Το παραμύθι της βροχής

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει… στα Παραμύθια του Σαββάτου!


Με αφορμή την 20η Ιουλίου 1974!

Πενήντα δύο χρόνια έχουν περάσει…

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Πόσα όνειρα μας μικρά ή μεγάλα πραγματοποιούνται; Ή πόσα απ’ αυτά θέλουμε εμείς να πραγματοποιήσουμε; Το αγόρι της ιστορίας του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και Ανδρέα Κώστα, με πείσμα, θάρρος κι επιμονή αποφάσισε να ακολουθήσει το δικό του: Να περπατήσει όλο του νησί κατά μήκος της ακτογραμμής, γύρω γύρω. Στη διαδρομή του συνάντησε ένα κορίτσι. Ίσως να ήταν τ όνομά του, Μνήμη. Της είπε τ΄όνειρό του. Κι εκείνη αποκρίθηκε με όσα της ορμήνευε η γιαγιά της:

«Στα ονειράματα της αμμουθκιάς, βλέπουμε πράγματα που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν»

Κι ύστερα τον ακολούθησε κι άρχισε να του λέει μια ιστορία! Για ένα κήπο γεμάτο λουλούδια και  δέντρα δεκαεπτά, που τα ΄χε φυτεμένα ο παππούς της και για το δεντρόσπιτό της. Πάνω σε πέτρα το είχε ζωγραφίσει κι είχε μαζί της ένα κλειδί κι ενα κουταλάκι. Δώρα ζωής θύμησης, κληρονομιά ακριβή!


Κι ύστερα το κορίτσι μίλησε για την Υπομονή που της έμαθε ο μπαμπάς της.

Και πρόσφυγας, κι αντάμωμα, και τι σημαίνει «σπίτι»…

Κουβέντα στην κουβέντα, θύμησες κι ονειροπόλημα ίσαμε που φτάσανε σε έναν αμμόλοφο…Ποιος ξεχνάει την Αμμόχωστο…

Ποιος δεν ξέρει πως τα γεράνια όπου κι αν φυτευτούν ανθίζουν…

Μια τρυφερή και συγκινητική ιστορία με θέμα της την προσφυγιά, την Κύπρο, την διχοτομημένη πατρίδα του Αντρέα Κώστα, που πιθανόν να είναι εκείνος το αγόρι που πρωταγωνιστεί. Μια ιστορία που αγγίζει τις ψυχές, που ξυπνά μνήμες σε όσους θυμούνται τις μέρες της Τούρκικης εισβολής στην Κύπρο, και δίνει ερέθισμα σε νεαρούς αναγνώστες να αναζητήσουν την Ιστορία της μεγαλονήσου!


Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο που απλώς το διαβάζεις και το κλείνεις. Είναι ένα έναυσμα για συζήτηση. Αξίζει να διαβαστεί δυνατά, να σταθούμε στα λόγια  της γιαγιάς και τα δώρα του παππού, να εξηγήσουμε στα παιδιά τι σημαίνει η λέξη «προσφυγιά» χωρίς φόβο, αλλά με την τρυφερότητα που επιστρατεύουν οι συγγραφείς. Είναι το ιδανικό εργαλείο για να μιλήσουμε στις νεότερες γενιές για την ιστορική μνήμη, όχι ως πηγή μίσους, αλλά ως ανάγκη για δικαιοσύνη και ειρήνη.

Μια ιστορία που δεν αφήνει κανέναν χωρίς να αναρωτηθεί, με ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ. Γιατί ένα νησί είναι ακόμα χωρισμένο στα δύο. Μια ιστορία που γεννά μια ελπίδα μέσα από τα μάτια δύο παιδιών. Για την φιλία, το «Μαζί» και την Μνήμη. Ότι υπάρχει μέσα μας, παραμένει ζωντανό πάντα, όσο υπάρχουμε κι εμείς. Μια ιστορία για την Μνήμη, λοιπόν και την ίδια στιγμή για την ευθύνη του καθενός, το χρέος να μην σιωπήσει τουλάχιστον μπροστά σε μια αδικία, σε ανθρώπους και τόπους που χάθηκαν.

Πόσο δύσκολο να βλέπεις τον τόπο σου, απέναντι σου και να μην μπορείς να είσαι εκεί.

Πόσο μοναδικά δοσμένες οι εικόνες της  ονειρικής αφήγησης του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και του Ανδρέα  Κώστα, από την Έφη Κοκκινάκη. Στα χρώματα της Μνήμης, της αμμουδιάς, της ώχρας, της θάλασσας. Με καθαρές γραμμές στα πρόσωπα και με τρυφερότητα που ξυπνούν αναμνήσεις και αφυπνίζουν συνειδήσεις.

Να το ψάξετε! Άλλωστε τούτες τις μέρες συμπληρώνονται 52 χρόνια πια από εκείνες τις φοβέρες μέρες τις εισβολής…

20 Ιουλίου 1974…

Ούτε εμείς ξεχνάμε…

Για το δίκαιο, για την Ιστορία, για εκείνο το συρματόπλεγμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει!

 

Δείτε εδώ ένα απόσπασμα: https://www.patakis.gr/files/1212800.pdf


Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 20 Ιουλίου 2026 : εδώ!

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Του Προφήτη Ηλία του Πεπονά!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Δικό μας τούτο το προσωνύμιο στον Προφήτη Ηλία του χωριού μας…

Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του, στις 20 του Ιούλη, τα πεπόνια στο περιβόλι μας ήταν ώριμα και τα δοκιμάζαμε για πρώτη φορά εκεί στην μικρή αυλή της εκκλησίας,  που έμοιαζε με αλώνι αλλοτινών καιρών.


«Λούματα» λέγανε κανονικά την περιοχή που βρισκόταν το γραφικό ξωκλήσι κι εκεί ήταν κι η κρεβατίνα μας η πιο παχύφυλλη κι αγαπημένη. Οι καρποί της πάντα αργούσανε να καμωθούν γιατί ήταν βορινή και σκιερή πολύ. Σαν τα «μωρά κοπέλια» τα σταφύλια της, έλεγε ο πατέρας μου. Και σαν πηγαίναμε για ραντίσματα και όλα εκείνα τα γεωργικά που δεν τα καλοθυμάμαι, βρίσκαμε πάντα χρόνο να ανηφορήσουμε στο «Ψηλό Κουτούτο», το λοφάκι και να παίξουμε στην αυλή του Προφήτη Ηλία του Πεπονά μας.

Πάνε μέρες που ανηφόρησα πάλι τον χωμάτινο δρόμο. Λείπει ο Κωστής, στα ξένα, κι η καρδιά μου δεν μου πάει να τριγυρνώ μονάχη στα λημέρια μας… Μύριζε θυμάρι και σύκα όλη η περιοχή. Η θέα απίστευτη όπως πάντα κι άφηνες  τα μάτια να ακουμπήσουν πέρα στο βάθος, να φτάσουν στον ορίζοντα και τη θάλασσα.  Κι απέναντι ο τεράστιος όγκος του Γιούχτα να κείτεται ανάσκελα πάντα. Είναι τόσο κοντά  που νομίζεις πως μια δρασκελιά να κάνεις τον ακουμπάς. Κάθισα στην ασβεστωμένη αυλή, στο γραφικό παγκάκι  κι αρχίσανε οι θύμησες κι οι ιστορίες να ζωντανεύουν…

Πως περιμέναμε κάθε χρόνο το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία! Μέρες πριν ετοιμαζόμασταν γιατί ξέραμε πως με τους ανεμόμυλους που θα φτιάχναμε, τους καλύτερους, εννοείται, στο χωριό, θα μαζεύαμε το χαρτζιλίκι του καλοκαιριού και όλες οι επιθυμίες μας θα πραγματοποιούνταν.  Η μεγάλη μας έννοια με τον αδελφό μου ήταν πως να  κατέβουμε στον ποταμό, στον Κάτω Μύλο, στον δικό μας Παράδεισο, εκεί που ζούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά. Φοβόμασταν πολύ, γιατί είχαμε ακούσει πως έπαιρναν τη λαλιά όσων συναντούσαν. Η μόνη μας ελπίδα να γλυτώσουμε, ήταν να πάμε μεσημέρι. Με τόση ζέστη δεν θα΄χαν το μυαλό τους να κυνηγήσουν εμάς. Άλλωστε, είχαμε ακούσει πως τη νύχτα ζωντανεύανε κι ίσαμε το ξημέρωμα λούζονταν και χόρευαν στο ποτάμι…   Εκεί θα βρίσκαμε τα καλάμια που χρειαζόμασταν και που έπρεπε να είναι ξερά, με ρόζους, για να μπορούν εύκολα να χαραχτούν. Κι ύστερα με το πολύτιμο υλικό μας αγκαλιά, ερχόμασταν στο μικρό πλυσταριό του σπιτιού μας να ξεκινήσουμε την συναρμολόγηση. Τέχνη ήθελε κι αυτό το τόσο απλό παιχνίδι, ο «σβούρος», έτσι τον λέγαμε ή «μύλο». Αργότερα η λέξη τούτη χάθηκε και όλοι τον έλεγαν ανεμόμυλο.

Κόβαμε κάθε καλάμι με μια σέγα,  περίπου σαράντα εκατοστά και στην κορυφή του κάναμε δυο τρύπες περνώντας ένα σύρμα που το στρουφίζαμε να μην χαλαρώσει . Είχαμε επίσης κόψει μεγάλα τετράγωνα  πολύχρωμα χαρτιά από κόλλες γλασσέ. Σε κάθε γωνία μια ψαλιδιά ίσαμε το κέντρο, τέσσερεις στο σύνολο,  και τα τσακίζαμε - διπλώναμε με προσοχή και ακρίβεια δημιουργώντας τρισδιάστατα «τρίγωνα». Κόβαμε αμέσως μετά, κρυφά πάντα, με το κλαδευτήρι που ΄χε ο μπαμπάς χωμένο στα δικά του εργαλεία,  από την παλιά καρέκλα της μάνας μου μικρά κομμάτια από εκείνο το πλαστικό κορδόνι που ήταν πλεγμένη. Σαν μακαρόνι  έμοιαζε μόνο που ήταν χρωματιστό. Κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί τα χρώματα του και τα περνούσαμε στο σύρμα ανάμεσα στα χαρτιά για να μπορεί ο σβούρος να γυρίζει με τον αέρα. Εκείνη το καταλάβαινε, αλλά έκανε πως δεν έβλεπε, είχε μόνο την έννοια μην καθίσει κανείς και …ξεμοντάρει!

Ύστερα παίρναμε ένα μεγάλο καλάθι και το γεμίζαμε με όλα όσα είχαμε φτιάξει. Μέρες κρατούσε η «δουλειά». Όλα τα  πρωινά του Ιούλη κάναμε τους μάστορες και σαν έφτανε η παραμονή του Προφήτη Ηλία όλα ήταν έτοιμα. Θυμάμαι τη χαρά μου σαν έμαθα να γράφω που ο Αντώνης μας,  μού είχε αναθέσει να φτιάχνω εγώ την ταμπέλα της πώλησης:

Σβούρος μικρός, 1 δραχμή.

Σβούρος μεγάλος, 2 δραχμές.

Την άλλη μέρα από το ξημέρωμα περιμέναμε τον θείο Μιχάλη. Μας έβαζε πάνω στο γαϊδούρι του και ξεκινούσαμε για το πανηγύρι. Πουλούσαμε όλη μας την πραμάτεια κι ύστερα η μαμά, μάς έκοβε μια φλούδα πεπόνι του καθενός γιατί όπως σας είπα και πιο πάνω, ήταν η μέρα που γιόρταζε τούτο το φρούτο. Καθόμασταν πάνω στο φρεσκοασπρισμένο πεζούλι και τρώγαμε χαρούμενοι κοιτάζοντας γύρω μας τα πιο μικρά παιδιά που κρατούσαν τους δικούς μας τους σβούρους και προσπαθούσαν να τα βρουν με τον άνεμο μήπως και γύριζαν. Κι ήταν τα πρόσωπά τους φωτεινά, τα μάτια τους γελούσαν. Εμάς, όπως έλεγε ο πατέρας μου, γελούσαν και τα μουστάκια μας. Θα ‘μουν δεν θα ‘μουν εφτά χρόνων εκείνο το καλοκαίρι που σας περιγράφω  αλλά εγώ νόμιζα πως ήμουν «μεγάλη» γιατί όταν κάναμε τη μοιρασιά με τον αδελφό μου το μερίδιο μου ήταν πάνω από 20 δραχμές. Ήταν αρκετό σαν γυρίζαμε πίσω στο χωριό να σταματήσουμε στο περίπτερο του κυρ Ηλία και να αγοράσω την αγαπημένη μου «Μανίνα», περιοδικό αποκλειστικά για κορίτσια εκείνη την εποχή και με τα υπόλοιπα μια γκοφρέτα «Σαφάρι» και τρία φακελάκια με εικόνες ηθοποιών που τις μάζευα με μανία. Ε, ότι έμενε θα το φύλαγα στον κουμπάρα για τα Χριστούγεννα που είχε σειρά το πιο μεγάλο παιχνίδι. Ήταν 20 Ιουλίου 1973!

Την επόμενη χρονιά δεν ανεβήκαμε στο εκκλησάκι, μείναμε με τους σβούρους μας να τους κοιτάμε σαν χαμένοι. Είχε κηρυχτεί η επιστράτευση…Λέξεις παράξενες ακούγονταν. Κύπρος, Τούρκοι, επίθεση, πόλεμος, αγνοούμενοι, καταπάτηση, φονικά….

Ναι, έναν χρόνο μετά στις 20 Ιουλίου 1974,μείναμε με την απορία στο πρόσωπο μας κι ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι γεμάτο με τον κόπο ενός μήνα, με νέα σχέδια, χρώματα και σχήματα. Εκείνο το χάραμα όλοι είχαν αναστατωθεί. Ούτε λόγος για το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Ο μπαμπάς είχε φύγει για το παντοπωλείο πολύ πριν ξημερώσει.  Η μαμά, μας ετοίμασε  γρήγορα γρήγορα να ανέβουμε κι εμείς στην …Αγορά. Ατέλειωτες ουρές από ανθρώπους έξω από το μπακάλικό μας , φωνάζαν και χειρονομούσαν. Βιάζονταν να μπουν, γέμιζαν τσάντες με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Κι όλοι συζητούσαν με μια φοβερή ανησυχία στα πρόσωπά τους. «Πόλεμος» ήταν η λέξη που ξεχωρίσαμε και ο φόβος μας παρέλυσε τα πόδια. Σε πολύ λίγη ώρα άδειασαν τα ράφια του μαγαζιού μας. Και τότε αντήχησε εκείνο το κουδούνισμα από το τηλέφωνο που ήταν πάνω στο γραφείο του θείου του Γιώργου, το μαύρο με το στρογγυλό καντράν. Όσα χρόνια και αν περάσουν θα  ηχεί πάντα στ’ αυτιά μου.


Σε ελάχιστα λεπτά ο πατέρας έπρεπε να φύγει. Είχε κηρυχθεί γενική επιστράτευση κι έπρεπε να παραδώσει και το φορτηγό μας στον στρατό. Ούτε σκέψη πια για το πανηγύρι, για τίποτα. Δεν ξέραμε, δεν καταλαβαίναμε καλά και κανείς δεν μπορούσε να μας εξηγήσει τι ακριβώς θα γινόταν σε λίγες ώρες ή την επόμενη μέρα. Θυμάμαι σαν να ΄ταν χθες το φορτηγό μας σαν έστριψε στην κατηφόρα και χάθηκε από τα μάτια μου. Καθόμουν στο πεζούλι, μπροστά στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του μαγαζιού και κοίταζα… Κρατούσα έναν από τους σβούρους μου και τον φυσούσα να γυρίσει. Ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού ήθελε κι εκείνο να βρει το δρόμο του. Ήταν η πρώτη φορά που μας άφηνε μόνους ο μπαμπάς και δεν ξέραμε ούτε που πήγαινε ακριβώς, ούτε πότε θα τον βλέπαμε ξανά. Σαράντα εννιά χρόνια έχουν περάσει από τότε, σαράντα εννιά!


Ένα κερί άναψα στο γυαλισμένο κηροπήγιο που μοιάζε  σαν καινούργιο μέσα στην ταπεινή εκκλησία  κι ύστερα κατηφόρισα για το περιβόλι μας ή μάλλον για το χωράφι πια  κι εκεί άλλες ιστορίες αναβλύσανε….

Εκεί  γεννήθηκε ο Σιγανός μου, το σκιάχτρο μου, μια φορά και ένα καιρό (υπήρξε στο αλήθεια)  κι είναι πια παραμύθι που ‘ναι αφιερωμένο στον μπαμπά μου τον Κυρ Γιάννη!

Εμείς του είχαμε κολλήσει τούτο το προσωνύμιο γιατί κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του στις 20 του Ιούλη τα πεπόνια στο περιβόλι μας ήταν ώριμα και τα δοκιμάζαμε εκεί στην μικρή αυλή που μοιάζε με αλώνι, αλλοτινών καιρών.

Ένα πεπόνι αγόρασα από το μεγάλο σούπερ μάρκετ πηγαίνοντας στο σπίτι της μάνα μου. Να κόψουμε μια φέτα, να θυμηθούμε εκείνα τα χρόνια!

Χρόνια μας πολλά!

Κωστή, να΄μαστε καλά να πάμε μαζί του χρόνου!

 

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, Συλλογή διηγημάτων, υπό έκδοση


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 20 Ιουλίου 2023 : 

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Στην Αγιά Μαρίνα της Βόνης! Θρύλοι και παραδόσεις...

 

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Λένε πως στις 17 του Ιουλίου, της Αγίας Μαρίνας, είναι ώριμα τα σταφύλια και τα σύκα… Έτσι κάθε χρόνο τούτη την ημέρα  βγαίνουν  όλοι στην εξοχή, στ’ αμπέλια και στα περιβόλια. Τα παλιότερα χρόνια που τα έθιμα και οι δοξασίες είχαν περισσότερο την τιμητική τους, εκεί που υπήρχαν  μεγάλες συκιές  πίστευαν πως τα παράξενα φύλλα τους και οι ώριμοι τούτη τη μέρα καρποί τους,  τις νύχτες με φεγγάρι για όλους όσους ξενυχτούσαν στην εξοχή, έπαιρναν μορφή και άλλοτε γινόταν μάγισσες, άλλοτε νεράιδες ή φοβέρες νυχτερίδες που τρόμαζαν τους περαστικούς ή τους λάτρεις του ξάστερου ουρανού. Η Αγιά Μαρίνα, λένε ακόμη, πως προστάτευε από τα βλαπτικά ζωύφια γι’ αυτό και γινότανε αγιασμός και ραντισμός των σπαρτών από τα σκαθάρια και τα άλλα «έχνη» που γέμιζαν τα χωράφια ανήμερα της γιορτής της.

Το όνομα της λέγαν επίσης, έχει να κάνει με αυτό που συμβολίζει μιας κι είναι προστάτιδα των καχεκτικών παιδιών και «μάραινε» τα εξανθήματα από την ευλογιά!

Νίκησε τον ίδιο τον «διάβολο» μέσα στο κελί της, στα 15 της χρόνια, φυλακισμένη λόγω της χριστιανικής της πίστης από τον ίδιο τον Έπαρχο Ολύβριο που ήθελε να την κάνει γυναίκα του κι από τότε σε πολλά μέρη θεωρούσαν  «τους όφιδες πως ήταν τούτοι οι διάολοι» και στις εικόνες τις λατρευτικές της την έχουν πάντα να κρατάει ένα σφυρί και να ετοιμάζεται να τον χτυπήσει…

Αγιά ΜαρίναΒόνη το μεγαλύτερο πανηγύρι της Κρήτης, από τα πολύ παλιά χρόνια!

Πολλές οι θύμησες, ανάκατες σκέψεις και λέξεις για τούτη τη  μεγάλη γιορτή. Ίσως δεν είμαι η ειδικότερη να μιλήσω για τούτο το πανηγύρι, αλλά είναι τόσες οι ιστορίες  και τα ακούσματα που σκέφτηκα πως πρέπει κι αυτά …να μοιραστούν!

Μακρινό το χωριό της Βόνης από το δικό μου, αλλά εκείνα τα χρόνια της δικής μας αθωότητας  ακόμα κι εμείς είχαμε  έντονες τις  εικόνες της προετοιμασίας των ημερών. Είχαμε ακούσει τόσα πολλά, μας είχαν πει πως σε εκείνο το πανηγύρι τα παιχνίδια που πουλούσαν ήταν μοναδικά. Θέλαμε τόσο πολύ να πάμε κι εμείς… άλλωστε ήταν το in και το must του καλοκαιριού. Κι έτσι  μια χρονιά τα καταφέραμε. Με οργανωμένο σχέδιο, με αλάνθαστα επιχειρήματα, όπως εκείνο που έπιανε πάντα, πως είχαμε δηλαδή, δικά μας χρήματα να αγοράσουμε ό,τι ακριβώς θέλαμε …Εγώ ένα βραχιολάκι με καταγάλανες  χάνδρες στη μέση, που το είχε ήδη αγοράσει από την προηγούμενη χρονιά η καλύτερη μου φίλη,  και ο αδελφός μου ένα μικρό αυτοκίνητο αστυνομικό με τηλεχειριστήριο που έπαιρνε μπαταρίες… Πρωτόγνωρο παιχνίδι και αυτό! Κι έτσι ανεβήκαμε όλοι στην καρότσα  του φορτηγού του πατέρα μου, στρώσαμε και μια κουβέρτα να μην μας κτυπάει τα γόνατα το σίδερο, πήραμε και δυο τρεις γειτόνισσες με τις καρέκλες τους και όλα τους τα χρυσαφικά στολισμένες και μόλις βράδιασε …ξεκινήσαμε.

Κανονική σουρεάλ ή φολκλορική εικόνα της Ελλάδας των  ‘70ς.

Σαν φτάσαμε κοντά στο χωριό, κατάλαβα το λόγο που ο πατέρας μου δεν ήθελε να έρθουμε. Απίστευτος κόσμος, σκόνη και φασαρία που βάραιναν ακόμα πιο πολύ την ατμόσφαιρα. Μας είπαν  να αφήσουμε το αυτοκίνητο πολύ μακριά γιατί υπήρχε κίνδυνος μποτιλιαρίσματος και ας μην ήταν τόσα πολλά πια τα τροχοφόρα εκείνης της εποχής. Εντύπωση τεράστια μας είχε κάνει το πόσα πολλά άλογα  και γαϊδούρια  υπήρχαν παντού και όλα στολισμένα με  κιλίμια και χαλιά. Με χάντρες τεράστιες και φυλακτά στο λαιμό και κάτι σαν καλύπτρες στα μάτια τους. Γούρλωνα τα δικά μου, σαν να μάζευα τις εικόνες της εποχής χωρίς να γνωρίζω το γιατί … Η πορεία μας προς την εκκλησία αργή και λίγο κουραστική. Το ύψος των χρόνων μου δεν μου επέτρεπε να βλέπω ακριβώς τι γινόταν μπροστά μου, μύριζα όμως και άκουγα. Μύριζα καπρικό,( δάφνη, λεμόνι και ψημένο κρέας) που τρυπούσε τη μύτη με τ΄ άρωμά του. Κι άκουγα, αναστεναγμούς και ψίθυρους από γυναίκες που προχωρούσαν δίπλα μας γονατιστές, σέρνοντας το βάρος ενός τάματος  και μεγάλες σακούλες γεμάτες άρτους… Πολλοί άνθρωποι ξυπόλυτοι, χωρίς να τους νοιάζει ο χωματόδρομος, τα αγκάθια ή  οι πέτρες. Μεγάλο το τάμα… δύσκολες οι ώρες που θα ΄χαν ζήσει. Δεξιά κι αριστερά, μέσα στα χωράφια παρέες μεγάλες αθίγγανων, προσέλκυαν το ενδιαφέρον και την απορία μας. Τούτες οι πολύχρωμες φασαριόζικες οικογένειες είχαν τόσα πολλά στολίδια πάνω τους που τους κοίταζα με δέος και θαυμασμό, γιατί νόμιζα πως αυτοί είχαν προλάβει να πάρουν όλα εκείνα τα πολύτιμα στολίδια που πουλιόντουσαν στο πανηγύρι κι ίσως να μην έφταναν για εμάς…

Βιαζόμασταν να φτάσουμε να ανάψουμε εκείνο το κερί στη χάρη Της, να δούμε όλα εκείνα τα παράξενα που είχαμε ακούσει. Λέγανε πως όταν έταζαν ένα παιδί στην Αγία Μαρίνα, που ήταν λίγο καχεκτικό και αρρωστιάρικο,  για να  γίνει καλά το έντυναν με μαύρα ρούχα για σαράντα μέρες κι ύστερα τα άφηναν στο μοναστήρι κρεμασμένα στην εικόνα της,  για τους φτωχούς. Κι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία σαν εκπλήρωναν το δικό τους  τάμα, αφήναν άραφτα μαύρα υφάσματα στην εκκλησιά για την ενδυμασία των καλογριών, να τα ράψουν εκείνες με τον ειδικό τρόπο που ήξεραν. Υπήρχαν  ρούχα κι εκείνο το βράδυ… Τα είδα με τα μάτια μου. Όμως το πιο παράξενο, το πιο φοβερό ήταν εκείνο το βάζο με το μικρό φίδι μέσα, που έκρυβε μια απίστευτη ιστορία. Την ιστορία της τσιγγάνας που έφτασε στην εκκλησία με φοβερούς πόνους στην κοιλιά και σαν προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα της Αγίας, μέσα από την κοιλιά της έφυγε τούτο το μικρό ερπετό κι όλοι μίλησαν για θαύμα αφού εκείνη έγινε καλά… Ταριχεύθηκε  το φίδι κι έμεινε εκεί, να θυμίζει, να αφυπνίζει μυαλό-ψυχή και σώμα …ίσως!


Δέος για όλες τούτες τις ιστορίες, καπνός  από λιβάνι και κερί παντού μέσα στη μικρή εκκλησία, τάματα γεμάτη η εικόνα, και γύρω και παντού πατερίτσες και μπαστούνια. Και σε ένα θάλαμο λίγο πιο έξω …. Κι ύστερα πήγαμε να  πάρουμε το άγιασμα που έδιναν σε μικρά μπουκαλάκια και λέγανε πως ήταν επίσης θαυματουργό. Έτρεχε από μια πηγή που υπήρχε από τα βάθη των αιώνων, πολύ πριν κτιστεί η εκκλησία και τώρα ήταν κλεισμένη μέσα στο ιερό, και είχε λέγανε υπερφυσικές δυνάμεις τούτο το νερό  με όποιον ερχόταν σε επαφή... Εκείνη τη νύχτα μετά τα μεσάνυχτα, ξαπλωμένοι όλοι στην καρότσα του φορτηγού και επιστέφοντας κατάκοποι στο χωριό, η γιαγιά μου, μας είπε μια από τις φοβέρες ιστορίες που ήξερε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Μιλούσε για  μια γριά Χριστιανή, σαν πολλές στα γύρω χωριά της Αγιά Μαρίνας που πήρε το άγιασμα τούτο και αφού το ανακάτεψε  με λάδι και αλεύρι  ετοίμασε να φτιάξει ψωμί. Δεν χρειαζόταν προζύμι  γιατί αυτή η ζύμη φούσκωνε από μόνη της. Εκείνη το άφησε όλη νύχτα , να το δει το πρωί ο Τούρκος Αγάς να πειστεί. Αυτός όμως δεν κρατήθηκε, πήγε κρυφά, σήκωσε την πετσέτα που ήταν σκεπασμένο και τότε είδε πως είχε φουσκώσει τόσο πολύ που χύνονταν από παντού. Προσπάθησε να το πετάξει και να φτιάξει ο ίδιος καινούργιο όμως δεν τα κατάφερε… Κι έτσι πείστηκε για τις θαυματουργές  ιδιότητές του. 


Η ώρα είχε περάσει. Εμείς αναμέναμε την μεγάλη στιγμή της αγοράς των πολυπόθητων παιχνιδιών μας. Κι αφού βρήκαμε τα στολίδια και τα αυτοκίνητα των ονείρων μας για μια ακόμα φορά τρέξαμε στην ουρά, να περιμένουμε τις περίφημες μαντινάδες με ζάχαρη, της μιας δραχμής, οι δέκα. Ήταν έθιμο αυτό του Αγίου Παντελεήμονα, των Κουνάβων, αλλά  ο κύριος που τις πουλούσε, ήταν εκεί, κι εμείς αδύνατον να αντισταθούμε στην φοβερή λιχουδιά του καλοκαιριού. Ο προϋπολογισμός μας είχε εξανεμισθεί, αλλά όπως γίνεται πάντα …σε εκκλησία ήμασταν άλλωστε,  το θαύμα  φανερώθηκε μπροστά μας. Όχι δέκα αλλά είκοσι πήρε στον καθένα μας η μάννα μας κι έτσι εκτός όλα τα άλλα θαυμαστά που συνέβησαν  εκείνο το βράδυ,  σίγουρα για μας τούτο το πανηγύρι ήταν το καλύτερο και μεγαλύτερο που είχα πάει στην μέχρι εκείνη στιγμή της ζωής μου...

Λένε πως ο κόσμος που πήγαινε για προσκύνημα την παραμονή κι ανήμερα έφτανε συχνά και τους εκατό χιλιάδες … 

Και με χαρά μαθαίνω πως και τούτες τις μέρες υπάρχει συνεχώς κοσμοσυρροή!

Να πάτε, να προσέχετε πολύ και να περπατήσετε στο χωριό…

Χρόνια μας πολλά! 

 

ΠΗΓΕΣ :

*Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του Αέρα, Συλ. Διηγημάτων, υπό έκδοση

Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Γριβάκης, Ελένη Μπετεινάκη, R.Behaeddin








 

Τα Αρχαιολογικά Παραμύθια της Εύης Παπαδοπούλου…στα αναγνώσματα του Καλοκαιριού!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Η σειρά «Αρχαιολογικά Παραμύθια» της Εύης Παπαδοπούλου, αρχαιολόγου και συγγραφέως, είναι παιδικά βιβλία εμπνευσμένα από την μυθολογία μας αλλά και από ευρήματα σε ανασκαφές που ζωντανεύουν αντικείμενα, θεότητες, στρατηγούς, υπηρέτες, εμπόρους, άρχοντες και καθημερινούς ανθρώπους της αρχαιότητας.


Είναι τέσσερα βιβλία που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη κι όλα εικονογραφημένα από την Κατερίνα Βερούτσου. Μια σειρά που αξίζει να διαβαστεί από παιδιά και ενήλικες καθώς μας μεταφέρει γνώσεις, εικόνες και μαγική ατμόσφαιρα, μέσα από την αφήγηση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού μας.

Το ημερολόγιο των άστρων: Αφηγείται την ιστορία του ναυαγίου των Αντικυθήρων και του περίφημου Μηχανισμού.

Η υπόσχεση της Λευκής Θεάς: Ιστορία εμπνευσμένη από τα ευρήματα και το μυκηναϊκό ανάκτορο της Πύλου.

Το μυστικό του Ζέφυρου: Διαδραματίζεται στην αρχαία πόλη των Φιλίππων και γράφτηκε με αφορμή την ανακήρυξή τους σε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Το όνειρο του Νικία και της Μελίτης : Η ιστορία διαδραματίζεται στον ιερό χώρο των Δελφών, το αλλοτινό κέντρο του κόσμου. Αφορμή για το παραμύθι αποτελεί ο θεός Απόλλωνας, η ίδρυση του μαντείου του και οι περίφημοι μουσικοί αγώνες των Πυθίων.

Σήμερα θα παρουσιάσουμε  δυο από τα βιβλία της Εύης Παπαδοπούλου, λίγο πιο αναλυτικά, αλλά θα σας προτρέψουμε να τα αναζητήσετε όλα.

*Η υπόσχεση της Λευκής Θεάς!

Το τρίτο αρχαιολογικό παραμύθι της σειράς, που μας μαγεύει, μαθαίνει, αφουγκράζεται τους ήχους της γης, του ελαιώνα, των καμένων παλατιών, της αρχέγονης θυσίας, των παράξενων ονείρων, των πορφυρών χρωμάτων της θάλασσας και των λευκών θεοτήτων που πάντα βοηθούν τους κοινούς θνητούς που έχουν αδυναμία.

Ένα παραμύθι που ακουμπά τον μύθο, την φαντασία, την ιστορία, τα ευρήματα, τους χώρους που πέτρες και αγγεία μάς μαρτυρούν το ένδοξο παρελθόν μας. Ένα παραμύθι που μας ταξιδεύει στο χρόνο, στο όνειρο, στο πιθανό τέλος μίας εποχής.

Η ιστορία του ανακτόρου της Πύλου, του σοφού βασιλιά της του Νέστωρα, του γενναίου πολεμιστή της Λυσίμαχου και της υπέροχης Κεσσάνδρας, της μάννας του Φιλοκτήτη θα σας συγκινήσει. Θα αποκαλυφθούν  μυστικά για ήρωες, βασιλιάδες, πολεμιστές, γυναίκες ατρόμητες, μητέρες περήφανες, τεχνίτριες μοναδικές.

Το υπέροχο ανάκτορο που λένε πως κάηκε από πυρκαγιά που ξέσπασε  ένα καυτό καλοκαίρι όταν η ξηρασία και η άπνοια μάστιζαν τον λόφο  του Επάνω Εγκλιανού, ήταν διώροφο κτίριο και περιλάμβανε αποθηκευτικούς χώρους, εργαστήρια, λουτρά, φωταγωγούς, χώρους υποδοχής και κεντρικό σύστημα αποχέτευσης. Στην ανασκαφή που έγινε στα 1939  βρέθηκαν περίπου  1.000 πινακίδες της γραμμικής Β που μαρτυρούσαν  πολλά για το μυκηναϊκό παλάτι , τις συνήθειες και τις συνθήκες της εποχής.

Η Εύη φτιάχνει τούτο το παραμύθι για να μας γεμίσει όμορφες εικόνες. Να μυρίσουμε τη θάλασσα, να δούμε χρώματα μοναδικά, να νοιώσουμε τη λαχτάρα και  τη δύναμη μιας μάννας, μιας σπουδαίας γυναίκας. Να καταλάβουμε επιθυμίες, να δώσουμε εξηγήσεις στα ανεξήγητα. Να κρατήσει ζωντανή ή να φτιάξει την εικόνα ενός τόπου που ο μύθος μπλέκεται με την αλήθεια και που από μόνος του γεννά σπουδαίους ανθρώπους που ίσως να έζησαν κάπως έτσι, όπως μας περιγράφει με την καταπληκτικής  γραφή η  συγγραφέας.

Η Λευκή θεά, γνωστή τοιχογραφία που βρέθηκε κοντά στο παλάτι του Νέστωρα, ζωντανεύει μέσα στο παραμύθι και δίνει συμβουλές και εντολές. Βλέπουμε να  υπερισχύει η δύναμη της,  να προστατεύει,  και  να μένει αθάνατη, έτσι όπως αποτυπώνει η Κεσσάνδρα  τη μορφή της σε ένα τοίχο.

Αυτό το παραμύθι δεν ξεχνιέται εύκολα. Έχει εκείνη τη γλύκα της χαμένης ιστορίας μιας πόλης, μιας γυναίκας, μια ολόκληρης εποχής που υπήρξε αλλά σε μας οι γραφές είναι μισές ή άγνωστες. Η Εύη έχει αποδείξει πως πέρα από τις γνώσεις της, σαν αρχαιολόγος, στη γη και την αρχαία ιστορία της, ξέρει να πλάθει ιστορίες μαγικές. Ιστορίες που συγκινούν, αγωνιούν, ταξιδεύουν την ψυχή και το νου και μας υπόσχονται κάθαρση αγνή, λευκή, σαν την μοναδική της Θεά.

Έγραψε λοιπόν, ένα παραμύθι που μοιάζει να συμπληρώνει το παζλ ενός χαμένου κόσμου, ενός  κατεστραμμένου ανακτόρου. Ένα παραμύθι για ήρωες από εκείνους που μας κάνουν περήφανους για τον τόπο μας.

Μια ιστορία αναφοράς σε ήρωες που μπορεί να μην έζησαν ακριβώς εκείνη τη περίοδο είναι όμως σύμβολα γενναιότητας, θάρρους και αλληγορίας. Ευρήματα, όπως αναφέρει η Εύη Παπαδοπούλου την ώθησαν  να χρησιμοποιήσει ονόματα γνωστά που έχουν καταγωγή ή  μακρινή συγγένεια με τους ήρωες που ήδη γνωρίζουμε σε άλλες χρονικές περιόδους και τόπους.

Άφησα για το τέλος, τα μοναδικά χρώματα της πορφύρας, του γαλάζιου και του λευκού γιατί από μόνα τους συμβολίζουν χιλιάδες πράγματα  στον αρχαίο μας κόσμο. Η πορφύρα, το βαθύ κόκκινο είναι χρώμα και  μινωικό, είναι βυζαντινό, είναι το χρώμα των βασιλιάδων, των ακριβών υφασμάτων, των πολύτομων πετραδιών. Ο συμβολισμός του με τα χρώματα του δειλινού, της θάλασσας και των οστράκων δεν είναι καθόλου τυχαίος. Μας δείχνει απλά την σπουδαιότητα και τη μοναδικότητα του.

Η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου, λιτή αλλά απόλυτα εναρμονισμένη με το κείμενο.

Διαβάστε εδώ ένα μικρό απόσπασμα : https://www.patakis.gr/files/1169523.pdf

 


**Το ημερολόγιο των Άστρων!

O Μύρωνας είναι ένα αγόρι μοναχικό που λατρεύει τη θάλασσα, τα βιβλία και τις καλές ιστορίες. Ζει σε ένα μικρό νησί ανάμεσα στα Κύθηρα και την Κρήτη κι ένα βράδυ που ο παππούς του θα τον πάρει μαζί του για ψάρεμα, η ζωή του θα αλλάξει …για πάντα! Ένα δελφίνι κι ένα τεράστιο χάλκινο άγαλμα  θα «τον διαλέξουν» για να πει ιστορίες άγνωστες, μοναδικές που έχουν τη « ζωή» τους στο βυθό της θάλασσας. Κι έτσι θα μάθει την ιστορία του Ανταίου, ενός μοχθηρού έμπορα καθώς κι εκείνη του Ζήτη και της Εριφύλης. Ο Ζήτης είναι ένας χαρισματικός νέος που ήξερε καλά μαθηματικά, αστρονομία αλλά και την τέχνη του σφαιροποιού.  Έτσι μπορούσε για εκείνη την εποχή να εξηγεί μοναδικά τα αστρονομικά φαινόμενα και να φτιάχνει μηχανές για αυτά …Η Εριφύλη πουλήθηκε στον πλούσιο έμπορο από τον ίδιο της τον πατέρα για να μην χάσει το εργαστήριο του στη Δήλο… Οι δυο νέοι ερωτεύτηκαν με την πρώτη ματιά κι ο Ζήτης υποσχέθηκε στην αγαπημένη του να μην φοβάται κανέναν και τίποτα. Ο λόγος; Το  μαγικό φορτίο που υπήρχε στο καράβι. Της έδειξε τους θησαυρούς του αμπαριού κι εκείνο το ξύλινο κουτί που είχε μέσα του όλη τη σοφία του τότε κόσμου κι όλη την ομορφιά τ ΄ ουρανού.  Ο μαγικός κόσμος που ζωντάνεψε μπροστά της σαν γύρισε τη μικρή λαβή από το πλαϊνό μέρος του κουτιού την έκαναν να νοιώσει μοναδικά και να  γνωρίσει το μεγαλείο ενός μηχανισμού που θαυμάζει και σήμερα ολόκληρος ο πλανήτης.  Όμως ο Ανταίος ήταν κοντά τους και τότε δεν άργησε να συμβεί το κακό! Λάθος κινήσεις και υπολογισμοί, ζήλια, κακία και μίσος ανακατευτήκαν και έφτασε εκείνη η μαύρη στιγμή που το πλοίο θα βυθιζόταν. Οι δυο νέοι σφιχταγκαλιασμένοι θα γίνουν αστερισμοί ουρανού, ο Κηφέας κι η Κασσιόπη! Όσο για τον Μύρωνα έζησε για να διηγείται την μοναδική αυτή ιστορία της αγάπης, των αστεριών και του πιο εξελιγμένου μηχανισμού των αρχαίων χρόνων.

Πολλά έχουν γραφεί για τον περίφημο μηχανισμό των Αντικυθήρων. Όμως τούτο δω το παραμύθι της Εύης Παπαδοπούλου μας ταξιδεύει όλους σε ένα κόσμο αλλιώτικο, πιο μαγικό, πιο όμορφο. Μύθος, αλήθεια, ζωή και φαντασία. Υπέροχο βιβλίο, ταξιδιάρικο, πολύτιμος θησαυρός για όλους μας, γεμάτος εικόνες και πλούσιες. Σαν εκείνα τα παλιά παραμύθια, ζωντανεύει μια ιστορία ξακουστή με ιδιαίτερο και προσεγμένο λόγο.

Ένα παραμύθι που γυρίζει πίσω το χρόνο. Μια ιστορία ζηλευτή που μπορεί και να ΄είναι αληθινή. Σίγουρα μυεί τα παιδιά στον κόσμο της αρχαίας ιστορίας και της αρχαιολογίας. Αγάπη για τον πολιτισμό, μετάδοση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και διείσδυση σε περισσότερη ιστορία, σε γεγονότα που συγκλόνισαν και μαγεύουν ακόμα και στις μέρες μας.

Εικονογράφηση από την Κατερίνα Βερούτσου, ασπρόμαυρες τυπωμένες οι εικόνες που αφήνουν σε μας τη φαντασία και το χρώμα.

Να το διαβάσετε το «Ημερολόγιο των Άστρων». Να μαγευτείτε, να ψάξετε, να διαβάσετε ακόμα παραπέρα για πράγματα που έγιναν, που αποτελούν μυστήρια και που πάντα θα συγκλονίζουν.

Διαβάστε εδώ ένα μικρό απόσπασμα : https://www.patakis.gr/files/1169661.pdf

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 15 Ιουλίου 2026:  Εδώ!

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Πάμε μια βόλτα στην Έκθεση βιβλίου στην Πλατεία Ελευθερίας στο Ηράκλειο


Από τις 8 μέχρι και τις 24 Ιουλίου 2026, κάθε βραδυ από τις 18.00 - 23.00, ανοίγει τα περίπτερά της η  Έκθεση Βιβλίου στην  Πλατεία Ελευθερίας στο Ηράκλειο Κρήτης.Την έκθεση διοργανώνει οΣύλλογος Εκδοτών & Βιβλιοχαρτοπωλών Ν. Ηρακλείου


Κι όσο βραδυάζει και πέφτει δροσιά, μια βόλτα στα περίπτερα των βιβλιοπωλείων είναι η πιο καλή ιδέα!
Πάμε να στηρίξουμε κι εμείς το βιβλίο!
Συμμετέχουν τα βιβλιοπωλεία (με σειρά παρουσίας στο χώρο):
1. "Εν τύπω", Γωνιανάκης Κωνσταντίνος
2. "Γραφή" - Καδιάνης Ιάκωβος
3. Βιβλιοπωλείο Γεωργαντωνάκης
4. Βιβλιοπωλείο Παπαδάκη Αικατερίνη
5. "Περί γραφής και λόγου" - Γεωργαλής Ηλίας
6. "Χαρταετός" - Σμυρνάκη Εμμ. & Νικ. Ο.Ε.
7. "Ανθολόγιο" - Καμπαξής Παντελής
8. "Παπουτσωμένος Λύκος" - Πετράκη Χριστίνα - Λουίζα
9. Paper Net - Δανασάκη Μαρία












Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Οι κούκλες της ζωή μας, ο Λόλο το σκαθάρι και η Ρίτα η πυγολαμπίδα στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Υπάρχει παιδί που ανατράφηκε χωρίς μια κούκλα ή ένα ζωάκι λουτρικό στα χρόνια της αθωότητάς του; Είναι σαν να μην έπαιξε ποτέ ή σαν να μην ένιωσε στην αγκαλιά του την τρυφερότητα και τη ζωή να μεγαλώνει. Κι είναι οι άνθρωποι διαφορετικοί κι είναι οι σχέσεις τους δύσκολες όμως η αγάπη κάνει πάντα θαύματα και προσπερνά τα δύσκολα και τα παράξενα...





Οι κούκλες του Μουσείου, Γλυκερία Γκρέκου, εικ: Κατερίνα Χαδουλού, εκδ. Ψυχογιός

Όλα τα συμβάντα στη ζωή των παιδιών, ευχάριστα ή δυσάρεστα, θα έχουν αντίκτυπο στην κούκλα τους. Ζαν Πιαζέ
Μια φορά κι έναν καιρό… ή μήπως είναι αλήθεια όλα τούτα και συμβαίνουν τώρα; Σε ένα μουσείο θα περιηγηθούμε. Ένα Μουσείο  που έχει μέσα τη ζωή του κόσμου, της παιδικής μας ηλικίας, της Ιστορίας από την Αρχαία Ελλάδα ίσαμε τα Νεότερα χρόνια. Την διηγούνται κούκλες την Ιστορία έτσι όπως την έζησαν στο πέρασμα των αιώνων, με μεγάλες χαρές, δυσκολίες, μεταναστεύσεις, ταλαιπωρίες!
Έξι ιστορίες που μας αποκαλύπτουν την ζωή απλών ανθρώπων και συγχρόνως  την Ιστορία του τόπου μας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στο Μουσείο Παιδικής Κούκλας η Φάτιμα και η δική της κούκλα της η Νατάρα τρυπώνουν μια νυχτιά. Ταλαιπωρημένες  από το μεγάλο τους ταξίδι σε καινούργιο τόπο άγνωστο, μετανάστες που η σκόνη, η κούραση, ο πόνος του ξεριζωμού είναι ακόμα νωπά. Ένα κορίτσι και μια κούκλα σε ένα τόπο μαγικό που θα νιώσουν πως δεν είναι μόνες, πως η ψυχή κατοικεί ακόμα και σε αντικείμενα που μόνο όποιος έχει μάτια, ματιά, καρδιά και μνήμες μπορεί να καταλάβει, να αφουγκραστεί και να δει πώς κρύβουν μέσα τους οι κούκλες που ζωντανεύουν και μιλούν  μυστικά, αλήθειες και συμβάντα που σημαδεύουν ζωές.
Μαθαίνουμε πρώτα απ’ όλα τι ήταν η πλαγγόνα και πια η δική της ιστορία. Ο μύθος και η πραγματικότητα μπλεγμένα αριστοτεχνικά σε μια ιστορία της Γλυκερίας Γκρέκου που συγκινεί και μαθαίνει σε όλους μας πολλά. Ακολουθεί η κούκλα η Άννα η Βυζαντινή,μια από τα νιννία που ξεδιπλώνει τη ζωή της  Ειρήνης, του Ιωάννη και του Βυζάντιου, της Πόλης, των Σταυροφόρων.  Κι ύστερα ερχόμαστε πάλι στην Ελλάδα των χρόνων της τουρκοκρατίας, του παιδομαζώματος και συγκλονιζόμαστε από την ιστορία της Μπούλας, της Δέσπως της Λένας και του μικρού τσολιά. Η Δέσπω ξεκινά την αφήγηση, η Ηπειρώτισσα, η κουτσούνα. Πόσα  πολλά μαθαίνουμε από  τις μοναδικές αυτές κούκλες; Πόσο ραγίζει  η ψυχή, πόσο τρομάζει η σκέψη και μόνο όλων εκείνων των συμβάντων. Κι φτιάχτηκε  η Λένα για να γίνει η κούκλα του Γιάννου που γλίτωσε τη φοβερή εκείνη ώρα του παιδομαζώματος από τους ανθρώπους του Πασά. Κι είχε μετά σειρά η Μπεμπέκα η Σμυρνιά να πει την ιστορία της. Για τα  μεγαλεία, τις μυρωδιές από τα ανατολίτικα φαγητά, τα αρώματα και τις ομορφιές της Σμύρνης ίσαμε τον Μεγάλο Ξεσηκωμό, την χαμένη πατρίδα, την μετανάστευση, την τύχη της Σμαρώς. Και μπλέκεται το χθες με το σήμερα με μαεστρία περισσή.  Κι έμεινε για το τέλος η ιστορία της κούκλας της κατοχής που δεν ήταν άλλη από τον Λουκά βασικό μέλος του Κουκλοθεάτρου των Αθηνών, του αγαπημένου των παλαιότερων γενεών Μπάρμπα Μυτούση!
Κι όλους τους συντονίζει η Φωνή που ίσως να είναι η ίδια η Ιστορία χιλιάδων χρόνων. Ίσως να είναι η συνείδηση όλων μας, η Θύμηση και Μνήμη που πρέπει να παραμένει ζωντανή να μας μνημονεύει τις ρίζες μας, τους αγώνες, τα παράξενα της ζωής παιχνίδια και τις παραδόσεις του κάθε τόπου, της κάθε εποχής.
Τι να γράψω για αυτό το βιβλίο; Πολλά και έντονα τα συναισθήματα. Δυο τρεις φορές το διάβασα για να μην ξεχάσω ούτε μια λέξη του. Για να κρατήσω την συγκίνηση μου ζωντανή, για να θυμηθώ όλη εκείνη την Ιστορία μας που απαριθμεί χιλιάδες σελίδες, χιλιάδες γκρίζες, μπορντό, κόκκινες και χρυσαφένιες εικόνες. Είχα κι εγώ μια κούκλα αγαπητή Γλυκερία. Μια κούκλα με γαλάζιο φόρεμα και καστανά μακριά μαλλιά. Μια κούκλα που ακόμα έρχεται στον ύπνο μου με τα γαλάζια της μάτια και μου λέει όλες τις ιστορίες από εκείνα τα χρόνιά που περάσανε στον δικό μου τόπο. Την έχασα την κούκλα μου, δεν ξέρω αν υπάρχει κάπου σε κάποιο άλλο σπίτι, αν την κρατάει αγκαλιά ένα άλλο κορίτσι και της λέει τα μυστικά του, τις ανησυχίες, τις χαρές και τις πίκρες του. Η Ροζίνα μου, έτσι την είχα ονομάσει, θα ήθελα πολύ να πιστέψω πως μπορεί και να ζει επίσης σε ένα  από τα Μουσεία του κόσμου που έχουν παιχνίδια, που ‘χουν ψυχή. Το δικό σου το φανταστικό Μουσείο με μάγεψε. Νομίζω πως ο λόγος, η αφήγηση, το θέμα σου δεν θα αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο. Τροφή συναισθημάτων. Τροφή για βουτιά στο παρελθόν στα όμορφα και τα άσχημα τούτης της μικρής μας Πατρίδας που τα ξεχνάμε τα όσα έχει περάσει και που δεν θα έπρεπε,ίσως. 
Η κούκλα είναι το πιο αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών όλου του κόσμου και ανά τους αιώνες. Όπως και αν είναι φτιαγμένη είναι ο καλύτερος φίλος τους. Είναι το στήριγμα, η παρηγοριά, η ψυχή τους  για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής τους. Στο βιβλίο της η Γλυκερία κατάφερε να συνδυάσει την Ιστορία με την τρυφερότητα των παιδικών χρόνων. Κατάφερε να μας βάλει όλους να σκεφτούμε τα παλιά μας παιχνίδια, να δώσουμε μεγαλύτερη αξία σε ασήμαντες μικρές στιγμές που λίγο πολύ όλοι ζήσαμε κάποτε παρέα με μια κούκλα. Μας έβαλε να ψάξουμε τα παλιά μας  παιχνίδια και να συνειδητοποιήσουμε  πως θα πρέπει να  βρίσκονται ΟΛΑ στο μουσείο των παιχνιδιών που ήδη υπάρχει ένα στην Αθήνα και ίσως και σε κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας. Είναι κληρονομιά μας σε επόμενες γενιές τα  παιχνίδια, είναι ζωή που διατηρείται ζωντανή όσο την θαμάζουν τα μάτια έστω και μέσα από προθήκες.
Ένα βιβλίο ξεχωριστό , άψογο λογοτεχνικό κείμενο και λόγος που ρέει και δημιουργεί πολλά  συναισθήματα και εικόνες. Εικόνες που φιλοτέχνησε με  μοναδικό τρόπο η Κατερίνα Χαδουλού. Εξαιρετική η εικονογράφηση, εξαίρετη επιλογή και συνεργασία σε ένα βιβλίο που θα μπορούσε να αποτελεί ακόμα και εγχειρίδιο Ιστορίας σε παιδιά Δημοτικού. Μέσα από ιστορίες και παραμύθια μαθαίνονται ευκολότερα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα.
Δυνατό βιβλίο, δυνατές οι στιγμές του!
Γλυκερία η κούκλα ήταν και παραμένει σύμβολο για καθέναν μας και όπως γνωρίζεις για μένα έχουν όλες οι κούκλες τέτοια ψυχή που συνεχίζουν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή μου.
Να το διαβάστε τούτο το βιβλίο. Να νιώσετε τι πάει να πει Ελλάδα, τι προσφυγιά, τι φόβος, επίμονη, πείσμα και νίκη. Να θυμηθείτε ή να μάθετε την Ιστορία της χώρας μας και να αφεθείτε σε γλυκιές αναμνήσεις ή να δημιουργήστε καινούργιες με τις δικές σας αγαπημένες κούκλες που θα ριζώνουν πάντα στην ψυχή σας.
Βρείτε το εδώ και διαβάστε ένα απόσπασμα : https://www.psichogios.gr/oi-koykles-toy-moyseioy.html

Και μην ξεχάστε αν είστε στην Αθήνα να επισκεφτείτε το Μουσείο Παιχνιδιών Μπενάκη για να δείτε πολλές κούκλες. https://www.benaki.org/index.php?


Επισκεφθείτε το Μουσείο Κυκλαδίτικης Τέχνης και δείτε πλαγγόνες : https://cycladic.gr/exhibit/ng0142-plaggona-koukla

Κι εδώ περιηγηθείτε στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και παίξτε από το σπίτι παιχνίδια της Αρχαίας Ελλάδας: https://cycladic.gr/page/paizontas-sto-spiti

Σ΄αγαπάω (σχεδόν πάντα),Άννα Λιένας, (Μετάφραση Μαρία Παπαγιάννη)εκδ. Πατάκη

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα σκαθάρι ο Λόλο και μια πυγολαμπίδα η Ρίτα! Ζευγάρι στη ζωή τους αλλά εντελώς διαφορετικοί. Τους ένωνε μια δυνατή αγάπη. Ο Λόλο ήταν σκληρός, βασιλιάς στις μεταμορφώσεις λέγανε, ανεξάρτητος, μυστηριώδης και έλεγχε σχεδόν κάθε του κίνηση. Η Ρίτα πάλι ήταν ανάλαφρη, φωτεινή, με πολλή φαντασία, με ειλικρίνεια και εύθυμο χαρακτήρα. Μια μέρα αυτές οι διάφορες τους αρχίσαν να ενοχλούν και να δημιουργούν θέματα στη σχέση τους. Όμως όσο και αν αυτό τους στεναχώρησε επειδή η αγάπη τους ήταν πολύ δυνατή, είδαν τα άσχημα από άλλη οπτική γωνία. Αρχίσαν να δέχονται ο ένας  τα ελαττώματα του άλλου και να κάνουν μικρές υποχωρήσεις.
Ίσως την πιο τρυφερή και αληθινή ιστορία για τις σχέσεις των …ανθρώπων, μας την λένε τελικά δυο μικρά έντομα δια χειρός και πινέλου της Άννας Λιένας. Πόσες φορές βλέπουμε ζευγάρια ανθρώπων που δεν ταιριάζουν και τόσο πολύ να ζουν χρόνια μαζί γιατί τους δένει και τους κρατά καλά η αγάπη που τρέφουν ο ένας τον άλλο. Κάθε άνθρωπος έχει την μοναδικότητά του και πέρα από μεγάλες κουβέντες και στερεότυπα δύσκολα μπορεί να κυριαρχήσει σε μια σχέση αν δεν κάνει αμοιβαίες υποχωρήσεις και αν δεν δεχτεί τον άλλο όπως ακριβώς είναι. Το να προσπαθείς  να αλλάξεις τον χαρακτήρα του άλλου είναι αποδεδειγμένα παράλογο και  αδύνατον. Κι η Άννα Λιένας μας το εξηγεί αυτό με τρόπο μαγικό.
Διαφορετικότητα λοιπόν το θέμα της ιστορίας. Σχέσεις ανθρώπων (και εντόμων), ιδιαιτερότητες, προτερήματα, ελαττώματα, απόψεις. Πως κρατιέται ζωντανή μία σχέση; Με πολύ απλό τρόπο. Χωρίς εγωισμούς και με ελευθερίες χωρίς γκρίνιες και κτητικότητες.. Μαθήματα μας δίνει τούτη η γραφή  με τρόπο απλό για την φιλία και την αγάπη.
Ένα βιβλίο γεμάτο συναισθήματα, διάφορες κι αλήθειες. Μια ιστορία αγάπης που μας κάνει να σκεφτούμε τις δικές μας ιδιαιτερότητες και σχέσεις. Η Άννα Λιένας κατάφερε με τον καλύτερο τρόπο να εξηγήσει πως να ζεις και να προχωράς, να συν υπάρχεις με το ταίρι σου  χωρίς υπερβολές, εξάρσεις και πείσματα. Η εικονογράφηση του βιβλίου, απλά εξαιρετική. Ζωγραφική και  κολλάζ από φυσικά υλικά και χαρτόνια  που μοιάζουν τρισδιάστατα.  Υπέροχη σύλληψη, απλός και στητός λόγος στο κείμενο, κατανοητός και απόλυτα αποδεκτός ακόμα και από πολύ μικρές ηλικίες.
Ένα μικρό αριστούργημα το αποτέλεσμα, ύμνος στην αγάπη και στις σχέσεις.
Ψάξτε το, αφεθείτε στην απλότητα της ύπαρξης και στα όμορφα της αγάπης.
Ευκαιρία στο σχολείο να μιλήσουμε για συναισθήματα, για διαφορετικότητα, για έντομα. Άπειρες ιδέες για κολλάζ με κάθε υλικό, χαρτιά, παλιές εφημερίδες, χαρτόκουτες, φύλλα, κλαδιά κλπ κλπ.

Δείτε το εδώ και διαβάστε ένα μικρό απόσπασμα:  https://www.patakis.gr/product/619234/nees-kuklofories/S-agapao-sxedon-panta/

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 11 Ιουλίου 2020: εδώ!

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Λιβένα* …στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Η Πάνω Πόλη ήταν αυτό που λέμε Παράδεισος. Κατάφυτα βουνά, χτισμένη δίπλα σε μια λίμνη. Ένα ποτάμι τη διέσχιζε με πολλά δέντρα, αμέτρητα πουλιά, χιλιάδες αγριολούλουδα και παιδιά, πολλά παιδιά. Το νερό ήταν πηγή ζωής για όλα τα ζωντανά και χάρμα οφθαλμών σαν έβλεπες τους εκπληκτικούς καταρράκτες όταν εγκατέλειπαν τα βράχια κι έπεφταν στο κενό…Έσφυζε από ζωή, τούτη η πόλη που΄χε για σημείο αναφοράς της ένα στρογγυλό πύργο που στην κορυφή υπήρχαν τέσσερα ρολόγια που οι λεπτοδείχτες τους έδειχναν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Το πιο ξεχωριστό της κομμάτι όμως ήταν στην ανατολική της πλευρά, η περιοχή των Κήπων, που σε ένα σημείο της είχε ένα δέντρο στη μέση …

Κι όλα αυτά όμως κάποτε, στα πολύ παλιά χρόνια …

Κι ύστερα όλα άλλαξαν πολύ γρήγορα! Τα σπίτια γκρεμίστηκαν και στη θέση τους κτίστηκαν ψηλά κτίρια. Τα δέντρα κόβονταν για να ανοιχτούν δρόμοι. Ρέματα και μικρά ποτάμια σκεπάστηκαν, οι χώροι παιχνιδιού μειώθηκαν και ο πέτρινος πύργος κρύφτηκε και μετά από λίγο εγκαταλείφθηκε. Χάθηκαν οι κήποι, οι αυλές, οι καλημέρες κι όλες οι κουβέντες. Όλοι πια έτρεχαν, έτρεχαν να προλάβουν ούτε κι οι ίδιοι γνωρίζοντας τι ακριβώς.  Τότε μπήκαν στην ζωή τους κι οι οθόνες κι οι κάτοικοι της Πάνω Πόλης έγιναν πια «Σκυμμένοι». Μόνο στην περιοχή των Κήπων τα πράγματα παρέμεναν όπως παλιά. Με γειτονιές γεμάτες χρώματα, λουλούδια που εκτός από ομορφιά πρόσφεραν και γιατρειά. Οι άνθρωποι σ΄αυτή τη γειτονιά ζούσαν αλλιώς. Μελετούσαν τη φύση, τα πουλιά, τα σημάδια κι ήθελαν να αφήσουν τον τόπο τους ατόφιο στην επόμενη γενιά. Εκεί ακριβώς απέναντι  από το μεγάλο δέντρο  γεννήθηκαν κάποτε δυο παιδιά. Κι αρχίσαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα σαν συναντήθηκαν πρώτη φορά σε εκείνο το δέντρο που όλοι το αγαπούσαν και το θεωρούσαν ιερό. Κι όταν κάποια στιγμή ήρθαν άλλοι άνθρωποι να το κόψουν ο Μάρκος ύψωσε την φωνή του και τους σταμάτησε. Κι  η αγκαλιά που έκαναν στο δέντρο,  μια μέρα θα τους σημάδευε για πάντα…

Η ιστορία του δέντρου είναι μεγάλη, όπως κι εκείνη τον δυο παιδιών κι ιδιαίτερα του Μάρκου που έγινε ποιητής…

Κ ύστερα; Ύστερα ξεκινά μια περιπέτεια. Από το πέταγμα των πουλιών, από τις κίτρινες ρωγμές και κηλίδες πάνω στο ιερό δέντρο, από τα παράξενα σχήματα στα κλαδιά των άλλων δέντρων από το ποίημα του Μάρκου (Η απειλή ) κι από εκείνα τα φοινικόπτερα αρχίσαν να καταλαβαίνουν την αλλαγή. Και τότε μάθανε και τα παιδιά για τα σημάδια. Μαθεύτηκε όλη η αλήθεια, πως από το Δέντρο στη Μέση,  υπάρχει μια  πύλη για το Παλιό Νερό και για την Κάτω Πόλη…

Κι έτσι άρχισε το Πέρασμα…

Και περνούσαν τα χρόνια κι η κάτω Πόλη ζούσε με παραμύθια κι ιστορίες από τα παλιά κι όλοι σταματούσαν σε εκείνη η την ιστορία για ένα κορίτσι που θα άλλαζε τον κόσμο τους.

Το παράξενο κορίτσι με το υπέροχο όνομα Λιβένα. Ο Θοδωρής Παπαϊωάννου γράφει πως τούτο το όνομα σημαίνει  ετυμολογικά αμάραντα λουλούδια, αλλά και τη γνωστή μας καλεντούλα.

Η περιπέτεια πια αρχίζει και η Λιβένα  μπορεί να είναι το κορίτσι της προφητείας, αλλά δεν δρα μόνη της. Η επιτυχία της βασίζεται στην ομάδα που την απαρτίζουν οι φίλοι της, η  Άννα, η Μίρκα,ο  Τρύφωνας, η  Ελευθερία και ο Μεθόδιος.

Την συνέχεια της συναρπαστικής αυτής περιπέτειας, ενός μοναδικού ταξιδιού στη χώρα της φαντασίας, θα την διαβάσετε εσείς…


 Εγω, το μόνο που θέλω να τονίσω, είναι πως τούτο το υπέροχο, αλληγορικό παραμύθι που κινείται στη σφαίρα του μαγικού ρεαλισμού περνάει στα παιδιά  ένα εξαιρετικό μήνυμα για τη σύγχρονη εποχή. Η αλλαγή και η προστασία του πλανήτη δεν είναι έργο ατομικό, αλλά αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας, αλληλεγγύης και συντροφικότητας.

Στο βιβλίο, οι ενήλικες της Πάνω Πόλης παρουσιάζονται παγιδευμένοι στην αδράνεια, την αλλοτρίωση και τον εθισμό στις οθόνες. Έχουν αποδεχτεί τη μοίρα τους και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Αντίθετα, η Λιβένα και η παρέα της αρνούνται να συμβιβαστούν. Οι νέοι είναι οι μόνοι που διατηρούν τη «διαισθητική» σύνδεση με τη φύση, κατανοούν ότι κάτι πάει λάθος και τολμούν να αμφισβητήσουν το κατεστημένο.

Κι επειδή το βιβλίο είναι γεμάτο συμβολισμούς θα μπορούσε όλο αυτό το ταξίδι των παιδιών στην Πάνω Πόλη να είναι το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή.


Ένα μυθιστόρημα γεμάτο δράση, αγωνία, συμβολισμούς, οικολογικά μηνύματα, περιπέτεια, τόλμη, θάρρος  και φως.

Συναρπαστική η αφήγηση του Θοδωρή Παπαϊωάννου. Μας κρατάει σε αγώνια, σε μυστηριακή ατμόσφαιρα, σε εγρήγορση.  Μας γεμίζει εικόνες ενός άλλου σύμπαντος και νομίζουμε πως βλέπουμε μια καταπληκτική ταινία που παιζουμε μαζί με  τους ήρωες της σαν αθέατοι κομπάρσοι…

Με έντονα υπαρξιακά και περιβαλλοντολογικά θέματα που απασχολούν την δική μας εποχή, δοσμένα με δεξιοτεχνία μέσα από ένα φανταστικό σύμπαν που γοητεύει, αφυπνίζει συνειδήσεις χωρίς διδακτισμό αλλά με ροή του λόγου σμιλεμένη γεμάτη φαντασία και λυρισμό.

Η εικονογράφηση του βιβλίου έχει γίνει από την Μάρια Μπαχά. Αφαιρετική και καθόλου φλύαρη, αφήνει χώρο στη φαντασία του αναγνώστη και καταφέρνει να συμβαδίσει απόλυτα με το κείμενο. Υπέροχο το εξώφυλλο του βιβλίου.

Οπωσδήποτε να το διαβάσετε …

*Λιβένα, Θοδωρής Παπαϊωάννου, εικ: Μάρια Μπαχά, εκδ. Ίκαρος

https://ikarosbooks.gr/el/catalogue/libena_6605/

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 11 Ιουλίου 2026 : εδώ!