Το παραμύθι της βροχής

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία Ηρακλείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία Ηρακλείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

Του Μικρού Αγίου Μηνά η εκκλησιά! Του Καβαλάρη της πόλης μας!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Μια βόλτα στην Ιστορία έχει πάντα μια γοητεία περισσή, ειδικά όταν ανακαλύπτεις, κάθε φορά, μικρές λεπτομέρειες  που σε οδηγούν σε σπουδαία γεγονότα τούτου του τόπου.

Με αφορμή την μεγάλη γιορτή του πολιούχου της πόλης μας, του Αγίου Μηνά, η βόλτα ήταν απαραίτητη.

Θυμήθηκα εκείνα τα χρόνια αμέσως μετά την πολιορκία του Χάνδακα από τους Τούρκους στα 1669, πόσα χρόνια ακόμα περάσανε  ίσαμε να καταφέρει ο τότε Μητροπολίτης Κρήτης να έχει μια εκκλησία στον Χάνδακα να λειτουργεί…

Πενήντα έξι συναπτά έτη πέρασαν χωρίς μια εκκλησιά …

Πολλά τα προβλήματα, πολλές οι ίντριγκες, ίσαμε την χρονιά (1725) που Μητροπολίτης Κρήτης εκλέγεται ο Γεράσιμος Λετίτζης. Η σουλτανική άδεια που του δόθηκε μιας και το είχε θέσει σαν όριο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο,  για ανέγερση ναού, αφορούσε την ιδιόκτητη βακουφική κατοικία στον Χάνδακα,που «στον περίβολο της υπήρχε παλαιά εγκαταλελειμμένη εκκλησία»

Χαρακτηριστική είναι η μετάφραση του φιρμανιού που στάλθηκε από τον Ναϊλή Αβτουλάχ-πασά και λέει: 

«Θέλει γίνει γνωστόν υμίν άμα τη αφίξει της παρούσης Υψηλής Αυτοκρατορικής Μου διαταγής, ότι ο εν τη νήσω Κρήτη Μητροπολίτης Γεράσιμος υπέβαλεν εις τους πόδας του Υψηλού και πανενδόξου Αυτοκρατορικού Μου θρόνου αναφοράν, δι’ ης αναφέρει ότι εν τη συνοικία Κετχουδά Βέη «Αγάις Αιακτερίνης» της πόλεως Ηρακλείου κείται οικία Βακουφική, ήτις περιήλθεν εις αυτόν εκ του πατρός του από της εποχής της αλώσεως, εγκαταλειφθείσα τότε κατά την κατάληψιν του φρουρίου ως Εκκλησία, όπως χρησιμεύη δια την ανάγνωσιν του Ευαγγελίου και την αφήν κηρίων και κανδηλίων, συμφώνως προς το εις χείρας αυτού ευρισκόμενον Υψηλόν Αυτοκρατορικόν φιρμάνιον, εκδοθέν συνεπεία ερμηνείας ιερονομικής του Ιερού Μουσουλμανικού δικαίου…. Όπως εγνώσθη και εξηκριβώθη καταλλήλως, η ειρημένη εκκλησία υπήρξεν έκ παλαι οίκος προσευχής και εκτελέσεως των ιεροτελεστιών των Χριστιανών».

Ήταν 10 Νοεμβρίου 1835, ημέρα Δευτέρα, όταν επιτέλους έγιναν  τα εγκαίνια της μικρής εκκλησίας του Αγίου Μηνά, με μεγαλοπρέπεια και τεράστια συγκίνηση.

Σε ένα μοναδικό στιχούργημα  του Πρεσβύτερου Αρχανιώτη Παύλου Κλάδου ή Κλαδόπουλου που σώζεται σε δυο κρητικά χειρόγραφα(στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης)  και που εξέδωσε ο Τιμόθεος Βενέρης, διαβάζουμε:

{…Λοιπόν  στις  δέκα  του  μηνός ήγουν  του Νοεμβρίου,

ανοίχτηκεν η εκκλησιά Μηνά του Υπεραγίου

μέσα  στούς επτακόσιους  πέντε με  τους τριάντα,

χιλίους  λέγω από Χριστού  κι εμάθετε  τα πάντα.

Ινδικτιώνος δεκατρείς, ημέρα ήταν Δευτέρα,

Ως τώρα ήτον σκοτεινά, μα τώρα εγίνη μέρα.

Ατός του με πολλήν χαράν λέγω εγκαινίασέν την

Κι ατός του με τα χέρια του λέγω εθρόνιασέν την.

Με ιερείς και μοναχούς, πισκόπους και παπάδες,

με εύμορφα θυμιάματα και με πολλές λαμπάδες.

Και κάνοντας παράκληση και ευχαριστιά μεγάλη,

Απού τον άξωσεν ο Θιός τέτοια δουλειά να κάμη…}

 

Και φυσικά λίγο παρακάτω εκθειάζει το εγκώμιο του Γεράσιμου Λετίτζη:



Βέβαια πράγμα φοβερόν ήκαμεν ο γενναίος

Κρήτης ο κυρ Γεράσιμος  που δειξε θαρσαλέος.

Έξι κι εξήντα το λοιπόν χρόνοι ΄σαν περασμένοι

όπου αυτή η εκκλησιά ήτονε ρημασμένη.

Κι αχούρι την εκάμασι και μαγερειό κι αμπάρι,

και τώρα ο κυρ Γεράσιμος της ήδωκε την χάρη...

Ας έχει δόξα ο Θεός που του ΄δωκε τη χάρη

Του Κρήτης κυρ Γεράσιμου τέτοιον καλόν να κάμη.

 

Αμέσως μετά την τέλεση των εγκαινίων, ο μητροπολίτης Γεράσιμος έγινε στόχος αποτρόπαιων πράξεων των Τούρκων. Λέγεται πως δεκατέσσερις μέρες είχαν μόνο περάσει και τα ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου, ημέρα Τρίτη, δέχτηκε επίθεση από όχλο Τούρκων, οι οποίοι έριξαν πέντε πυροβολισμούς και άγρια κτυπήματα «καδρέτων» στην πύλη της Μητρόπολης, την οποία άφησαν διάτρητη.

Ο Μητροπολίτης, μην έχοντας άλλον τρόπο να πολεμήσει τους άγριους Τούρκους, άρχισε μαζί με τους κληρικούς που βρίσκονταν κοντά του δεήσεις στον άγιο, και την ώρα της μεγάλης επίθεσης στην πόρτα ακούστηκε μια φωνή: «Τώρα θα μας πιάσουν».

Οι Τούρκοι, νομίζοντας ότι εκδιώκονται από χιλιάδες Χριστιανούς, τράπηκαν σε φυγή και από τότε με εντολή του πασά κανένας πια δεν επιτρεπόταν να προβεί σε οποιαδήποτε βάρβαρη πράξη κατά των Χριστιανών, γιατί θα είχε βαρύτατη τιμωρία. Όσες μεθόδους κι αν χρησιμοποίησαν, όσες ύβρεις και αν εξαπέλυσαν, το μόνο που κατάφεραν ήταν, κατόπιν εξέτασης αιτημάτων των πιο φανατικών Οθωμανών, να βγει αυστηρότατη διαταγή που πλέον επέβαλλε ποινή θανάτου και δήμευση περιουσίας σε όποιον εξέφραζε παράπονα για την εκκλησία του Αγίου Μηνά και τη γειτνίασή της με το μουσουλμανικό τέμενος.   

Μεγάλη γιορτή, μεγάλη πια κι η εκκλησία μας …

Η 11 Νοεμβρίου του 1861, αμέσως μετά την λειτουργία της εορτής του Αγίου Μηνά, έγινε μια μεγάλη συνέλευση των μελών της Δημογεροντίας Ηρακλείου, των Συντεχνιών, της Εφορείας των Σχολείων και πολλών εξεχόντων προσώπων επαρχιών και της πόλεως μας και ο Μητροπολίτης Διόνυσος ανακοίνωσε σε όλους την επιθυμία του.

Να ανεγερθεί νέος Μητροπολιτικός ναός στην πόλη του Ηρακλείου!

Η πρόταση έγινε δεκτή από όλους και μια επιτροπή Ανεγέρσεως του ναού συστάθηκε αμέσως. Στις 16 Απριλίου του 1895 με πρωτοφανείς εκδηλώσεις έγιναν πια τα εγκαίνια του νέου Ναού …


Κι η Ιστορία συνεχίζεται και ψάξτε να δείτε πόσα πολλά γινήκανε τα πιο παλιά τα χρόνια…

Ένα κεράκι να ανάψετε όλοι σας  στη Χάρη του…

 

Πηγές:

Ελένη Μπετεινάκη, Με το ποδήλατό μου στις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου, επιμέλεια : Τασούλα Μαρκομιχελάκη, εκδ. Μύστις, 2022

 

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

Άγιε Μηνά μου… Χρόνια μας πολλά!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Ο Προστάτης του Μεγάλου Κάστρου, ο Καπετάνιος μας, ο Άγιος Μηνάς μας ο ασπρομάλλης καβαλάρης που «προπατεί» ακόμα τις νύχτες στα σοκάκια της πόλης μας, γιορτάζει σήμερα.

Την ιστορία των δυο εκκλησιών του σάς την έχω γράψει πολλές φορές και πια την βρίσκετε και στο ιστορικό οδοιπορικό της πόλης μας : «Με το ποδήλατό μου στις γειτονίες του Μεγάλου Κάστρου» που εκδόθηκε πρόσφατα. Ωστόσο μια τόσο σπουδαία μέρα αξίζει νομίζω μια οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα που δεν είναι και τόσο γνωστά….

Μπορεί να μην μπορώ να οδηγήσω το ποδήλατό μου αυτές τις μέρες όμως μια βόλτα στην Ιστορία και στον μικρό Άγιο Μηνά με τα πόδια πια και την ψυχή, μού ξύπνησε τις θύμησες και άνοιξα πάλι τα γραφόμενα …

Στα εγκαίνια της εκκλησίας σταμάτησα που γίνανε από τον Μητροπολίτη Γεράσιμο Λετίτζη στις  10 Νοεμβρίου του 1735. Από εκείνη την ημέρα μάλιστα ο Άγιος Μηνάς γίνεται και πολιούχος της πόλης. 

Η πορεία του Μητροπολίτη Γεράσιμου που καταγόταν από το Βενεράτο της επαρχίας Τεμένους ξεκινά στα 1725 όταν από την έδρα του στην Μονεμβασιά εκλέγεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να έρθει στην γενέτειρα Κρήτη και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Εκκλησία της.

Στον όρο που έθεσε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ήθελε να του χορηγηθεί σουλτανική άδεια για την ανέγερση μητροπολιτικού ναού στον Χάνδακα, όπερ και εγένετο.

Χαρακτηριστική είναι η μετάφραση του φιρμανιού που στάλθηκε από τον Ναϊλή Αβτουλάχ-πασά και λέει: 

«Θέλει γίνει γνωστόν υμίν άμα τη αφίξει της παρούσης Υψηλής Αυτοκρατορικής Μου διαταγής, ότι ο εν τη νήσω Κρήτη Μητροπολίτης Γεράσιμος υπέβαλεν εις τους πόδας του Υψηλού και πανενδόξου Αυτοκρατορικού Μου θρόνου αναφοράν, δι’ ης αναφέρει ότι εν τη συνοικία Κετχουδά Βέη της πόλεως Ηρακλείου κείται οικία Βακουφική, ήτις περιήλθεν εις αυτόν εκ του πατρός του από της εποχής της αλώσεως, εγκαταλειφθείσα τότε κατά την κατάληψιν του φρουρίου ως Εκκλησία, όπως χρησιμεύη δια την ανάγνωσιν του Ευαγγελίου και την αφήν κηρίων και κανδηλίων, συμφώνως προς το εις χείρας αυτού ευρισκόμενον Υψηλόν Αυτοκρατορικόν φιρμάνιον, εκδοθέν συνεπεία ερμηνείας ιερονομικής του Ιερού Μουσουλμανικού δικαίου….. Όπως εγνώσθη και εξηκριβώθη καταλλήλως, η ειρημένη εκκλησία υπήρξεν έκ παλαι οίκος προσευχής και εκτελέσεως των ιεροτελεστιών των Χριστιανών».

Υπερνικήθηκαν πολλά εμπόδια με αυτό το Φιρμάνι και οι Καστρινοί κατάφεραν επιτέλους να έχουν την πρώτη χριστιανική εκκλησία μέσα στην τουρκοκρατούμενη πια πόλη μας.

Σε ποίημα του Πρεσβύτερου Αρχανιώτη Παύλου Κλάδου που σώζεται σε δυο κρητικά χειρόγραφα που βρίσκονται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης και που εξέδωσε ο Τιμόθεος Βενέρης, διαβάζουμε εκτός πολλών άλλων και ποιοι ήταν υποστηρικτές στην προσπάθεια του Μητροπολίτη Γεράσιμου:

Σκορδίληδες εις την γενιά οι πολυτιμημένοι,

Κι από τον δεσπότη μας ας ειν ΄ευλογιμένοι.

Σάμος Σπυρίδων ο καλός και εμπιστικός παρ άλλον,

κυρ Αναστάσης ιατρός, που δν σας λέγω λαλλον,

Παρά πως απεθέναι χίλιες βολές την ώρα,

Για ν΄ανοιχτή η εκκλησιά εδώ μέσα στη Χώρα.

Και εις κοντόν να σας -ε- πω, άπαντες οι Ρωμαίοι,

‘ολοι παρακαλούσασι πουρνό και μεσημέρι.

 

Και συνεχίζει το υπέροχο στιχούργημά του μην αφήνοντας καμία αμφιβολία για την σωστή ημερομηνία της τέλεσης των εγκαινίων αφού ήταν και ο ίδιος παρών συμπληρώνοντας το ποίημα στα 1737…

 

Λοιπόν  στις  δέκα  του  μηνός ήγουν  του Νοεμβρίου,

ανοίχτηκεν η εκκλησιά Μηνά του Υπεραγίου

μέσα  στούς επτακόσιους  πέντε με  τους τριάντα,

χιλίους  λέγω από χριστού  κι εμάθετε  τα πάντα.

Ινδικτιώνος δεκατρείς, ημέρα ήταν Δευτέρα,

Ως τώρα ήτον σκοτεινά, μα τώρα εγίνη μέρα.

 

Και  λίγο παρακάτω πλέκει το εγκώμιο του Γεράσιμου Λετίτζη :

 


Βέβαια πράγμα φοβερόν ήκαμεν ο γενναίος

Κρήτης ο κυρ Γεράσιμος  που δειξε θαρσαλέος.

Έξι κι εξήντα το λοιπόν χρόνοι ΄σαν περασμένοι

όπου αυτή η εκκλησιά ήτονε ρημασμένη.

Κι αχούρι την εκάμασι και μαγερειό κι αμπάρι,

και τώρα ο κυρ Γεράσιμος της ήδωκε την χάρη...

Ας έχει δόξα ο Θεός που του ΄δωκε τη χάρη

Του Κρήτης κυρ Γεράσιμου τέτοιον καλόν να κάμη.

 

Αμέσως μετά την τέλεση των εγκαινίων, ο μητροπολίτης Γεράσιμος έγινε στόχος αποτρόπαιων πράξεων των Τούρκων. Λέγεται πως δεκατέσσερις μέρες είχαν μόνο περάσει και τα ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου, ημέρα Τρίτη, δέχτηκε επίθεση από όχλο Τούρκων, οι οποίοι έριξαν πέντε πυροβολισμούς και άγρια κτυπήματα «καδρέτων» στην πύλη της Μητρόπολης, την οποία άφησαν διάτρητη.


Ο Μητροπολίτης, μην έχοντας άλλον τρόπο να πολεμήσει τους άγριους Τούρκους, άρχισε μαζί με τους κληρικούς που βρίσκονταν κοντά του δεήσεις στον άγιο, και την ώρα της μεγάλης επίθεσης στην πόρτα ακούστηκε μια φωνή: «Τώρα θα μας πιάσουν». Οι Τούρκοι, νομίζοντας ότι εκδιώκονται από χιλιάδες Χριστιανούς, τράπηκαν σε φυγή και από τότε με εντολή του πασά κανένας πια δεν επιτρεπόταν να προβεί σε οποιαδήποτε βάρβαρη πράξη κατά των Χριστιανών, γιατί θα είχε βαρύτατη τιμωρία. Όσες μεθόδους κι αν χρησιμοποίησαν, όσες ύβρεις και αν εξαπέλυσαν, το μόνο που κατάφεραν ήταν, κατόπιν εξέτασης αιτημάτων των πιο φανατικών Οθωμανών, να βγει αυστηρότατη διαταγή που πλέον επέβαλλε ποινή θανάτου και δήμευση περιουσίας σε όποιον εξέφραζε παράπονα για την εκκλησία του Αγίου Μηνά και τη γειτνίασή της με το μουσουλμανικό τέμενος.   

Κι η Ιστορία συνεχίζεται και ψάξτε να δείτε πόσα πολλά γινήκανε τα πιο παλιά τα χρόνια…

Ένα κεράκι να ανάψετε όλοι σας  στη Χάρη του…

Μια βόλτα στη Μεγάλη πλατεία γεμίζει ομορφιά και γαλήνη την ψυχή…

Άγιε Μηνά μου… καλημερούδια σου! παραφράζοντας τον Νίκο Καζαντζάκη

Πηγές:

Ελένη Μπετεινάκη, Με το ποδήλατό μου στις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου, εκδ. Μύστις 2022

Δημοσιεύτηκε στις 11 Νοεμβρίου 2022 στο cretalive.gr Εδώ!

 Δημοσιεύτηκε στις 12 Νοεμβρίου 2022 στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ :

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021

30 Σεπτεμβρίου 1856….ώρα 2.45 το πρωί

 

Της Ελένης Μπετεινάκη


Είναι μέρες δύσκολες για την Κρήτη , ιδιαιτέρως για τον νομό Ηρακλείου αυτές που ζούμε τον φετινό Σεπτέμβρη του 2021. Ο σεισμός της 27ης Σεπτεμβρίου ήταν από τους πιο ισχυρούς που έχει ζήσει το νησί μιας και το εστιακό του βάθος ήταν πολύ μικρό  ( 10 χιλιομέτρων περίπου) και κάτω από την περιοχή του Αρκαλοχωρίου του Δήμου Μινώα-Πεδιάδος.

Η Ιστορία έχει καταγράψει αρκετά μεγάλους σεισμούς στην Κρήτη με την πάροδο των αιώνων και σήμερα απλά υπενθυμίζουμε έναν από αυτούς που συνέβη στις 30 Σεπτεμβρίου του 1856 …

Μια λοιπόν, ακόμα, μεγάλη δοκιμασία για τους  Κρητικούς. Μια μεγάλη φυσική καταστροφή που ερημώνει πολλά χωριά και πόλεις της μεγαλονήσου και ιδιαίτερα στην πόλη του Χάνδακα. Η πόλη είχε ήδη αναστενάξει για μία ακόμα φορά εξαιτίας του νέου διοικητή της Κρήτης που είχαν διορίσει οι Τούρκοι τον περίφημο Βελή πασά ,γεννημένο στα Χανιά  και γιό του Αλβανού Μουσταφά Ναϊλή Πασά τον αποκαλούμενο "Γκιριτλή"  λόγω της μακράς παραμονής του στην Κρήτη και της πρώτης του γυναίκας της Ελένης Βολανάκη από τα Σκουλούφια Ρεθύμνου. Παρέμεινε στην διοίκηση της Κρήτης μία διετία, όσοι όμως τον μνημονεύουν  έλεγαν πως ήταν συνετός, σπουδαγμένος , πολύγλωσσος .Ήταν  επίσης πολύ σκληρός και δημιούργησε πολλές έχθρες και φόβους στους Χριστιανούς με την αμείλικτη στάση του απέναντί τους.

Ωστόσο ο μεγάλος σεισμός της 30ης Σεπτεμβρίου του 1856, έκανε τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Λένε πως κατέστρεψε τα πάντα και αν μπορούσε να μετρηθεί με τα σημερινά μέσα θα ήταν περίπου 7, 7 της κλίμακας Ρίχτερ. Το κυριακάτικο εκείνο πρωινό στον  Χάνδακα,ο Ελευθέριος Πλατάκης στα Κρητικά Χρονικά αναφέρει πως με το Ιουλιανό ημερολόγιο ήταν ώρα 2.45 το πρωί,   καταστράφηκαν  πάμπολλα σπίτια, εκκλησίες και σκοτώθηκαν πάνω από 500 άνθρωποι που πλακώθηκαν από τα ίδια τους τα σπίτια την ώρα που κοιμόντουσαν. Όλα σχεδόν τα κτίρια καταστράφηκαν και στην ύπαιθρο πολλά χωριά ερημώθηκαν.


Κι άλλοτε το νησί είχε πληγεί από μεγάλους σεισμούς όπως την εποχή του Νέρωνος στα 66 μ.Χ., ή την εποχή του Δεκίου το 251 μ.Χ., με την καταστροφή  εκτός πολλών πόλεων και αυτή της Κνωσού. Την 1η Ιουλίου 365 μ.Χ, με επίκεντρο κοντά στις ακτές της δυτικής Κρήτης λέγεται πως  είχε μέγεθος μεγαλύτερο από 8 Ρίχτερ. Υπολογίζεται μεταξύ 8,3 και 8,7 Ρίχτερ, γεγονός που τον κατατάσσει ως τον ισχυρότερο σεισμό που έχει καταγραφεί στη Μεσόγειο. Τον σεισμό ακολούθησε ένα τσουνάμι που προξένησε καταστροφές σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, ιδίως στο Δέλτα του Νείλου και την Αλεξάνδρεια, όπου σκότωσε χιλιάδες και έφτασε σχεδόν τρία χιλιόμετρα στην ενδοχώρα. Επίσης, προκάλεσε την ανύψωση της Δυτικής Κρήτης μέχρι και 9 μέτρα.


Σημαντικές καταστροφές έγιναν και με άλλους μεγάλους σεισμούς όπως αυτούς το 1303 και το 1508. Αυτός του 1303, προξένησε επίσης ένα μεγάλο τσουνάμι με τεράστιες καταστροφές σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, ιδίως στην Κρήτη και το δέλτα του Νείλου. Στη νοτιοδυτική Κρήτη τα κύματα από τον σεισμό υπολογίζεται ότι είχαν ύψος 12 μέτρων και στο δέλτα του Νείλου αλλά και στην Αλεξάνδρεια έφτασε τα 9,5 μέτρα. Ο σεισμός αυτός της 8ης Αυγούστου του 1303 λένε πως έπληξε την πόλη της Candia (σημερινό Ηράκλειο) με τεράστιες απώλειες σε ανθρώπους και ζώα και καταρρεύσεις σχεδόν του συνόλου των σπιτιών της πόλης…

Ο σεισμός πάλι της 29ης Μαΐου του 1508 έμεινε στην Ιστορία σαν της Κρήτης ο χαλασμός, όπου λένε πως στον Χάνδακα έμειναν μόνο 4 – 5 σπίτια κατοικήσιμα. Εκκλησίες, Δημόσια κτίρια κλπ κατέρρευσαν. Η δε πόλη της Ιεράπετρας καταστράφηκε ολοσχερώς και ξανακτίστηκε μόνο στο τέλος του 160υ αιώνα,.

Τούτος εδώ όμως της 30ης Σεπτεμβρίου του 1856 είχε πολύ μεγάλη σημασία για του κατοίκους της Κρήτης και ιδιαίτερα του Χάνδακα γιατί ήταν ήδη πολύ ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες εξ αιτίας των Τούρκων και της καθημερινής δυσχέρειας που ζούσαν ,ώστε ο σεισμός ήταν κάτι σαν ταφόπετρα πάνω τους και κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά.

Ο ιστορικός Νικόλαος Σταυράκης διηγείται και περιγράφει την μεγάλη καταστροφή του Χάνδακα λέγοντας πως από τα 3620 σπίτια του έμειναν όρθια μόνο τα 18 και οι φωτιές που ξέσπασαν σε διάφορα σημεία της πόλης συμπλήρωσαν την καταστροφή, καίγοντας ακόμα και καταστήματα στο Μεϊντάνι κι αλλού. Ο μικρός ναός του Αγίου Μηνά υπέστη τέτοια καταστροφή που κρίθηκε ετοιμόρροπος, το ίδιο και η Μητρόπολη του Αγίου Τίτου που ονομαζόταν τότε Βεζίρ Τζαμί καθώς και παλιός ναός του Αγίου Φραγκίσκου το Χουγκιάρ Τζαμί. Ακόμα  και η θολωτή Πύλη από το κτίριο Ακτάρικα έπεσε και κάνεις  δεν μπορούσε να υπολογίσει τον τεράστιο απολογισμό αυτής της τόσο μανιώδους καταστροφής.

Από τους επιφανής Ηρακλειώτες που βοήθησαν τους πληγέντες της φοβερής αυτής καταστροφής ήταν ο Ανδρέας Καλοκαιρινός. Στα «Κρητικά Χρονικά» ο Στέργιος Σπανάκης αναφέρει : «Υπέρ των θυμάτων του μεγάλου σεισμού της 30 Σεπτεμβρίου 1856, διέθεσεν εκ των αποθηκών του μεγάλην  ποσότηταν ενδυμάτων, αλεύρου, ελαίου και οίνου, εκτός των χρημάτων , τα οποία διένειμε αυτοπροσώπως. Εκάλεσε τα πληρώματα των εν τω λιμένι ελληνικών πλοίων και ειργάσθησαν  όλη την ημέραν υπέρ των παθόντων. Εχορήγησεν οικόπεδα και οικοδομήσιμον  ξυλείαν δια την κατασκευήν παραπηγμάτων. Διενήργησεν έρανον μεταξύ των ανταποκριτών του, συλλέξας και άλλα χρήματα δια τους σεισμοπαθείς. Δεν διέφυγε την οξυδέρκειάν  του, ούτε το ζήτημα της ρυμοτομίας της πόλεωνς, επ ευκαιρία των καταστροφών του σεισμού.  Συνέστησεν εις τον τότε Νομάρχην Βελή Πασάν και εκάλεσεν τον Άγγλο αρχιτέκτονα Λιονέρ, προς εκπόνησιν νέου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως , το οποίον όμως δεν άφηκαν να εφαρμοσθή οι μωαμεθανοί κάτοικοι».

Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Μπετεινάκη

 

Πηγές :

Ελευθέριος Πλατάκης, Κρητικά Χρονικά ,τόμος Δ΄

Λευτέρης Αλεξίου, Νέα Χρονικά, 1948

Ιστορία της Κρήτης, Ιωάννης Μουρέλος, τόμος 3ος,1934

Κρητικά Χρονικά , Στέργιος Σπανάκης, 1960

Χάνδαξ- Ηράκλειον, ιστορικά σημειώματα, Στέφ. Ξανθουδίδης ,1964

To Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, ένθετον πατριδογνωσία 2003,

Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021

Τελικά πόσες ώρες αντέχουμε την Τέχνη;

 

Της Ελένης Μπετεινάκη

«Τέχνη καθ’ οδόν» λεγόταν ένας θεσμός και πλέον Φεστιβάλ που ξεκίνησε πριν πέντε χρόνια κι ήταν μεγάλη γιορτή στο κέντρο και σε κάποιες γειτονιές του Ηρακλείου. Μέρες έκφρασης, χαράς, χρωμάτων, μουσικής και θεαμάτων στις πλατείες, στους δρόμους, στις ψυχές.

Μετά ήρθε η πανδημία κι όλα σταμάτησαν και γκρίζαρε η πόλη όμως την ίδια στιγμή την έβλεπα πιο καθαρή από ποτέ. Αφού δεν κυκλοφορούσαν οι άνθρωποι, τα σκουπίδια περιορίστηκαν, οι τοίχοι αναστέναξαν από χαρά που δεν βανδαλίζονταν  πολύ και οι δρόμοι, για τους πεζόδρομους κυρίως μιλάω, ανακουφίστηκαν από τα πολλά τροχοφόρα.

Φωτ: Μάνος Πολιτάκης
Και φέτος δειλά στην αρχή, με μεγάλη φόρα αργότερα, ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους. Και αναστέναξαν  εκείνοι πάλι, αυτή τη φορά από το βαρύ φορτίο που τους φορέσαμε, από τη βρωμιά και την απερισκεψία μας.  

Χθες πήρα και πάλι το ποδήλατο μου το ξημέρωμα. Συνήθεια χρόνων που δίνει ζωή, ανάσες και χρώμα στη  μέρα μου. Ήξερα πως κάποιοι γνωστοί καλλιτέχνες της πόλης προσπαθούσαν και πάλι να αφήσουν το στίγμα και την δική τους φωνή κι ομορφιά στους δρόμους της. Στόλισαν με τεράστιες εικόνες τους τοίχους, μπήκε η Ιστορία ξανά στις πλατείες. ( Να πάτε να δείτε την υπαίθρια έκθεση από το Ιστορικό Μουσείο στην πλατεία Ελευθερίας). Οι δρόμοι   αρχίσαν να φιλοξενούν Ανθρώπων Έργα που φωνάζουν το σήμερα, το χθες, το αύριο.

Έτρεξα με μεγάλη χαρά να δω τα έργα του Μανόλη Αποστολάκη και του Μάνου Πολιτάκη στον πιο κεντρικό πεζόδρομο της πόλης. Μπροστά από τα δικαστήρια.

Πριν ακόμα φτάσω κοίταξα όπως κατέβαινα αριστερά την μοναδική μαρμάρινη πόρτα τους που κι αυτή δεν έχει γλυτώσει από την «αγάπη» κάποιων ανεγκέφαλων. Ξέρετε για ποιαν μιλώ, εκείνη την Πύλη, απομεινάρια του Μοναστηριού του  Αγίου Φραγκίσκου που μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε  από τους Τούρκους στους δικούς τους  Στρατώνες τότε, και σώθηκε από τους τότε βάνδαλους αλλά σήμερα την γεμίζουμε μπογιές και συνθήματα και  οι περισσότεροι αγνοούμε την αξία της.

Κι ύστερα σταμάτησα μπροστά στο υπαίθριο έργο των δυο αξιόλογων συμπολιτών μας  ακριβώς στη μέση της πεζοδρομημένης πια Δικαιοσύνης που φέρουν τον τίτλο :


«Φθορά – έκθεση σε κίνδυνο.»

Κι όπως λένε οι καλλιτέχνες : «Πρακτικά και εννοιολογικά εκτεθειμένα εκθέματα, απροστάτευτα εικαστικά έργα, μέσα στο δημόσιο χώρο. Σύμπραξη– συνέργεια ενός φωτογράφου με ένα εικαστικό. Με ένωση ξύλου, μετάλλου, κάρβουνου – φωτιάς, χάραξης, φωτογραφικού χαρτιού, εικαστικού και φωτογράφου. Μια σύνθεση από μικτά υλικά σε έκθεση σε δημόσιο χώρο. Καθ’ οδόν. Άλλωστε μες την πανδημία πού αλλού; Απόσταγμα εγκλεισμού. Δημιουργικά φιλτραρισμένο απόσταγμα, μάσκα ανάμεσα στο τοξικό και στο Άλλο. Εμείς σε αγώνα με σύμμαχο το αυτό το «Άλλο». Από τους τυχερούς. Μια σειρά από 20 «μαύρες» φόρμες – φιγούρες – κατασκευές σε διάλογο μεταξύ τους και με κάποιους απ’ τους λιγοστούς περιπατητές…»

Και άντεξαν αυτά τα έργα όχι πάνω από μερικές ώρες. Ήδη είδα τις πρώτες καταστροφές κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Η εικόνα της Παναγίας σχεδόν κατεστραμμένη και τα καρφιά πάνω στα σώματα πετάμενα ή καρφωμένα βαθιά με μίσος και φθόνο …απερίγραπτο. Πρόλαβα λίγο να φωτογραφίσω τα απομεινάρια μιας νύχτας. Κι έφτασε εκεί κι ο Μάνος Πολιτάκη που με το ιδιαίτερο χιούμορ του προσπαθούσε να φτιάξει τα ….άφτιαχτα!

Φωτ: Μάνος Πολιτάκης
Και το αποτελείωμα της προηγούμενης νύχτας ήρθε το βράδυ του Σαββάτου και το ξημέρωμά της Κυριακής τα έργα απλά βανδαλίστηκαν  στο ‘έπακρο.

Το έλεγε ο τίτλος, αναμενόμενη  η μανία κάποιων, αλλά τόσο πολύ, γιατί; Τόσο σύντομα  να εξαφανίσουμε την Τέχνη, ένα κομμάτι  πολιτιστικής έκφρασης να το καταστρέψουμε με τόση μανία ; Άφωνη στις πρώτες εικόνες… Μοιραία περνούν από το μυαλό χίλες σκέψεις και απορίες.

Που είναι η παιδεία μας; Που είναι το φιλότιμο; Καταστρέφουμε ό, το με κόπο δημιουργεί ο άλλος και το προσφέρει απλόχερα για να γεμίσει κενά μυαλού και χώρου και ας μην το καταλαβαίνουν κάποιοι. Πως μπορούμε τόσο βάναυσα να βγάζουμε τέτοια κτηνώδη συμπεριφορά;  Αλλά θα μου πείτε δεν βλέπεις τι γίνεται στις μέρες μας με τόσες δολοφονίες - γυναικοκτονίες, τόση ασυδοσία και καταπάτηση των πάντων.


Δεν σχολιάζω εδώ πολιτικές στάσεις! Αγανακτώ για την σημερινή εικόνα μας που ταξιδεύει εν ριπή οφθαλμού μέσω διαδικτύου σε ολόκληρο τον κόσμο. Πονά η ψυχή μου για την κατάντια του νέου κτιρίου της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης, για τις αφίσες που δεν μαζεύονται από εκεί και παντού, για τα συνθήματα πάνω στα μάρμαρα, για την ασχήμια και κατάντια που συνήθως οφείλεται σε λίγους ανεγκέφαλους και προβληματικούς ανθρώπους.

Κι εμείς τι κάνουμε; Τι κάνει η Πολιτεία ; Αλήθεια αφήσαμε πάλι στο έλεος το κέντρο και όλη την πόλη; Που είναι η φύλαξη  να κοιμόμαστε ήσυχοι; Που είναι ; Στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης Εντάξει, σιωπώ! Αλλά ξέχασα μόνο κτήρια άδεια πολιτικών γραφείων μπορούν να φυλάσσουν ολόκληρο το  εικοσιτετράωρο. Ποιος να ασχοληθεί με είκοσι εικόνες από ξύλο, φωτογραφίες και σίδερο…  Ποιος πλήρωσε ποτέ για βανδαλισμό; Ποιος τιμωρήθηκε για τα σκουπίδια του, για την κατάντια του και για την απερισκεψία του σε βάρος  άλλων και όλων ;

Φωτ: Ελένη Μπετεινάκη

Πήγατε αλήθεια να δείτε την έκθεση του Τάκη (Κωνσταντίνου)  Περάκη στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου; «Άνθρωπος: Περιπατητής σε Αμφιλεγόμενη Πορεία» ο τίτλος!

Δυνατές εικόνες πάνω σε καμβά, με ένταση, χρώμα, κίνηση, σκέψη, άγριες αλήθειες, φόβοι δικοί μας και των άλλων, σημάδια καιρών. Μια σπουδαία έκθεση που ο καθένας μας οφείλει να δει, να προβληματιστεί, να θαυμάσει, να συνομιλήσει τον ίδιο τον εικαστικό, να μάθει, να ακούσει να δει από άλλη οπτική γωνία τον ..Άνθρωπο του σήμερα και του αύριο.

Πόση Τέχνη άραγε αντέχει τούτη η πόλη; Πόση καταστροφή πρέπει να γίνει ακόμα σε δημόσια και ιδιωτική περιουσία για να κάνουμε κάτι;

Θυμήθηκα τα «πράσινα δίχτυα  της Ιστορίας»  ένα κείμενο που ήταν η αρχή μιας σειράς πάρα πολλών άλλων  και που αν κι έχουν περάσει εννέα χρόνια τίποτα δεν άλλαξε ως προς αυτό.

Πήρα το ποδήλατό μου κι ανηφόρησα τους αφιλόξενους δρόμους στους ποδηλάτες …ίσαμε το σπίτι μου!

Δεν έχει παραμύθια σήμερα κι όμορφες εικόνες του χθες. Το σήμερα μου χάλασε την διάθεση!

Τελικά πόσες ώρες αντέχουμε την Τέχνη;

Φωτογραφίες : Μανόλης Αποστολάκης, Μάνος Πολιτάκης Ελένη Μπετεινάκη







Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

25η Αυγούστου 1898… 25 Αυγούστου 2021!

 

Της Ελένης Μπετεινάκη

Κάθε χρόνο γράφω κάτι για την Σφαγή…

Κάθε χρόνο ψάχνω στις παλιές φυλλάδες να βρω καινούργια στοιχεία…

Κάθε χρόνο εκείνη την αποφράδα μέρα προσέχω πιο πολύ που πατώ στην οδό της Πλάνης…

Κάθε χρόνο μετά τις 20 Αυγούστου κατεβαίνω πρωί και βράδυ  να συναντήσω τον «Άρχοντα» των δικών μου παραμυθιών, τον Κούλε, το Φρούριο της θάλασσας και πιάνουμε τις συνηθισμένες κουβέντες μπας και μου πει δυο λέξεις για τα πόσα έχουν δει τα δικά του μάτια…

Φέτος σαν κατηφορίζω με το ποδήλατο μου για φτάσω ίσαμε την Πύλη του Μόλου πάω από άλλο δρόμο! Έχει κόσμο, όλες τις ώρες και μέρες και αυτή η βουή, η ανακατωσούρα , η πολυχρωμία κι ο νέος κουρνιαχτός με αποσυντονίζουν. Άλλωστε όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρουν που πατούν, δεν ξέρουν τίποτα για τούτο τον δρόμο. Θαυμάζουν μόνο τα κτίρια, το χρώμα της θάλασσας που αλλάζει χίλιες αποχρώσεις με τα μελτέμια τ΄ Αυγουστιάτικα και περπατούν να φτάσουν στο κέντρο της πόλης!

25η Αυγούστου 1898… 25 Αυγούστου 2021!

Στο γνωστό παγκάκι στην αρχή του δρόμου κάθησα και κοιτούσα ή καλυτέρα παρατηρούσα εκτός από τα χρώματα της αυγής, τον τόπο, τα σημάδια και δεν σας κρύβω πως ένιωσα απέραντη θλίψη. Πρώτα απ΄όλα  για τα ασύλληπτα γεγονότα της πιο μαύρης Ιστορίας της πόλης αλλά και με την κατάντια  στα ερείπια των Νεωρίων, την εικόνα και την απαράδεκτη χωματερή που έχει δημιουργηθεί μπροστά στα μάτια όλων μας.

Στα αριστερά μου έριξα το βλέμμα, στην ξύλινη εξέδρα που ΄χανε στήσει οι Τούρκοι με πασσάλους κοντά στο μόλο, έξω από την Πύλη  για να κάθεται ο κόσμος στις μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού να πίνει τον καφέ να καπνίζει τον ναργιλέ του και να θωρεί τη γαληνεμένη θάλασσα. Τον είδα κι εγώ τον Αλεξίου που καθότανε μαζί με κάμποσους άλλους νεοδιορισμένους υπαλλήλους του Φορολογικού Γραφείου και περίμενε…Λίγο πιο κάτω ο Μπιλλιότης, ο Γενικός Πρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας στα Χανιά που είχε έρθει να παρευρεθεί στη δύσκολη και παράξενη ώρα. Αλφρέδος το μικρό του όνομα που «…ήτανε μαυριδερός σα μιγάδας, με χείλια χοντρά που βγαίναν έξω, με μάτια και μαλλιά πίσσα, με δόντια μαργαριτάρι και με βλογιοκομμένο πρόσωπο. Ήταν από κείνα τα επικίνδυνα μπουλντόγκ της αυτοκρατορίας κι είχε παίξει αρκετά σημαντικό ρόλο στις ανωμαλίες του νησιού από το 1895…» Κανένας από τους Τούρκους που κάθονταν γύρω και φύλαγαν την πόρτα του Γραφείου,  δεν αποκρινότανε στις ερωτήσεις του για τα κλειδιά. Κι οι ώρες περνούσαν.


Ο Αλέξιου ήταν εκεί , τον  έβλεπαν και  τον θαύμαζα για την ψυχραιμία και υπομονή του.  Μέχρι το μεσημέρι που εμφανίστηκαν στην εξέδρα ο Συνταγματάρχης Read και ο υπασπιστής του λοχαγός Folding. Οι τρεις του πήραν ν’  ανεβαίνουν το Βεζίρ Τσαρσί  για να πάνε στου Πασά την Πόρτα να τον ρωτήσουν γιατί δεν μπορούν να μπουν στο κτίριο. Τα γεγονότα γνωστά, ο Πασάς «ένιψε τας χείρας του» και οι τρεις άνδρες αποφάσισαν πως αργά το μεσημέρι θα σπάζανε την πόρτα του Φορολογικού Γραφείου. Ένας Τούρκος που γνώριζε όλη την φαμίλια του Αλεξίου τον πλησίασε ύστερα από κάμποση ώρα,  εκεί που κάθονταν κι έτρωγε. Του ΄πε με λόγια σπαρακτικά να:

 «Μην πάς τ’ άπογεμα κάτω, Στελιανάκη. Οι Τούρκοι δε θα τ΄ αφήσουνε το Κουμέρκι στους Ρωμιούς για όλο τον κόσμο! Κατέχω κι είσαι του Θεού άθρωπος κι είναι κρίμα να χαθής. Και τα ‘χουν όλοι μαθές μαζί σου…Μαγάρι να μην μετανιώσεις».

Τον άκουσε ο Στυλιανός Αλεξίου αλλά δεν τον πολυπίστεψε , άλλωστε οι αποφάσεις είχαν παρθεί.

Στις δυο και μισή το μεσημέρι ξεκίνησε το κακό…

Την ίδια στιγμή που οι Χριστιανοί υπάλληλοι ( Γιώργος Βολονάκης και Πέτρος Μαριδάκης) κι Άγγλοι πολλοί προσπαθούσαν να διαρρήξουν τα λουκέτα της πόρτας του τελωνίου ακούστηκε βουή μεγάλη. Όχλος πολύς κατέβαινε το Βεζίρ Τσαρσί και οι πρώτοι πυροβολισμοί αρχίσανε να πέφτουν. Με υπεράνθρωπες προσπάθειες κατάφεραν οι Άγγλοι να  κλείσουν την νοτική πόρτα της Πύλης  από τη μεριά του Λιμανιού. Όμως για λίγα δευτερόλεπτα πριν ένας Τούρκος πρόφτασε να μαχαιρώσει από μέσα ένα Άγγλο στρατιώτη. Οι Άγγλοι πυροβόλησαν ευθύς και ο Τούρκος φονιάς έπεσε νεκρός. Τώρα πια το μακελειό είχε πάρει και σηκώσει τα πάντα. Ο όχλος των Τούρκων στράφηκε στα σπίτια, τα μαγαζιά, τους ανθρώπους. Ότι έβρισκαν μπροστά τους ήθελαν να το αφανίσουν.

Μαζί με τον Συνταγματάρχη Read, χλόμιασα κι εγώ. Εκείνος έβαλε το χέρι του στο πιστόλι του, εγώ έτρεξα να φύγω όσο μπορούσα πιο μακριά. Άκουσα κλάματα κι οδυρμό. Καπνοί κατάμαυροι σκέπαζαν τον ουρανό και φωνές σπαρακτικές για ονόματα ανθρώπων που δύσκολα μπορούσα να καταλάβω. Στο μαύρο και το κόκκινο της φωτιάς πότε πότε ξεχώριζαν πόδια που τρέχανε σαν δαιμονισμένα. Σωρός από πέτρες και αίμα σ’ όλο το μήκος του τείχους. Συνέχισα να τρέχω…

Είδα ανθρώπους να πέφτουνε στη θάλασσα από τα παραθυράκια των σπιτιών του τείχους. Είδα τον Γιώργη Αλεξίου να πέφτει κι να σπάζει και τα δυο του πόδια. Με μια βουρλιά κατέβηκε πρώτα όλη η οικογένεια του Γιώργου του Χατζάκη του φαροφύλακα του Κούλε. Κι ύστερα εκείνη έσπασε και ο Γιώργης γκρεμοτσακίστηκε… Τον είδε κι ο Στυλιανός σαν προσπαθούσε με όσους μπορούσε να τρέξουνε προς τον δυτικό λιμενοβραχίονα στον Κούλε μήπως και κατάφερναν να φτάσουν ίσαμε το Turquοise.Οι Τούρκοι πυροβολούσαν από τα παράθυρα του Λάκκου στο Λαβύρινθο  και όλο και κάποιους πετυχαίναν κι άλλοι  βάζανε φωτιά στα σπίτια τα χριστιανικά ή τα μαγαζιά  αδειάζοντας ντενέκες με πετρέλαιο που λαμπάδιαζε στη στιγμή…

Στην δύσκολη απόπειρα και διαφυγή του Αλέξιου κι όσων τον ακολουθήσαν τα μάτια βλέπανε τον θάνατο στα αγαπημένα πρόσωπα. Αναγνώρισε τον λαϊκό μουσικό τον Αντώνιο Βέϊκο αποθαμένο, γεμάτο αίματα. Είδε τον αδελφό του σακάτη στα πλακάκια του μόλου και πίστεψε πως είχε πεθάνει. Έγνεψε στην Μαριόρα την ξαδέλφη του να τον ακολουθήσει. Εκείνη αρνήθηκε στην αρχή….

Μαζί τους έτρεξα κι εγώ στο μικρό νερουλάδικο πλεούμενο το Turquοise που ΄χε τοιχία από σίδερο και δύσκολα περνούσαν οι σφαίρες. Με φόβο, δυσκολία  και μικροτραυματισμούς κατάφεραν κι εκείνοι και μπήκαν κι ήρθαν και άλλοι πολλοί αργότερα. Σαν νοσοκομείο έμοιαζε το καράβι … Το ίδιο βράδυ φέρανε στο αμπάρι και τον Γιώργη τον αδελφό του Στυλιανού πάνω σε ένα φορείο κι όλη του την φαμίλια…

Νύχτα που γίνε μέρα από τις φωτιές. Τα μάτια μου τσούζανε από τον καπνό, τον πόνο και το φόβο. Καιγόταν η πόλη, οι άνθρωποι, τα ζωντανά. Φωνές και κλάματα μόνο!

Πολλά γινήκανε, πολλά δεν θα τα μάθουμε ποτέ. Κάποια ονόματα είναι γνωστά, όλες οι ιστορίες σπαράζουν την ψυχή και θολώνουν το μυαλό μας.

Behaedin 1906
Θυμήθηκα δεκάδες από δαύτες… Τον τραυματία Μανώλη Λασηθιώτη που τα΄πε όλα στους συντάκτες της εφημερίδας «Σπριπτ» τον Αύγουστο του1898 και που 50 χρόνια μετά αναδημοσίευσε ο Λευτέρης Αλεξίου στα «Νέα Χρονικά», τον Λαμή Βετιχάκη που ‘σφαξε τον Λυσίμαχο Καλοκαιρινό, την μοναχοκόρη του τη Σκεύω με το μωρό της που έγινε θρύλος, τον παπουτσή τον Βράκαπου τον εκαψαν ζωντανό μαζί με τη φαμίλια και τα τσιράκια του , την Ονωρίνη Συνολάκη την γυναίκα που της έσφαξαν μπροστά στα μάτια της τα παιδιά της,  τον νεαρό Αγρότη Βαλελαδάκη, την Φούνταινα. Τον Ζαχαρία τον Θειακάκη μαζί με τον πιστό του σύντροφο τον Κωστή τον Ζαχαριάδη τον σφάξανε έξω από το καφενείο του αδελφού του και τον Δημήτρη Καράλη, τον Μυτιληνιό φίλο τους επίσης διαμέλισαν  λίγα μέτρα πιο κάτω. Τον Αναστάσιο  Μπιζάκη  που  γλύτωσε γιατί κατάφερε να σκαρφαλώσει σε έναν αυλόγυρο που ήτανε από μέσα το  σπίτι του Λυσίμαχου Καλοκαιρινού και να κρυφτεί για σαράντα οκτώ ώρες στον αχυρώνα του. Τον «Σαλλονικιό» ή κατά κόσμον  Γιώργη Στεργιάδη που ζούσε στο σπίτι του Αμάπιλε Ιττάρ που ‘χασε τους δυο του γιους…

Την Φράγκικη Εκκλησιά του αγίου Ιωάννη γύρεψα, που γίνε άσυλο για τους Χριστιανούς. Βιβλική μορφή ο Πάτερ Αντωνίνος που του πρέπει να τον μνημονεύουν οι Καστρινοί για πάντα. Πόσο κόσμο έσωσε ….

Άλλη φορά θα σας πω την ιστορία της Σταματάκαινας, της μάνας με τα τέσσερα παιδιά που γίναν όλοι κόσκινο από τις σφαίρες…

Για τον Μιχάλη τον Σταυρούλακη που βρέθηκε με όπλο δυνατό κι έβαλε μόνος του αντίσταση στην Τουρκιά και κατάφερε να σώσει λίγο το γόητρο των ποδοπατημένων γυναικόπαιδων κι αμάχων της πόλης, ποιος είπε ποτέ μια λέξη; … Πολεμήσαν κι ο Γιώργης ο Καπνιστός ο λεγόμενος Παπάς κι ο Αντρέας Καλοκαιρινός ο γιος του Μίνωα κι ας χαθηκε λίγο αργότερα.

Τρεις μέρες καίγονταν ο δρόμος κι η αγορά του Βεζίρ Τσαρσί. Τα προξενεία Αγγλίας, Γαλλίας, Ισπανίας και Γερμανίας πυρπολήθηκαν. Όλα αυτά γίνανε από αγροίκους Τούρκους, του γνωστούς Βασιβουζούκους. Ο Τούρκικος στρατός δεν επενέβη στη σφαγή, μόνο στη λεηλασία…

Ο ήλιος είχε σηκωθεί ψηλά, δεν το κατάλαβα με τόσες εικόνες και σκέψεις. Η θάλασσα δεν ήταν ήσυχη σήμερα. Ανταριασμένη και σκουρόχρωμη φαινόταν έξω στα ανοιχτά προς τον κόλπο του Δερματά… Κοίταξα για μια ακόμα φορά ολόγυρα. Οι συνηθισμένες εικόνες και μυρωδιές των πρωινών στο λιμάνι επανήλθαν. Σήκωσα την μηχανή μου κι ένα κλικ στον πολύπαθο δρόμο, το Βεζίρ Τσαρσί, την επονομαζόμενη 25η Αυγούστου αιχμαλώτισα με τα τωρινά κτίρια…

Κι ύστερα πήρα το ποδήλατό μου και κατευθύνθηκα στο Μπεντενάκι, προς τα σπίτια του Καλοκαιρινού…

Κανένα σημάδι…πουθενά! Καμιά γραφή!


ΠΗΓΕΣ:

Εφημερίδα  «Νέα Χρονικά», 29/3/1948 – 28/11/1948

Εφημερίδα «Σκριπτ», Φύλλο 1084, Σάββατο 29 Αυγούστου 1898

Ελένη Μπετεινάκη, Με το ποδήλατό μου στις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου, εκδ.Μύστις,2021 ( υπό έκδοση)


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 23 Αυγούστου 2021  : https://www.patris.gr


Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Ήτανε 25 Αυγούστου στα 1898…



Της Ελένης Μπετεινάκη*

Ruga Maistra  τον είχαν βαφτίσει οι Ενετοί σαν έκαναν την πόλη μας, δική τους, κάποτε.Kι ύστερα την λέγανε Βεζίρ Τσαρσί  οι  Οθωμανοί. Ο δρόμος της θάλασσας ή μήπως του Βορειοδυτικού Ανέμου, σίγουρα είναι ο  αρχαιότερος του Μεγαλόκαστρου. Κι είναι για  μας ο πιο αγαπημένος, ο πιο πολυσύχναστος , ο πιο πληγωμένος από οβίδες, τουφέκια και σπαθιά. Ο πιο πολύ βαμμένος κόκκινος από το αίμα ανθρώπων που δεν έφταιξαν, από τη μανία άγριων, ο πιο πλανεμένος, ο πιο όμορφος και ο πιο ιστορικός. Αντιθέσεις συναισθημάτων, αντιθέσεις εικόνων. Ομορφιά κι ασχήμια δεμένη με πράσινα δίκτυα, με ερείπια που ψυχορραγούν, με τουριστικά μαγαζιά και κτίρια που δίνουν άλλο κύρος, άλλη φινέτσα. Είναι ο δρόμος της 25ης Αυγούστου, όπως τον λέμε σήμερα που ΄χει καμάρι του ξεχωριστό την Εκκλησιά του Αγίου Τίτου και την Λέσχη Των Ευγενών του Χάνδακα ή Λότζια  και Δημαρχείο της πόλης. Και σήμερα έχει διπλή επέτειο και …γιορτή. Γιορτάζει ο Απόστολος Τίτος κι η εκκλησιά του και είναι χαρά μεγάλη για την πόλη. Σήμερα είναι και μέρα θύμησης  για τότε που σκορπίστηκε ο  όλεθρος, η  καταχνιά και το θανατικό,  σε όλο το μήκος του δρόμου.
25 Αυγούστου 1898 …Μια μαύρη σελίδα στην ιστορία του  τόπου, μια άδικη σφαγή, το κάψιμο, η λεηλασία, η μυρωδιά του θανάτου, το κακό!

Ο Άρχοντας Κούλες απέναντι, στητός κι αγέρωχος, μάρτυρας αιώνιος απίστευτων εικόνων και γεγονότων που όμως η σιωπή της πέτρας, κρατά καλά τα μυστικά και τα ειπωμένα που ποτέ δεν θα φτάσουν σε μας. 

Πύλη του Μόλου, ανύπαρκτη πια και Πλατεία Δεκαοκτώ Άγγλων, στολισμένη με …δελφίνια, για χάρη της θάλασσας της πλανεύτρας  κι όχι της θύμησης, του πόνου, της μοναδικής εκείνης μέρας…
Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι αν υπάρχει κάπου μια γραφή να ενημερώνει τους ξένους ή και τους ντόπιους που πατούν, που βρίσκονται, τι συνέβη πριν 119 χρόνια, ακριβώς εκεί… 

Ξέρω πως ανηφορίζοντας χθες με το ποδήλατο μου  άκουσα μια παρέα Ελλήνων να αναρωτιούνται ποιος να΄ναι  άραγε τούτος ο δρόμος και η απάντηση ενός απ αυτούς με ξάφνιασε. «Οδός Αγίου Τίτου τη λένε γιατί έχει την Εκκλησία πιο πάνω… »

Ώρα μας είναι να ξαναμπούμε στην ιστορία, να θυμηθούμε τα πιο μελανά, τα πιο συγκλονιστικά που έγιναν τότε. Πολλές φορές είναι γραμμένα κι από μένα, όμως πάντα κάτι καινούργιο, κάτι παραπάνω βρίσκει κανείς όταν ψάχνει, όταν δεν ηρεμεί η ψυχή και αναζητά έστω  ψήγματα που συμπληρώνουν το κενό, τον παραλογισμό, τα γεγονότα.

Κι αφού όλα τούτα διαδραματίστηκαν απέναντι από το Κάστρο, στην πολύβουη και άχαρη σήμερα πλατεία των 18 Άγγλων, πήγα κι άφησα το ποδήλατο στην αρχή της 25ης Αυγούστου, δίπλα στη μαρμάρινη μοναδική σκάλα. Κάθισα στο παγκάκι, αγναντεύοντας για χιλιοστή εις τη ν φορά το Φρούριο της Θάλασσας και ρίχνοντας κλέφτες ματιές στον δρόμο της Πλάνης, που ξυπνούσε σιγά σιγά και ζωήρευες από τους βιαστικούς πρωινούς επισκέπτες της πόλης. Άφησα την ψυχή μου να νοιώσει, το μυαλό γύρισε  πίσω στις σελίδες της ιστορίας κι άρχισα πάλι να θυμάμαι….

Καταμεσήμερο ήταν, ημέρα Τρίτη, 25 Αυγούστου στα 1898. Μύριζε η ατμόσφαιρα μπαρούτι απ΄ το ξημέρωμα. Ούτε ένας γλάρος δεν είχε φανεί στο λιμάνι, μια παράξενη θολούρα και ανακατωσούρα σε στεριά και θάλασσα. Κι εκεί γύρω στις 2.00μ.μ.ξεκίνησαν όλα. Μαύρος καπνός, φωνές, μυρωδιά θανάτου στον αέρα. Κουρνιαχτός, κραυγές και  ντουφεκιές. Γιαταγάνια και σπαθιά ακούγονταν να σπάζουν κόκκαλα, να σκίζουν σάρκες   και το κόκκινο χρώμα ήταν εκείνο που επικράτησε σε όλο το δρόμο, σε όλη την περιοχή. Κόκκινα τα φέσια , κόκκινο και το αίμα που έτρεχε πια σαν ποτάμι κανονικό. Μαύρα φέσια μαύρη κι η μέρα που έμοιαζε να ‘ κρυβε τον ήλιο, ήταν σαν να ΄χωνε τα μάτια του κι αυτός να μη θωρεί, να μη φωτίζει την απανθρωπιά, το σπαραγμό, την αλλοφροσύνη…
Μια φρίκη συνέβη εκείνο το απομεσήμερο. Λίγο να κλείσεις τα μάτια έρχονται μπροστά σου εικόνες που κόβουν την ανάσα  και παγώνουν την ψυχή. Σώματα ακέφαλα, ήχοι από χρυσά νομίσματα σε προδότες, φωτιά και μυρωδιά καμένου δέρματος, χαρτιού, μπαρουτιού σε όλο το μήκος ενός δρόμου που σήμερα ξαναζεί μόνο μέσα από βιβλία και ελάχιστες φωτογραφίες  εκείνη την κτηνωδία.

Η ιστορία και τα γεγονότα που συνέβησαν είχαν προηγούμενα κάμποσα. Ήταν εκείνη η απόφαση  που οι ηγέτες της Κρήτης κατ΄ ανάγκη δέχτηκαν, για την αυτονομία της που είχαν προτείνει οι Μεγάλες Δυνάμεις. Κι έγιναν τρεις συνελεύσεις στους Αρμένους στις 26 Ιουνίου 1897, στις Αρχάνες στις 30 Ιουλίου 1897  και στο Μελιδόνι στις 16 Οκτωβρίου 1897 και αποφασίστηκε τούτη η κρίσιμη αυτονομία. Κι η τελευταία συνέλευση στις Πλακούρες των Κουνουπιδιανών τον Ιούλιο του 1898 υπό την Προεδρία του Ιωάννη Σφακιανάκη που είχε σκοπό να εξετάσει το σχέδιο της προσωρινής διοίκησης της Κρήτης έδωσε μια προκήρυξη που ήταν σημαδιακή και πολυσήμαντη. Οι τέσσερις Μεγάλες Δυνάμεις με διοικητές στους Ναυάρχους Μπέττολο για την Ιταλία, Σκρυδλώφ για τη Ρωσία, Ποττιέ για τους Γάλλους και Νοέλ για τους Άγγλους, έφτιαξαν νόμους και κανονισμούς. Και φτάνουμε στην μεγάλη μέρα της 24ης Αυγούστου του 1898 που οι Οθωμανοί καλούνται να παραδώσουν το φορολογικό γραφείο στο Τελωνείο κάτω στο λιμάνι κι έχουν συγκεντρωθεί στην πλατεία των Τριών Καμάρων περί τους 10.000 διαδηλώνοντας την άρνησή τους. Αποφασίζουν να αντισταθούν και έτσι το επόμενο πρωί ο άγγλος συνταγματάρχης Reid δέχεται Πρεσβεία μουσουλμάνων Βέηδων  που παραπονιούνται για τα γενόμενα. Ωστόσο φτάνουν σε συμφωνία οι Οθωμανοί να παραδώσουν το φορολογικό γραφείο της Δεκάτης χωρίς αντιστάσεις και με υποσχέσεις για καμιά ταραχή. Ποιος μπορεί όμως να κρατήσει τον όχλο; Από νωρίς το πρωί άοπλοι Οθωμανοί κατέβαιναν στο λιμάνι. Τα τούρκικα μαγαζιά κλειστά. Παράξενος ο αέρας, ησυχία και υποψία αναταραχής. Κι αφού δεν βρήκαν πουθενά τον διορισθέντα από τους άγγλους Χριστιανό ελεγκτή του Φορολογικού Γραφείου Στυλιανό Αλεξίου, έφυγαν αλλά το κακό παραμόνευε. 


Μια συνάντηση του συνταγματάρχη Reid με τον Πασά στο διοικητήριο του με στόχο να λυθεί το θέμα των κλειδιών και της παράδοσης του Φορολογικού Γραφείου περιγράφει ο Λευτέρης Αλεξίου *στα Νέα Χρονικά, σε αναδημοσίευση των όσων είχε γράψει ο πατέρας του σε συνέντευξη του στην εφ. Σκριπτ:



«- Εγώ, λέει ο Πασάς, δεν έχω διαταγή να το παραδώσω. Πως να κάμω;
-Θα αναγκαστούμε να το ανοίξουμε, σπάζοντάς το!
-Πεκεϊ, εφέντη μου!
Να το σπάσετε, σαν έχετε τέτοια όρεξη!»

Έφυγαν βιαστικά κι ο Reid έδωσε διαταγή στον Στυλιανό Αλεξίου να ανεβούν στο εγγλέζικο στρατόπεδο πέρα στα νοτικά μπεντένια και μαζί με δυο ανώτερους υπαλλήλους τον Γιώργη Βολονάκη και τον Πέτρο Μαριδάκη να πάρουν μια στρατιωτική δύναμη και να πάνε να ανοίξουνε  το Φορολογικό γραφείο γύρω στις 2.30 το μεσημέρι… Δυο διμοιρίες ακόμα από 40 άνδρες με εφ΄ όπλου λόγχη κατέλαβαν την Πύλη του Μόλου για να εμποδίσουν την είσοδο των Άτακτων Τούρκων.
Κι έφτασε εκείνη  η στιγμή λίγο πριν ανοίξουν την πόρτα που ακούστηκε οχλαγωγία μεγάλη. Ο Reid ένοιωσε τον φόβο και το κακό να πλησιάζει. Φώναξε με όλη του τη δύναμη να κλείσουν οι Πύλες, η Πόρτα του Μόλου, όμως οι Τούρκοι Πυλωροί είχαν φύγει και οι φωνές, οι κραυγές καλύτερα των « λυσσασμένων » αγριμιών πάγωσαν το αίμα όλων. Ζητούσαν να σκοτώσουν τους Χριστιανούς Υπαλλήλους με τον Αλεξίου πρώτο πρώτο για να εμποδίσουν την εφαρμογή της Απόφασης των Μεγάλων Δυνάμεων. Εκεί με την υπεράνθρωπη προσπάθεια του ηρωικού λοχαγού Φόλδιγκ αμπάρωσαν την Νοτική Πύλη και γλύτωσαν οι Χριστιανοί Υπάλληλοι… Λίγο μετά ο λοχαγός σφαγιάστηκε. 

Συνεχίζοντας την αφήγησή του ο Λευτέρης  Αλεξίου, στα Νέα Χρονικά , για τον πατέρα του γράφει: 

« …Αποφασίστηκε λοιπόν από κοινού με τον Άγγλο συνταγματάρχη να σπάσουμε τις πόρτες και να μπούμε μέσα. Ήμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στη διάρρηξη , όταν ξαφνικά ακούσαμε μερικούς πυροβολισμούς κοντά στην Πύλη του τείχους. Φυσικά και ανησυχήσαμε, κι αμέσως εσπεύσαμε όλοι μαζί… Άμα φτάσαμε εκεί ευρήκαμε ένα Τουρκοκρητικό σκοτωμένο. Τον είχανε σκοτώσει οι Άγγλοι στρατιώται. Να τι είχε συμβή: Την ώρα που εμείς επηγαίναμε να καταλάβωμε  το Φορολογικό Γραφείο, ο πολυάριθμος Τουρκικός όχλος είχε μαζευτεί κοντά στην Πύλη και ζητούσε να περάσει από αυτήν… Οι Άγγλοι στρατιώτες , που εφρουρούσαν εκεί τους εμποδίσανε να περάσουν. Με αυτήν την αφορμή δημιουργήθηκε ταραχή και μέσα σ΄ αυτήν ένας Τουρκοκρητικός εχτύπησε με μαχαίρι έναν Άγγλο στρατιώτη. Ο Τουρκοκρητικός αυτός επυροβολήθηκε ευθύς από τους Άγγλους και σκοτώθηκε. Την ίδια στιγμή οι Άγγλοι στρατιώτες εκλείσανε την Πύλη. Ύστερα από το παραπάνω φονικό ο Τούρκικος όχλος εφρένιασε. Κι έτρεξε την ίδια στιγμή και οπλίστηκε. Οι Τουρκοκρητικοί αφού ωπλιστήκανε , ριχτήκανε με λυσσασμένη μανία στις χριστιανικές συνοικίες. Περικυκλώνανε τα χριστιανικά σπίτια και μαγαζιά και τους εβάζανε φωτιά με πετρέλαιο. Οι χριστιανοί αναγκάζονταν από τις φλόγες να βγαίνουν έξω και τότε οι Τούρκοι τους εσκοτώνανε. Πυρποληθήκανε στην αρχή εφτά χριστιανικά καταστήματα, που βρισκόντανε κοντά στην παραλία. Εκεί σφάγηκανε οι περισσότεροι Χριστιανοί. Πολλοί για να ξεφύγουν  από τις φλόγες και το μαχαίρι των αιμοβόρων Τούρκων , πηδούσαν από το  φρούριο στην προκυμαία κι οι περισσότεροι σκοτώνονταν ή σπούσανε τα πόδια τους κι άλλα μέρη του κορμιού τους. Άλλοι επήδηξαν από την άλλη μεριά του φρουρίου δυτικά της πύλης και ρίχτηκανε στη θάλασσα. Άλλοι τρέξανε προς τη μεριά του εγγλέζικου στρατόπεδου και βρήκαν οι πιο πολλοί από τους δύστυχους αυτούς οικτρό θάνατο. Τέλος πολλοί κρυφτήκανε σ΄ απόκεντρα μέρη ή βρήκανε καταφύγιο στα προξενεία . (Εκτός φυσικά του αγγλικού που χτυπήθηκε και πυρπολήθηκε με όλους που είχαν κλειστεί εκεί, και των άλλων τριών του Γαλλικού, Ισπανικού και Γερμανικού που κάηκαν) …»

Άοπλοι ήταν όλοι οι Χριστιανοί, ανήμποροι να αντιδράσουν στην μανία των Τούρκων. Συνεχίζοντας την αφήγηση του αναφέρεται πως σκοτώθηκαν όλοι οι Άγγλοι και τραυματίστηκαν αρκετοί. Ανάμεσα στους τραυματίες ήταν κι ο αδελφός του που στην προσπάθεια του να σώσει την οικογένεια του από το σιδερόφρακτο παραθυράκι του σπιτιού τους που έβλεπε στη θάλασσα , με μια βούργια, γκρεμοτσακίστηκε κι έσπασε και τα δύο του πόδια. Είδε τον αδελφό του κατάκοιτο και ακούνητο στις μεγάλες πλακούρες και νόμιζε πως ήταν νεκρός. Δίπλα του κι ο μεγάλος Αντώνιος Βέκιος, ο λαϊκός μουσικός του Μεγαλόκαστρου, που λένε πως υπήρξε το πρώτο θύμα της μεγάλης σφαγής. Έπρεπε να συνεχίσει το «δρόμο» του. Είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση να οδηγήσει όλους όσους ήταν μαζί του προς τα Δυτικά στον λιμενοβραχίονα του μεγάλου Κούλε, να τους σώσει. Σφαίρες έπεφταν σωρό, δύσκολο να προφυλαχτεί κανείς, οδυρμός, χαμός και εκεί σαν έφτασαν  δυο μέτρα μόνο από τη σιδερένια πρύμνη του υδροφόρου πλοίου των  Άγγλων, το Turquise, που δεν είχαν φόβο να τρυπηθούν από τις πολυάριθμες σφαίρες με ένα μαδέρι που βρέθηκε κοντά τους κατάφεραν να μπουν μέσα και να γλιτώσουν. Και γέμιζε το πλοίο με ταλαιπωρημένες ψυχές και κρύβονταν στ΄ αμπάρι του να μην τους πάρουν μυρουδιά οι Τούρκοι κι αργά την νύχτα κατάφεραν να φέρουν ίσαμε το πλοίο τον βαριά τραυματισμένο Γιώργο Αλεξίου και να χαμογελάσει η ψυχή του Στυλιανού. Είχε προηγηθεί η συνάντηση του με την γυναίκα του Γεώργιου Χατζάκη τη Μαργιόρα και τα παιδιά της που αρνήθηκε κλαμένη να ακολουθήσει στο πλοίο τον Στυλιανό αν δεν βρισκόταν τρόπος να πάρουν μαζί τον τραυματισμένο Άνθρωπο που τους είχε σώσει ολονών τη ζωή κι είχε γκρεμοτσακιστεί… Και βρέθηκε, άγγλοι τον κουβαλήσανε στο πλοίο, κι όλοι σωθήκανε. Κι Άγγλος γιατρός του ΄δεσε τα πόδια και τον ανακούφισε από τους πόνους κι αυτόν και εκατοντάδες άλλους που χαν κατακλίσει το πλοίο…
Για την ιστορία ο Γιώργος Αλεξίου ήταν επόπτης των  Φάρων που είχαν εκχωρηθεί από τους Τούρκους στη  γαλλική Κυβέρνηση και για αυτό λάμβανε κάποιο είδος προστασίας. Έτσι έμεινε στο Ηράκλειο σαν έφυγε στην Αθήνα όλη η οικογένεια των Αλεξίου , πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα…
Στα γεγονότα της συγκλονιστικής αυτής και σημαδιακής μέρας προστίθενται οι μικρές παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων όπως εκείνη με το Αγγλικό πολεμικό « Hasard » που έριξε πάνω κάτω 14 βολές μικρής ολκής προς τον Τούρκικο όχλο  αλλά  δεν κατάφερε σχεδόν τίποτα. Όλη  η συνοικία γύρω από το λιμάνι καταστράφηκε από την φωτιά, καθώς και τα  ακίνητα του Καλοκαιρινού που μέσα τους βρισκόντουσαν πάνω από  τριάντα άτομα. Από τους πρώτους που σφάχτηκαν και στη συνέχεια κάηκαν ήταν ο Υποπρόξενος της Αγγλίας Λυσίμαχος Καλοκαιρινός, αρχικός  στόχος των Βασιβουζούκων και πιο συγκεκριμένα του Λαμή Βετιχάκη, που τον αποκεφάλισε και αργότερα λόγω και του καμένου σώματός του αναγνωρίστηκε από τις φαβορίτες και την κήλη που είχε. Θάφτηκε και αυτός, πιθανόν, από την Φούνταινα, μια γριά  πόρνη, όπως αναφέρει ο Στυλιανός Αλεξίου που μέρες αργότερα συνομίλησε και μαζί της, και του νεαρού Αγρότη Βαλελαδάκη, αρχικά στο Σιναϊτικό Μοναστήρι και αργότερα ξεθάφτηκε και τα οστά του τοποθετήθηκαν στο εσωτερικό του Αγίου Ματθαίου. Ακόμα και σήμερα μπορεί κανείς να δει την ταφική πλάκα. Πολύ αργότερα έγινε ανακομιδή των οστών στον οικογενειακό τάφο που βρίσκεται στο Νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου.

Το Αυγουστιάτικο βράδυ της 25ης κόντευε να τελειώσει. Όσοι δεν ήταν τραυματίες κι ανάμεσα τους ο Αλεξίου που διηγείται όλα τα γεννούμενα, βγήκαν όπως όπως στο κατάστρωμα του Turquise κι είδαν όλη την  πολιτεία να φλέγεται κι άκουγαν τις κραυγές των απεγνωσμένων ανθρώπων να φτάνουν ίσαμε τον ουρανό. Πολλοί πρόκριτοι Καστρινοί και απλός κόσμος για να γλυτώσουν από τα βλήματα και την φωτιά έτρεχαν όπως όπως  κατά μήκος του Μπεντενάκι να πάνε ίσαμε το Αγγλικό στρατόπεδο. Οι μαχαλάδες της περιοχής εκεί ήταν Τούρκικοι κι έτσι τους σκότωναν οι Οθωμανοί  και κατά την Τούρκικη συνήθεια του διαμελούσαν. Αναφέρεται μαζί πολλών άλλων στην εφημερίδα Σκριπτ, πολύ αργότερα, πως ανάμεσα στα εκατοντάδες θύματα κι ο Ζαχαρίας Θιακάκης , άλλοτε βουλευτής, που πυροβολήθηκε στο στήθος σχεδόν εξ επαφής,  ο Δημήτρης Καράλης, Μυτιληναίος που αν μαζί του, σφάχτηκε κι αυτός. Χαρακτηριστική η περιγραφή του σώματος του Κωστή Ζαχαριάδη που το έσερναν στους δρόμους και το μισό πτώμα βρέθηκε στο λιμάνι, το υπόλοιπο αλλού.
Όλους τους σκότωσαν όσους βρήκαν μέσα στο σπίτι του Λυσίμαχου Καλοκαιρινού. Ο Αναστάσης Μπιζάκης που κρύφτηκε για σαράντα οκτώ ώρες μέσα στον αχυρώνα του σπιτιού τα είδε και τα άκουσε όλα. Ίσαμε 30 ψυχές σκοτώσανε εκεί μέσα , δούλους, αφέντες , άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Κι ύστερα βάλανε φωτιά και τα έκαψαν όλα, σπίτια και αποθήκες. Εκεί χάθηκε και η μοναχοθυγατέρα του Λυσίμαχου Καλοκαιρινού η Σκεύω μαζί με το μωρό της. Ήταν γυναίκα του Αντώνη Τζαγάκη, ονομαστή στην ομορφιά και στην καλοσύνη κι έγινε θρύλος η ιστορία της και λέγανε πως τέτοια ομορφιά δεν μπορεί να χάθηκε, κι ίσως  οι Τούρκοι την πήραν και την πήγανε σε χαρέμι στην Πόλη. Και σαν ηρέμησαν τα πράγματα και γλίτωσε ο άνδρας της από τη σφαγή και πέρασε λίγος καιρός να φτάσει ίσαμε την Πόλη και τη Σμύρνη να ψάχνει τα χνάρια τους αλλά μάταια… Κι είχε κι άλλες ιστορίες τούτη η μέρα, όπως εκείνου του πάτερ Αντωνίνου, εφημέριου  της εκκλησιάς της Φράγκικης του Αγίου Ιωάννου του Βαφτιστή που περιμάζεψε πολλές δεκάδες Χριστιανών και σαν οι Τούρκοι κατάφεραν να σπάσουν την πόρτα του μοναστηριού και να μπουκάρουν μέσα ύψωσε το ανάστημα του και δεν τους άφησε να προχωρήσουν. 

Κι οι ιστορίες δεν έχουν τελειωμό με ανθρώπους να τρέχουν αλλόφρονες να σωθούν, να αναζητούν αγαπημένα τους πρόσωπα, να σωριάζονται καταγής λιπόθυμοι κι άλλοι να προσπαθούν να φτάσουν όπως όπως σε ένα πιο ασφαλές μέρος. Πολλοί κατέφυγαν σε εκείνη  τη Φράγκικη εκκλησιά. Κι άλλοι με σίδερα και λοστούς τρυπούσαν τοίχους στα σπίτια τους και προχωρούσαν να γλιτώσουν από τη φωτιά και τον καπνό που του έπνιγε. 

«…Οι Τούρκοι, λίγα βήματα παρέκει, μέσα στα στενοσόκακα, είχανε δώσει φωτιά στο σπίτι του γέρου δασκάλου Πατερόπουλου που ήταν μέσα κλεισμένος, διπλαμπαρωμένος με τη γριά γυναίκα του και το  μοναχογιό του. Άμα οι καπνοί αρχίζανε να τους πλαντάζουνε κι οι φλόγες να τσουρουφλίζουνε τα μαλλιά τους, εβγήκαν έξω οι κακόμοιροι κι οι Τούρκοι του έπιασαν κι έναν έναν του ξέκαμαν…Ως φεύγαν οι φονιάδες από του Πατερόπουλου τραβούσαν απάνω έξαλλοι άνοιξε μια πόρτα. Κάποια άθλια γριά Τούρκισσα επρόβαλε από μέσα κι έδειξε το σπίτι του Σταματάκη, κάνοντας ματιά με σημασία. Είχε ένα παιδί παραζούβαλο και τρελλό και η Σταματάκαινα το έβγαζε έξω άμα τύχαινε βρίσκοντας ανοιχτή την πόρτα, να περάσει την αυλή της.Η μάνα του της κρατούσε της Σταματάκαινας καράζι. Έβρισκε τώρα την ευκαιρία να γδικιωθή και δε δίστασε να το κάμη. ..Άρχισαν οι Τούρκοι να πυροβολού τα κλειστά παράθυρα. Ο Σταματάκης επήγε να προβάλη από έναν φεγγίτη, μα τον εσημάδεψαν ευτύς από την ταράτσα γειτονικού σπιτιού και τον εκτυπήσανε στο μέτωπο. Έπεσε νεκρός χωρίς να βγάλει άχνα. Αρχίσανε τότες να βαράνε την πόρτα με πιστολιές και με ξύλα και με κοτρώνες.Τα παιδιά απάνω, η μάννα τους και τα δυο κορίτσια αρχίσανε να σκληρίζουνε. Άμα εσπα΄σανε τηνΠόρτα, δεν είδανε ψυχή στη μεγάλη χοχλαδοστρωμένη αυλή.Κατεβήκανε στα ημιυπόγεια, ερημιά.Απο πουθενά δεν ακουγόταν ούτε πνοή.Ανέβηακν οι Τούρκοι στο πρώτο πάτωμα.έψαξαν όλα τα δωμάτια.Ανακάτωσαν τα τραπέζια και τους μπουφέδες και τις κονσόλες. Ξέστρωσαν κρεββάτια, ανακάτωσαν τις κασέλες…Γυρεψαν εδώ, γυρεψαν εκεί και κατόπι ξανοίξανε να φύγουνε.Τη δεύτερη στιγμή πρόσεξαν την πορτούλα, στο μεσοσκόταδο που ανοιγότανε σε μια σκαλίτσα όπου σαν πουλιά κυνηγημένα, είχανε καταφύγει τα κακόμοιρα πλάσματα.Η μάνα και τα τέσσερα παιδιά της. Χοιμήξανε μέσα οι αγριεμένοι Τουρκοκρητικοί κι αρχίσανε να κτυπούν όλους στο σωρό, αδειάζονατς τα τουφέκια τους.Φωνάζανε τα παιδιά και σφιγγότανε στην αγκαλιά της μάνας τους κι οι σφαίρες τα βρίσκαν από δω και κει και ατ τρυπούσανε το ένα πίσω από τα΄άλλο τα΄αποτελειώνανε….Χτυπούσαν εκεί με πείσμα ωσότου σάλευε κανένα χεράκι, ωσότου γρικιώτανε κανένα βουβό αναστέναγμα αυτών που ξεψυχούσανε…»

« …Ο κακότυχος παπουτσήςΒράκας με τη γυναίκα το, τα τσιράκια του και τα παιδιά του κάηκαν ζωντανοί μέσα στο σπίτι απάνω στο δρόμο του λιμανιού. Φάινεται πως με τη φωτιά έδεσε η κλειδαριά και δεν εξαμπαρονώταν η βλαμμένη σιδεριά της πόρτας….» 

Κι ένα ακόμα από τα εκατοντάδες γεγονότα που γραφτήκαν αργότερα στην εφημερίδα Σκριπτ δείχνει το μεγαλείο των ανθρώπων και την κτηνωδία των λυσσασμένων Βασιβουζούκων :
Ονωρίνη Συνολάκη, μια γυναίκα ψηλή, όμορφη πολύ και δυνατή στον πόνο. Της σφάξανε μπροστά στα μάτια της τον άνδρα και τα δυο της παιδιά, το ένα ήταν μωρό ακόμα. Την ίδια την πλήγωσαν στο κεφάλι με «κασατούρα», γιαταγάνι δηλαδή. 

«…Ήταν ακουμπισμένη στον τοίχο του λιμεναρχείου. Ήταν ράκος υπάρξεως. Κι όμως ζούσε ακόμα. Από τα μάτια της ΄τρεχαν ακόμα τα δάκρυα. Τα χείλη της εσάλευαν ακόμα για να δώσουν διέξοδο στο βαθύ της αναστέναγμα και να ψιθυρήσουνε το συντομότερο, το σπαραχτικώτερο μοιρολόι… «Τα παιδιά μου, τα παιδιά μου». Πλατύς επίδεσμος εσκέπαζε την πληγή της κεφαλής της, απ΄ όπου πέρασε το τούρκικο γιαταγάνι .Και στο στήθος της, στην ποδιά της, στους ώμους της, παντού, το φτωχικό της φόρεμα ήτανε καταλερωμένο από πλήθος αίμα στεγνωμένο, ξερό, το αίμα των παιδιών της, που σφαχτήκανε στην αγκαλιά της…» Μέρες πολλές έμεινε εκεί στο ίδιο σημείο σχεδόν ασάλευτη.
Στη αφήγηση του ο Στυλιανός Αλεξίου συνεχίζει: «…Η πυρκαγιά  εξακολουθούσε όλη τη νύχτα της Τρίτης, όλη την ημέρα της Τετάρτης και χθες Πέμπτη ίσαμε το μεσημέρι , οπόταν εφύγαμε μεις, εφαινόνταν φλόγες πανύψηλες. Ίσως και σήμερα ακόμη ( δηλαδή την Παρασκευή 28 Αυγούστου) να εξακολουθή η πυρκαγιά .Η καταστροφή είναι τρομερή. Τίποτε δε θα μείνει από τα Χριστιανικά ακίνητα. Ολόκληρη η αγορά Βεζίρ Τσαρσί ( ο δρόμος δηλαδή του λιμανιού) κατακάηκε. Εκεί δεν καήκανε μόνο ελληνικά καταστήματα, μα και τούρκικα, γιατί είχανε μέσα εμπορεύματα χριστιανών… Στις ταραχές έμεινε αμέτοχος ο Τουρκικός στρατός. Έλαβε όμως ενεργό μέρος στις λεηλασίες…».


Ο αριθμός των σφαγιασμένων δεν είναι γνωστός επ΄ ακριβώς. Άλλοι μιλούν για οκτακόσιους, άλλοι για διακόσιους και άλλοι για περίπου τετρακόσιους. Ένα χρόνο αργότερα στις 25 Αυγούστου 1899 ο Στυλιανός Αλεξίου είχε δημοσιεύσει στην εφημερίδα «Αλήθεια» μια πλήρη περιγραφή των γεγονότων  και τον τελειωτικό πίνακα των χαμένων , όπως ο ίδιος από έρευνά του συνέταξε , ωστόσο δεν είναι  εύκολο να βρεθεί αντίτυπό της. Ο γιος του, Λευτέρης Αλεξίου, σε δημοσίευση του στα Νέα Χρονικά παραθέτει ένα πίνακα με ονόματα που όπως λέει ο ίδιος, αν δεν υπάρχουν αλλού αντίγραφα άλλων δημοσιευμάτων ίσως αυτός  να παραμείνει ο πιο ολοκληρωμένος για τους ιστορικούς του μέλλοντος…
Την συγκλονιστική αφήγηση του Λευτέρη Αλεξίου, πια, στα Νέα Χρονικά, σφραγίζει ένα γεγονός  για δυο ανθρώπους που δίκαια θα έπρεπε να γνωρίζει κάποιος το ρόλο διαδραμάτισαν εκείνη την εποχή… :
« …της Φούνταινας  , που ήτανε παλιά πόρνη, και του νεαρού αγρότη Βαλελαδάκη. Οι δύο αυτοί ταπεινοί άνθρωποι ανάλαβαν ύστερα από μέρες να περιμαζέψουνε και να θάψουνε τα πτώματα των θυμάτων, που είχεν αρχίσει η αποσύνθεσή τους και όλη η πολιτεία βρωμούσε απαίσια και κίνδυνος άμεσος υπήρχε να δημιουργηθούν επιδημίες. Με ένα χειράμαξο γύριζαν επί μέρες σ΄όλην την πολιτεία, σώρευαν εκεί τα αποσυνθεμένα σώματα μαζεύοντάς τα κομμάτι και κομμάτι και μεταφέρνανε στην Απάνω – Εκκλησιά, στο Σιναϊτικό Μοναστήρι του Αγίου Ματθαίου, όπου τ’ αποθέτανε σ ένα βαθύ κι ευρύχωρο κοινό τάφο. Ο έξαρχος Χρύσανθος εγκαρδίωνε τους δύο ανθρώπους. Αφού τελειώσανε το έργο τους με τεράστιους αγώνες, ο Βαλελαδάκης αρρώστησε βαριά. Τον έπιασε ζάλη κι εμετός που κράτησε μέρες και τον έφερε στον τάφο. Είχε πάθει δηλητηρίαση, κι όπως έμεινε χωρίς ιατρική περίθαλψη, χάθηκε το τίμιο παλληκάρι. Η Φούνταινα τον περιποιήθηκε μέσα στο μοναστήρι ίσαμε την ύστατη στιγμή. Θάφτηκε πλάι στα θύματα της Σφαγής, το τελευταίο αυτό θύμα, μα όχι και το λιγότερο αξιομνημόνευτο. Η Φούνταινα έζησε και διηγήθηκε αργότερα στον πατέρα μου τα επεισόδια. Του τα διηγήθηκαν ακόμα και οι καλόγεροι του μοναστηριού. Όλοι τους μιλούσανε σεβασμό για την ηρωική πράξη …»

Η συνέχεια της μεγάλης σφαγής γνωστή. Ήταν η μεγάλη αρχή του Τέλους της Οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί …

Σαν να ξύπνησα από ένα όνειρο μόλις ένα περιστέρι ήρθε και κάθισε στο παγκάκι που καθόμουν και έβλεπα τον Κούλε απέναντι και έρχονταν όλα τούτα στο μυαλό μου. Σηκώθηκα και κοίταξα ίσαμε πάνω τον δρόμο ετούτο. Τίποτα δεν μαρτυρούσε τις εικόνες που ζωντάνεψαν με τη φαντασία μου. Κι όμως δεν ήταν όνειρο, δεν ήταν ψέματα, έγιναν όλα τούτα, εδώ, στο σημείο σχεδόν που πατούσα. Η ψυχή μου ταράχτηκε πολύ, κατέβηκα γρήγορα γρήγορα τα σκαλιά και πήρα το ποδήλατο. Ήθελα να νοιώσω εκείνο το αίσθημα της ελευθερίας, του δροσερού αέρα της θάλασσας να με τυλίγει. Τις έδιωξα τις εικόνες, άρχισα να παίρνω τον ανήφορο του πολύπαθου δρόμου και σαν έφτασαν ψηλά κοντά στον Άγιο Τίτο, λίγο γαλήνεψα. 

Είναι γιορτή μεγάλη σήμερα, γιορτάζει ένας από τους πιο σπουδαίους αγίους του Κάστρου.

Άλλη μεγάλη ιστορία κοντά στα χίλια χρόνια και μια εκκλησιά από τις πιο επιβλητικές, σύμβολο του Ηρακλείου μοναδικό, πίστης, ιστορίας, τέχνης κι ομορφιάς. Πολύπαθη κι αυτή, ισοπεδωμένη, ξανακτισμένη, ακούραστη στους ρόλους που την έβαλαν να « παίξει» όλα τα χρόνια της ύπαρξης της, με όποια μορφή.
Κτύπησαν οι καμπάνες. Μεγάλη μέρα η σημερινή. Κατευθύνθηκα στην είσοδο, λιγοστοί οι άνθρωποι τέτοια ώρα. Στολισμένος ο ναός, γιορτή για Εκείνον και την πόλη. Πλησίασα το σεμνό πέτρινο μνημείο στη δεξιά πλευρά του ναού : «…Εις μνήμην των Υπερ Πίστεως και Πατρίδος  Σφαγιασθέντων Χριστιανών την 25η Αυγούστου 1898…».

Βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε πάλι. Κούνησα το κεφάλι κάμποσες φορές. Μπήκα στην εκκλησιά κι άναψα ένα κερί για εκείνους που χάθηκαν κάποτε, για όλους, Καστρινούς, Άγγλους…
Φεύγοντας λίγο πριν αρχίσουν οι παράτες  και οι τυπικοί εορτασμοί δεν θέλησα να ανέβω στην πόλη. Πήρα τον κατήφορο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας να γεμίσουν τα μάτια μου, που ΄ταν σαν να ΄χαν ζήσει εκείνα τα φρικτά γεγονότα κι ήθελαν να διώξουν όλα τα  άλλα χρώματα που βάραιναν το μυαλό και την ψυχή. Στη κάτω κάτω μεριά τράβηξα προς το μέρος που ήταν η Πύλη του Μόλου. Να την κλείσω κι εγώ με όση δύναμη είχα, να προστατεύσω τη θύμηση, να την αμπαρώσω μέσα στα τείχη , να μην χαθεί ποτέ, όσο τραγική κι αν είναι.  Ο «Άρχοντας» μόνο απέναντι, κατάλαβε τις σκέψεις μου, όπως πάντα, κι εκείνος συνέχιζε να στέκει σιωπηλός. Κούνησα κι εγώ το κεφάλι μου πολλές φορές ήταν ώρα να επιστρέψουμε στο σήμερα, στην καθημερινότητα που έχει την γοητεία της ελευθερίας, της επιλογής και της θύμησης!
Οδός 25η Αυγούστου κι ας έχουν περάσει 119 χρόνια από τότε!
Κάθε χρόνο να το θυμόμαστε… Κάθε φορά και μια ακόμα πτυχή της ιστορία μας!

ΠΗΓΕΣ:
Εφημερίδα Νέα Χρονικά, 29/3/1948 – 28/11/1948
Εφ. Σκριπτ, Φύλλο 1084, Σάββατο 29 Αυγούστου 1898
Περιοδικό Στιγμές, 1998
Εφημερίδα Ανόρθωσις, 1930
Βικελαία Δημοτική βιβλιοθήκη Ηρακλείου
Αρχείο Μηνά Γεωργιάδη
Ο ναός του αγίου Τίτου, ιστορικά σημειώματα, Στέφανου Ξανθουδίδου, έκδοσις Β΄, 1974
Το Ηράκλειο στο πέρασμα των Αιώνων, Στεργ.Σπανάκη, Δήμος Ηρακλείου, 1990
Το Ηράκλειο και η Νομαρχία του, Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ηρακλείου, 2005
Η Κρήτη των καλλιτεχνών, Ντενίζ – Χλόη Αλεβίζου , εκδ. Δοκιμάκης
Υπήρχε μια πόλη το Μεγάλο Κάστρο, Λιάνα Σταρίδα, εκδ. ΄Ιτανος
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ

Δημοσιεύτηκε στην έντυππη ΠΑΤΡΙΣ στις 25 Αυγούστου 2017 και στην ηλεκτρονική της σελίδα :https://www.patris.gr/2017/08/25/epetios-ruga-maistra-tin-ichan-vaftisi-enetoi-san-ekanan-tin-poli-mas-diki-tous-kapote/

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr  στις 25 Αυγούστου 2017:  http://www.cretalive.gr/opinions/h-katastrofh-poy-allakse-thn-istoria-ths-krhths