαλάτεια, εκδόθηκε το 1585.

To 1569, ο Θερβάντες εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, για λόγους που μέχρι σήμερα παραμένουν ασαφείς. Σύμφωνα με ένα διαδεδομένο ισχυρισμό, η φυγή του συνδεόταν με ένα επισήμως καταγεγραμμένο περιστατικό, κατά το οποίο τραυματίστηκε ένας πολίτης ονόματι Αντόνιο ντι Σιγκούρα. Όπως βεβαιώνεται από επίσημο έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου του 1569, για την πράξη αυτή καταδικάστηκε ένας Ισπανός με το όνομα Μιγκέλ ντε Θερβάντες, ωστόσο δε θεωρείται βέβαιο πως επρόκειτο πράγματι για το γιο του Ροδρίγο ντε Θερβάντες από το Αλκαλά ντε Εναρέ. Η μετάβαση του στην Ιταλία ερμηνεύεται από ορισμένους βιογράφους του ως προσπάθεια φυγής του καταζητούμενου Θερβάντες, ωστόσο πιθανώς αποτέλεσε απλώς κοινή πρακτική με αυτή που ακολουθούσαν αρκετοί συμπατριώτες του, προκειμένου να προωθήσουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα προσέφερε τις υπηρεσίες του ως αυλάρχης στον οίκο του Τζούλιο Ακουαβίβα, μετέπειτα καρδινάλιου, στη Ρώμη, όπου είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με την πλούσια πολιτιστική παράδοση της πόλης, την αναγεννησιακή τέχνη, αλλά και με την ιταλική λογοτεχνία. Εκτιμάται ότι η θέση του θα μπορούσε να τού εξασφαλίσει την ανέλιξή του στην παπική Αυλή, ωστόσο την εγκατέλειψε έπειτα από περίπου δεκαπέντε μήνες και το 1570 ξεκίνησε να υπηρετεί στο πεζικό σώμα του ισπανικού στρατού στη Νάπολι, έδαφος που τότε βρισκόταν υπό ισπανική κατοχή. Το Σεπτέμβριο του 1571 υπηρέτησε ως υπαξιωματικός με το πολεμικό πλοίο Μαρκέσα που αποτελούσε τμήμα του μεγάλου στόλου υπό τις διαταγές του Δον Χουάν της Αυστρίας και πολέμησε νικηφόρα στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (ή Λεπάντο) στις 7 Οκτωβρίου, εναντίον του οθωμανικού στόλου, αμφισβητώντας για πρώτη φορά την κυριαρχία του στη Μεσόγειο. Σύμφωνα με ανεξάρτητες μαρτυρίες που διασώζονται, η στάση του Θερβάντες υπήρξε γενναία, αρνούμενος να περιοριστεί στα «μετόπισθεν» παρά το γεγονός πως ήταν προσβεβλημένος από πυρετό. Κατά τη διάρκεια της μάχης τραυματίστηκε δύο φορές στο στέρνο, ενώ ένας τρίτος τραυματισμός προκάλεσε μόνιμη βλάβη, αχρηστεύοντας το αριστερό του χέρι. Ο ίδιος, στον πρόλογο του δεύτερου μέρους του Δον Κιχώτη (1615) περιγράφει με υπερηφάνεια τη συμμετοχή του στη μάχη, την οποία χαρακτήρισε ως την πλέον ένδοξη των όσων είδαν ή θα δουν οι αιώνες. Στο δε Ταξίδι στον Παρνασσό (1614) υπαινισσόμενος την κατοπινή επιτυχία του πρώτου μέρους του Δον Κιχώτη (1605), αναφέρει ότι στη Ναύπακτο αχρηστεύτηκε το αριστερό του χέρι "προς δόξαν του δεξιού". H σοβαρότητα των τραυμάτων του φαίνεται από το γεγονός πως μετά το τέλος της μάχης παρέμεινε στο νοσοκομείο για περίπου έξι μήνες, μέχρι να επουλωθούν οι πληγές του.

Το 1572 επανήλθε στην υπηρεσία του ισπανικού στρατού στη Νάπολη και τα επόμενα τρία χρόνια συμμετείχε στις εκστρατείες της Κέρκυρας, του Ναυαρίνου και της Τύνιδας. Το Σεπτέμβριο του 1575, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής του στην Ισπανία, η γαλέρα με την οποία έπλεε δέχθηκε επίθεση από πειρατές και ο Θερβάντες συνελήφθη μαζί με τον αδελφό του Ροδρίγο και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στο Αλγέρι, όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια ως δούλος. Η αλληλογραφία που έφερε πάνω του πιθανότατα μεγέθυνε την αξία του στα μάτια των κυρίων του, γεγονός που ίσως συνέβαλε στην αύξηση του τιμήματος που έπρεπε να καταβληθεί για την απελευθέρωσή του και στην παράταση της παραμονής του στο Αλγέρι. Στη διάρκεια των πέντε ετών της αιχμαλωσίας του, επιχείρησε ανεπιτυχώς να δραπετεύσει τέσσερις φορές. Ανέκτησε τελικά την ελευθερία του, το Σεπτέμβριο του 1580, χάρη στη συνδρομή Τριαδιστών καλόγερων και της οικογένειάς του που κατάφεραν να συγκεντρώσουν το οικονομικό ποσό που απαιτούνταν. Αυτή η περιπετειώδης περίοδος της ζωής του αποτυπώθηκε μεταγενέστερα στο λογοτεχνικό έργο του, ειδικότερα στα θεατρικά έργα Τα κάτεργα του Αλγερίου (Los baños de Argel) και H ζωή στο Αλγέρι (El trato de Argel).

«…Ποτέ μην παρακαλάς για κάτι που έχεις τη δύναμη να το κερδίσεις…»


Επιστρέφοντας στην Ισπανία, ο Θερβάντες έζησε μία ζωή αρκετά διαφορετική από αυτή της προηγούμενης δεκαετίας, αντιμετωπίζοντας συχνά οικονομικά προβλήματα, πριν καθιερωθεί στο χώρο της λογοτεχνίας. Στα τέλη του 1584 παντρεύτηκε την, κατά είκοσι περίπου χρόνια νεότερή του, Καταλίνα ντε Σαλαθάρ ι Παλάθιος, ενώ νωρίτερα είχε ήδη αποκτήσει μία κόρη, την Ισαμπέλ ντε Σααβέδρα, καρπό της σχέσης του με την Άνα ντε Βιγιαφράνκα (ή Άνα Φράνκα ντε Ρόχας). Τον επόμενο χρόνο, εκδόθηκε το πρώτο λογοτεχνικό έργο του, με τίτλο Γαλάτεια (La Galatea), ένα ποιμενικό μυθιστόρημα που αφιέρωσε στον Ασκάνιο Κολόνα, πιστό φίλο τού Τζούλιο Ακουαβίβα, προσδοκώντας πιθανότατα στην αιγίδα του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Με την έκδοση του πρώτου βιβλίου του, ο Θερβάντες κατάφερε να αποκτήσει περιορισμένη φήμη, υποστηριζόμενος εν μέρει και από ένα στενό κύκλο λογοτεχνών, χωρίς ωστόσο να γνωρίσει την καταξίωση που θα ερχόταν αρκετά χρόνια αργότερα. Οι μοναδικές επανεκδόσεις της Γαλάτειας που τυπώθηκαν ενόσω ήταν εν ζωή, ήταν αυτές του 1590 και 1611, στη Λισαβώνα και το Παρίσι αντίστοιχα. Το 1585, υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με το θεατρικό επιχειρηματία Γκασπάρ ντε Πόρρας για τη συγγραφή δύο δραματικών έργων, ένα εκ των οποίων ονομάστηκε Η σύγχυση (La Confusa) και αποτελούσε κατά τον Θερβάντες το κορυφαίο έργο που έγραψε για το θέατρο. Όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, κατά την περίοδο αυτή ολοκλήρωσε περισσότερα από είκοσι θεατρικά έργα, από τα οποία όμως διασώθηκαν μόλις δύο τραγωδίες, Η πολιορκία της Νουμαντίας (El cerco de Numancia) και Η ζωή στο Αλγέρι (Los tratos de Argel), που χρονολογούνται στη δεκαετία του 1580. Ως δραματικός συγγραφέας, ο Θερβάντες δε διακρίθηκε, ούτε κατάφερε να αποκομίσει οικονομικά οφέλη, την ίδια περίοδο που δέσποζε η ισχυρή παρουσία του Λόπε ντε Βέγα, με καθοριστική συμβολή στο ισπανικό θέατρο και θεμελιωτής της comedia nueva.

Η αδυναμία του Θερβάντες να καταξιωθεί ως λογοτέχνης τον οδήγησε στην αναζήτηση διαφορετικής κατεύθυνσης και το 1587 διορίστηκε ως υπεύθυνος επισιτισμού και εφοδιασμού της ισπανικής αρμάδας, ενώ τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στη Σεβίλλη, που αποτελούσε σημαντικό οικονομικό κέντρο της Ισπανίας και μία από τις μεγαλύτερες Ευρωπαϊκές πόλεις της εποχής. Η οικονομική διαχείριση που επωμίστηκε επισκιάστηκε από καταχρήσεις, πιθανώς υπό το βάρος των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, για τις οποίες φυλακίστηκε το 1592 για δύο ημέρες στο Κάστρο ντελ Ρίο. Από το 1594 μέχρι το 1596, εργάστηκε ως φοροεισπράκτορας με έδρα την Ανδαλουσία, αντιμετωπίζοντας εκ νέου την κατηγορία της κατάχρησης, που τον οδήγησε σε νέα φυλάκιση, μέχρι τον Απρίλιο του 1598, αυτή τη φορά στη Σεβίλλη. Στον πρόλογο που συνόδευσε τον πρώτο τόμο τού Δον Κιχώτη, ο Θερβάντες αφήνει να εννοηθεί πως πιθανώς συνέλαβε την ιδέα του έργου κατά την περίοδο της φυλάκισής του.

Τον Ιανουάριο του 1605 εκδόθηκε το σημαντικότερο ίσως έργο του Θερβάντες, 0 ευφάνταστος ευπατρίδης Δον Κιχώτης της Μάντσα, γνωστό περισσότερο ως Δον Κιχώτης. Το μυθιστόρημα είχε αξιοσημείωτη επιτυχία και μέχρι το καλοκαίρι του ίδιου έτους είχαν τυπωθεί δύο εκδόσεις του στη Μαδρίτη και τη Λισαβόνα, καθώς και μία έκδοση στη Βαλένθια. O Θερβάντες είχε ήδη παραχωρήσει τα δικαιώματα εκμετάλλευσης του μυθιστορήματος στον Ισπανό εκδότη Φρανθίσκο ντε Ρόβλες, για άγνωστο χρηματικό ποσό, με αποτέλεσμα να μην επωφεληθεί οικονομικά από τη μεταγενέστερη επιτυχία και τις πολλαπλές εκδόσεις του. Σημαντική οικονομική ενίσχυση τού πρόσφεραν ο προστάτης του, Κόντε ντε Λεμός, και ο αρχιεπίσκοπος Τολέδου Μπερνάρδο ντε Σαντοβάλ ι Ρόχας. Ο Θερβάντες αφιέρωσε στον πρώτο ορισμένα από τα έργα του, μεταξύ αυτών και το δεύτερο μέρος του Δον Κιχώτη. Παρά το γεγονός πως άρχισε να αναγνωρίζεται στο λογοτεχνικό κόσμο σε αρκετά προχωρημένη ηλικία, η τελευταία περίοδος της ζωής του υπήρξε η πιο δημιουργική.

Το 1613 εκδόθηκαν οι Υποδειγματικές νουβέλες (Novelas ejemplares), μία σειρά διηγημάτων που συνιστούσαν την απαρχή της σύντομης αφήγησης στην καστιλλιάνικη λογοτεχνία. Στον πρόλογο της έκδοσης, ο Θερβάντες αποκάλυψε πως πρόθεσή του ήταν η συγγραφή διηγημάτων που να μην αποτελούν μεταφράσεις ή μεταφορές έργων ξένων δημιουργών, αναγνωρίζοντας πως ήταν ο πρώτος που έγραψε νουβέλες στη γλώσσα της Καστίλλης, τις οποίες ονόμασε «υποδειγματικές» για το διδακτικό χαρακτήρα τους. Ο χρόνος της συγγραφής τους δεν είναι γνωστός με βεβαιότητα. Τον επόμενο χρόνο εκδόθηκε το Ταξίδι στον Παρνασσό, ένα μακροσκελές αλληγορικό ποίημα, στον πρόλογο του οποίου ξεχωρίζει η ομολογία του Θερβάντες σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στο είδος της ποίησης. Το 1615 εκδόθηκαν οκτώ θεατρικά έργα του, γνωστά ως οι Οκτώ κωμωδίες (Ocho comedias, y ocho entremeses nuevos), συνοδευόμενα από ισάριθμα κωμικά ιντερμέτζα, σύντομα μέρη που απαγγέλλονταν συνήθως στα διαλείμματα των θεατρικών πράξεων. Η έκδοσή τους συνδέεται πιθανώς με το γεγονός πως δεν υπήρξε ενδιαφέρον ώστε να παρουσιαστούν σε θεατρικές σκηνές. Από το 1614 θα πρέπει να ξεκίνησε και η συγγραφή του δεύτερου μέρους του Δον Κιχώτη. Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους εκδόθηκε μία πλαστή έκδοσή του, από τον Αλόνσο Φερνάντεθ ντε Αβεγιανέδα (Alonso Fernández de Avellaneda), γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του Θερβάντες, η οποία μάλιστα εκδηλώθηκε στον πρόλογο της πραγματικής έκδοσης του έργου (1615). Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ακολούθησαν ανατυπώσεις του στις Βρυξέλλες, στη Βαλένθια και στη Λισαβόνα, ενώ οι πρώτες μεταφράσεις του ολοκληρώθηκαν το 1618 και το 1620, στη Γαλλική και Αγγλική γλώσσα αντίστοιχα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε μια γειτονιά της ισπανικής πρωτεύουσας που σήμερα ονομάζεται Μπάριο δε λας Λέτρας (Συνοικία των Γραμμάτων). Ο Θερβάντες πέθανε στις 22 Απριλίου του 1616. Η 23η Απριλίου ήταν η ημερομηνία της ταφής του, όπως βεβαιώνεται από το πιστοποιητικό έγγραφο της εποχής.

Ο Θερβάντες ενταφιάστηκε στη συνοικία όπου διέμενε, στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Ο τάφος του, ωστόσο, «χάθηκε» λόγω των εργασιών επέκτασης και συντήρησης της εκκλησίας και του γειτονικού μοναστηριού. Επί πολλά χρόνια, ήταν σχεδόν αδύνατο να γίνουν έρευνες στα τυφλά στον χώρο αυτό, ο οποίος κατοικείται ακόμη από μοναχές. Η εκκλησία χαρακτηρίστηκε μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της Μαδρίτης το 1921.

Στις 17 Μαρτίου του 2015 ανακοινώθηκε επίσημα πως εντοπίστηκε ο  τάφος του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, μέσα σε κρύπτη σε μοναστήρι στο κέντρο της Μαδρίτης, και την πληροφορία αυτή επιβεβαίωσαν Ισπανοί επιστήμονες. Όπως ανακοίνωσαν, ο τάφος περιείχε οστά του συγγραφέα του Δον Κιχώτη, αλλά και της συζύγου του.

 «Το να είσαι έτοιμος είναι η μισή νίκη!» Μιγκέλ Ντε Θερβάντες

ΠΗΓΕΣ :

Wikipedia.gr

Sanshmera.gr

Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Η Μονομαχία*…στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Δυο άνδρες…

Μια χώρα μακρινή…

Μια σύγκρουση, μια έχθρα, μια διαφορά, ένας κώδικας τιμής!

Και στο τέλος τι; Μια μονομαχία!

Γυρίζουμε το χρόνο πίσω στα χρόνια που οι διάφορες, οι αψιμαχίες, η Τιμή, λύνονταν με μονομαχίες. Μια παράλογη φύση συγκρούσεων που όμως ήταν ιδιαίτερα γνωστή ακόμα και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.  Οι άνθρωποι και βασικά οι άνδρες έλυναν τις όποιες διαφορές που δεν μπορούσαν με τον διάλογο με αυτήν την παράλογη πράξη ισχύος, δύναμης και οδυνηρού αποτελέσματος. Ένας από τους δύο μονομάχους θα ήταν ο νικητής και ο ηττημένος θα ήταν και ο νεκρός.

Στο πολύ ιδιαίτερο και υπέροχο βιβλίο της Ines Viegas Oliveira παρακολουθούμε μια μονομαχία, δύο ανδρών φυσικά, από την στιγμή που έχουν γυρίσει τις πλάτες τους ο ένας προς τον άλλο, και ξεκινούν να μετράνε βήματα μέχρι την απόσταση που έχουν συμφωνήσει για να πυροβολήσουν.  

Μόλις λοιπόν αρχίζουν να απομακρύνονται, ο ένας από τους δύο, ο αφηγητής, μονολογεί και μας αποκαλύπτει τις «τελευταίες  του σκέψεις. Είναι αυτός που δεν θα μάθουμε ποτέ την ταυτότητα του, αλλά μας κάνει γνωστό το όνομα του αντιπάλου του. Σαν να γράφει μια επιστολή, απευθυνόμενος στον «εξοχότατο κύριο Ροντέν Ροστόφ». Βήμα βήμα, οι λέξεις και οι σκέψεις. Ένας μονόλογος συναισθημάτων, μικρών αληθειών, και σκέψεων λίγο πριν το τέλος ή μήπως λίγο πριν την μεγάλη ανατροπή;

Ίσως πραγματικά κανείς από τους δύο δεν ήθελε να μονομαχήσει. Όμως για λόγους τιμής και αφού έτσι έπρεπε να γίνει, η διαδικασία ξεκίνησε. Αντίστροφη μέτρηση και σκέψεις που αποκαλύπτονται σε μας μέσω της γραφής και των εικόνων.  Σαν μια ταινία η ζωή του αφηγητή. Λόγος λιτός και πολλές εικόνες που η ίδια η συγγραφέας έχει εικονογραφήσει.  Μαζί με τον αφηγητή περπατάμε και απομακρυνόμαστε μέσα στον κόσμο του  που ενώ ξεκινάει μαυρόασπρος,  αρχίζει να χρωματίζεται, να εξελίσσεται, να ομορφαίνει και να ωριμάζει. Όπλα παρατεταμένα που όμως δεν είναι πια τόσο απειλητικά όσο προχωρούν τα βήματα και οι σελίδες γίνονται πολύχρωμες εικόνες της ίδιας ζωής.

Σκέψεις όπως: «Κύριε Ροστόφ άραγε έχετε δοκιμάσει να μπείτε στα παπούτσια κάποιου άλλου, μόνο και μόνο για να ανακαλύψετε πως σας πέφτουν κάπως φαρδιά ή υπερβολικά στενά; »

Ο κόσμος και οι σκέψεις γεμίζουν εικόνες ηρεμίας, ειρήνης, χαράς και διασκέδασης. Και ξαφνικά ο αφηγητής αναρωτιέται πόσα βήματα να έχει κάνει. Πόσες ώρες έχουν περάσει από την στιγμή που ξεκίνησε να περπατά αντίστροφα. Και μαζί του εμείς βλέπουμε ολοένα ο αρχικός σκοπός και στόχος να απομακρύνονται. Οι εικόνες μαγεύουν τον αναγνώστη και η αφήγηση με λόγια σχεδόν σταματάει. Μικρές λέξεις, μεγάλες σκέψεις, μοναδικές εικόνες.

Βήματα προς την ελευθέρια, την ομορφιά, την συνειδητοποίηση του νοήματος της ζωής.

Ένα βιβλίο για πολέμους και συγκρούσεις, μα, πάνω απ’ όλα, για την ειρήνη. Ένα βιβλίο που σε παροτρύνει να σκεφτείς το αληθινό νόημα της ζωής. Να νιώσεις την ελευθερία, και να μυήσεις ακόμα και τον αντίπαλό σου στην έννοια της ομορφιάς, της ηρεμίας, της ελευθερίας και της ειρήνης.

Ένα διηλικιακό βιβλίο, αρκετά φιλοσοφημένο που δεν έχει σκοπό του να  διδάξει αλλά να αφυπνίσει συνειδήσεις και να δημιουργήσει σκέψεις για την αξία, την ομορφιά και την ποιότητα της ζήσης μας. Είναι γεμάτο συμβολισμούς το βιβλίο της Ines Viegas Oliveira.  Χρησιμοποιώντας την αλληγορία είναι σαν να μας περιγράφει την πορεία προς την ενηλικίωση του ανθρώπου, που χρειάζεται να «περπατήσει» πολύ μέχρι να ωριμάσει, να επιλέξει, να αποφασίσει ποιος είναι και τι θέλει να κάνει στη ζωή του.

Το βιβλίο επίσης  παρουσιάζει το υπερεκτιμημένο «Εγώ» και την παράλογη απόφασή τους να λύσουν τις διαφορές τους με τόσο βίαιο τρόπο, και στη συνέχεια  να μην θυμούνται την αρχική αιτία της σύγκρουσης ( τουλάχιστον ο αφηγητής όπως μας τα περιγράφει). Η ιστορία αυτή πέρα όλων των θεμάτων και μηνυμάτων που εμπεριέχει είναι ένα  λογοτεχνικά άρτιο κείμενο, με φιλοσοφική υπόσταση και αφηγηματική απλότητα.

Στέκομαι λίγο παραπάνω στην εικονογράφησή του από την ίδια την συγγραφέα, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, που διαμορφώνει το νόημα της ιστορίας μέσα από σιωπή, χώρο και συμβολισμό. Στην αρχή υπάρχει απόσταση, μεγάλη σιωπή και μονοχρωματισμός κι όσο προχωράμε στην αφήγηση και τις σελίδες οι φιγούρες πολλαπλασιάζονται , συνεχίζουν και είναι απλοποιημένες, ανώνυμες, χωρίς έντονα ατομικά χαρακτηριστικά. Η παλέτα της Ines, είναι περιορισμένη και συγκρατημένη, υποστηρίζει τη σιωπή και τον στοχασμό, είναι ποιητική, μινιμαλιστική αλλά ταυτόχρονα εντυπωσιακή με έντονη συναισθηματική επίδραση.

Ένα βιβλίο που θα προκαλέσει και τον ενήλικο αναγνώστη να το διαβάσει και να το ερμηνεύσει με τις δικές του εμπειρίες.

Η μετάφραση του βιβλίου έγινε από τις Ελένη Βλάχου και Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη.

 

Έχει λάβει πλήθος Βραβείων και αναγνωρίσεων όπως :

  • Βραβείο Bissaya Barreto Award for Children’s Literature 2024 (νικητής)
  • 100 Outstanding Picturebooks (dPICTUS), Bologna Children’s Book Fair, 2023 (επιλεγμένο έργο)
  • Bologna Children’s Book Fair Illustrators Exhibition, 2023 (επιλεγμένο έργο)
  • BRAW Amazing Bookshelf – 15 years of Opera Prima (επιλεγμένο έργο)
  • Βραβείο Bookcity για διεθνές εικονογραφημένο βιβλίο, Νότια Κορέα, 2023
  • Portuguese Illustration Prize, 2023 (νικητής)
  • Λίστα White Ravens, 2023
  • Υποψήφιο για βραβείο Best book for young readers, SPA Authors Awards 2023
  • Portuguese National Reading Plan (προτεινόμενο)
  • Συμπεριλήφθηκε στην Χρυσή λίστα του elniplex 2026

*Η Μονομαχία, Ines Viegas Oliveira,εκδόσεις Πουά : https://pouabooks.gr/proionta/biblia/paidika/h-monomaxia/

 

 

 

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Είκοσι χρόνια, γιαγιά Ελένη, είκοσι!

 

Η γιαγιά Ελένη ….

Η αγαπημένη μου γιαγιά Ελένη….

Συναπαντήματα που λέμε εμείς στην Κρήτη έχουμε τούτες οι μέρες. Ισως για αυτό θυμάμαι τόσο πολύ τα περασμένα...

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα 14 τ΄Απρίλη.

Ήρθα χθες βράδυ από την μαγική της αυλή και ένιωσα σαν να ήταν ακόμα εκεί...

Πως καθόταν σε εκείνη την πολυθρόνα της κι είχε το πουγκί με τα κουβάρια της πάνω στην ποδιά της. Το ένα δάκτυλο σηκωμένο για την κλωστή και με αλλα δυο να βουτά ασταμάτητα το βελονάκι, να πλέκει και να φτιάχνει μέτρα ολόκληρα με «τραντέδες». 



Τα κόκκινα γεράνια, τα σκυλάκια, οι πιπερίτσες και τα «δάκρυα» σαν να ζωντανέψανε και πάλι στις γλάστρες. Αλλά τα πιο αγαπημένα της ήταν τα γαρούφαλλα που μοσχομύριζε ο τόπος μόλις βασίλευε ο ήλιος. Γλυκό πελτέ που το φτιάχνε στα μεγάλα αλουμινένια ταψιά, σα να σηκώθηκε να μου βάλει στο κρυστάλλινο μικρό πιατάκι της μάνας της, της προγιαγιάς μου της Χρυσάνθης. Κι ένα ποτήρι «κρυγιό» νερό από το βρυσάκι που κρεμόταν πάνω από τον νεροχύτη τον πέτρινο. Κι ύστερα με κέρασε εκείνο το χαμόγελο που τα σαν να μου ΄κανε νόημα να ανέβουμε στην μοναδική κι ανεπανάληπτη «Απάνω κουζίνα» της, να στήσει τηγάνι για εκείνες τις λεμονάτες τηγανητές πατάτες που έχω να γευτώ κοντά είκοσι χρόνια…

Κι όση ώρα κρατούσε την κουτάλα κι ανακάτευε λίγο πριν κοκκινήσουν να σκαρφίζεται ιστορίες για να πει. Στον καλό καναπέ καθόμασταν, τον είχε μόνο για τις σκόλες και αν ερχότανε καμμιά «ξένη» γυναίκα κι εγώ περίμενα, μετά από τέτοια τιμή, να ξεκινήσουμε τα παραμύθια. Αληθινές ιστορίες μου λέγε συχνά, από τα χρόνια τα δύσκολα, για τον παππού το Γρηγόρη, τον μεγάλο της έρωτα! Κοιτούσε την φωτογραφία του κι όλο δάκρυζε …

Κι εγώ  είχα καρφωμένα τα μάτια του στα απέναντι ντουλάπια τα τεράστια που σαν τα άνοιγες έβλεπες το παλιό της τζάκι. Εκεί μέσα είχαν γεννηθεί όλα μου τα καλικαντζαράκια που αργότερα τα έβαλα στα δικά μου παραμύθια και που για χρόνια πίστευα πως εκεί και μόνο εκεί κρύβονταν κάθε χρόνο  μέχρι να έρθουν τα επόμενα Χριστούγεννα…

Σήμερα τις θύμισες τις είχε σκεπάσει πιο πολύ απ’ όλα η μυρωδιά από τις βρούβες της που βράζανε στο μεγάλο τσουκάλι και ΄φτανε το «άρωμα» τους ίσαμε το Σχολείο και του κυρ Μπάμπη το καφενείο. Σαν να την είδα ολοζώντανη με ένα βαθύ πιάτο στο ένα της χέρι, γεμάτο χορταρικά να κατευθύνεται στο σπίτι μας :«-Για τη μυρωδιά!», όπως έλεγε…

Στην «Απάνω Κουζίνα» της γιαγιάς σήμερα είναι το εργαστήριο του Κωστή, του εγγονιού της.

Ίσως για αυτό λατρεύω αυτόν τον χώρο…

Ίσως κάπου εκεί να τη συναντά η ψυχή μου και γι αυτό γαληνεύω κάθε φορά που περνώ το κατώφλι του εργαστηρίου...

Ανέβηκα με τα πόδια στην Αγορά, την παλιά των Αρχανών...Από το σοκάκι, δίπλα στο Ζελίτα του Γρηγόρη μας, να ξαναδώ τον τοίχο που φτιάξε το πορτραίτο της ο Κωστής μας, πριν τέσσερα χρόνια...

Να ξαναδώ την αρχοντιά, την φινέτσα, την δική μου γιαγιά χρωματιστή, χαρούμενη και αγέρωχη να με κοιτά στα μάτια.

Ξέρεις γιαγιά, το τελευταίο μου βιβλίο η Αγαπώ, το ξωτικό της Αγάπης, είναι αφιερωμένο στην μαμά μου, την κόρη σου, και σένα :


{Στη γιαγια Ελένη, που ήταν δυο φορές μαμά μου και μου έμαθε να αγαπώ όλα τα ζωντανά, τα ξωτικά, τις νεράιδες και τα παραμύθια.}

Είκοσι χρόνια, γιαγιά Ελένη, είκοσι!



 

 

 

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Μια Μεγαλοβδομάδα, μια φορά κι έναν καιρό!


Της Ελένης Μπετεινάκη

Σε ένα κομμάτι χασαπόχαρτο ήταν γραμμένο με ανορθόγραφες  λέξεις όλο το πρόγραμμα.

Μεγάλη Δευτέρα ασπρίζαμε τα πεζοδρόμια και τις γλάστρες. Όλοι στο πόδι από το χάραμα. Ένας μεγάλος κουβάς με  ασβέστη και ταβανόβουρτσες, μικρότερα πινέλα για μας τα παιδιά, και στην αυλή γινόταν ο χαμός. Βάφαμε τις ντενέκες  από φέτα που ΄χε φυτέψει τα γεράνια της με ροζ, γαλάζιο και κόκκινο χρώμα. Να ζωντανέψει η αυλή…  Και το βράδυ σαν τελειώναμε, κατάκοποι  όλοι καθόμασταν στην γωνιά της Κάτω κουζίνας, σαν τα κλωσόπουλα γύρω της, και μας διάβαζε  το πολύτιμο χαρτί της και μοίραζε τις δουλειές για τις επόμενες μέρες. Χόρτα φρέσκα που έβραζαν μύριζε ο αέρας , που μπερδευόταν με τους λεμονανθούς και τούτο το παράξενο άρωμα με συντροφεύει  ίσαμε σήμερα …


Μεγάλη Τρίτη
ήταν η σειρά για τα τσουρεκάκια. Ο φούρνος άναβε από το ξημέρωμα, ξύλα, λαμαρίνες και μυρωδιά βουτύρου, από τον καλό, να μην ξεχνιόμαστε …παντού. Πρώτα της θείας  της Αγλαΐας με πλεξούδες όλα για να ΄χουν τη σωστή εμφάνιση στο τρατάρισμα. Ύστερα της Μαρίκας, της Βαγγελιώς,της Ριρίκας και στο τέλος τα δικά μας, της μάνας μου, γιατί ήταν η μοναχοκόρη της. Μια παλιά πόρτα ξύλινη χρησίμευε σαν σοφράς και με χιράμια, σεντόνια και κουβέρτες τα σκεπάζαμε. Εμείς κάναμε την καλλιτεχνική δουλειά … Περνούσαμε  το αυγό από πάνω τους να ροδοκοκκινίσουν σαν ψήνονταν. Και είχαν  σειρά στις μυρωδιές εκτός από τον βούτυρο που σου ΄σπαγε τη μύτη, η αμμωνία και η βανίλια σε μικρά μπουκαλάκια, που τις επόμενες μέρες  θα γινόταν τα μπιμπερό για το γάλα στην κούκλα μου, τη Ροζέτα, την μία και μοναδική μου!

Μεγάλη Τετάρτη, μέρα για τις κουλούρες, με προζύμι τις έφτιαχνε. Ώρες περιμέναμε να ανέβουν και ρίχναμε κλεφτές ματιές να δούμε αν φούσκωναν… Πως θυμάμαι εκείνα τα χέρια να δουλεύουν κιλά το αλεύρι, δύσκολο,  με σηκωμένα τα μανίκια  ίσαμε ψηλά και τα μαλλιά της μαζεμένα σε ένα δίχτυ μην πέσει καμιά τρίχα κι έχουμε κακά ξεμπερδέματα. Όλοι ήταν πάλι εκεί, θείες , ξαδέλφια, ανίψια και  περιμέναμε πως και πως την δική μας την Κουκουναρά. Έβαφε αυγά με παντζάρια, μόνο για τούτα τα ψωμιά και τα υπόλοιπα τα άφηνε για την επόμενη μέρα που ΄χαν την τιμητική τους. Θυμάμαι μια κότα που όλο μπερδευόταν στα πόδια μας, κακαρίζοντας και ψάχνοντας κομματάκια  από τη ζύμη που έπεφτε. Μια φορά την τάισα όσα φύλλα από  τα παντζάρια έμειναν και στο νερό της έβαλα το ζωμό από το τσουκάλι, λίγο όσο μπορούσα να ξεκλέψω  χωρίς να με δουν. Πίστευα πως έτσι θα γεννούσε κόκκινα τα αυγά την άλλη μέρα και δεν θα παιδευόμασταν με το βάψιμο…

Όμως ποτέ δεν συνέβη αυτό κι έτσι την Μεγάλη Πέμπτη, μέρα της Σταύρωσης, έπρεπε να μαζέψουμε φυλλαράκια από μαϊντανό, σέλινο κι αρμπαρόριζα και τα σχισμένα καλσόν της μαμάς για τα αυγά με τις παράξενες αποτυπώσεις. Το βράδυ παγαίναμε όλοι να ακούσουμε  τα δώδεκα ευαγγέλια και να συντροφεύσουμε την πομπή που κατέβαζε όλα τα ιερά, ακόμα και την Ανάσταση από τον  Άγιο Νικόλαο στην Παναγία, τη γειτονική εκκλησιά κι έτσι οριστικά πια τέλειωνε ο χειμώνας με τούτο το τελετουργικό κι έμπαινε η Άνοιξη και το Καλοκαιράκι.

Την Μεγάλη Παρασκευή αμέσως μετά το στόλισμα του επιταφίου, ξεκινούσαμε να  φτιάχνουμε καλιτσούνια, ίσαμε  αργά το απόγευμα, λίγο πριν την  ώρα που ακουγόταν το «Ω γλυκύ μου Έαρ». Πως τα κατάφερνε και τελείωνε πάντα την σωστή ώρα, ποτέ δεν καταλάβα… Στολιζόταν κι έτρεχε να προλάβει το στασίδι της στην εκκλησιά, να μην χάσει το θρήνο, να θυμηθεί κι εκείνη τα δικά της…

Και το Μεγάλο Σάββατο από νωρίς μας φίλευε τα γλυκίσματα, κρυφά από τη μαμά. Εκείνη μας νήστευε, όμως η γιαγιά ήθελε να ξέρει αν πετύχανε όλα της τα καλούδια και δεν λογάριαζε κανέναν. Αμέσως μετά την πρώτη Ανάσταση. Εκεί γύρω στις 10.00 το πρωί…

Την Κυριακή του Πάσχα ο μεγάλος φούρνος της «Απάνω Κουζίνας» άναβε το ξημέρωμα. Γαρδούμια τυλιγμένα και αρνί γάλακτος με τις τεράστιες κυδωνάτες πατάτες ήταν η σπεσιαλιτέ της μέρας. Κι ήταν η μόνη φορά που καταδεχότανε να φάει μαζί μας, στο μεγάλο σαλόνι υπό τον όρο όλα να εχουν τελειώσει πριν τις τέσσερις το μεσημέρι γιατί η δεύτερη Ανάσταση στο προαύλιο της Παναγίας μας ήταν υποχρεωτική για όλους. Εκεί για πρώτη φορά φορούσαμε τα καινούργια ρούχα και τα πέδιλα κι έτσι ξεκινούσε η «σωστή» εποχή, όπως έλεγε. Στην καλή της τσάντα έκρυβε πάντα δυο αυγά, δυο τσουρέκια και καλιτσούνια να τα φάμε μόλις πει ο παπάς ξανά το «Χριστός Ανέστη»! 

Στην «Απάνω Κουζίνα» της γιαγιάς σήμερα είναι το εργαστήριο του Κωστή, του εγγονιού της.

Ίσως για αυτό λατρεύω αυτόν τον χώρο…

Ίσως κάπου εκεί να τη συναντά η ψυχή μου..

(Στην Γιαγιά μου, την Ελένη, που ΄φύγε κάποτε πριν είκοσι χρόνια κι ήταν Πάσχα!)

 

ΠΗΓΗ:

Λόγια του Αέρα, Ελένη Μπετεινάκη, υπό έκδοση

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 19 Απριλίου 2022 :https://www.patris.gr

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Kόκκινο είναι το χρώμα της χαράς … κόκκινα και τα αυγά της Μεγάλης Πέμπτης!



Της Ελένης Μπετεινάκη

Μια παράδοση αιώνων σε όλο σχεδόν τον κόσμο είναι το βάψιμο των αυγών. Την Μεγάλη Πέμπτη είναι το κατ’ εξοχήν έθιμο που κυριαρχεί. Το επικρατέστερο χρώμα είναι το κόκκινο, γιατί  είναι το χρώμα της χαράς, της Ανάστασης, της ελπίδας, της Αναγέννησης  αλλά και της αποτροπής. Σχέδια, τρόποι βαψίματος και μύθοι για την επικράτηση αυτής της παράδοσης υπάρχουν αρκετά.
 Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, το Πάσχα βάφουμε κόκκινα αβγά επειδή συμβολίζουν το αίμα του Χριστού που έδωσε για τη σωτηρία του κόσμου.

Υπάρχει ένας μύθος που λέει πως μια μέρα μετά την Ανάσταση του Χριστού, η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε στον Τιβέριο Καίσαρα και του ανακοίνωσε ότι αναστήθηκε ο Κύριος και ότι ακριβώς  συνέβη. Δίπλα τους εκείνη τη στιγμή υπήρχε ένας άνθρωπος που κρατούσε ένα καλάθι με αυγά. Ο  Καίσαρας έδειξε απορημένος και είπε στη Μαγδαληνή ότι, εάν αυτό που λέει, είναι αλήθεια, τότε τα αβγά, από άσπρα που είναι, να γίνουν κόκκινα. Έτσι κι έγινε  και ο Καίσαρας έμεινε άναυδος.
Στην Ελλάδα πάλι και συγκεκριμένα στην Κέρκυρα λένε πως, όταν αναστήθηκε ο Χριστός, πρώτα πρώτα το άκουσαν κάτι αυγά. Αμέσως άρχισαν την τρεχάλα να το διαδώσουν παντού. Από το πολύ το τρέξιμο έγιναν κατακόκκινα!
Σε ότι αφορά το κόκκινο χρώμα λένε πάλι πως όταν ο Χριστός ήταν πάνω στο Σταυρό και τρυπήθηκε στο πλευρό από τον στρατιώτη που ήθελε να επιβεβαιώσει τον θάνατό του, έπεσαν σταγόνες αίματος στην γη κι όλα τα λουλούδια που ήταν κάτω έγιναν κόκκινα κι έτσι πήραν το χρώμα τους οι παπαρούνες!Ή πως η Παναγία πήρε ένα καλάθι αυγά και τα πρόσφερε στους φρουρούς Του Υιού της, ικετεύοντάς τους να του φέρονται καλά! Όταν τα δάκρυά της έπεσαν πάνω στα αυγά, αυτά βάφτηκαν κόκκινα.
Λένε ακόμα πως το αυγό συμβολίζει τον τάφο του Χριστού που ήταν ερμητικά κλειστός , όπως το περίβλημα του αυγού , αλλά έκρυβε μέσα του τη «Ζωή», αφού από αυτόν βγήκε ο Χριστός και αναστήθηκε!
Το αυγό, πανάρχαιο σύμβολο της γένεσης του κόσμου, της γέννησης της ζωής, το συναντάμε σε πολλές λατρείες, τόσο πρωτόγονες, όσο και περισσότερο εξελιγμένες.
Είναι στη λαϊκή και μυθολογική φαντασία το σύμβολο της ζωής .Έχει μέσα του δύναμη ζωική και πίστευαν πως μπορούσε να την μεταδώσει στους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά. Μερικοί υποθέτουν ότι τα κόκκινα αυγά του Πάσχα, διαδόθηκαν στην Ευρώπη, την Ασία και την Κίνα από ένα έθιμο των Καλανδών κι άλλοι θεωρούν αρχική κοιτίδα τους την Αίγυπτο.
Στη νύχτα του κόσμου ένα αυγό άνοιξε στα δύο και από μέσα του βγήκε ο κόσμος, διηγούνται οι Πέρσες. Στο έπος των Φιλανδών «Καλεβάλα», το αυγό που περιείχε τον κόσμο, έπεσε από τον ουρανό στην αγκαλιά της μάνας των νερών. Αλλού, το κοσμικό αυγό γονιμοποιείται από τον ήλιο, και στην αρχαία Αίγυπτο, το αυγό, ως Λόγος Δημιουργός, ταξιδεύει στην προαιώνια θάλασσα.
Στην Κίνα συνηθίζονταν οι προσφορές αυγών την Άνοιξη για γονιμότητα και αναγέννηση. Στην πανάρχαια Ουρ της Μεσοποταμίας, προσφέρανε αυγά στους νεκρούς.
Στην ελληνική αρχαιότητα αποθέτανε αυγά στα χέρια ειδωλίων του Διονύσου ως σύμβολα αναγέννησης.
Στην ελληνική μυθολογία η Λήδα, από την ένωσή της με τον Δία, γέννησε ένα αυγό από όπου αναδύθηκαν οι Διόσκουροι.
Στους Εβραίους, τα αυγά ήταν τροφή πένθους. Τροφή που δεν είχε ολοκληρωθεί ως ζωή.
Στα λαϊκά παραμύθια, μέσα σε ένα αυγό, καλά φυλαγμένο, κρύβεται η ζωή ενός γίγαντα ή ήρωα.
Τα χρωματιστά αυγά και ιδιαίτερα τα κόκκινα μνημονεύονται για γιορταστικούς σκοπούς, στην Κίνα ήδη από τον 5ο αιώνα και στην Αίγυπτο από το 10ο.
Το 17ο αιώνα τα βρίσκουμε τόσο στους Χριστιανούς όσο και στους Μωαμεθανούς (Μεσοποταμία, Συρία).
Στο Μεσαίωνα, βάφονταν αυγά για να δοθούν σαν δώρα το Πάσχα.
Κατά τον 17ο αιώνα, ο Πάπας Παύλος ο 5ος ευλόγησε το ταπεινό αυγό με μια δέηση: "Ευλόγησε Ύψιστε το δικό σου αυτό δημιούργημα, το αυγό, το οποίο μπορεί να γίνει μια ευεργετική τροφή των δικών σου πιστών τρώγοντας και ευγνωμονώντας Σε, ένεκεν της Ανάστασης του Κυρίου μας".
Κόκκινες βελέντζες και κόκκινα μαντίλια κρεμούσαν τη Μεγάλη Πέμπτη στην Καστοριά οι γυναίκες για το καλό.
Κόκκινο πανί έβαφαν μαζί με τα αυγά τους στη Μεσημβρία και το κρεμούσαν στο παράθυρο για σαράντα μέρες, για να μην τους πιάνει το μάτι.
Το βάψιμο των αυγών γινόταν τη Μεγάλη Πέμπτη γι αυτό και τη λέγαν Κόκκινη Πέφτη ή Κοκκινοπέφτη.
Παλιότερα το συνήθιζαν κι αποβραδίς, πάντοτε τα μεσάνυχτα, με το ξεκίνημα της νέας μέρας. Καινούρια πρέπει να ήταν η κατσαρόλα που θα έβαφαν τα αυγά και ο αριθμός τους ορισμένος και τη μπογιά τη φύλαγαν σαράντα μέρες και δεν την έχυναν, ακόμα και τότε, έξω από το σπίτι. Τα χρώματα για τα αυγά τα έφτιαχναν από διάφορα φυτά:
Από φλούδες κρεμμυδιών γινόταν το μελί, από άχυρο ή από φύλλα αμυγδαλιάς το κίτρινο, το ανοικτό κόκκινο από παπαρούνες, από μαϊντανό πράσινο, από ζαφορά το κίτρινο και από βιολέτες το μοβ. Επίσης για το βάψιμο των αυγών χρησιμοποιούσαν το βάρτζι, ένα είδος κόκκινου ξύλου. Το κόκκινο όμως χρώμα ήταν και είναι πάντα το πιο αγαπημένο χρώμα για τα Πασχαλινά αυγά.
Τα παλιότερα χρόνια διάλεγαν φύλλα από φυτά και λουλούδια και έβαζαν από ένα πάνω σε κάθε αυγό. Στη συνέχεια, τύλιγαν τριγύρω μια παλιά κάλτσα, την οποία στερέωναν με μια κλωστή και έβαφαν τα Πασχαλινά αυγά.
Το πρώτο αυγό που έβαφαν ήταν της Παναγίας και το έβαζαν στο εικονοστάσι. Με αυτό σταύρωναν τα παιδιά από το κακό το μάτι.
Σε μερικά μέρη έβαζαν σε ένα κουτάκι τόσα αυγά όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας και τα πήγαιναν το βράδυ στην εκκλησία, για να διαβαστούν στα 12 Ευαγγέλια. Τα άφηναν κάτω από την Αγία Τράπεζα ως την Ανάσταση και τότε καθεμιά έπαιρνε τα δικά της. Αυτά τα αυγά ήταν "ευαγγελισμένα" και τα τσόφλια τους τα παράχωναν στους κήπους και τις ρίζες των δέντρων για να καρπίσουν. Παρόμοια τύχη είχαν και τα αυγά που έκαναν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη. Άμα η κότα ήταν μαύρη, ακόμα καλύτερα. Είχαν θαυμαστές ιδιότητες και μπορούσαν να διώξουν κάθε κακό. Τα αυγά τα Μεγαλοπεφτιάτικα  περνούσαν τον πονόλαιμο, φύλαγαν το αμπέλι από το χαλάζι, έδιωχναν μακριά το σκαθάρι.
Οι γυναίκες και τα κορίτσια στόλιζαν τα αυγά, τα "έγραφαν", τα "κεντούσαν". Πάνω στα άσπρα αυγά έγραφαν με λειωμένο κερί ευχές, σχεδίαζαν σκηνές από τη ζωή του Χριστού, πουλιά κ.ά. Έριχναν μετά τα αυγά στην κόκκινη μπογιά και μέχρι να λειώσει το κερί έμεναν τα γράμματα και τα σχέδια άσπρα. Τα "ξομπλωτά" ή "κεντημένα" αυγά, που τα λέγαν στη Μακεδονία και "πέρδικες", μια και συχνά είχαν πάνω τους πουλιά, ή ίσως και γιατί ξεχώριζαν, όπως κι οι πέρδικες, για την ομορφιά τους, θύμιζαν συχνά μικρογραφίες. Το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο. Αυτά έστελναν δώρο οι αρραβωνιασμένες στο γαμπρό και οι βαφτισιμιές στους νονούς και τις νονές τους, σε όλα τα αγαπημένα πρόσωπα. Άλλοτε πάλι τα κορίτσια πρόσθεταν στα αυγά φτερά από χρωματιστό χαρτί, ουρά και μύτη από ζυμάρι και τα κρεμούσαν στο ταβάνι, έτοιμα να πετάξουν.


Ακούστε όλες τις παραδόσεις και τα έθιμα : Εδώ!

ΠΗΓΕΣ :
Έθιμα του Πάσχα - ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ - ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ
Αρχείο 10ου Νηπιαγωγείου Ηρακλείου
Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, Γ.Α. Μέγα., εκδ. ΕΣΤΙΑ