Το παραμύθι της βροχής

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

Του Αγίου Φανουρίου σήμερα…


 Να φανούν τ΄ αφανέρωτα!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Στο γραφικό εκκλησάκι του αγίου Φανουρίου στο Βενεράτο που΄ναι κτισμένο μπροστά από ένα πελώριο βράχο βρέθηκα και πάλι τούτη τη χρονιά, μέρες πριν την γιορτή.
Στο φαράγγι προσπάθησα να ...μπω περπατώντας ανάμεσα σε νερά (όχι πολλά), δέντρα και ομορφιά από εκείνες που σε κάνουν να λες πως υπάρχουν αληθινά παραμύθια γύρω σου. Τόπος που περιμένεις να δεις νεράιδες ή ξωτικά και μια απόλυτη σιωπή παντού με μυρωδιά από φρεσκοβαμμένο ασβέστη ολόγυρα σε μίαν αυλή γεμάτη πλατάνια, σκιά και θαυμασμό. Μαζί μου συνοδοιπόρος πάντα ο Κωστής και ...οι κούκλες μου που ταίριαζαν απόλυτα με το περιβάλλον.

Κι ύστερα μια βόλτα στο Βενεράτο, απαραίτητη.

Αφορμή για όλα αυτά, η γιορτή του αγίου στις 27 του Αυγούστου…


Γεμάτη κι η Κρήτη με εξωκλήσια, όπου κι αν βρεθείς σε πεδιάδες βουνά, χαράδρες. Κι όλα έχουν μια ιστορία πίσω τους που χάνεται πολλές φορές στα βάθη των αιώνων. Και τούτο το εκκλησάκι έχει επιγραφή  πως φτιάχτηκε από του Ενετούς γύρω στα 1600, λεηλατήθηκε , καταστράφηκε επι Τουρκοκρατίας και ανακαινίσθηκε στα 1931 έχοντας ς πια προφανώς διαφορετική μορφή από το αρχικό κτίσμα.  Την ώρα που πήγαμε υπήρχε ακόμα ερημιά. Μια μεγάλη νταμιτζάνα μόνο με κανελλάδα σε μια σκιερή γωνιά θύμιζε πως κάτι θα γινόταν στην Χάρη του Αγίου πιο μετά. Εμεί ανάψαμε κερί και χαθήκαμε μέσα στα πλατάνια προσπαθώντας να ακολουθήσουμε την ροή του μικρού ποταμού  Απόλλωνα να βρεθούμε στη Γρα Σπηλιάρα με τα αγριοπερίστερα και την απίστευτη ομορφιά της…


Κι έδωσα υπόσχεση και τάμα στον Άγιο Φανούρη του Βενεράτου πως θα φτιάξω και πάλι φανουρόπιτα το βράδυ, για όλα εκείνα τα χαμένα της ζωής και της ύλης και πως του Χρόνου που θα επιτρέπονται οι πολλές χαρές και τα πανηγύρια θα ερχόμουν ξανά ….

Την  έφτιαξα λοιπόν την πίτα μου με την ίδια συνταγή που έδωσε κάποτε η αγαπημένη μου φίλη η Ιωάννα Σταμούλου *και δεν σας κρύβω πως πέτυχε. (Μόνο που αντί να βάλω κονιάκ, σαν γνήσια κρητικιά, έβαλα ρακή…)  

Ύστερα έψαξα πολύ να βρω τι κρύβεται πίσω από τούτη τη γιορτή  και πως καθιερώθηκε κι έμαθα ένα σωρό θρύλους και παραδόσεις που ακόμα και στις μέρες μας καλά κρατούν!

Είναι λοιπόν ο άγιος που φανερώνει όλα τα χαμένα, ζώα, πράγματα αλλά και την Τύχη. Σε όλες τις εικόνες παριστάνεται να κρατά ένα κερί αναμμένο κι στην πίστη του λαού θεωρείται πως ήταν μάντης. Λένε πως ήταν κατεξοχήν άγιος των  Δωδεκανήσων όπου τυχαία βρέθηκε μια εικόνα του στα 1350 στη Ρόδο , στα ερείπια μιας εκκλησιάς. Εικονιζόταν με στρατιωτικά ρούχα  και κρατούσε στο χέρι του ένα σταυρό και μια λαμπάδα. Πάνω στην εικόνα διακρινόταν ξεκάθαρη η γραφή με το όνομα του, Άγιος Φανούριος. Τούρκοι την βρήκαν την εικόνα και την παρέδωσαν στον Μητροπολίτη του νησιού τον Νείλο κι εκείνος από τα χαλάσματα ξανάφτιαξε την παλιά εκκλησιά κι αφού ο άγιος αυτός ήταν άγνωστος σε όλους μέχρι τότε, καθιέρωσε για μέρα της γιορτής του την ημέρα που βρέθηκε η εικόνα. Η λατρεία του γρήγορα διαδόθηκε παντού ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κρήτη. 


Το «θαύμα του αγίου Φανουρίου» την εποχή της Ενετοκρατίας  δεν μας είναι ίσως και τόσο γνωστό. Όταν  τότε τρεις διάκονοι που ήθελαν να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα και αφού οι Λατίνοι δεν τους επέτρεπαν να συμβεί αυτό στην Κρήτη μετέβηκαν στο Τσιρίγο των Κυθήρων και στην επιστροφή τους στο νησί έπεσαν θύματα Αγαρηνών πειρατών που τους μετέφεραν στη Ρόδο και τους πούλησαν σκλάβους. Είχαν ακούσει για την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και παρακαλώντας ο καθένας χωριστά τους αφέντες τους κατάφεραν να πάνε να την προσκυνήσουν. Παρακάλεσαν εκείνοι στον Άγιο να τους ελευθερώσει από την σκλαβιά τους. Ο Άγιος Φανούριος άκουσε τις προσευχές τους και την νύχτα παρουσιάστηκε στους αφεντάδες των ιερέων λέγοντας  τους να τους  ελευθερώσουν αλλιώς  θα τιμωρούνταν σκληρά. Εκείνοι αντίθετα συνέχισαν να τους βασανίζουν αλύπητα για δυο συνεχόμενα βράδια ώσπου λένε πως την τρίτη μέρα τυφλώθηκαν οι Αγαρηνοί Αφεντάδες  κι έμειναν παράλυτοι. Ο Άγιος παρουσιάστηκε για τρίτη φορά στους δυνάστες των ιερέων και τους είπε πως αν δεν τους ελευθερώσουν τότε η υγεία τους θα χειροτερέψει ακόμα πιο πολύ . Εκείνοι φοβούμενοι  πια για χειρότερα  έδωσαν  γραπτή υπόσχεση για την απελευθέρωση των τριών ιερέων  μέσα στον ίδιο το ναό του Αγίου Φανουρίου. Αμέσως έγιναν  καλά και πλήρωσαν όλα τα έξοδα να επιστρέψουν οι τρεις ιερείς στην Κρήτη. Εκείνοι για να ευχαριστήσουν τον Άγιο αντέγραψαν ακριβώς την εικόνα του και την μετέφεραν στο νησί φτιάχνοντας εκκλησία και διαδίδοντας την λατρεία του,ίσαμε τις μέρες μας.  Kι έγινε ο Άγιος τούτος από τους πιο σημαντικούς στο νησί μας. Η παράδοση ήθελε επίσης για λόγους που σχεδόν αγνοούνται να θεωρήσουν την μητέρα του αμαρτωλή κι εκείνον νόθο παιδί. Άλλοι λένε πάλι πως ήταν πολύ σκληρή με τους φτωχούς και δεν έδινε ποτέ και τίποτα σε κανέναν. Η ψυχή της δεν πήγε ούτε στην κόλαση κι όσο κι αν προσπάθησε κι ο ίδιος της ο γιος να τη σώσει δεν τα κατάφερε. Έτσι λοιπόν βγήκε η συνήθεια να φτιάχνουν την ημέρα που γιορτάζει ο Άγιος γλυκόπιτες και να τις μοιράζουν σε όλους , τους περαστικούς, γνωστούς κι άγνωστους με τη σύσταση  να ευχηθούν να συγχωρεθεί η μητέρα του Αγίου.


Ο μελετητής της ελληνικής λαογραφίας Γιώργος Αικατερινίδης κατέγραψε μια ενδιαφέρουσα παράδοση για τη μητέρα του Αγίου στις Βρύσες Μεραμπέλλου όπως αναφέρεται στο βιβλίο  των Νίκου  και  Μαρίας Ψιλάκη, "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης":

"Η μάνα του Αγίου δεν ήκαμε καλό ποτέ τζη. Μόνο ένα κρομμυδύφυλλο ήδωσε μια βολά σ'ένα διακονιάρη. Σαν απόθανε ήβραζε σ'ένα καζάνι με πίσσα και ο Άγιος αρώτησε: α-Γιάντα η μάνα μου είναι εκειά μέσα;

Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος τ'απηλοήθηκε: -Γιατί δεν ήκαμε ποτέ καλό. Να ρίξομε το κρομμυδόφυλλο που ήδωσε κι ανέ τηνέ σηκώσει να βγει επάνω, να σωθεί...

Ερίξανε το κρομμυδόφυλλο και η μάνα ντου βγήκε στα χείλια του καζανιού μαζί με τρεις άλλες γυναίκες που πιαστήκανε κι αυτές από το κρομμύδι. Μα η μάνα ντου τώσε δίνει μια σπρωξιά και πέφτουνε πάλι μέσα. Τοτεσάς λέει ο Αρχάγγελος: Θωρείς πως κι επαέ είναι ακόμη κακή.

Τοτεσάς ο Άγιος Φανούριος ζήτησε μια χάρη: Να μην πηγαίνουνε πράμα γι'αυτόν, μόνο για τη μάνα ντου για να λένε να τση συγχωρέσει ο Θεός..."


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  πάλι  στο διήγημά του "Γουτού Γουπατού"  αναφέρει σχετικά : "Όσοι επικαλούνται τον Άγιο Φανούριον οφείλουν να λέγουν: Θεός σχωρέσ' τη μητέρα του Αγίου Φανουρίου. Θεός σχωρέσ' την."

Η σχέση του αγίου με την Κρήτη είπαμε πως χρονολογείται από τα χρόνια των Ενετών. Τρία μεγάλα μοναστήρια στο νησί θέλουν να τον τιμούν με το όνομα του αφιερώνοντας  του ένα κλίτος και γιορτάζοντας  ακόμα και σήμερα μεγαλόπρεπα την λατρεία ,και  την μνήμη του. Είναι η  Μονή Οδηγήτριας της Μεσαράς , η Μονή Βαρσαμόνερου στα Βορίζια και η Παναγιά  Κερά Ελεούσα στην Κιθαρίδα.

Η παράδοση λοιπόν εκτός όλων των παραπάνω τον θέλει Άγιο και βοηθό στις δυσκολίες της ζωής ειδικότερα στην φανέρωση χαμένων πραγμάτων και στο νησί μας για ανεύρεση χαμένων  ζώων. Είναι ο Προστάτης των ζωοκλοπών που δεν απολείπουν ακόμα και στις μέρες μας από την Κρήτη. Η τιμωρία του ζωοκλέφτη είναι ηθικής τάξεως. Μπροστά στο εικόνισμα του αγίου δεν μπορεί κάποιος να πει ψέματα ποτέ και για αυτό το ξεκαθάρισμα τέτοιων παράξενων λογαριασμών γινόταν πάντα μπροστά στην εικόνα του. Ο όρκος αυτός αποτελεί διαδικασία πλήρους επιβεβαίωσης ή οριστικής απαλλαγής από κάθε υποψία. Λένε πως κάποιοι  βοσκοί που ψευδομαρτύρησαν δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν στα σπίτια τους.

Το τάμα των βοσκών δεν είναι  φανουρόπιτα. Προσφέρουν ένα τουλάχιστον ζώο για να βρεθεί ότι αυτοί θεωρούν πως έχασαν.


Κι οι Αγρότες πάλι του τάζουν λάδι για να φανερώσει τα χαμένα τους.

Στον Κρουσώνα Ηρακλείου έφτιαχναν « το τριβίδι του Αγίου Φανουρίου» με σταφίδες, πετιμέζι και λάδι καθώς και στο Αμάρι ζύμωναν το «Φανουροτρίβιδο» σαν στενόμακρο ψωμί που το πρόσφεραν δώρο στη γειτονιά.

Στην Κύπρο, στην Κρήτη και σε άλλες περιοχές, ο Άγιος μπορεί να φανερώσει στην κάθε ανύπαντρη κοπέλα το μέλλοντα σύζυγό της.

Στη Σκιάθο  πίτα στον Άγιο τάζουν οι μάνες  για να τους φανερώσει το γαμπρό που θα κάμουν στην κόρη τους.

Στη Φλώρινα, η φανουρόπιτα (που την πάνε οι ελεύθερες κοπέλες στην εκκλησιά) χρησιμοποιείται ως ονειρομαντικό μέσον με ένα κομμάτι που βάζουν κάτω απ'το προσκέφαλο (ο Άγιος θα φανερώσει το μέλλοντα σύζυγο).

Στα Ανώγεια πάλι τη ζυμώνουν με προζύμι και δεν ξεχνούν σαν την μοιράζουν να ευχηθούν στις γυναίκες της οικογένειας. Κι είναι ο Άγιος των Ξυλούρηδων που τον  γιορτάζουν κάθε χρόνο στην εκκλησιά του στον Ψηλορείτη


Συνήθως η Φανουρόπιτα παρασκευάζεται με επτά ή εννιά υλικά. Η επιλογή των αριθμών αυτών δεν είναι καθόλου τυχαία, μια και είναι γνωστός ο ρόλος των αριθμών στις μαντικές και μαγικές πρακτικές. Τα επτά ή εννιά υλικά φαίνεται να ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη δύναμη της πίτας

Η δική μου φανουρόπιτα έχει εννέα υλικά  κι όπως  λέει και η Ιωάννα*, η πίτα του Αγίου Φανουρίου είτε την πάς στην εκκλησιά είτε όχι έχει το λόγο της να τη φτιάξεις: “Για να φανούν τα αφανέρωτα!”

Ό,τι κι αν λένε είναι ευκαιρία για γιορτή και γλύκισμα!

Χρόνια πολλά!

Η συνταγή της Ιωάννας Σταμούλου:*http://www.sweetly.gr/2015/08/fanouropita/#more-4133



Φωτ : Κωνσταντίνος Γριβάκης, Ελένη Μπετεινάκη


ΠΗΓΕΣ:

Νίκος Ψιλάκης, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, εκδ. Καρμάνωρ

Νίκος & Μαρία Ψιλάκη ,Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα, εκδ. Καρμάνωρ

Λουκάτος Δ.Σ., Τα καλοκαιρινά , εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα 1982

Μέγας Γ.Α, Ελληνικαί εορταί και έθιμα λαϊκής λατρείας, Αθήνα 1957



Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

Βιβλία που σε κάνουν να σκεφτείς το εφήμερο, το σήμερα, την ίδια τη ζωή...


Τα παραμύθια του Σαββάτου… γράφει η Ελένη Μπετεινάκη *

Αγάπη είναι το θέμα… Στη μάνα, στον πατέρα, στο παιδί, στη γιαγιά, στον παππού, στον φίλο. Αποδοχή, φιλία, θάρρος και τόλμη. 

Βιβλία που σε κάνουν να σκεφτείς το εφήμερο, το σήμερα, την ίδια τη ζωή. Εικόνες γεμάτα από ελληνική οικογένεια, ψυχή και φως.

Για εκείνο το πείσμα, το γινάτι, το ελληνικό που καταφέρνει ή καταστρέφει τα πάντα! 

Ο παππούς ο Σούπερμαν και ένα κερασάκι, Άννα Κουππάνου, εικ: Αιμιλία Κονταίου, εκδ. Κέδρος

 Ε λοιπόν, άκουσον άκουσον! Οδηγίες χρήσεως, διαβίωσης ή κανόνες για να γίνει  κάποιος πολύ καλός παππούς. Καταπληκτική ιδέα, πρωτότυπη αλλά και δύσκολη. Υπάρχει σχολειό για παππούδες και γιαγιάδες;  Μάλλον όχι ! Και τότε πως λύνεται ο πανικός στο άκουσμα μιας αναγγελίας που κρύβει μέσα της όλη τη χαρά του κόσμου όπως αυτήν: «Μπαμπά, θα γίνεις παππούς!». Δύο φορές μπαμπάς δηλαδή κι όμως τώρα είναι που αρχίζουν τα δύσκολα, οι αμφιβολίες, οι ανασφάλειες, η άγνοια, ο φόβος, η πιο πρωτόγνωρη αγάπη.
Όλα αυτά και πολλά περιγράφει το βιβλίο της Άννας Κουππάνου που πραγματικά απολαμβάνεις από την πρώτη του σελίδα. Ο κύριος Τιμόθεος θα γίνει δυο φορές παππού, μια εξ αίματος και μία γιατί ….το ήθελε. Ένας  εξάχρονος πανέξυπνος πιτσιρικάς θα του μάθει άθελα του πως πρέπει να είναι ένας παππούς. Και μια ιστορία πραγματικά απολαυστική θα ξεκινήσεις στο πάρκο, με συντροφιά τα παραμύθια, τον μικρό Τιμόθεο που έχει λίγο μύτη σαν του Πινόκιο και την καθημερινότητα μιας οικογένειας. Σύγχρονα  προβλήματα επιβίωσης, σκέψεις και συναισθήματα για ένα  παππού που θέλει να είναι  ένας Σούπερ Παππούς για το εγγόνι του και προσπαθεί να προετοιμαστεί…
Και σιγά σιγά χτίζει τον δεκάλογο του καλού παππού γεμάτο ανατροπές , μικροκάμωτα, χαρές και συμβουλές που ο ίδιος πια βιώνει, μαθαίνει και ελπίζει να …καταφέρει!
Ιστορία φτιαγμένη για όλους τους παππούδες, για τις αλήθειες που λίγοι παραδέχονται . Για την αγάπη στα παιδιά, στη χαρά,  για συναισθήματα ανάκατα που γεννιούνται σαν οι ρόλοι της ζωής αλλάξουν. Για τα άγχη, τις σκέψεις ,τις νέες εμπειρίες, τις μεγάλες χαρές της ζωής.
Δυο ιστορίες ξετυλίγονται μέσα σε τούτο το βιβλίο. Η γονική αγάπη  και μια μικρή ιστορία ενός αξιαγάπητου μετανάστη που χει κι εκείνος ανάγκη …έναν παππού.  Κι ο κύριος Τιμόθεος πραγματικά γίνεται σουπερ παππούς για όλους…
Ένα βιβλίο απολαυστικό για μικρούς και μεγάλους, για τους παππούδες της ζωής μας , για τους ανθρώπους που δίνουν ψυχή, άδολη αγάπη, στήριξη και ομορφιά στην καθημερινότητα όλων μας!
Ένα βιβλίο που εικονογραφισε εξαιρετικά όπως πάντα η Αιμιλία Κονταίου…κι ας το βλέπουμε ασπρόμαυρο. Νοιώθουμε το χρώμα του και στις εικόνε ςκαι με τις λέξεις της Άννας Κουππάνου. 

Διαβάστε το οπισθόφυλλο εδώ : https://www.kedros.gr/product_info.php?products_id=8813

Και αν νομίζετε πως μπορείτε, φτιάξτε κι εσείς έναν δεκάλογο για τον παππού, τη γιαγιά, τη μαμά  και τον μπαμπά, παρέα με το παιδί το δικό σας ή ένα από εκείνα που κάνουν τη ζωή σας σημαντική…

Για παιδιά από 9 χρονών και μεγάλους



Το υπόσχομαι, Αλεξάνδρα Μητσιάλη, εικ: Ραφαέλλα Τσάτσι, εκδ. Πατάκη

Ο Νικόλας είναι ένα οκτάχρονο μικρό αγόρι που ζει πια στον Καναδά. Μετανάστης όπως χιλιάδες άλλοι άνθρωποι ζει με την οικογένειά του και τις δυσκολίες της προσαρμογής. Ταμπέλες, συναισθήματα, σκέψεις, πείσμα, αναμνήσεις κι υποσχέσεις. Μέσα σε ένα πολύ τρυφερό κείμενο υπάρχουν όλα. Μα πιο πολύ υπάρχει η Άννυ. Το κορίτσι που τον «περιφρονεί» κι ο Νικόλας της γράφει ένα γράμμα που μόλις σταθεί στα πόδια και την «γλώσσα» του τόπου της θα της δώσει. Ένα γράμμα γεμάτο Ελλάδα! Γεμάτο αναμνήσεις, συναισθήματα , φως κι ομορφιά. Όπως η χώρα του Νικόλα, η χώρα μας, το νησί του η Κάρπαθος, η φιλοξενία, η απλότητα, το απέραντο γαλάζιο κι ο ήλιος μας. Ένα γράμμα που είναι υπόσχεση, είναι δύναμη , είναι όλα όσα του λείπουν και σκέφτεται…
Το ξαναδιάβασα τούτο το βιβλίο, πάλι, και  πολλές φορές. Να νιώσω τις αλήθειες του, την απλότητα του τα μεγάλα του νοήματα και τα θέλω του όπως τα καταλαβαίνουν τα παιδιά κι όπως τους τα χαρίζει με την τόσο αληθινή ιστορία της η Αλεξάνδρα Μητσιάλη.
Μετανάστης, ακούγεται βαριά η λέξη. Υπάρχει όμως, είναι  γεγονός, όχι μόνο για τους άλλους ανθρώπους και λαούς , αλλά και για μας. Χιλιάδες ξενιτεμένοι δικοί μας άνθρωποι, χιλιάδες οι δυσκολίες, τα συναισθήματα , οι περιπέτειες. Κι είναι τα εσώψυχα του Νικόλα όλα όσα βιώνουν και νοιώθουν τα παιδιά τα δικά μας, των άλλων, του κόσμου όλου σαν αλλάξουν τόπο, συνήθειες, γλώσσα, φίλους. Είναι τούτη η ιστορία  για την αποδοχή που θέλουν να έχουν όλοι. Είναι για τις ώρες τις δύσκολες που πάντα η ομορφιά που έχεις μέσα σου θα σε κρατήσει  δυνατό. Είναι τα βιώματα κι οι αναμνήσεις που σε κάνουν να θυμάσαι, να ελπίζεις , να σκέπτεσαι θετικά. Είναι οι υποσχέσεις και το πείσμα που σε κρατούν ζωντανό στα δύσκολα. Είναι οι στόχοι που βάζεις και προσπαθείς ακόμα και να τους ξεπεράσεις, Είναι ο ο φόβος του σήμερα, του αύριο του …αν!
Για τους φίλους, για την ανάγκη της επικοινωνίας, για τις θύμησες του καθενός , για την δική του ψυχή!
Υπέροχες εικόνες, εκφραστικές και «αληθινές» από την Ραφαέλλα Τσάτσι. Να το διαβάσετε κι αυτό και τα άλλα δύο μιας τριλογίας που μας θυμίζει το εφήμερο, τα σχέδια για τη ζωή που συχνά αλλιώς τα κανονίζουμε  κι αλλιώς μας τα φέρνει ο χρόνος κι οι συνθήκες

Και αν θέλετε να δείτε πόσα πολλά μπορεί να κάνεις  ή να φτιάξεις  διαβάζοντας τούτο το βιβλίο μπείτε εδώ: http://www.patakis.gr/images/files/1165354.pdf
 
Όμως ψάξτε το ...αλήθεια σας λέω, είναι πολύ δυνατό!

Για παιδιά από 7 χρονών 

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός  

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 11 Αυγούστου 2018 :https://www.cretalive.gr/culture/biblia-poy-se-kanoyn-na-skefteis-sta-paramythia-toy-sabbatoy

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Οι «ξεκουκούλωτοι» της Κρήτης...!

Ποιοι ήταν οι Γενίτσαροι της Κρήτης ,οι « ξεκουκούλωτοι », οι γερλήδες, οι αδίστακτοι Τουρκοκρητικοί ;

Το όνομα Γενίτσαρος είναι σύνθεση των τούρκικων λέξε­ων «Γενί» και «Τσερί» που στα ελληνικά σημαίνουν Γενί = νέος, Τσερί = στρατός, δηλαδή νέος στρατός.

«Τούτο θα σου πάρω, εκείνο θα μου δώσεις κι αυτό θα μου το χαρίσεις»!

Ήταν μια φράση που έλεγαν συχνά οι Τουρκοκρητικοί που έζησαν στο νησί την περίοδο της Τουρκοκρατίας  και σημάδεψε γενιές ανθρώπων που είτε  ταυτίστηκε με τους γενίτσαρους είτε όχι κατάφερε να σπείρει τον πανικό και την απέχθεια των Κρητικών απέναντι σε οτιδήποτε τους θύμιζε αυτούς τους « τρομερούς» κατακτητές .
Κατά τον Πόλεμο της Κρήτης (1645-1669) η οθωμανική κυβέρνηση έστειλε χιλιάδες γενιτσάρους στο νησί για να αντιμετωπίσει τα βενετικά στρατεύματα και παράλληλα, στην προσπάθειά της αυτή, προσεταιρίστηκε χιλιάδες ντόπιους κατοίκους εντάσσοντάς τους στις τάξεις του οθωμανικού στρατού.
Τον τουρκικό στρατό της Κρήτης αποτελούσαν δύο κυρίως τάξεις γενιτσάρων, οι αυτοκρατορικοί γενίτσαροι (kapu-kulu) και οι εντόπιοι γενίτσαροι, οι λεγόμενοι γερλήδες (yerli yeniceri).
Ο αρχηγός των αυτοκρατορικών γενιτσάρων είχε τον τίτλο του «Γενιτσάρ-αγασί», ενώ των γερλήδων του «Γερλή-αγασί». Η διοικητική ιεραρχία στα γενιτσαρικά τάγματα ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη. Στον Χάνδακα υπήρχαν πέντε τάγματα ή ορντάδες αυτοκρατορικών γενιτσάρων, που το καθένα είχε δύναμη 5000 ανδρών, και 28 οντζάκια (στρατώνες) γερλήδων γενιτσάρων. Στην πόλη των Χανίων, υπήρχαν τρεις ορντάδες (τάγματα) Γιανίτσαρων. Βέβαια  ο αριθμός των ορντάδων δεν ήταν πάντα σταθερός σε όλες τις εποχές. Σε μια έκθεση του 1783 αναφέρεται ότι στα  Χανιά υπήρχαν 3600 γενίτσαροι, χωρισμένοι σε πέντε ορντάδες και ότι στην πόλη υπηρετούσαν 1200 γερλήδες και 1150 στρατιώτες του πεζικού.
Οι γενίτσαροι ήταν αρχικά άγαμοι. Ο κανόνας αγαμίας τηρούνταν αυστηρά μέχρι το 15ο αι., οπότε άρχισε να παραβιάζεται.
Κάθε Γενίτσαρος κατατασσόταν σ’ έναν από τους ορντάδες (τάγματα) και ορκιζόταν στο Ιερό Καζάνι του Ορντά.Το καζάνι αυτό ήταν το καζάνι όπου παρασκευαζόταν το φαγητό των Γενίτσαρων. Κάθε ορντάς είχε ένα καζάνι. Ό,τι συμβολίζει, σήμερα, η σημαία κάθε κράτους, συμβόλιζε για κάθε Γενίτσαρο το καζάνι του ορντά, όπου ήταν καταταγμένος. Το ιερό αυτό σύμβολο το μετέφερε στις πορείες και εκστρατείες επίλεκτη φρουρά του ορντά και πάντοτε προπορευόταν.

Ως μέλος του ορντά ο νέος Γενίτσαρος είχε υποχρέωση να πληρώνει στον αρχηγό του ορντά (Γιανιτσάραγα) ένα χρηματικό ποσό κάθε χρόνο και αμέσως αποκτούσε το δικαίωμα, στο Μπαϊράμι να παίρνει από το Ιερό Καζάνι του ορντά μια κουταλιά πιλάφι και να συντρώγει με τους άλλους Γενίτσαρους του ίδιου ορντά.
Το καζάνι του ορντά είχε τέτοια ιερότητα, ώστε δημιουργήθηκε άγραφος μα και ακατάλυτος θεσμός, σύμφωνα με τον οποίο αν ένας θανατοποινίτης, οποιασδήποτε φυλής και θρησκείας κατόρθωνε να πλησιάσει το καζάνι και να το ακουμπήσει με το χέρι του, αμέσως του χαριζόταν η ποινή και κανείς, ούτε άτομο ούτε κρατικός λειτουργός ούτε και αυτός ακόμη ο σουλτάνος, δεν μπορούσε, ποτέ πια, να τον τιμωρήσει ή και να τον ενοχλήσει. Ο τυχερός αυτός κατάδικος προστατευόταν από τους Γενίτσαρους.
Το πλύσιμο και το γάνωμα του καζανιού γινόταν με ειδική τελετή. Επίσης ειδική τελετή γινόταν όταν ένας ορντάς αποκτούσε για πρώτη φορά καζάνι. Η μεγαλύτερη ύβρις, η μεγαλύτερη προσβολή για τους Γιανίτσαρους ενός ορντά, ήταν να χάσουν το καζάνι ή να πέσει αυτό στα χέρια του εχθρού.
Ο αρχηγός του ορντά (Γιανιτσάραγας) είχε τον τίτλο του α­γά και ασκούσε απεριόριστη εξουσία σε όλα τα μέλη του ορντά.
Ο Γιανιτσαρισμός, ως στρατιωτικός θεσμός, άρχισε να χάνει τη σημασία του και τον αρχικό του προορισμό από τα μέσα του 18ου αιώνα. Από όργανο δύναμης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μεταβλήθηκε τότε σε όργανο κρατικής σαπί­λας και αυτοκαταστροφής. Οι Γιανίτσαροι είχαν πάψει να λαμβάνουν τη διαπαιδαγώγηση που λάμβαναν στις ειδικές σχολές της Κωνσταντινούπολης. Έπαψαν οι ορντάδες να αποτελούνται από παιδιά χριστιανών.
Η αγριότητα των γενιτσάρων της Κρήτης υπήρξε παροιμιώδης και μοναδική. Καμιά περιοχή του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού, με εξαίρεση, ίσως, τη Μακεδονία, δεν αντιμετώπισε τόση ωμότητα.
Οι γενίτσαροι της Κρήτης, τόσο οι αυτοκρατορικοί, όσο και οι εντόπιοι, οι γερλήδες, δεν υπάκουαν σε κανένα νόμο και δεν ανέχονταν κανένα περιορισμό. Στην πρώτη περίοδο της κυριαρχίας των Τούρκων στα Χανιά (1645-1830), η κοινωνική ζωή των κατοίκων ρυθμιζόταν από το κέφι των Γιανίτσαρων, των Κρητογιανίτσαρων, των αγάδων και μπέηδων.
Ποιοι ήταν οι Τουρκοκρητικοί ή οι μουσουλμάνοι της Κρήτης, ή αλλιώς οι γενίτσαροι του νησιού; Αυτοί οι οποίοι περιφρονούσαν πρώτα α π΄όλα και καταπατούσαν τα ίδια τα σουλτανικά φιρμάνια. Η κατά τόπους εξουσία των πασάδων δεν είχε καμία επίπτωση στην ασυδοσία των γενίτσαρων. Αυτοί, δεν αποτελούσαν ιδιαίτερη φυλετική ομάδα, γιατί δεν ήταν Τούρκοι, αλλά εξισλαμισθέντες Κρητικοί. Διατηρούσαν την ελληνική γλώσσα, χρησιμοποιώντας ως δεύτερη την τουρκική, την οποία πολλές φορές δεν μπορούσαν να μιλήσουν καλά. Δεν ακολουθούσαν πιστά το Κοράνι (π.χ. έπιναν κρασί) και είχαν περίπου τα ίδια έθιμα με τους χριστιανούς, χόρευαν τους ίδιους χορούς και τραγουδούσαν τα ίδια τραγούδια. Ιδιαίτερη κατηγορία των Τουρκοκρητικών της υπαίθρου, ήταν οι λεγόμενοι Αμπαδιώτες που κατοικούσαν κυρίως στη περιοχή Αμαρίου νοτιοανατολικά της Ίδης. Αυτοί διακρίνονταν από τους άλλους προερχόμενοι από αραβική φυλή. Άλλη ονομασία των γενίτσαρων της Κρήτης είτε εντόπιοι ήταν είτε οι λεγόμενοι αυτοκρατορικού ήταν Γερλήδες και ήταν από τους πιο φοβερούς .
Ο Ι. Δ. Μουρέλλος αναφέρει, επίσης, πως οι Γενίτσαροι του Ηρακλείου υιοθέτησαν το έμβλημα του θρησκευτικού τάγματος των Μπεκτασίδων  (1668-9;), στο οποίο ανήκαν, το διπλό πέλεκυ.
Εκείνη την εποχή, ο πληθυσμός της Κρήτης έφτανε μόλις τις 80.000 ψυχές, από τους οποίους οι 50.000 ήταν χριστιανοί (κυρίως ελληνικής καταγωγής) και 30.000 μουσουλμάνοι. Αυτοί οι ντόπιοι γενίτσαροι, ήταν ιδιαιτέρως σκληροί με τους χριστιανούς συμπατριώτες τους και στάθηκαν εναντίον τους σε κάθε επαναστατική προσπάθεια που έκαναν για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Ενεργώντας ως συνειδητοί Τούρκοι, πρωταγωνίστησαν σε πολλούς από τους λεγόμενους «αρμπαντέδες», δηλαδή τις επιδρομές του «ανεύθυνου» και φανατισμένου τουρκικού όχλου στις χριστιανικές συνοικίες, οι οποίες συνοδεύονταν κατά κανόνα από ανελέητες σφαγές, καταστροφές και πλιάτσικο. Οι Τουρκοκρητικοί, είχαν αποκτήσει τέτοια δύναμη, ώστε περιφρονούσαν ακόμα και τα σουλτανικά φιρμάνια. Ήταν ουσιαστικά ένα κράτος εν κράτει. Υπήρχαν αρκετοί, ονομαστοί για τις αγριότητές τους, αρχιγενίτσαροι, οι οποίοι κατατυραννούσαν όχι μόνο τους Έλληνες, αλλά συχνά κι αυτούς τους Τούρκους. Υπήρχε ωστόσο και μια άλλη κατηγορία Τουρκοκρητικών, που ονομάζονταν Λινοβάμβακοι, οι οποίοι ήταν κρυπτοχριστιανοί και πρόσφεραν εξαιρετικές εθνικές υπηρεσίες από αυθαιρεσίες των Τούρκων. Ήταν όμως μειοψηφία και σίγουρα δεν ήταν ικανή να σταθεί εμπόδιο στο μένος και την ασυδοσία των μουσουλμάνων Κρητικών.
Ο καθηγητής Θεοχάρης Δετοράκης στην Ιστορία της Κρήτης γράφει σχετικά  : «…Η κατάσταση έγινε αφόρητη μετά το 1750. Οι χρόνοι που θα ακολουθήσουν, και ως τις παραμονές της μεγάλης Επανάστασης του 1821, θα είναι η περίοδος της σκληρότερης δοκιμασίας του κρητικού λαού, μια εποχή αχαλίνωτου γενιτσαρισμού.
Οι περιηγητές περιγράφουν φρικώδη περιστατικά και οι ιστορικοί της Κρήτης δεν κουράζονται να εξιστορούν τις γενιτσαρικές βιαιότητες και τις κτηνώδεις πράξεις εις βάρος του χριστιανικού πληθυσμού. Χαρακτηριστικό, είναι το απόσπασμα από σουλτανική διαταγή, σχετική με τις υπερβάσεις των γενίτσαρων του Χάνδακα, με χρονολογία 6 Ιουλίου 1762: «...Οι εν τη φρουρά του φρουρίου τούτου λησταί και κακούργοι αποπλανήσαντες και εξαπατήσαντες τους αρχηγούς των και απομακρυνθέντες των υποχρεώσεών των, εύρον την ευκαιρίαν να επιδοθούν δημοσία εις ληστείας και κακουργίας και διατελούντες εν μέθη να περιφέρωνται ανά τας συνοικίας ένοπλοι, να προσβάλλουν την τιμήν των κατοίκων και να επιτίθενται κατά των οικογενειών και των τέκνων των. Και πλην των τοιούτων κατά της τιμής και υπολήψεως επιθέσεών των, προέβησαν εις πράξιν άνευ προηγουμένου, επιτεθέντες μετά θρασύτητας και ένοπλοι κατά της Πόρτας του Αγά του μεγίστου τούτον φρουρίου... Το θεοφύλακτον και μέγιστον τούτο μεθοριακόν οχυρόν δέον να αποκαθαρθή και εκκαθαρισθή από την λύμην αυτών των ληστών και τας μιαράς πράξεις των και να εξασφαλισθή και ανακουφισθή ο λαός...».
Οι σουλτανικές διαταγές δεν αρκούσαν για την περιστολή της γενιτσαρικής ασυδοσίας. Ορισμένοι μάλιστα γενίτσαροι, στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, υπήρξαν διαβόητοι για τα κακουργήματά τους και έμειναν στη μνήμη και στα τραγούδια του λαού. Ο Αληδάκης στα Χανιά, ο Αρίφ Αγάς στο Ρέθυμνο, ο Μπεντρή εφέντης και ο Χάνιαλης στο Ηράκλειο, ο Μεμέτ Αγάς ή Μεμέτακας στη Σητεία, ανήκουν σ' αυτήν την κατηγορία των γενίτσαρων…»
Ο αριθμός των ντόπιων γενίτσαρων είχε αυξηθεί μετά τα Ορλωφικά. Πολλοί Τουρκοκρήτες γράφονταν πλέον στα γενιτσαρικά τάγματα, παρά τις απαγορεύσεις που επέβαλε στα 1762 συνυποσχετικό των διοικητών των γενιτσαρικών ταγμάτων: «…Να μη γίνεται δεκτή άνευ υψηλής αυτοκρατορικής διαταγής ή εντολής εκ μέρους του αγά των αυτοκρατορικών γενιτσάρων, ή λόγω απληστίας των αξιωματικών των ορτάδων η παρατηρούμενη εγγραφή και είσοδος εις τους ορτάδες νέων συντρόφων, προερχομένων εκ της τάξεως εκείνης των ανθρώπων, των αποκαλουμένων μπουρμά, οίτινες δεν έχουν ουδένα πόρον ζωής και αγνοούν τας βάσεις και τους όρους της ισλαμικής θρησκείας και διατελούν εισέτι υπό την επίρροιαν του ραγιαδισμού...».
Απαίσια φήμη είχε αφήσει ένας απ' αυτούς τους τρομοκράτες, ο Αλί Τσαούσης από το Σέλινο. Αυτός ήταν ένας πλούσιος τσιφλικάς και μόλις εξερράγη η Επανάσταση του 1821, ανέλαβε με τον Καούρη και τον Βεδούρη, να κάνουν αντεπανάσταση στην δυτική Κρήτη. Ο Τσαούσης, περιφρονούσε κάθε Τουρκοκρητικό, που δεν είχε σκοτώσει έναν τουλάχιστον Έλληνα. Ο γιος του, ο λεγόμενος Αλιτσαουσάκης, όταν ήταν νέος ακόμα, σε κάποιο γλέντι κάποιου χωριού, σαρκάστηκε από μερικούς Τουρκοκρητικούς, επειδή δεν είχε βάψει ακόμα τα χέρια του με χριστιανικό αίμα. Αυτός τότε, βγήκε αμέσως έξω απ' το χωριό και χωρίς λόγο σκότωσε τον πρώτο Έλληνα διαβάτη που συνάντησε μπροστά του -κάποιον ονόματι Γιάννη. Σε λίγες μέρες, σκότωσε έναν φιλήσυχο έμπορο που κάθονταν αμέριμνος μπροστά στο κατάστημά του, τον Αντώνη Αλιφεράκη. Ο πατέρας του τότε, έδειξε με καμάρι τον γιο του στους άλλους Τουρκοκρητικούς κι εκείνοι μετά απ' αυτούς τους δυο φόνους, τον αναγνώρισαν ως «παλικάρι». Ο Αλί Τσαούσης, ο οποίος διακρίθηκε σε πολλές συγκρούσεις με τους επαναστάτες, πολιορκήθηκε τελικά στο Σέλινο μαζί με τον Καούρη, ο οποίος πέθανε από πανώλη, ενώ αυτός ο ίδιος σκοτώθηκε επιχειρώντας να κάνει έξοδο.
Ένας άλλος τρομερός Τουρκοκρητικός γενίτσαρος, ήταν ο Αλί Γετίμ από το χωριό Κυριάννα. Αυτός κρατούσε κάτω απ' τον ζυγό του, όλη σχεδόν την επαρχία του Ρεθύμνου. Αρκετές παραλλαγές των κρητικών δημοτικών τραγουδιών αναφέρουν με σχετικές λεπτομέρειες, τόσο τον Αλί Γετίμ, όσο και τα έργα του. Χαρακτηριστική της θηριωδίας του, είναι η δράση του, ανήμερα μιας Μεγάλης Πέμπτης, κάποιου προεπαναστατικού έτους. Είχε πάρει μαζί του τον Στυλιανό Περακάκη από το χωριό Λούτρα για να μεταβούν στο Ρέθυμνο. Στον δρόμο, χωρίς να υπάρχει καμία αιτία, σκοτώνει επτά χριστιανούς που τον υποδέχθηκαν με σεβασμό. Γυρίζοντας στα Λούτρα, την ίδια μέρα, όρμησε και μπήκε στο σπίτι μιας χήρας και πήρε την μοναχοκόρη της, Πανώρια. Η μητέρα της βρίσκονταν εκείνη την ώρα στην εκκλησία και μόλις έμαθε την απαγωγή της κόρης της, έτρεξε να την απελευθερώσει. Ο Αλί Γετίμ όμως, έσφαξε τη γυναίκα και κατόπιν, έδεσε την κόρη της με την ζώνη του, αποσύρθηκε μαζί της σε κάποια ερημική τοποθεσία, κι αφού την βίασε, έφυγε αφήνοντας την κοπέλα νεκρή σε κάποιον λάκκο.
Αναφέρεται πάλι ο καθηγητής Θεοχάρης Δετοράκης  : « Το 1812 η Υψηλή Πύλη πήρε απόφαση να επέμβει δυναμικά και αν πατάξει αμείλικτα τους ατίθασους γενίτσαρους της Κρήτης. Έστειλε τότε στην Κρήτη τον Χατζή  Οσμάν πασά, ο οποίος κατόρθωσε να εξολοθρεύσει πολλούς γενίτσαρους με απαγχονισμό και πήρε την χαρακτηριστική προσωνυμία « Πνιγάρης».
Σε άλλες πηγές αναφέρεται  : «Μην έχοντας όμως στη διάθεσή του αρκετή ένοπλη δύναμη για να συντρίψει τους γενίτσαρους, επικοινώνησε κρυφά με τους Έλληνες ορεινούς κατοίκους του Αποκορώνου και της Κυδωνίας, όσοι μπορούσαν να φέρουν όπλα, και συνεννοήθηκε μαζί τους να συγκεντρωθούν όλοι ξαφνικά και ένοπλοι στο χωριό Νεροκούρου, που ήταν η έδρα του Μεχμέτ, ενός από τους χειρότερους Τουρκοκρητικούς αρχηγούς. Με την συνδρομή των Ελλήνων, συνέλαβε τον Μεχμέτ και τον κρέμασε πανηγυρικά στην πλατεία του χωριού του. Με τον ίδιο τρόπο, εξόντωσε κι έναν άλλον φοβερό γενίτσαρο του Αποκορώνου, τον Τρουλινό, καθώς και πιστούς οπαδούς του. Αφού κατόρθωσε, μ' αυτόν τον τρόπο, να εξοντώσει τους κυριότερους τρομοκράτες, στην συνέχεια άρχισε να περιέρχεται τις επαρχίες, απαγχονίζοντας τους αγριότερους από τους Τουρκοκρητικούς.
Ακολούθως, ο Οσμάν εγκαταστάθηκε στο Ρέθυμνο, που επίσης το ξεκαθάρισε από τους γενίτσαρους. Όταν όμως θέλησε να μπει στο Μεγάλο Κάστρο, το σημερινό Ηράκλειο, που ήταν η πρωτεύουσα του νησιού, βρήκε τις πύλες του κάστρου κλειστές. Πολλοί Τουρκοκρητικοί του νησιού, για να σωθούν από την αμείλικτη καταδίωξή του, είχαν συγκεντρωθεί εκεί και μαζί με τους ντόπιους Τουρκοκρητικούς, στασίασαν και εμπόδισαν τον Οσμάν να εγκατασταθεί κι εκεί. Ταυτόχρονα, έστειλαν αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη, η οποία κατηγόρησε τον Οσμάν πασά ότι συνεργάζονταν με τους χριστιανούς και τους οργάνωνε εναντίον του σουλτάνου.
Ο κ. Θεοχάρης Δετοράκης συνεχίζει : «Αναφέρεται ότι ο « Χατζή Οσμάν πασάς στα 1813 οργάνωσε την ίδια μέρα και την ίδια ώρα μια πραγματική νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου στα φρούρια της Κρήτης για τους αγάδες και μπέηδες και 500 περίπου απ αυτούς σφάγηκαν». Το γεγονός εντυπωσίασε και τους χριστιανούς και δημιουργήθηκε ο θρύλος ότι ο περίεργος αυτός πασάς ήταν κρυπτοχριστιανός αρχιμανδρίτης του πατριαρχείου ονομαζόμενος Βασίλειος, ο οποίος παρακολούθησε πριν τη σφαγή τη θεία λειτουργία στα υπόγεια του σαραγιού του στα Χανιά και κοινώνησε από τα χέρια  ενός  έντρομου κρητικού ιερέα. Για την σκανδαλώδη πράγματι συμπεριφορά του οι Τούρκοι του Ρεθύμνου τον αποκαλούσαν χλευαστικά Παπαγιάννη
Πολύν καιρό' χει ό βασιλιάς να πέψη' ένα ζαμπίτη,
 κι έπεψε τον   Όσμάν πασά κι εμέρωσε την Κρήτη.
Ούλους τσ' αγάδες τω Χανιώ έπεψε κι άβιζέρνει
 πώς τα φερμάνια του έγραφαν να πνίγει και να δέρνει..

Το 1822, οι επαναστάτες έκαναν εκκαθαριστική επιχείρηση εναντίον των Τουρκοκρητικών, στην επαρχία της Μεσαράς. Ο Αλί Γετίμ, με 55 Τούρκους, είχε καταλάβει τότε το Αρκάδι. Οι οπλαρχηγοί όμως, Δεληγιαννάκης, Πωλιογεωργάκης, Μανουσέλης και Μαυροθαλασσίτης, περικύκλωσαν με τους άνδρες τους το μοναστήρι. Τη νύχτα της 17ης Ιανουαρίου του 1822, ο Δεληγιαννάκης μαζί με ακόμα 60 Σφακιανούς, κατόρθωσε να μπει κρυφά στον περίβολο του μοναστηριού, χρησιμοποιώντας μια μυστική μικρή θύρα, που μόνο αυτός γνώριζε. Έγινε τότε γενική έφοδος και ο Αλί Γετίμ, όπως και άλλοι Τούρκοι που είχε μαζί του, σκοτώθηκαν.
Με αφορμή την εξόντωση του Αλί Γετίμ, ένας άλλος ονομαστός Τουρκοκρητικός της περιοχής, ο Αλί Γλυμίδης (ή Γλυμιδάκης), παρουσιάστηκε σε μεγάλη συγκέντρωση Τουρκοκρητικών του Ρεθύμνου και ορκίστηκε εκδίκηση. Ορκίστηκε ακόμη, ότι θα φέρει οπωσδήποτε στο Ρέθυμνο τα κεφάλια του Δεληγιαννάκη και των άλλων Ελλήνων οπλαρχηγών. Σύντομα, αφού συγκέντρωσε ένα στρατιωτικό σώμα 2.000 επίλεκτων Τουρκοκρητικών, εξόρμησε για να συναντήσει τους Έλληνες. Η αποφασιστική σύγκρουση, έγινε στις 26 Ιανουαρίου του 1822 στα Ακόνια και η μάχη κρατήθηκε αμφίρροπη όλη την ημέρα. Με το δειλινό, άρχισε ανάμεσα στις δυο παρατάξεις, ομηρική ανταλλαγή από αλλεπάλληλα σαρκαστικά πειράγματα. Σε κάποια στιγμή, ο καπετάν Αναγνώστης, ή Παπαναγνώστης, φώναξε εναντίον του Αλί Γλυμίδη, ένα αυτοσχέδιο δίστιχο: «Επόρισες Αλί αγά τώρα να πολεμήσεις, όμως ορκίζω τον Θεό πίσω να μη γυρίσεις». Ο Αλί Γλυμίδης, ερεθίστηκε από το δίστιχο εκείνο και σείοντας το γιαταγάνι του, όρμησε εναντίων των πρώην ραγιάδων, μαινόμενος αλλά και αφύλακτος. Τον ακολούθησαν αμέσως οι δικοί του, αλλά την ίδια στιγμή, εξόρμησαν εναντίον τους και οι Έλληνες. Προτού όμως γενικευτεί η μάχη, ο Γλυμίδης πέφτει νεκρός από κάποιο ελληνικό βόλι. Τότε ο Σφακιανός αγωνιστής, Ανδρέας Μανουσέλης, έτρεξε πάνω στο πτώμα και μέσα σ' ένα «χαλάζι» από σφαίρες, έκοψε το κεφάλι του, θυμίζοντας έτσι, σκηνές Τρωικού Πολέμου. Στην συνέχεια, ο Μανουσέλης κάρφωσε το κεφάλι του Αλί Γλυμίδη πάνω στο μακρύ καριοφίλι του και το περιέφερε επιδεικτικά. Όταν οι Τουρκοκρητικοί αντίκρυσαν το θέαμα της κομμένης κεφαλής του αρχηγού τους, πανικοβλήθηκαν και τράπησαν σε φυγή, ενώ πίσω τους οι Έλληνες, τους κυνηγούσαν και τους κατέσφαζαν. Η πανωλεθρία των Τουρκοκρητικών, ήταν εντυπωσιακή. Πάνω από 100 επίσημοι μπέηδες σκοτώθηκαν εκείνη τη μέρα και πολλοί άλλοι αιχμαλωτίστηκαν, ανάμεσα στους οποίους και ο Μουζούρ αγάς με τον σημαιοφόρο του. Οι Έλληνες είχαν μόνο 14 νεκρούς. Οι αιχμάλωτοι στάλθηκαν στα Λούτρα, στον γενικό έπαρχο Αφεντούλη και αργότερα έγινε ανταλλαγή με πολλούς Ρεθύμνιους Έλληνες αιχμαλώτους. Εκείνη η νίκη, στερέωσε την επανάσταση στην επαρχία του Ρεθύμνου.
Ένας ακόμη περιώνυμος Τουρκοκρητικός, ήταν ο Ιμπραΐμ Αληδάκης, ο οποίος κατοικούσε στο χωρίο Μπρόσνερο των Σφακίων. Μετά την καταστολή της επανάστασης του ήρωα Δασκαλογιάννη, στην οποία οι Τουρκοκρητικοί αντιτάχθηκαν με κάθε τρόπο, ο Αληδάκης έχοντας ως ορμητήριο τον οχυρωμένο πύργο του, τρομοκρατούσε και καταδυνάστευε την γύρω περιοχή, ληστεύοντας και σκοτώνοντας. Οι Σφακιανοί, μην αντέχοντας αυτή την κατάσταση, καιροφυλάκτησαν για την κατάλληλη ευκαιρία και αφού όρμησαν στο Μπρόσνερο, πολιόρκησαν τον Αλιδάκη, τον σκότωσαν και κατεδάφισαν τον πύργο του.

Ήταν τότε, μετά το 1770, όπου οι Τουρκοκρητικοί είχαν αποθρασυνθεί και έγιναν πραγματικοί κυρίαρχοι του νησιού, αγνοώντας ακόμα και τον βαλή, δηλαδή τον στρατιωτικό διοικητή, καθώς και τους πασάδες. Η Υψηλή Πύλη, για να καταφέρει να τους περιορίσει, αναγκάστηκε να στείλει έναν δυναμικό διοικητή, για να επαναφέρει την τάξη. Ήταν η εποχή, όπου ο νεωτεριστής σουλτάνος Μαχμούτ Β', ετοιμαζόταν να καταργήσει το επικίνδυνο σώμα των γενίτσαρων. Ο νέος διοικητής, ονομάζονταν Χατζή Οσμάν πασάς, ο οποίος είχε γεννηθεί στο Κουρδιστάν και φημίζονταν για την διοικητική του ικανότητα. Το 1810, επέβαλε πλήρη τάξη στην Εύβοια, καταστέλλοντας τις αυθαιρεσίες των εκεί Τούρκων. Έπειτα από εκείνη την επιτυχία του, κατέβηκε στην Κρήτη.
Μέχρι πριν από την άφιξη του Οσμάν πασά, όπως γράφει ο Αμερικανός περιηγητής Ρόμπερτ Πάσλεϊ, οι Τουρκοκρητικοί εκτόξευαν σφαίρες τυλιγμένες σε ένα χαρτί που έγραφε το ποσόν το οποίο έπρεπε να πληρώσουν, και αν οι παραλήπτες του σημειώματος δεν πλήρωναν, τότε δολοφονούνταν ασελγώς. Αυτά τα διεφθαρμένα άτομα είχαν φτάσει στο σημείο να παίζουν με τα όπλα, πυροβολούσαν δηλαδή από τα τείχη της πύλης τα άτομα που παρουσιάζονταν για να μπουν, και στοιχημάτιζαν από ποια πλευρά θα πέσει το θύμα τους.
Στις 25 Ιουλίου 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης, ενεργώντας μάλλον αφελώς και αγνοώντας, ίσως, τις πραγματικές συνθήκες συμβίωσης χριστιανών Κρητών και Τουρκοκρητικών (ενδεχομένως, κατόπιν κακής πληροφόρησης ή και υπέρμετρης αισιοδοξίας), έστειλε επιστολή στον Τουρκοκρητικό Σερίφ Μεχμέτ, πασά του Ηρακλείου, προσδοκώντας την σύμπραξη χριστιανών και μουσουλμάνων Κρητών, λόγω κοινής εθνικής καταγωγής, για τον σκοπό της Επανάστασης. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος: «Ο Σερίφ πασάς, αν δεν οργίσθη από το θράσος του επαναστάτου να αποστείλει προς αυτόν τον ίδιον τοιαύτην επιστολήν, θα εγέλασε με την προσπάθειάν του. Διότι εις την Κρήτη η ραγιάδες δεν υπέφεραν απλώς από το κράτος του σουλτάνου, όπως εις τας άλλας τουρκοκρατουμένας χώρας, αλλ' ετυραννούντο από εκείνους ακριβώς που ήθελε να προσεταιρισθή ο Υψηλάντης ως γηγενείς και έχοντας κοινά συμφέροντα με τους Έλληνας συμπατριώτας των. Τουναντίον, οι Τουρκοκρήτες είχαν συμφέρον, εκ των συνθηκών που είχαν αναπτυχθή εις την Κρήτην, περισσότερο παρά οι μουσουλμάνοι των άλλων χωρών, να διατηρηθή η τουρκοκρατία, αφού χάρις εις αυτήν καταδυνάστευαν τους χριστιανούς και απομυζούσαν την εργασίαν των».
Λίγο πριν την Επανάσταση του 1821, υπολογίζονταν πως υπήρχαν 28.000 ελληνικές οικογένειες και 14.000 τουρκοκρητικές. Στην απογραφή του 1858, οι Έλληνες και γενικότερα οι χριστιανοί, ήταν 215.863 και οι μουσουλμάνοι 62.138. Και το 1881, μετά τις αιματηρές επαναστάσεις, οι Έλληνες ήταν 205.000 και οι Τούρκοι 73.000.
Μέχρι το 1826, το έτος κατάργησης των γενιτσαρικών σωμάτων της Αυτοκρατορίας από το σουλτάνο Μαχμούντ Β΄, το όνομα της μουσουλμανικής κοινότητας της Κρήτης παρέμεινε άρρηκτα συνδεδεμένο με τα γενιτσαρικά σώματα που έδρευαν στο νησί.

ΠΗΓΕΣ :
Ιστορία της Κρήτης, Θεοχάρη Δετοράκη , Ηράκλειο 1990
«Λαογραφική και γεωγραφική εγκυκλοπαίδεια “Ελλάς”» - Κώστας Ρωμαίος,
 Eφημερίδα «Καθημερινή»
Εφημερίδα «Πατρίς»

 «Η Ελληνική Επανάστασις» - Διονύσης Κόκκινος
sch.gr
 el.wikipedia.org
cretalive.gr
pare-dose.net

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr :  εδώ!

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Ήταν 5 Φεβρουαρίου 1810 …Ένας ακόμα σεισμός στην Κρήτη, στο Μεγάλο Κάστρο!



O Χάνδακας , το Mεγάλο Κάστρο , το σημερινό Ηράκλειο, είναι  η πόλη που εκτός από τους φοβερούς κατακτητές  που μόνιμα την πολιορκούσαν δέχτηκε πολλές φορές πλήγματα από φυσικές καταστροφές και επιδημίες. Ένας από τους μεγάλους σεισμούς που επίσης ισοπέδωσε την πολύπαθη τούτη πόλη ήταν εκείνος που σημειώθηκε στις 5 Φεβρουαρίου του 1810 ( με το παλιό ημερολόγιο) ή με το Γρηγοριανό ημερολόγιο  έντεκα μέρες αργότερα στις 16 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου.
Είχαν ήδη προηγηθεί άλλοι μεγάλοι σεισμοί που είχαν δημιουργήσει ρήγματα και καταστροφές λίγο πριν αυτόν τον μεγάλο σεισμό που σύμφωνα με ελάχιστες γραπτές μαρτυρίες εξαφάνισε σχεδόν την πόλη του Μεγάλου Κάστρου.
Περίπου δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα τον Οκτώβριο του 1794 και συγκεκριμένα στις 28 του μήνα, γύρω στις 5 τα ξημερώματα, όπως αναφέρει ο Ελευθέριος Πλατάκης ένας φοβερός σεισμός μερικών δευτερολέπτων ταρακούνησε ολόκληρο το νησί με ιδιαίτερο επίκεντρο τα Χανιά  : «…Κατά την διάρκειαν του σεισμού επεκράτει γαλήνη, αλλ΄ ευθύς αμέσως έπνευσε σφοδρός δυτικός άνεμος διαρκέσας επί πολλά ημέρας…»

Στις 3  Ιουλίου του 1805 ή στις 21 Ιουνίου με το παλαιό ημερολόγιο , του ίδιου έτους έγινε άλλος ένας ισχυρότατος σεισμός , με ελάχιστες πάλι γραπτές αναφορές, περίπου στις 8.45 το πρωί και σύμφωνα με τα Τούρκικα Αρχεία, σε μετάφραση Νικ. Σταυρινίδη : «…ημέραν Τετράδη,έκαμεν έναν σεισμόν μέγαν και φοβερόν και εβάσταξεν βέβαιαν  5 λεπτά και εχάλασεν τον μιναρέ του Βαλιτέ τζαμισίν. Έκαμε έτερον σεισμόν εις τες δέκα οι ώρες της αυτής ημέρας το πουρνόν και εχαλάσανε εις πολλά χωργιά και μετόχια σπίτια. Ομοίως εις Ρέθυμνον και εις Χανιά…»
Ο κυριώτερος όμως σεισμός εκείνης της περιόδου ήταν ο μεγάλος σεισμός που έγινε όπως ήδη αναφέραμε  στις 5 Φεβρουαρίου του 1810 ( ή στις 16 Φεβρουαρίου με το σημερινό ημερολόγιο) και  οι πληροφορίες μα ς έρχονται από σημειώσεις του ιατρού Νικολετάκη Γεωργίου που έζησε στο  Μεγάλο Κάστρο μεταξύ του 1750 και 1820 και έφερε στο φως ο καθηγητής Θεοχάρης Δετοράκης.  
Αναφέρεται λοιπόν στα γραπτά του άλλη ημερομηνία αλλά οι αναλυτές θεωρούν πως αυτός είναι ο σεισμός που περιγράφει : «…εχάλασεν όλα τα σπίτια της χώρας και τα τζαμιά και τους μιναρέδες και επλακώθησαν και άνθρωποι έως 300 και εχάλασε και χωργιά και μετόχια…». Οι ειδικοί πιστεύουν πως αυτός ο σεισμός έγινε βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα και ήταν περίπου 7, 5ρίχτερ. Ο Γεώργιος Νικολετάκης αναφέρει δύο σεισμούς την ίδια ημέρα και θεωρεί τον πρώτο που έγινε πρωινή ώρα ως τον καταστροφικό με χιλιάδες νεκρούς. Σε άλλες μαρτυρίες και γραφές αναφέρεται πως η πόλη καταστράφηκε κατά  τα 2/3 της και προκλήθηκε ο θάνατος παραπάνω από 3000 ανθρώπων.  Ακολούθησε σχεδόν αμέσως λόγω της τεράστιας καταστροφής και πιθανόν της  μη άμεσης  ταφής των πτωμάτων η φοβερή  επιδημία πανώλης που σχεδόν εξαφάνισε κάθε ίχνος ζωής που είχε μείνει στην πόλη. Σχετική είναι  η αναφορά πως …ακόμα και οι κεντρικοί δρόμοι χορτάριασαν … δείχνοντας το μέγεθος της καταστροφής και της ερημοποίησης.
Περίπου την ίδια περιγραφή συναντάμε και στο βιβλίο του Ζαχαρία Πρακτικίδη : « Χωρογραφία της Κρήτης συνταχθείσα το 1818 » και επανεκδόθηκε το 1983 από το ΤΕΕ-ΤΑΚ.
Ίσως κατά αυτήν την ημέρα να καταστράφηκε και το Αrsenali Antichi το παλαιότερο συγκρότημα ενετικών νεωρίων που υπήρχε στο λιμάνι σύμφωνα με την αείμνηστη Χρυσούλα Τζομπανάκη. Το Arsenali Antichi , τα πρώτα νεώρια, κτίστηκε την περίοδο της ενετοκρατίας και αποπερατώθηκε το 1507. «…Η θάλασσα έμπαινε μέσα στα νεώρια κι έφτανε ως τη βάση του βράχου , που πάνω του ήταν θεμελιωμένο το βυζαντινό τείχος…»  Η καταστροφή που υπέστη ήταν ανυπολόγιστη.
O περιηγητής JohnGalt σε επιστολή που έγραφε στη Χίο στις 10 Απριλίου αναφέρει ότι από πληροφορίες του ο σεισμός κατέστρεψε το ένα τρίτο των σπιτιών του Ηρακλείου και σκότωσε πολλές χιλιάδες ανθρώπων. Ο σεισμός αυτός είχε προκαλέσει σε αυτόν υπερβολικό τρόμο, όταν βρισκόταν στην Τριπολιτσά, και έγινε αισθητός σε όλα τα μέρη που επισκέφθηκε κατόπιν. Ο αριθμός των νεκρών υπολογίζεται μεταξύ 2.000 και 3.000. Το μοναστήρι του Αγίου Ασωμάτου, ένα βαρύ βενετσιάνικο οικοδόμημα στη νοτιοδυτική πλευρά του όρους Ίδη καταστράφηκε από το σεισμό. Έγινε έντονα αισθητός στον Μάλτα όπου κράτησε 2 λεπτά και μάλλον έντονα στη Νεάπολη όπου κράτησε ένα λεπτό. Στο Οντάριο (Κάτω Ιταλία) κάτοικοι έμειναν έξω από τα σπίτια τους όλη τη νύχτα από το φόβο. Έγινε επίσης αισθητός στην Τεργέστη στην Αφρική (Βόρεια) και στην Κύπρο. Ο σεισμός αυτός έμεινε στην παράδοση του λαού της Κρήτης για μεγάλο χρονικό διάστημα.

ΠΗΓΕΣ :
«Χωρογραφία της Κρήτης συνταχθείσα το 1818 », Ζαχαρίας Πρακτικίδης και επανέκδοση το 1983 από το ΤΕΕ-ΤΑΚ.
Το Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, ΤΕΕ –ΤΑΚ, 2000
Χρονικά Σημειώματα -Γεωργίου Νικολετάκη,Θεοχάρης Δετοράκης, 1977
Ο Χάνδακας, η πόλη  και τα τείχη , Χρυσούλα Τζομπανάκη, ΕΚΙΜ,1996
Μεταφράσεις Τούρκικων Ιστορικών Αρχείων,Νικ. Σταυρινίδου 1976
Ιστορία της Κρήτης, Ιωάννης Μουρέλος, τόμος 3ος,1934
Κρητικά Χρονικά , Στέργιος Σπανάκης, 1960
Χάνδαξ- Ηράκλειον, ιστορικά σημειώματα, Στέφ. Ξανθουδίδης ,1964
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, ένθετον πατριδογνωσία 2003
Ελευθέριος Πλατάκης, Κρητικά Χρονικά ,τόμος Δ΄
Λευτέρης Αλεξίου, Νέα Χρονικά, 1948

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 5 Φεβρουαρίου 2015 : εδώ!