Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2021

Ένα μυστικό και μια κατάσκοπος βιβλίων… στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Tης Ελένης Μπετεινάκη

Ανοίγουν ξανά τα βιβλιοπωλεία. Είναι μια σπουδαία είδηση για όλους εμάς τους βιβλιόφιλους. Ευκαιρία να αναζητήσουμε βιβλία που αξίζουν και  περιπέτειες που θα μας ταξιδέψουν.  Τα Παραμύθια του Σαββάτου θα προσπαθήσουν να σας ενημερώνουν σε τακτά χρονικά διαστήματα για νέες και ενδιαφέρουσες εκδόσεις…

Μείνετε συντονισμένοι…



Το μυστικό της κολλητής μου, Μαρία Ρουσάκη, εικ: Πέτρος Χριστούλιας, εκδ. Κέδρος.

Μια υπέροχη ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή. Ένα σχολείο, δυο φίλες, μια μικρή περιπέτεια και ένα μυστικό που το κρατάνε φυλακτό δυο φίλες. Πολύτιμο μυστικό που όμως βάζει σε μπελάδες την Νενη ( Νικολέτα – Ελένη) σαν της το αποκαλύπτει η …Σωτήρια. Η Νένη γράφει ημερολόγιο κι αμέσως μετά την αποκάλυψη του μεγάλου μυστικού από τη  κολλητή της φίλη που το γράφει μέσα στις σελίδες του τετραδίου, το χάνει. Όλα τα προβλήματα της οικογένειας γίνονται ασήμαντα ξαφνικά. Ούτε η γκρίνιας της μικρής αδελφής της Νένης, ούτε τα λιγοστά φιλιά της μαμάς, ούτε ο νεοφερμένος σκύλος θα την απασχολήσουν τόσο όσο το να βρει το χαμένο ημερολόγιο….

Μια μικρή προεφηβική περιπέτεια με ένα απρόσμενο τέλος από την αγαπημένη συγγραφέα Μαρία Ρουσάκη. Πολυγραφότατη και πολυτάλαντη μας κρατεί με αμείωτο ενδιαφέρον μέχρι το τέλος με το «Μυστικό της κολλητής». Οικογενειακή και σχολική ζωή με ροή ευανάγνωστη και ενδιαφέρουσα. Ένα βιβλίο που θα ενθουσιάσει πολύ τους μικρούς αναγνώστες δίνοντάς τους ιδέες και παραδείγματα για την αξία και δύναμη της φιλίας. Για «παρ ολίγον» λάθη και δεύτερες σκέψεις και συγνώμες που μπορούν να γίνουν αφορμή για μεγάλες αποκαλύψεις και θαρραλέες αποφάσεις.  Για να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας και το όνομά μας, την καταγωγή και τις ρίζες μας.

Υποσχέσεις, μυστικά, αγωνίες, συναισθήματα και προεφηβικές ανησυχίες είναι γεμάτο το βιβλίο. Καλογραμμένο, ενδιαφέρον και με εξαιρετική εικονογράφηση από τον Πέτρο Χριστούλια.

Γιατί τα μυστικά καμιά φορά κρύβουν τόση δύναμη που σαν αποκαλυφθούν μας ελευθερώνουν.

Δείτε εδώ ένα απόσπασμα: https://www.kedros.gr/product/9017/mystiko-kollitis.html


Η κατάσκοπος των βιβλίων, Λίνα Μουσιώνη, εικ: Βασίλης Γρίβας, εκδ. Μεταίχμιο

Καλλιπάτειρα Αλεξίου ή Κάλλη είναι η μικρή πρωταγωνίστρια και «κατάσκοπος» των βιβλίων και των …Τεχνών. Ένα κορίτσι όπως όλα τ’ άλλα που διεκδικεί τη μαμά του με κάθε τρόπο. Οι μαμάδες, ξέρετε, δεν επιτρέπεται να κάνουν τίποτα άλλο παρά να μεγαλώνουν τα παιδιά  και να εκπληρώνουν κάθε επιθυμία τους. Σκεφτείτε τώρα μια μαμά που αποφασίζει ξαφνικά να πάρει ένα μεταπτυχιακό δίπλωμα και θα πρέπει να  διαβάζει ….πολύ. Μια σκέτη καταστροφή για την Κάλλη ή «Καλλιπατάτα». Όλα  τα πράγματα αφήνονται στην τύχη τους  στο σπίτι τόσο πολύ πού κόντεψε ακόμα και να πάρει φωτιά. Οι τύψεις της μαμάς φτάνουν ίσαμε το ταβάνι και τότε η Κάλλη σκαρφίζεται μια φαεινή της ιδέα. Να εγκατασταθεί κι εκείνη στο γραφείο της μαμάς και χωρίς καθόλου να την ενοχλεί να κάνουν παρέα η μία στην άλλη. Έτσι λοιπόν χρίστηκε Αρχιδούκισσα του Γραφείου και πήρε μια γωνιά απέναντι από την βιβλιοθήκη  προσπαθώντας να φτιάξει ένα παζλ χιλίων κομματιών. Κι ύστερα  άρχισε η βαρεμάρα και οι σκέψεις για παιχνίδια με τα βιβλία. Τότε είναι που θυμήθηκε εκείνο το παιχνίδι που έπαιζε με την θεία της την Αγγελική και σκέφτηκε να το εφαρμόσει στην βιβλιοθήκη. Θα γινόταν  κατάσκοπος βιβλίων!  Έβαλε κανόνες, τσέκαρε τις οδηγίες και ξεκίνησε….

Λίνα Μουσιώνη, μια συγγραφέας με αστείρευτο χιούμορ, με σπουδές και αγάπη στην Τέχνη που δεν χάνει ευκαιρία να μας το θυμίζει πλάθοντας ιστορίες ευφάνταστες  και συναρπαστικές. Στο καινούργιο της βιβλίο τα βάζει όλα αυτά και τα συνθέτει με ένα πολύ ευρηματικό και ιδιαίτερο τρόπο ώστε προκαλεί τον αναγνώστη να γίνει κι εκείνος «κατάσκοπος» και να ανακαλύψει σπουδαίους πίνακες ζωγραφικής και ποιήματα.

Ένα βιβλίο για πολυάσχολες μητέρες και ανήσυχα παιδιά.

Για όσους λατρεύουν τα παιχνίδια με τους κρυμμένους θησαυρούς.

Μια ιστορία που έχει μέσα της άλλες τόσες. Έχει πολλή αγάπη για την ποίηση, τους ποιητές, τους πίνακες ζωγραφικής και τα αρχαία αγάλματα και αγγεία. Κάθε ιστορία είναι απόσπασμα από το προσωπικό ημερολόγιο της Κάλλης με τους προβληματισμούς της, με ανησυχίες, τους φόβους, τις  χαρές, και την δική της καθημερινότητα. Η μαμά δεν είναι  εκεί όταν την χρειάζεται και η Κάλλη μηχανεύεται τρόπους «επιβίωσης». Ένας  φανταστικός φίλος όλη της η γραφή ( της Κάλλης και της Λίνας)  που μπορούν να  του εμπιστευτούν  τα δικά τους μυστικά.

Πλούσιος συναισθηματικός κόσμος που ξεδιπλώνεται μέσα από το ταλέντο της Λίνας Μουσιώνη στην πλοκή μιας ιστορίας καθημερινότητας πολλών. Με απίστευτη πλοκή η συγγραφέας προσπαθεί  να μας μυήσει στον κόσμο της Τέχνης, των βιβλίων, της διαφορετικότητας και της οικογένειας. Η φαντασία της πλάθει ιστορίες  με πολύ χιούμορ, με αγωνία, με «χρυσόσκονη» και με σχολαστική παρατηρητικότητα όπως όταν σύγκρινε τον πίνακα του Πικάσο με τη μαμά της. Συγκινητική η ιστορία της Ποδηλάτισσας μαμάς που φέρνει στο μυαλό τον Οδυσσέα Ελύτη κι όλα εκείνα τα όμορφα που λατρεύουν τα παιδιά, τα δελφινοκόριτσα, τα τρελοβάπορα, τα κοχύλια, τα τζιτζίκια , τα μαγισσάκια… Αφωνη για την πλοκή της ιστορίας με τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες του Καβάφη. Το Γιασεμί του Σεφέρη και το όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού του Ρίτσου ξεδιπλώνουν με μαεστρία δυο διαφορετικές ιστορίες την ψυχή της Λίνας μέσω της Κάλλης.

Το διάσημο φιλί του Γκούσταφ Κλιμτ τι σχέση μπορεί να έχει με μια τούρτα σοκολάτα; Ή το μήλο του Ρενέ Μαγκρίτ με μια ολόκληρη μηλόπιτα; Ο Κωστής δε, ένας συμμαθητής της Κάλλης που έχει μάτια και εμμονή μόνο για το ρομπότ του έμοιαζε στις γκριμάτσες του με το πίνακα του  Μουνκ τη διάσημη Κραυγή, σαν σφύριξε μέσα στ’ αυτί του ο Ηρακλής. Άδικο και παράλογο που θες να το …φωνάξεις. Και η ιστορία κλείνει με happy end με έμπνευση από τον διάσημο πίνακα του Van Gogh, Έναστρη νύχτα, και μας θυμίζει όλα πόσο ιδιαίτερη είναι η Τέχνη στη ζωή μας.

Η οικογένεια, οι σχέσεις όλων και οι ρόλοι τους είναι το βασικό θέμα του βιβλίου.  Η αγάπη, η φιλία, ο έρωτας και τα βιβλία εμπνέουν, αναλύονται, δικαιώνονται και …προχωρούν!

Ένα βιβλίο που κρύβει μέσα τους πολλούς θησαυρούς και που θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον των νεαρών αναγνωστών μέχρι και την τελευταία του λέξη.

Εικονογραφημένο από τον Βασίλη Γρίβα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο!

Δείτε εδώ ένα μικρό απόσπασμα: https://www.metaixmio.gr/el/products/%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CF%89%CE%BD

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2021

Η Ανδώ*… στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Το έζησα και αυτό το ταξίδι…

Μια περιπέτεια στα χρόνια του Διγενή Ακρίτα. Ένα ταξίδι στο χωροχρόνο με μια πένα πολύ ιδιαίτερη και απολαυστική. Μια μυθιστορία γεμάτη θάρρος, τόλμη, πίστη, μαγικά και συμβολικά στοιχεία και περιπέτεια. Μια ιστορία που μιλά για θρησκείες, λαούς, ιστορία, μύθο και πάλη με σχέσεις ζωής, με εφηβεία, με αναγνώριση του ίδιου του ατόμου. Ίσαμε που μπορεί να φτάσει κάποιος, για να ξεπεράσει τον εαυτό του μα και το πρότυπό του; Ίσαμε το άπιαστο, το ανέφικτο, το ονειρικό…

Μάζεψα τόσα πολλά δικά μου κομμάτια, τόσα όνειρα,  για να ακολουθήσω την Ανδώ την φανταστική μοναχοκόρη του Διγενή στο βιβλίο  που δεν ήξερε τι πάει να πει φόβος και που το θάρρος της ακούμπησε  τα φτερωτά άλογα των παραμυθιών και έφτασε μέχρι τον Κάτω κόσμο παλεύοντας με τον ίδιο τον Χάρο, για αν νικήσει την επιθυμία, το πάθος, την τόλμη και τα όνειρά της. Για να  πετύχει ένα σκοπό έφτασε μέχρι το τέρμα. Με απώλειες που της στοιχήσαν  πολύ αλλά που δεν στάθηκαν ικανές να την αποτρέψουν από το σκοπό της.

Ένα πολύ δυνατό βιβλίο για νέους, εφήβους και μεγάλους αναγνώστες. Ένα ταξίδι στην αυτογνωσία μέσα από ένα μυθολογικό-ιστορικό μυθιστόρημα. Με πάρα πολλά στοιχεία από το έπος του Διγενή Ακρίτα αλλά και πρόσθετα από τον Συγγραφέα του τον Γιώργο Χατζόπουλο που δημιούργησε αρκετούς φανταστικούς χαρακτήρες για να μας δωσει ένα σωρό αλήθειες μέσα από τον μύθο.

Η Ανδώ δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο στην Ιστορία, είναι όμως όλα όσα ποθεί ένας έφηβος. Είναι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που κινείται  ενάντια στα καθιερωμένα, στα πρέπει και τις συνήθεις μιας ολόκληρης εποχής. Ένα κορίτσι που αψηφά νουθεσίες, νόμους και εξουσίες προκειμένου να βρει τον εαυτό του, να ξεπεράσει τον ίδιο του τον γονιό σε τόλμη, ανδρεία και φήμη και εν τέλει να κυνηγήσει τα δικά του θέλω για να ανακαλύψει που φτάνει η δική του δύναμη. Οι τέσσερεις φίλοι που ξεκινούν το ταξίδι της αναζήτησης του άλλου μισού σπαθιού του Διγενή θα λακίσουν στην αρχή ακόμα της διαδρομής αφήνοντας ένα κορίτσι με τον πιο έμπιστο φίλο της που κι αυτός λυγίζει κάποιες φορές να ζήσουν το όνειρο και να φτάσουν στα άκρα. Η σχέση πάτερα – κόρης σε μια μεγαλειώδη περιπέτεια. Ο πρώτος μεγάλος έρωτας σχεδόν κάθε γυναίκας που πρέπει να ξεπεραστεί για να συνεχιστεί η ίδια η ζωή της. Παράλληλα με το μεγάλωμά της και την αυτονομία της να ακολουθήσει τα δικά της όνειρα, να αποκτήσει τους δικούς της φίλους και να ερωτευτεί αγνά΄, αληθινά και χωρίς οικογενειακούς φραγμούς ή καθωσπρεπισμούς.  

Η Ανδω μας ταξιδεύει στα πάντα. Ξεκινά από τα παράλια της Μικράς Ασίας την πόλη Λυκανδό και μέσα από πολλές περιπέτειες μαζί με τον φίλος της τον Κοσμά φτάνουν στα βάθη της Ανατολής, στην  παραμυθένια Βαγδάτη και στον Ευφράτη ποταμό. Θα περάσουν πολλές δοκιμασίες, θα συναντήσουν δυσκολίες, θα περιηγηθούν σε παράξενους τόπους, θα περάσουν από το Μεγάλο Βουνό, θα διαβούν τους Μαγεμένους Λόφους, την Έρημο της Μοναξιάς, την λίμνη Αλ Ντουρ και θα φτάσουν ίσαμε τον Κάτω Κόσμο. Εκεί βρίσκεται το άλλο μισό πολύτιμο ιερό σπαθί του πατέρα της Διγενή που όποιος καταφέρει να το «συνδέσει», θα γίνει κι εκείνος αρχηγός, στρατηγός και θα νικήσει τους Άραβες. Μόνο που ο έρωτας της Ανδώς με έναν μουσουλμάνο, τον Σαλαντίν, αλλάζει λίγο τα θέλω της….

Μαγικά στοιχεία όπως τα καλά παραμύθια. Φτερωτά  και ιερά άλογα εμφανίζονται σαν από  μηχανής θεοί και δίνουν λύσεις και μυστήριο στα απίθανα. Λύκοι, λιοντάρια, άγρια σκυλιά, απελάτες, μάγισσες, υφάντρες ξακουστές της ζωής και των μελλούμενων δείχνουν το δρόμο και τα σημάδια για να ακολουθήσει κάποιος το όνειρο, να ξεπεράσει τον εαυτό του, στην προκειμένη περίπτωση η Ανδώ. Τα κατορθώματα της νιότης, τα αψήφιστα του θανάτου, η ορμή της θέλησης και τα πάθη του έρωτα…

Βασιλιάδες χρυσάφι, διαμαντικά, παλάτια, όπλα, σπαθιά και χλιδή έρχονται σε αντίθεση με τα άβολα καταφύγια, τις σπηλιές, τις ερήμους, τα άγρια ζώα, που συντροφεύουν το ταξίδι των δυο παιδιών, της Ανδώς και του Κοσμά… Όμως όσα και αν συναντούν ο στόχος παραμένει ίδιος και η εκπλήρωση του στοιχίζει πολλά που όμως δεν πτοούν τον αρχικό σκοπό. Ο θάνατος  συμπορεύεται με τη ζωή, ο έρωτας με τα πρέπει, η νιότη με την  τόλμη και ανδρεία. Ο μύθος με την αλήθεια, οι δυο πολιτισμοί ελληνικός και αραβικός με τα σωστά και τα λάθη τους. Το ταξίδι στην Ανατολή πάντα γοητευτικό και επικίνδυνο….

Ποιον χαρακτήρα να ξεχωρίσω;

Την 12χρονη Ανδώ που είναι πρώτη στο σπαθί μα και στη γνώση; Γεωγραφία, ζωολογία, αστρολογία, ρητορική, ποίηση. Μετρική, γραφή, αριθμητική κι ανάγνωση. Όλα τα παράξενα για τα κορίτσια της εποχής εκείνη τα΄χε. Μα είχε και αίμα δυναμικό που έρρεε στις φλέβες της και το ΄ξέρε πολύ καλά.

Τον έμπιστο φίλο και συνοδοιπόρο Κοσμά που πίνει νερό στο όνομα της Ανδώς και χάνει τη ζωή του  ακολουθώντας την στο όνειρο και στον Κάτω Κόσμο; Τον Σαλαντίν, τον ερώτα του κοριτσιού που είναι σχεδόν απαγορευμένος από τις κοινωνικές και θρησκευτικές διαφορές;

Την αρχόντισσα Ευδοκία, τον Αλή Χαμδά, την Δελχεμά; Κι όλους όσους έπαιξαν ένα μικρό αλλά σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας;

Ένα βιβλίο που θριαμβεύει ο έρωτας και αρχίζει ξανά από την αρχή μια ιστορία που ακόμα δεν έχει γραφτεί. Ένα βιβλίο περιπέτεια σαν μια καλή ιστορικό – φανταστική ταινία. Με στοιχεία ίσως από εκείνες τις πολύ γνωστές αλλά με την δική του πλοκή και κατάληξη που γοητεύει και αφήνει μια γεύση και άρωμα Ανατολής που δεν ξεχνιέται.

Να το διαβάστε όλοι… Για την ιστορία, την ενηλικίωση, τον έρωτα, την τόλμη …

Ο Γιώργος Χατζόπουλος έγραψε πάλι ένα μικρό διαμαντάκι, μια απολαυστική ανάγνωση και γνώση που σε προκαλεί να ψάξεις περισσότερο  την Ιστορία και τον Μύθο.

Ένα βιβλίο κέντημα και στην εμφάνισή του με τις μικρές και μεγάλες πινελιές της Θέντα Μιμηλάκη που του δίνουν ακόμη περισσότερη ομορφιά, σχεδόν σε κάθε σελίδα του.

Ψάξετε το και θα είναι σαν να ζείτε κι εσείς οι ίδιοι την περιπέτεια του έρωτα, τα πάθη της ζωής και το ταξίδι όπως η Ανδώ…

Δείτε εδώ την περίληψη από το οπισθόφυλλο και βάλτε το στη λίστα σας μόλις ανοίξουν πάλι τα βιβλιοπωλεία ….

https://www.patakis.gr/product/642866/vivlia-paidika--efhvika-paidikh-neanikh-logotexnia/Mazepse-to-tharros-sou-Ando/

*Μάζεψε το Θάρρος σου Ανδώ, Γιώργος Χατζόπουλος, εικ :Θέντα Μιμηλάκη, εκδ. Πατάκης

Για παιδιά και μεγάλους…

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2021

Του Αϊ Γιαννιού …

Tης Ελένης Μπετεινάκη

Θυμάσαι μπαμπά; …

Αμέσως μετά την πρωτοχρονιά ξεκινούσαν οι ετοιμάσεις του σπιτιού για την δική μας μεγάλη γιορτή!

Έβγαιναν τα πιο καλά σερβίτσια, τα κολονάτα ποτήρια του κρασιού και του νερού. Γυαλίζαμε τα ασημικά και προπαντός τους δίσκους σερβιρίσματος κι ανοίγαμε τα μεγάλα μπαούλα. Να στρωθούν τα καλά τραπεζομάντηλα στη σάλα, συγκεκριμένα σεμεδάκια στα μικρά τραπέζια. Να είναι ίδια έπρεπε, άλλαζαν μόνο τα μεγέθη.  Αλλάζαμε ακόμα  και τα μαξιλάρια στους καναπέδες. Αυτά με το βελούδινο ή μεταξωτό ύφασμα βάζαμε, και όλα τους κεντημένα με βυζαντινή βελονιά. Ατελείωτα βράδια σκυμμένη η μάνα από πάνω τους να ράβει, να κεντά, να ζωγραφίζει με τη βελόνα της… Φυλάσσονταν τα καλύμματα να φανεί η ταπετσαρία των επίπλων. Θυμάμαι πως δεν επιτρεπόταν κανείς μας να καθίσει πουθενά κι εγώ κρυφά πήγαινα και χάιδευα την στόφα από τις πολυθρόνες γιατί αυτή η αίσθηση ήταν μοναδική.Mε μια πολύ σκληρή σκούπα «χτενίζαμε» τα χαλιά. Ούτε σε όνειρο δεν υπήρχε η ηλεκτρική σκούπα τότε. Τζάμια, καθρέφτες, και οι πολυέλαιοι έπρεπε να αστράφτουν. Πάνω σε μια σκάλα καθαρίζονταν σχολαστικά  όλα τα «δάκρυα» από κρύσταλλο που κρέμονταν στα πολύφωτα. Απαγορευόταν να υπάρχει ούτε ένας κόκκος σκόνης πάνω στον μπουφέ με όλα τα πορσελάνινα αντικείμενα, τις φοντανιέρες και τις γαβάθες που θα γέμιζαν με γλυκά να κεράσουμε τους καλεσμένους.

Κι ύστερα αρχινούσαν οι προμήθειες. Λικέρ με γεύση μαστίχας ή βερίκοκου. Σοκολάτες «γυμνές» με σχήματα μαργαρίτας ή τριαντάφυλλου. Λίγο αργότερα μπήκαν στη διαδικασία του κεράσματος και οι noisette με το φουντούκι στη μέση και τα περίφημα σοκολάτακια με την φωτογραφία της Τζοκόντα στο περιτύλιγμα. Βερμούτ και ουίσκυ από το ακριβό, κονιάκ ΜΕΤΑΧΑ 7 αστέρων, το πιο δυνατό κι ένα σωρό άλλα μπουκάλια και πολλοί ξηροί καρποί στο τροχήλατο τραπέζι που είχε πάνω του και τα ανάλογα ποτήρια για το κέρασμα. Αυτά τα έφερνε ο ίδιος ο μπαμπάς από του Κιούλμπαλη από το Ηράκλειο. Κι ύστερα ξεκινούσαμε τα σπιτικά γλυκά. Ξανά να καβουρντιστούν τα αμύγδαλα, να έρθει από το μαγαζί ο «καλός βούτυρος», κιλά η Άχνη ζάχαρη (τόσο πολύ που την έκανα Νεράιδα στα παραμύθια μου). Οι κουραμπιέδες της μαμάς ήταν το μεγάλο της ατού. Όλοι ήθελαν αυτούς να δοκιμάσουν. Και τα περίφημα ζουρναδάκια της  που είχαν  μαλακή μυζήθρα με αυγό και κανέλα τυλιγμένα σε σιροπιαστό φύλλο λεπτής ζύμης.

Όλα τακτοποιημένα, όλα προβλεπόμενα. Από την ημέρα των Φώτων και μετά δεν ακουμπούσε κανείς στο τραπέζι το μεγάλο της κουζίνας. Όλο το σπίτι μύριζε ξανά κανέλα, ζάχαρη, κι ανεβατό ψωμί. Ξέχασα να σας πω την μεγάλη πρωτοτυπία της μαμάς που έφτιαχνε καλιτσούνια και ας μην ήταν Πάσχα, μια παραλλαγή με μαγιά μπύρας που έγλειφες τα δάκτυλά σου.

Κι έφτανε η μεγάλη μέρα. 7 του Γενάρη. Για μας λίγο κουραστική γιατί ξεκινούσε και το σχολείο τότε, αλλά για το σπίτι μας ό,τι πιο χαρμόσυνο και σπουδαίο μπορούσε κάποιος να  πει. Η γιορτή του μπαμπά….

Η εξώπορτα άνοιγε στις 4.00 το απόγευμα ακριβώς και έκλεινε πολύ μετά τα μεσάνυχτα. Ο μπαμπάς έφευγε για το μαγαζί κι οι επισκέψεις αρχινούσαν με αμείωτη συχνότητα ίσαμε αργά. Οι απογευματινές λοιπόν γιορτές με όλα  όσα απαιτούσαν οι τότε περιστάσεις ήταν στο φόρτε τους. Δεν ήταν το δώρο τότε συνηθισμένο σε γιορτές εκτός από τα λουλούδια. Κι όλα τους από τις μαγικές αυλές των Αρχανών, φρέσκα και μοσχομυριστά. Χειμωνιάτικα τριαντάφυλλα από τις πάνω γειτονιές που ΄χαν το χρώμα του ουρανού σαν ξημέρωνε τα πρωινά με νοτιά του Γενάρη. Οι φιλενάδες, οι γειτόνισσες, οι συγγενείς , γυναίκες ως επι το πλείστων έρχονταν να ευχηθούν, να πούνε τα νέα όλης της εβδομάδας, του χωριού  κι όλων των ξενιτεμένων τους.

Όλοι μας στολισμένοι με τα καλά ρούχα. Θυμάμαι που ζήλευα πάντα τις γόβες της μαμάς , που τις περπατούσε με περισσή χάρη και ας κουβαλούσε τόσα πράγματα. Με εκείνο το πολύ λεπτό τακούνι και το γυαλιστερό μαύρο χρώμα σε λουστρίνι. Περίμενα πως και πως να μεγαλώσω να τις φορέσω κι εγώ να γίνω μια «μεγάλη κυρία».

Ήμουν σπουδαίος βοηθός, έλεγε η μαμά. Όλα τα γλυκά τα έβαζα στα πιατάκια τους, τις χαρτοπετσέτες τις δίπλωνα σωστά ( χρωματιστές και με σχέδια, αιτία να έχω κάνει ολόκληρη συλλογή από δαύτες). Δεν έμπαινα εγώ στο σαλόνι. Ήταν μόνο για μεγάλους. Έφτανα ίσαμε την πόρτα και τις έδινα τα χρειαζούμενα να κεράσει εκείνη! Κι ύστερα έπλενα τα πάντα στον μαρμάρινο νεροχύτη να είναι έτοιμα για τους επόμενους καλεσμένους.

Πόσοι άνθρωποι πέρασαν απόψε από τη μνήμη μου. Πόσες γυναίκες που έφυγαν πια στο αιώνιο ταξίδι τους. Στην μεγάλη πολυθρόνα του σαλονιού καθόταν πάντα η γιαγιά Ελένη, μέρα που φορούσε ένα φόρεμα με πουά λευκό και μαύρο σχέδιο. Έκανε διάλλειμα από το δικό της πένθος. Κανείς μας δεν ξεχνούσε πως ήταν μέρα των Φώτων κάποτε όταν έφυγε ο μεγάλος της έρωτας, ο παππούς Γρηγόρης κι ήταν για εκείνη μεγάλο το βήμα να μην φοράει μαύρα στη γιορτή του γαμπρού της.  Χαμογελούσε πλατιά και χαιρόταν με την πολυκοσμία που τις γέμιζε τις επόμενες μέρες της μοναξιάς της.

Πόσος κόσμος αλήθεια, πόσο ανέμελα όλα εκείνα τα χρόνια. Η γιορτή φούντωνε ακόμα πιο πολύ μετά τις 9.00 το βράδυ. Επέστρεφε σπίτι κι ο μπαμπάς, ο επίσημος εορταζόμενος που γλήγορα γρήγορά έβαζε κι εκείνος το καλό του κουστούμι με τη γραβάτα και περίμενε τους φίλους του τους πιο κολλητούς. Ήταν η σειρά των ζευγαριών πια και ξαναγέμιζε η σάλα με χαρούμενες κουβέντες και γέλια και πειράγματα. Κι όσο προχωρούσε η ώρα  στρώνονταν στο μεγάλο τραπέζι και η καταπράσινη τσόχα ( κεντημένη με τραπουλόχαρτα κι εκείνη από τη μαμά) για το καθιερωμένο χαρτάκι, λόγω των ημερών. Ήταν η ώρα του βερμούτ, των ξηρών καρπών και των τσιγάρων. Υπήρχε ένα ειδικό «αντικείμενο», δεν γνωρίζω πως το λένε, ίσως ταμπακέρα που όλα τα τσιγάρα έστεκαν όρθια κι άνοιγε με ένα μαγικό κουμπί μια πορτούλα. Ο μπαμπάς αν και δεν κάπνιζε πια από τότε που είχε φύγει ο παππούς κερνούσε όλους τους φίλους του από τα καλά, τα Malboro , ένεκα της βραδιάς. Μόνο ο θείος Μανόλης δεν άλλαζε τη μάρκα του, τα 22 του ήταν για αυτόν …θρησκεία. Έτσι έλεγε!

Θα αναρωτιέστε πως τα έβλεπα όλα τούτα αφού απαγορευόταν η είσοδος παιδιών στο σαλόνι. Είχα τον τρόπο μου. Κλεφτά σαν ανοιγόκλειναν οι πόρτες αλλά και από δωμάτιο μου που ήταν απέναντι από το σαλόνι κι είχε στη μέση της πόρτα ένα τζάμι, λίγο θαμπό κρύσταλλο, αλλά έκανε τη δουλειά του. Μέχρι να με πάρει ο ύπνος, που ήταν αδύνατον με τόση φασαρία, έβρισκα λόγους να ξεγλιστρώ, για νερό, τουαλέτα, το Μίκυ Μάους μου που δήθεν είχα ξεχάσει στην κουζίνα και παρατηρούσα τη ζωή των μεγάλων….

Θυμάσαι μπαμπά; Φέτος το σαλόνι είναι τελείως άδειο. Καμιά γιορτή, καμιά ευχή.

Κι όμως εγώ θυμάμαι, όλα τα θυμάμαι κι έχω μέσα μου όλες τις εικόνες, όλα τα χρόνια που ευτυχώς ήταν πολλά για να μην ξεχνώ τίποτα απολύτως…

Να χαίρεστε του Γιάννηδες σας που σίγουρα είναι πολλοί.

Να τους αγκαλιάζετε σφιχτά πριν γίνουν μόνο φωτογραφίες!

Πάλι στα σοκάκια του χωριού και της μνήμης περπατώ ψάχνοντας αλλοτινούς καιρούς…

 

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2021

Ακούσατε…ακούσατε! Φεύγουν οι καλικάντζαροι…

Παραμονή των Φώτων απόψε. Άλλη μια νύχτα μαγική...

Αφιερωμένο στα παιδιά του 10ου Νηπιαγωγείου Ηρακλείου που είναι οι αθόρυβοι ήρωες των ημερών… 

Και σε όλα τα παιδιά!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Νομίζω πως ακούω μικρά βήματα παντού... Κάποιοι βιάζονται, μπερδεύονται, κουτρουβαλούν και προσπαθούν να τελειώσουν με τις τελευταίες  τους σκανταλιές. Απόψε μόλις το ρολόι χτυπήσει δώδεκα ακριβώς όλα θα αλλάξουν. Οι καλικάντζαροι θα πρέπει να τρέξουν να προλάβουν το ένα και μοναδικό άνοιγμα της γης για μπορέσουν να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Για λίγες μόνο ώρες και ίσα ίσα μέχρι το ξημέρωμα θα πρέπει όλα να έχουν τακτοποιηθεί...

Δύσκολες μέρες αυτές που ζούμε ακόμα και για καλικάντζαρους. Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικοί. Ο Αρχικαλικάντζαρος τους είχε προειδοποιήσει πως αν δεν έβαζαν μάσκα και δεν κρατούσαν τις σωστές αποστάσεις δεν θα τους άφηνε να περάσουν ξανά το μυστικό άνοιγμα να επιστρέψουν στο χωριό τους. Τέλος οι συνωστισμοί, οι ξέφρενοι χοροί κι όλα όσα τόσες εκατοντάδες χρόνια συνήθιζαν να κάνουν. Άσε που οι άνθρωποι περνούσαν πια πολλές ώρες στα σπίτια και τις νύχτες δεν το κουνούσαν ούτε για μια στιγμή.  Έτσι τα γλυκά εξαφανίζονταν σχεδόν αμέσως και τα καλικαντζαράκια έμεναν μόνο με ψίχουλα και μυρωδιές.

Τους είδα λίγο ταλαιπωρημένους και σκεφτικούς. Όλα παράξενα φέτος. Είχα το χρόνο χωρίς να με πάρουν μυρουδιά να παρατηρήσω τους δικούς μου φιλαράκους που πρόλαβαν και χάρισαν όμορφες στιγμές σε πολλά παιδιά τις προηγούμενες μέρες που το είχαν περισσότερο ανάγκη από άλλα Χριστούγεννα.

Όλα τα όμορφα όμως έστω και υπό διαφορετικέ συνθήκες κάποτε τελειώνουν. Το δωδεκαήμερο έληγε, τέλειωναν κι οι διακοπές ...

Πόσα και πόσα δεν είχαν να πουν στους γεροντότερους σαν γύριζαν πίσω. Πρώτα απ’ όλα για το φοβερό κακό που΄χε βρει τη Γη. Όλοι οι άνθρωποι ήταν σκυθρωποί και δεν αγκαλιάζονταν πια όπως τα προηγούμενα χρόνια. Τα μαγαζιά κλειστά, τα εστιατόρια το ίδιο, και  άκουσαν πως ούτε τα σχολεία ήταν ανοιχτά μήνες τώρα….

Κάτω από το δέντρο είχε μαζευτεί η γνωστή συμμορία και ο καθένας χωμένος στις σκέψεις του….Για πρώτη φορά ήθελαν να φύγουν. Δεν ήταν γιορτές αυτές που πέρασαν.

Ο Τρακατρούκας μάζευε τα μολύβια του. Είχε πολλή δουλειά επιστρέφοντας. Έπρεπε  να ενημερώσει τους πάντες για την γήινη πανδημία. Φέτος οι ήρωες των παραμυθιών από το  δέντρο της βιβλιοθήκης του χάρισαν ένα Χαρταετό, ένα Κόκκινο Κουμπί, ένα λευκό φτερό και ένα μικρό πακέτο με πολύχρωμες κορδέλες με τη συμφωνία να το ανοίξει μόνο σαν βρισκόταν στο δικό του σπίτι. ( Ήξερα τι είχε μέσα, το είχα δει κι αυτό κρυφά. Μικρά αντικείμενα από τα καινούργια παραμύθια που είχαν κυκλοφορήσει όλη τη χρονιά που πέρασε).

Ο Πι και ο Φι ήταν χαρούμενοι…

Ήταν οι μόνοι που πρόλαβαν και έκαναν πολλές σκανταλιές κι επίσης έγιναν πρωταγωνιστές σε ένα μεγάλο θέατρο χαρίζοντας γέλιο και μαγεία σε πάρα πολλά παιδιά. Ήθελαν όμως να φύγουν γιατί νοστάλγησαν τις τηγανίτες της μαμάς τους και τα παιχνίδια με τον Εδώ και τον Αλλού στην αυλή του καλικαντζαροσχολείου. Ο Κατράμης πάλι είχε βαρεθεί πολύ γιατί όπου κι αν πήγαινε έβλεπε μπροστά του μπουκάλια με απολυμαντικά και μπερδευόταν γιατί νόμιζε πως ήταν νερό κι έφευγε αστραπιαία. Η νεραΐδα των καλικάντζαρων, η κατάλευκη Άχνη τους έλεγε να βιαστούν. Έπρεπε σχεδόν αθόρυβα να αναχωρήσουν σε λίγες ώρες και να κρατήσουν για ανάμνηση ό, τι όμορφο έζησαν. Έτσι αρχίσανε να ψαχουλεύουν …Ο Πι έψαξε τις βαθιές του τσέπες και σιγουρεύτηκε πως οι μικροί θησαυροί του ήταν εκεί... Ένα κατακόκκινο καμπανάκι με ένα υπέροχο ήχο που έπεσε από το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη την βραδιά που ήρθε στο σπίτι του Μύρωνα για να του αφήσει το δώρο του κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Ένα καρυδότσουφλο που στη μέση του είχε μια οδοντογλυφίδα για κατάρτι κι ένα μικρό γαλάζιο πανί που τον χωρούσε ίσα ίσα, το χε πάρει από το σπίτι της Δάφνης. Μια καραμέλα με ασημένιο περιτύλιγμα από το σπίτι τους Στέλιου και της Ελενίτσας που του θύμιζε τα τόσα πακέτα που έβλεπε να κουβαλούν οι άνθρωποι μέσα σε μεγάλες τσάντες όλες αυτές τις μέρες. Ένα φωτάκι σε σχήμα αστεριού που είχε πέσει από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο της Μαίρης και παραλίγο να το πετάξει η μαμά της γιατί δεν άναβε πια...Ένα βατραχάκι που το θύμιζε ένα παραμύθι που το διάβαζε η μαμά της Πηνελόπης ένα βράδυ. Ένα χριστουγεννιάτικο μπισκότο από το σπίτι του Χρόνη. Μια ασημένια χιονονιφάδα που είχε φύγει από τα χέρια της Μαριγιάννας όταν ταξίδευε στη χώρα του χιονιού… Μια χάρτινη νότα που ζωγράφισε η Εμμανουέλλα και ένα βώλο με χίλια χρώματα που του τον είχε δώσει ο Γιώργος. Ένα μικρό Lego από τη συλλογή του άλλου Γιώργου και ένα κατάλευκο μικρό μονώκερο από τα παιχνίδια της Μάγιας. Από το δωμάτιο της Φαίδρας είχε πάρει το καπάκι ενός μαρκαδόρου και από της Ιωάννας ένα ζωγραφιστό χιονάνθρωπο.

Ο Φι πάλι είχε μια τεράστια χάρτινη τσάντα φτιαγμένη από " άχρηστο υλικό " δηλαδή παλιές εφημερίδες και μέσα εκεί έβαζε τα δικά του πολύτιμα πράγματα. Ένα παραμύθι που έγραφε ιστορίες από τα λουλούδια που άνθιζαν την Άνοιξη. Αυτή η Άνοιξη πρέπει να ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα γιατί τόσα χρώματα και τόσες μυρωδιές μόνο μια πανέμορφη νεράιδα θα μπορούσε να τα έχει. Ένα μικρό κουρδιστό αυτοκινητάκι. Το βρήκε κάτω από το κρεβάτι του Γιώργου και άκουσε τον αδελφό του να λέει πως δεν το ήθελε άλλο γιατί είχε σπάσει το πίσω φανάρι και το είχαν αποσύρει από την  κυκλοφορία. Ένα τσιμπιδάκι με μια μικρή καρδούλα στην άκρη. Είχε δει την Μαρίνα που φορούσε ένα ίδιο στα μαλλιά της  και σκέφτηκε πως θα το έκανε δώρο στη φίλη του την Φιφή όταν θα γύριζαν πίσω στο χωριό τους. Ένα βελανίδι από το δέντρο που είχε φέρει στο σχολείο η Ελευθερία  όταν είχε πάει με τον μπαμπά της σε κείνο το πανύψηλο βουνό, τον Στρούμπουλα. Ένα γράμμα γεμάτο καρδιές και ζωγραφιές από την Χαρά και τον Γιάννη και μια μπίλια από γυαλί που όταν την στριφογύριζες έβλεπες διάφορα χρώματα στο κέντρο του  που ήταν του Γιάννη του μικρού.

Τέλος είχε βάλει μέσα σ΄ ένα μικρό γυάλινο βαζάκι λίγη χρυσόσκονη ...Κάθε βράδυ όταν περνούσε από τα σπίτια των παιδιών για να δει αν είχαν κοιμηθεί έπαιρνε λίγη από τα αγγελάκια, τις μπάλες, τα ελαφάκια, και όλα αυτά τα πράγματα που είχαν πασπαλιστεί απ’ αυτήν την μαγική σκόνη. Κάθε φορά που θα ήθελε να θυμηθεί κάτι από τον Απάνω Κόσμο θα έριχνε λίγη και θα ξαναζούσε κάτι από όλη την μαγεία αυτών των δώδεκα ημερών ...

Όμως η ώρα πλησίαζε. Η καρδιά του Πι και του Φι άρχισε να χτυπάει πολύ δυνατά. Θα προλάβαιναν;

Πω πω πλησίαζαν μεσάνυχτα και δεν είχαν χαιρετίσει κανέναν από τους φίλους τους ...Και τώρα δεν υπήρχε άλλος χρόνος ...Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν είναι να τους άφηναν ένα γράμμα. Όμως τι να έγραφαν και πως; Δεν ήξεραν ούτε όλα τα γράμματα ούτε και μπορούσαν να σκεφτούν κάτι άλλο τούτη τη στιγμή. Πως την πάτησαν έτσι με τα ονειροπολήματά τους... Ούτε στα παιδιά από το άλλο τμήμα του νηπιαγωγείου είχαν πει κάτι!

Και τότε τους ήρθε μια ιδέα... Θα φώναζαν δυνατά τα ονόματα τους θα έπαιρνε ο άνεμος τη φωνή τους θα την τύλιγε μέσα σένα αχνό σύννεφο και όπως θα έτρεχαν κι αυτοί να προλάβουν η φωνή τους θα περνούσε μέσα από τοίχους, παράθυρα, μαξιλάρια και θα έφτανε στα μικρά αυτάκια των παιδιών.

Γιατί όλα τα παιδιά πιστεύουν και στους καλικάντζαρους και στα ξωτικά και στα παραμύθια...

Γιώργο, Εμμανουέλα, Μαριγιάννα, Μύρων, Ελένη, Στέλιο, Φαίδρα, Γιώργο ,Ελευθερία, Ιωάννα, Μαίρη, Μαρίνα, Γιάννη, Χρόνη, Μάγια, Χαρά, Γιάννη, Γιώργο, Δάφνη…

Φοίβο, Ελλάδα, Μαρία, Δομηνίκη, Σταματίνα, Μαίρη, Ηλία, Μαρία, Εμμέλεια, Φίλιππε, Ζωή, Δανάη, Μαίρη, Νέστορα, Νεφέλη, Φαίδρα….

Καλή μας αντάμωση τον Δεκέμβριο του 2021!

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2021

Η ιστορία του γέρο-Πρωτοχρονιά Πρεμιέρα στο Υοutube την 2η μέρα του χρόνου!

Τα Παραμύθια του Σαββάτου «ζωντανεύουν»…

Με αναγνώσεις βιβλίων και αφηγήσεις παραμυθιών με κούκλες και μας κρατούν συντροφιά όσο ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ και ΜΕΝΟΥΜΕ ΑΣΦΑΛΕΙΣ.

Σαν αρχή της νέας χρονιάς ξεκινάμε με ένα παραμύθι που ταιριάζει απόλυτα στην μέρα και με πολλές πολλές ευχές!

Με υγεία, αγάπη και πολλά βιβλία να γεμίσει το 2021…

Δείτε- ακούστε το παραμύθι: Η Ιστορία του γέρο- Πρωτοχρονιά!

Κείμενο :Anne Dorville

Πρεμιέρα στις 2 Ιανουαρίου 2021 στις 12.00 το μεσημέρι!

Ακούστε-δείτε το εδώ : https://youtu.be/R1x8BONIu6o

Διαβάζει η Ελένη Μπετεινάκη : https://www.facebook.com/elenibetinaki 

Kούκλες : Εύη Αλμπαντάκη ( το κουμπί και το βελόνι)

Σπιτάκια- καταστήματα :Κωστής Γριβάκης

Είναι μια ιστορία χριστουγεννιάτικη από τη συλλογή : Η μαγεία των Χριστουγέννων σε απόδοση στα Ελληνικά της Μελίνας Καρακώστα των εκδόσεων Πατάκη, 2007.

(Το βιβλίο είναι εξαντλημένο από τον εκδότη)

Κάντε εγγραφή στο κανάλι : https://www.youtube.com/user/elenbet

Και ακούσετε- δείτε όλα τα παραμύθια!

Χρόνια σας πολλά και καλή μας αρχή!

 

 

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2020

Μια παραμονή πρωτοχρονιάς … Μια φορά κι ένα καιρό!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Κάθισα απόψε κατάχαμα στο μεγάλο χαλί του δικού μου σαλονιού κι αφού έσβησα όλα τα  φώτα παρακολούθησα τα μικρά χρωματιστά λαμπιόνια στο  Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Παραμονή Πρωτοχρονιάς χωρίς φίλους ή συγγενείς, έγκλειστοι, περιορισμένοι και σκεφτικοί. Κράτησα κι ένα ποτήρι κατακόκκινο κρασί να στείλω ευχές  και θύμησες σ’ αερικά και άπιαστα ….

Ο Αϊ Βασίλης καθισμένος στην πολυθρόνα του, κουνιστή παρακαλώ ξεκουραζόταν. Τα μικρά καλικαντζαράκια με φάτσες παραμυθένιες και χαμογελαστές κρύβονταν πίσω από το δέντρο, έτοιμα για την σκανταλιά της βραδιάς.

Κι εγώ  χώθηκα στα σεντούκια της μνήμης! Αφέθηκα στο γρανάζι του χρόνου να με φέρει στην παιδική μου ηλικία. Μου λείπουν απόψε οι πολύ αγαπημένοι μου. Η δεύτερη μάνα της ζωής μου, η κυρία Μαρίκα μας να με γεμίσει με ευχές, να μου κρατήσει το χέρι να νιώσω την αγάπη της μέσα στα μύχια της ψυχής μου. Θυμήθηκα τον μπαμπά μου με εκείνο το ζεστό και μόνιμο χαμόγελό του. Μου λείπουν τα γαλάζια του ματιά που ΄χαν όλη τη μαγεία στο βλέμμα τους… Κι ας μην έβλεπε τα τελευταία χρόνια. Άλλωστε το χρώμα τους δεν αλλοιώθηκε ποτέ! Κι ένιωσα σαν να τον είδα στην πολυθρόνα του απέναντι ακριβώς από το μικρό μπαράκι  να κοιτάει με αγωνία τις ειδήσεις στην καινούργια τηλεόραση, την ασπρόμαυρη στο κανάλι ΥΕΝΕΔ.  Κι εγώ καθισμένη  και τότε μπροστά στο δέντρο, πράσινο πλαστικό με γυάλινες  μπάλες που αν τις ακουμπούσαμε λίγο παραπάνω ράγιζαν. Με φωτάκια πολύχρωμα και πάλι, το κράτησα τούτο κι εγώ στο δικό μου σημερινό δέντρο, και αραχνοΰφαντες κλωστές σαν το μαλλί της γριάς. Μ΄ άρεσε θυμάμαι πολύ να απλώνω βαμβάκι πάνω στα κλαδιά για να φαίνεται σαν παχύ χιόνι που θα΄θελα να πέφτει κείνες τις μέρες και στο χωριό μας αλλά σπάνια συνέβαινε...

Κι ύστερα στήλωσα τα μάτια μου στην φάτνη… Πω πω, γέμισα δάκρυα χαράς!

Την θυμάμαι εκείνη μια χρονιά εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’70! Λίγες μέρες πριν, κατεβαίναμε κάτω στο πλυσταριό της μαμάς και ανοίγαμε το σεντούκι με τους θησαυρούς μας. Ήταν ένα μεγάλο κουτί από φελιζόλ που μέσα μαζεύαμε φιγούρες από τα γλειφιτζούρια που αγοράζαμε ένα πενηνταράκι το καθένα από το περίπτερο του κυρ Νικήτα, με αγγελάκια, προβατάκια, γαϊδουράκια, τον Ιωσήφ, την Μαρία, τους μάγους με τα δώρα, τους βοσκούς. Πολύχρωμα όλα, και λιλιπούτεια αλλά τεράστια και σαν αληθινά στα παιδικά μας μάτια. Κείνη τη χρονιά είχαμε βρει ότι ακριβώς χρειαζόταν και πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά να φτιάξουμε την σπηλιά από γύψο με μπόλικους σταλακτίτες και σταλαγμίτες που είχε μάθει για αυτούς ο αδελφός μου στο σχολείο κι εγώ δεν καλοκαταλάβαινα τι ήταν. Όλα πάνω σε ένα ξύλο κόντρα πλακέ  από το ξυλουργείο του κυρ Λευτέρη. Στη πίσω μεριά βάλαμε ένα μεταλιζέ ασημί και χρυσό χαρτί και σαν πέτυχε όλο το καλούπι ρίξαμε λίγα άχυρα  να φαίνεται πιο φυσική. Κολλήσαμε όλες τις φιγούρες με εξέχουσα θέση το μικρό Χριστό, και τους τρεις μάγους που ήταν δυσεύρετες και όποιος τις είχε ήταν …αρχηγός. Στην είσοδο πάνω ψηλά στολίσαμε ένα μεγάλο αστέρι. Το ‘χαμε φτιάξει κι αυτό με μεταλιζέ χαρτί και οι ακτίνες του στρουφιγμένες  πάνω σε ένα στυλό Bic για να μοιάζουν τρισδιάστατες…. Περιμέναμε δυο τρεις ώρες να στεγνώσει όλο το κομψοτέχνημα μας. Δεν κουνούσα από τη θέση μου. Παρακολουθούσα τον γύψο να στεγνώσει σιγά σιγά και ένιωθα ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου που είχα όλα όσα δύσκολα εύρισκαν τα άλλα παιδιά.  Κάτω από το δέντρο την βάζαμε κι ένα κίτρινο φωτάκι τοποθετούνται από μια μικρή τρύπα που ανοίγαμε στην πίσω μεριά για να φωτίζει, να αναβοσβήνει, να φουντώνει η μαγεία κι η ομορφιά της. Ακριβώς δίπλα ήταν ο Αϊ Βασίλης! Πλεγμένος με νήματα κόκκινα και λευκά  με το βελονάκι της γιαγιάς Ελένης, κολλαριστός και ακούνητος πάνω σε ένα μπουκάλι πορτοκαλάδας Βιοχύμ.  Ώρες περνούσα ξαπλωμένη στο χαλί, πιστεύοντας πως αυτή ήταν η αληθινή φάτνη της Βηθλεέμ και πως το μεγάλο θαύμα που όλοι μιλούσαν γι αυτό είχε συμβεί μόνο στο δικό μας σπίτι κι ο Χριστός είχε γεννηθεί εκεί ανάμεσα στις μικρές πλαστικές φιγούρες που στα μάτια μου φάνταζαν τεράστιες και πέρα για πέρα ζωντανές…

Έστρεψα το βλέμμα μου να δω και πάλι το χαμόγελο του πάτερα μου αλλά όλα είχαν χαθεί. Δυο μεγάλες φωτογραφίες μόνο απέναντι ευτυχώς χαμογελαστές. Σήκωσα το ποτήρι μου, αμίλητη ,κι υστέρα κοίταξα το αστέρι ψηλά στο δικό μου Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Ελπίδα σκέφτηκα, φως, αγάπη κι αγκαλιές να φέρει ο καινούργιος χρόνος…

Σηκώθηκα γρήγορα γρήγορα γιατί άκουσα θορύβους από την καμινάδα…

Ο Άγιος Βασίλης σκέφτηκα… κι όλες οι κούκλες μου στρέψανε το βλέμμα τους προς το τζάκι. Πήρα αγκαλιά τον γέρο χρόνο (κούκλα τον έχω) και κρυφτήκαμε  πίσω από τον μεγάλο καναπέ… Μην καταλάβει πως είμασταν εκεί και φύγει!

Άραγε τι να μας άφησε κάτω από το δέντρο;

Εγώ ένα ήθελα με την ψυχή μου…

Μια μόνο στιγμή από την εκείνη την Παραμονή πρωτοχρονιάς του 1972….

Καλή χρονιά σε όλους μας!

 

https://zhtunteanagnostes.blogspot.com/

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2020

Το νησί με τις λέξεις που αγαπάνε*… στα Παραμύθια της Τετάρτης!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Τα Παραμύθια του Σαββάτου είναι μια «στήλη» που αγαπά το παιδικό βιβλίο και για χρόνια πορεύεται μαζί με χιλιάδες αναγνώστες. Ενίοτε γίνεται καθημερινή όταν  έχει να σχολιάσει βιβλία που αξίζουν ακόμα περισσότερο την προσοχή σας!

*Το Νησί με τις λέξεις που αγαπάνε του Μάνου Κοντολέων κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Οι λέξεις έχουν πάντα τη μεγαλύτερη δύναμη από οτιδήποτε στον κόσμο. Μια μόνο αρκεί να φέρει χαρά, λύπη, δάκρυα, χωρισμό, αναγέννηση, αγάπη ακόμα και πόλεμο. Μπορεί ακόμα και να καταρρίψει ένα πολίτευμα.

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λεξηπλάστης και γλωσσομάγος ο Μάνος Κοντολέων. Πάντα με ιδιαίτερη γραφή, προσεγμένη, γεμάτη συμβολισμούς, προβληματισμούς και ταξίδια στη χώρα της φαντασίας που επαγρυπνούν συνειδήσεις.

Οι λέξεις του, οι σκέψεις και οι ιστορίες του είναι για παιδιά και μεγάλους. Το «Νησί» του είναι ένα βιβλίο που τα λέει όλα με τρόπο αλληγορικό και ιδιαίτερο τονίζοντας πόσο μεγάλη σημασία έχει στη ζωή η αγάπη, ο έρωτας, το όνειρο.

Το Νησί που για να το γυρίσει κάποιος χρειαζόταν επτά μέρες  με τα πόδια, πέντε με το κάρο του και τρεις με το άλογο, γερνούσε.  Το Νησί βρισκόταν στη μέση μιας κλειστής θάλασσας. Κι είχε ιστορίες πολλές που τις  θυμόντουσαν μόνο οι γεροντότεροι κι είχαν αρχίσει να χάνονται σιγά σιγά. Κι ο Ηγεμόνας έβλεπε πως όλα είχαν αλλάξει, πως οι άνθρωποι ξεχνούσαν πολλά και πιο πολύ τις λέξεις που είχαν μέσα τους ομορφιά κι αγάπη. Και γερνούσε κι εκείνος και φοβόταν πως όλα θα τελείωναν σιγά σιγά. Με την Αρχόντισσα, τη γυναίκα του δεν αξιώθηκαν να έχουν παιδιά και δεν ήξεραν την τύχη του Νησιού, δεν είχαν ένα διάδοχο … Κι αφού κι οι ίδιοι νιώσανε τις ξεχασμένες λέξεις πόση δύναμη είχαν, όταν αρχίσαν ξανά να τις θυμούνται εκείνες επέστρεφαν. Τότε σκέφτηκαν πως να σωθεί το Νησί κι ο κόσμος τους. Καλέσανε τους ΄άνδρες και τις γυναίκες του Νησιού να γράψουν τις δικές τους ιστορίες με λέξεις που αγαπούν, που γνοιάζονται, που φροντίζουν κι αφού θα διάλεγαν την πιο καλή θα καταλάβαιναν ποιος θα ήταν κατάλληλος να γίνει ο νέος Ηγεμόνας τους τόπου. Κι όλα αυτά θα γίνονταν γνωστά τη νύχτα της πιο λαμπρής Πανσελήνου του Γενάρη!

Έξι ιστορίες στάλθηκαν…. Έξι μοναδικά «παραμύθια»!

Η ιστορία στον λευκό φάκελο μιλούσε για ένα μεγάλο Έρωτα!

Για τα αγόρια, τα παλληκάρια, τα πεισματάρικα…

Για τα κορίτσια τα μεγάλα που κι εκείνα πεισμώνουν πολύ…

Για την αγάπη που ψάχνανε κι οι δυο ( το αγόρι και το κορίτσι να την βρουν).


Κι είχε «ο έρωτας μάτια σκουροπράσινα…». Στα λουλούδια στολίστηκε, στις μυρωδιές που ταιριάζανε με τις ανάσες των δυο ερωτευμένων, στα παλιά σεντούκια με τα προικιά και στο άρωμα της μέντας και του δυόσμου. Και σαν θέλησε το παλικάρι την ύστατη στιγμή να ζήσει άλλη μια περιπέτεια στον τόπο του και να νιώσει εκείνες τις μυρωδιές των βοτάνων όλα αλλάξανε. Κι έφυγε και έγινε η αγάπη πείσμα και μαράθηκε η ζωή της κοπέλας που διάλεξε να ζήσει στις ρίζες ενός δέντρου που δεν άνθιζε μήτε έβγαζε καρπούς εκτός κι αν το ακουμπούσε κάποτε  η πιο μεγάλη αγάπη. Κι όταν περάσανε τα χρόνια κι ο νέος που ήταν πια γέρος επέστρεψε κρατώντας τα μυρωδικά του τόπου του κι ένιωσε πως είχε χάσει εκείνον τον έρωτα του για πάντα, τότε συνέβη το πιο παράξενο. Σαν ακούμπησε το δέντρο το ξερό, σαν φύτεψε δεξά και ζερβά του τη μέντα και το δυόσμο το δέντρο άνθισε με κατάλευκα νυφιάτικα λουλούδια…

Η δεύτερη ιστορία ήταν στον κίτρινο φάκελο… στην Αδελφή αφιερωμένη!

Στις κόρες της Ρήγισσας που πέθανε μόλις τις γέννησε…

Στην Πορτοκαλένια και Λεμονένια που δυο δέντρα φυτεύτηκαν για χάρη τους. Και μεγαλώνανε οι κόρες και μαζί τους και τα δεντράκια. Η Ποτροκαλένια ήταν λουσμένη με το φως και όλα τα χρώματα κι ειχε φίλο της τον Ήλιο. Και τριγυρνούσε παντού  και καλημέριζε όλον τον κόσμο. Κι όταν το πήρε απόφαση η Λεμονένια να βγει κι αυτή στο φως προτίμησε κι έκανε φίλο της το Φεγγάρι…Εκείνο της έμοιαζε, έτσι πίστευε… Και της αρέσανε τα παράξενα του σκοταδιού, οι ήχοι και οι έννοιες που κρύβονταν. Αφέντρες γίνανε οι δυο αδελφές, η πρώτη των χρωμάτων κι η δεύτερη των ήχων. Κι ήταν και εκείνα τα δίδυμα αγόρια που ‘χαν παράλληλες ζωές με τις δυο αδελφές… Ο ένας κρατούσε  ένα πινέλο και ζωγράφιζε τα χρώματα της νύχτας κι ο άλλος μια κιθάρα κι έπαιζε μουσική με τους ήχους της μέρας. Και σαν συναντήθηκαν κι οι τέσσερις για μια στιγμή πάλι άλλαξε νόημα η ζωή όλων….

Η Τρίτη ιστορία στον πράσινο φάκελο ήταν αφιερωμένη στη Μητέρα….

Κι είναι η ιστορία της Ροδής και του Ροδάμανη. Αγάπης ιστορία και μαντικά και πόλεμοι κι υποσχέσεις. Και παιδιά που απέκτησαν το χρώμα της Ροδής εκείνο από τα μάγουλα της  τα κορίτσια και δροσιά από τα χείλη του άνδρα τ’ αγόρια. Και έγινε μάννα η Ροδή πολλών παιδιών που είχαν ανάγκη το χάδι. Που είχαν στερηθεί την αγάπη του γονιού και γέμισε ο τόπος της το Νησί με καρπούς σαν ρόδι. Κι ήταν εκεί και πάλι τα δέντρα, τρία τούτη τη φορά ….


Η Τέταρτη ιστορία στον γαλάζιο φάκελο ήταν αφιερωμένη στον Πατέρα…

Στον Πρώτο κυνηγό, στο πάτερα ενός μικρού αγοριού έλαχε ο κλήρος να βρει και να φέρει στη Γη το καλοκαίρι… Περιπέτεια μεγάλη και τούτη η ιστορία που κρύβει δάκρυα και πόνο μα  και χαρά περισσή. Κατορθώματα, τόλμη, ανδρεία, αγάπη και θάρρος άφοβο…

Η ιστορία στον κόκκινο φάκελο ήταν σαν πουλί τριανταφυλλί…

Ο Πρώτος Φύλακας δεν ήταν καλός Άνθρωπος. Απαγόρευε τα πάντα από τους άλλους κι έφερνε μόνο μούχλα και μαστίγιο στο Νησί. Ώσπου ήρθε η Μαγίστρα με τα κόκκινα μαλλιά και έχτισε ψηλά το κάστρο της. Κι είχε λουλούδια πoλλά στην αυλή της και τόλμη περισσή.  Γάλα θέλησε να πάρει από τον βοσκό, προνόμιο μόνο του Πρώτου Φύλακα.  Κι ήταν αυτό η αρχή να αλλάξουν όλα κι οι άνθρωποι να μάθουν ν ζητούν το δικό τους …γάλα ή δίκιο! Και να γεμίζει ο κόσμος τους, οι αυλές, η ζώ τους μικρά λουλούδια σαν πουλιά τριανταφυλλί…

Η ιστορία στον Ασημί φάκελο ήταν αφιερωμένη στα παιδιά!

Για χίλια δέντρα μιλάει τούτη η ιστορία που τα ‘κανε δώρο στον τελευταίο άρχοντα ένας θεός περαστικός… Επειδή τον φίλεψε ένιωσε ευγνωμοσύνη  και χάρισε την ελιά στον Άρχοντα που ήταν πολύτιμη. Δώρο αγάπης αιώνιας. Κι έπρεπε ο Άρχοντας να προσέχει πως χειριζόταν κι εκείνος την αγάπη για να μην χάσει ούτε ένα από τα δέντρα του. Και σαν πέρασαν τα χρόνια το ξέχασε  κι άρχισε να γίνεται αλαζόνας…Κι όλοι οι απόγονοι του και πέρασαν αιώνες και ξέχασαν οι άρχοντες κι οι άνθρωποι την προφητεία. Χάθηκαν όλα τα δέντρα, ξεράθηκαν, δεν έβγαζαν πια ευλογημένο καρπό, εκτός από ένα. Η πρώτη γυναίκα Ηγεμόνας σαν πήρε την εξουσία στα χέρια της, ένιωσε τι θα πει προσφορά κι αγάπη κι ήταν εκείνη που έδωσε πάλι ζωή στον Ελαιώνα ήταν η Μάνα, η αρχόντισσα η ίδια η Αγάπη….

Τρία τα μέρη του βιβλίου: Οι λέξεις, οι ιστορίες και οι Άνθρωποι. Δεμένα και τα τρία σαν να΄ναι ένα.

Θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο οδηγός για δημοκρατικό πολίτευμα…

Θα μπορούσε να είναι επίσης ένα βιβλίο για την αγάπη προς τον άνθρωπο…

Θα μπορούσε να είναι το καταστάλαγμα και η σοφία από την εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής…

Θα μπορούσε να είναι ένα υπέροχο βιβλίο για όλα όσα ποθούν οι άνθρωποι και που μόνοι τους δεν ξέρουν αν τα καταφέρουν να τα ζήσουν. Όλα όσα ονειρεύονται, μαζί με όλους. Μια ιστορία που συμπληρώνεται κι ολοκληρώνεται από μια άλλη. Όπως η ζωή. Που για να είναι πλήρης χρειάζεται παραπάνω από έναν άνθρωπο. Χρειάζεται το δόσιμο, την αγάπη , το μοίρασμα…

Θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο φαντασία, περιπέτειες και λέξεις που φτάνουν και ανυψώνουν την αγάπη στο πιο ψηλό σκαλοπάτι.

Θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο γεμάτο ρίζες και δέντρα συμβολισμοί για την  ασφάλεια, την επιμονή, την προσμονή, το πείσμα.

Ένα βιβλίο για όλους εκείνους που λατρεύουν την εξουσία. Κι ίσως πολύ προφητικό για την αλαζονεία και την έπαρση.

Ένα βιβλίο που θες να το διαβάσεις πολλές φορές γιατί έχει ένα σωρό ξεχωριστά νοήματα κι ομορφιά και λέξεις που γεμίζουν την δική σου ψυχή. Και κατορθώματα και αποφάσεις και ζωή, πολλή ζωή.

Ένα βιβλίο ποίημα…

Ένα βιβλίο γεμάτο αληθινά παραμύθια.

Ένα βιβλίο που σου αφήνει μια γλύκα και μια ώριμη σκέψη για τη δική σου ζωή, την πορεία, τις αποφάσεις που πρέπει να πάρεις. Το πόσο βαθιά πρέπει να κοιτάς τα μάτια του άλλου, να φτάνεις στα μύχια της ψυχής του και να καταλαβαίνεις  τα θέλω, τα μπορώ, τα όσα τον κάνουν ευτυχισμένο…

Πριν από το τέλος … να ξέρεις, να αντέχεις, να μπορείς να αφήνεις χώρο για τους άλλους, να ξέρεις πότε πρέπει να πεις : Ως εδώ!

Όλα τα παραπάνω είναι  τούτο το βιβλίο. Πολυδιάστατο, γεμάτο αλήθειες που κρύβονται στις λέξεις του και με βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα που ευτυχώς έχουν απάντηση….

Κ. Μάνο Κοντολέων πάντα θαύμαζα την γραφή σας. Για μια ακόμη αφορά αφέθηκα να με παρασύρουν οι λέξεις και να γίνω ένα με κάθε ήρωά σας. Να ζήσω για λίγο κι εγώ στο Νησί να γευτώ όλες τις ιστορίες, τις περιπέτειές , τις αγωνίες των απλών ανθρώπων αλλά και του Ηγεμόνα και πιο πολύ της Αρχόντισσας.

Το εξώφυλλο της Κατερίνας Βερούτσου  με γέμισε με χρώμα τριανταφυλλί και γαλάζιο όπως η μεγάλη κλειστή θάλασσα.

Να το ψάξετε τούτο το βιβλίο. Για όλα όσα σας έγραψα και για την απόλαυση της ανάγνωσης που τόσο πολύ έχουμε όλοι μας ανάγκη.

Εμένα με ταξίδεψε τούτη η γραφή. Σε μονοπάτια της φαντασίας χρωματιστά και άπιαστα κι ονειρεμένα…. Σαν ένα ατέλειωτο ποίημα!

Για παιδιά από 10 χρόνων και εφήβους και μεγάλους!

Δείτε εδώ ένα απόσπασμα: https://www.patakis.gr/product/642874/vivlia-paidika--efhvika-paidikh-neanikh-logotexnia/To-Nhsi-me-tis-lekseis-pou-agapane/