Της Ελένης Μπετεινάκη
ΠΗΓΕΣ:
Δημοσιεύτηκε στις 19 Απριλίου 2015 στο cretalive.gr : εδώ!
Διαβάστε, Σχολιάστε,ξεφυλλίστε μαζί μας βιβλία που αγαπάμε και που ...ζητάνε αναγνώστες!
Της Αναλήψεως… Μέρα της θάλασσας ή του βουνού;
Της Ελένης Μπετεινάκη**
25 Μαΐου είναι φέτος
της Αναλήψεως!
Μια μέρα σημαντική της θρησκείας μας γεμάτη με παρατηρήματα, λαϊκά συμβάντα που
μοιάζει να ζούσε κάποτε ο λαός μας σαν να ήταν πραγματικά γεγονότα. Άνοιγαν οι
ουρανοί κάθε χρόνο τη νύχτα κι έλεγαν
όσοι είχαν βαθιά την πίστη ριζωμένη μέσα τους πως αυτοί που ήταν καθαροί στην
ψυχή έβλεπαν τον ίδιο το Χριστό να αναλήφεται ή ένα φως δυνατό να ανεβαίνει στα
ουράνια.
Λένε πως της Αναλήψεως εκείνα τα χρόνια τα πιο παλιά στην
πόλη του Ηρακλείου ξεκινούσανε τα μπάνια οι κάτοικοί του. Μέρες καλοκαιριού κι
ο Κούλες,
η Τρυπητή, η Ηλεκτρική και ο Καράβολας γέμιζαν κόσμο. Τότε που οι
θάλασσες ήταν πιο προσιτές, πιο καθαρές
ή πιο …άγνωστες. Με αφορμή μια παλιά φωτογραφία ήρθαν πάλι θύμησες από αλλοτινά
καλοκαίρια, από έθιμα, παραδόσεις, εικόνες
που χάνονται και τουλάχιστον προσπαθούμε να υπάρχουν …στα χαρτιά.
Σε πολλά μέρη, τούτη τη μέρα, έπαιρναν από τη θάλασσα την
πέτρα, τη μαλλιαρή για γούρι, για να γεμίσει ευτυχία το σπίτι και την
έβαζαν κάτω από το κρεβάτι τους. Αν μάλιστα στο σπίτι υπήρχε κόρη της παντρειάς
, την σταύρωνε τρεις φορές και αφού έλεγε
κάποια λόγια το βράδυ στον ύπνο της
έβλεπε εκείνον που θα παντρευόταν.
Κι αυτά στα μέρη που είναι η θάλασσα κοντά γιατί οι συνήθειες άλλαζαν στα
ορεινά. Ο τόπος λατρείας και συγκέντρωσης ήταν
τα βοσκοτόπια κι οι μάντρες μιας και τούτη τη γιορτή την τιμούσαν
ιδιαίτερα οι κτηνοτρόφοι και οι βοσκοί. Έρχονταν κι ένας παπάς και έκανε
αγιασμό και ράντιζε τα πρόβατα και το μαντρί. Κι ύστερα αφού είχαν μαζευτεί
όλοι οι φίλοι και οι συγγενείς κάθονταν σε πλούσιο τραπέζι. Και το βασικό
έδεσμα ήταν η γαλατόπιτα. Αυτός ήταν κι ο λόγος που το όνομα της μέρας ήταν Γαλατοπέφτη.
Λουλούδι της ημέρας που προστάτευε από όλα τα κακά οι γαλατσίδες * και τα γαλατόχορτα,
δηλαδή τα κίτρινα λουλούδια του αγρού που συμβόλιζαν την αφθονία της Φύσης και
τοποθετούνταν πάνω σε δοχεία με γάλα γα να ανατραπεί το κάθε κακό.
Άλλες συνήθειες της ημέρας ήταν να μαζεύουν οι γυναίκες χόρτα φαρμακευτικά και να εφοδιάζονται με
πηλό για το λούσιμο όλης της χρονιάς αφού πίστευαν πως λόγω της ημέρας το μάζεμα
αυτό εξάλειφε και όλες στις αρρώστιες.
Και όλα αυτά εν αναμονή της Πεντηκοστής, δέκα μέρες μετά που
η λατρεία των Ψυχών φτάνει στο αποκορύφωμά της…
*Χόρτο με γαλακτερό
χυμό
ΠΗΓΕΣ
(απόσπασμα)
**Ελένη Μπετεινάκη, Με το ποδήλατό μου στις γειτονιές του
Μεγάλου Κάστρου, εκδ. Μύστις 2022
Της Ελένης Μπετεινάκη
Κάθε χρόνο γράφω κάτι για την Σφαγή…
Κάθε χρόνο ψάχνω στις παλιές φυλλάδες να βρω καινούργια
στοιχεία…
Κάθε χρόνο εκείνη την αποφράδα μέρα προσέχω πιο πολύ που πατώ
στην οδό της Πλάνης…
Κάθε χρόνο μετά τις 20 Αυγούστου κατεβαίνω πρωί και βράδυ να συναντήσω τον «Άρχοντα» των δικών μου
παραμυθιών, τον Κούλε, το Φρούριο της θάλασσας και πιάνουμε τις συνηθισμένες
κουβέντες μπας και μου πει δυο λέξεις για τα πόσα έχουν δει τα δικά του μάτια…
Φέτος σαν κατηφορίζω με το ποδήλατο μου για φτάσω ίσαμε την
Πύλη του Μόλου πάω από άλλο δρόμο! Έχει κόσμο, όλες τις ώρες και μέρες και αυτή
η βουή, η ανακατωσούρα , η πολυχρωμία κι ο νέος κουρνιαχτός με αποσυντονίζουν.
Άλλωστε όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρουν που πατούν, δεν ξέρουν τίποτα για τούτο
τον δρόμο. Θαυμάζουν μόνο τα κτίρια, το χρώμα της θάλασσας που αλλάζει χίλιες αποχρώσεις
με τα μελτέμια τ΄ Αυγουστιάτικα και περπατούν να φτάσουν στο κέντρο της πόλης!
25η Αυγούστου 1898… 25 Αυγούστου 2021!
Στο γνωστό παγκάκι στην αρχή του δρόμου κάθησα και κοιτούσα
ή καλυτέρα παρατηρούσα εκτός από τα χρώματα της αυγής, τον τόπο, τα σημάδια και
δεν σας κρύβω πως ένιωσα απέραντη θλίψη. Πρώτα απ΄όλα για τα ασύλληπτα γεγονότα της πιο μαύρης Ιστορίας
της πόλης αλλά και με την κατάντια στα ερείπια
των Νεωρίων, την εικόνα και την απαράδεκτη χωματερή που έχει δημιουργηθεί μπροστά
στα μάτια όλων μας.
Στα αριστερά μου έριξα το βλέμμα, στην ξύλινη εξέδρα που ΄χανε στήσει οι Τούρκοι με πασσάλους κοντά στο μόλο, έξω από την Πύλη για να κάθεται ο κόσμος στις μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού να πίνει τον καφέ να καπνίζει τον ναργιλέ του και να θωρεί τη γαληνεμένη θάλασσα. Τον είδα κι εγώ τον Αλεξίου που καθότανε μαζί με κάμποσους άλλους νεοδιορισμένους υπαλλήλους του Φορολογικού Γραφείου και περίμενε…Λίγο πιο κάτω ο Μπιλλιότης, ο Γενικός Πρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας στα Χανιά που είχε έρθει να παρευρεθεί στη δύσκολη και παράξενη ώρα. Αλφρέδος το μικρό του όνομα που «…ήτανε μαυριδερός σα μιγάδας, με χείλια χοντρά που βγαίναν έξω, με μάτια και μαλλιά πίσσα, με δόντια μαργαριτάρι και με βλογιοκομμένο πρόσωπο. Ήταν από κείνα τα επικίνδυνα μπουλντόγκ της αυτοκρατορίας κι είχε παίξει αρκετά σημαντικό ρόλο στις ανωμαλίες του νησιού από το 1895…» Κανένας από τους Τούρκους που κάθονταν γύρω και φύλαγαν την πόρτα του Γραφείου, δεν αποκρινότανε στις ερωτήσεις του για τα κλειδιά. Κι οι ώρες περνούσαν.
«Μην πάς τ’
άπογεμα κάτω, Στελιανάκη. Οι Τούρκοι δε θα τ΄ αφήσουνε το Κουμέρκι στους
Ρωμιούς για όλο τον κόσμο! Κατέχω κι είσαι του Θεού άθρωπος κι είναι κρίμα να
χαθής. Και τα ‘χουν όλοι μαθές μαζί σου…Μαγάρι να μην μετανιώσεις».
Τον άκουσε ο Στυλιανός Αλεξίου αλλά δεν τον πολυπίστεψε , άλλωστε
οι αποφάσεις είχαν παρθεί.
Στις δυο και μισή το μεσημέρι ξεκίνησε το κακό…
Την ίδια στιγμή που οι Χριστιανοί υπάλληλοι ( Γιώργος
Βολονάκης και Πέτρος Μαριδάκης) κι Άγγλοι πολλοί προσπαθούσαν να διαρρήξουν
τα λουκέτα της πόρτας του τελωνίου ακούστηκε βουή μεγάλη. Όχλος πολύς κατέβαινε
το Βεζίρ Τσαρσί και οι πρώτοι πυροβολισμοί αρχίσανε να πέφτουν. Με υπεράνθρωπες
προσπάθειες κατάφεραν οι Άγγλοι να κλείσουν
την νοτική πόρτα της Πύλης από τη μεριά
του Λιμανιού. Όμως για λίγα δευτερόλεπτα πριν ένας Τούρκος πρόφτασε να μαχαιρώσει
από μέσα ένα Άγγλο στρατιώτη. Οι Άγγλοι πυροβόλησαν ευθύς και ο Τούρκος φονιάς έπεσε
νεκρός. Τώρα πια το μακελειό είχε πάρει και σηκώσει τα πάντα. Ο όχλος των
Τούρκων στράφηκε στα σπίτια, τα μαγαζιά, τους ανθρώπους. Ότι έβρισκαν μπροστά
τους ήθελαν να το αφανίσουν.
Μαζί με τον Συνταγματάρχη Read, χλόμιασα κι εγώ. Εκείνος έβαλε το χέρι του στο πιστόλι του,
εγώ έτρεξα να φύγω όσο μπορούσα πιο μακριά. Άκουσα κλάματα κι οδυρμό. Καπνοί κατάμαυροι
σκέπαζαν τον ουρανό και φωνές σπαρακτικές για ονόματα ανθρώπων που δύσκολα μπορούσα
να καταλάβω. Στο μαύρο και το κόκκινο της φωτιάς πότε πότε ξεχώριζαν πόδια που τρέχανε
σαν δαιμονισμένα. Σωρός από πέτρες και αίμα σ’ όλο το μήκος του τείχους. Συνέχισα
να τρέχω…
Μαζί τους έτρεξα κι εγώ στο μικρό νερουλάδικο πλεούμενο το Turquοise
που ΄χε τοιχία από σίδερο και δύσκολα περνούσαν οι σφαίρες. Με φόβο, δυσκολία και μικροτραυματισμούς κατάφεραν κι εκείνοι
και μπήκαν κι ήρθαν και άλλοι πολλοί αργότερα. Σαν νοσοκομείο έμοιαζε το καράβι
… Το ίδιο βράδυ φέρανε στο αμπάρι και τον Γιώργη τον αδελφό του Στυλιανού πάνω
σε ένα φορείο κι όλη του την φαμίλια…
Νύχτα που γίνε μέρα από τις φωτιές. Τα μάτια μου τσούζανε
από τον καπνό, τον πόνο και το φόβο. Καιγόταν η πόλη, οι άνθρωποι, τα ζωντανά. Φωνές
και κλάματα μόνο!
Πολλά γινήκανε, πολλά δεν θα τα μάθουμε ποτέ. Κάποια ονόματα
είναι γνωστά, όλες οι ιστορίες σπαράζουν την ψυχή και θολώνουν το μυαλό μας.
![]() |
| Behaedin 1906 |
Άλλη φορά θα σας πω την ιστορία της Σταματάκαινας, της μάνας
με τα τέσσερα παιδιά που γίναν όλοι κόσκινο από τις σφαίρες…
Για τον Μιχάλη τον Σταυρούλακη που βρέθηκε με όπλο δυνατό κι
έβαλε μόνος του αντίσταση στην Τουρκιά και κατάφερε να σώσει λίγο το γόητρο των
ποδοπατημένων γυναικόπαιδων κι αμάχων της πόλης, ποιος είπε ποτέ μια λέξη; …
Πολεμήσαν κι ο Γιώργης ο Καπνιστός ο λεγόμενος Παπάς κι ο Αντρέας Καλοκαιρινός
ο γιος του Μίνωα κι ας χαθηκε λίγο αργότερα.
Τρεις μέρες καίγονταν ο δρόμος κι η αγορά του Βεζίρ Τσαρσί.
Τα προξενεία Αγγλίας, Γαλλίας, Ισπανίας και Γερμανίας πυρπολήθηκαν. Όλα αυτά
γίνανε από αγροίκους Τούρκους, του γνωστούς Βασιβουζούκους. Ο Τούρκικος στρατός
δεν επενέβη στη σφαγή, μόνο στη λεηλασία…
Ο ήλιος είχε σηκωθεί ψηλά, δεν το κατάλαβα με τόσες εικόνες
και σκέψεις. Η θάλασσα δεν ήταν ήσυχη σήμερα. Ανταριασμένη και σκουρόχρωμη
φαινόταν έξω στα ανοιχτά προς τον κόλπο του Δερματά… Κοίταξα για μια ακόμα φορά
ολόγυρα. Οι συνηθισμένες εικόνες και μυρωδιές των πρωινών στο λιμάνι επανήλθαν.
Σήκωσα την μηχανή μου κι ένα κλικ στον πολύπαθο δρόμο, το Βεζίρ Τσαρσί, την
επονομαζόμενη 25η Αυγούστου αιχμαλώτισα με τα τωρινά κτίρια…
Κι ύστερα πήρα το ποδήλατό μου και κατευθύνθηκα στο
Μπεντενάκι, προς τα σπίτια του Καλοκαιρινού…
Κανένα σημάδι…πουθενά! Καμιά γραφή!
ΠΗΓΕΣ:
Εφημερίδα «Νέα
Χρονικά», 29/3/1948 – 28/11/1948
Εφημερίδα «Σκριπτ», Φύλλο 1084, Σάββατο 29 Αυγούστου 1898
Ελένη Μπετεινάκη, Με το ποδήλατό μου στις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου, εκδ.Μύστις,2021 ( υπό έκδοση)
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 23 Αυγούστου 2021 : https://www.patris.gr