Το παραμύθι της βροχής

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Στον Άγιο Παντελεήμονα των Κουνάβων...


Και το καλαντάρι του Ιούλη κοντεύει να τελειώσει με ένα από τα πιο σημαντικά πανηγύρια στον τόπο που μεγάλωσα...

Της Ελένης Μπετεινάκη

Στις 27 του Ιούλη είναι του Αγίου Παντελεήμονα προστάτης όλων σχεδόν των αναπηριών. Σε όλους μας είναι γνωστή η παροιμία που χρησιμοποιείται ακόμη και στις μέρες μα; «Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα ».

Ανοίγοντας το χρονοντούλαπο των αναμνήσεων θυμήθηκα πόσο σημαντική ήταν για μας τούτη η γιορτή, κάπου εκεί στη δεκαετία του '70!

«Μέρες ετοιμαζόμασταν για το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα που γινόταν στο διπλανό χωριό. Ξέραμε πως θα βρίσκαμε όλα τα παιχνίδια που είχαμε ονειρευτεί και μετράγαμε ξανά και ξανά το χαρτζιλίκι μας να δούμε αν θα μας έφτανε. Από νωρίς το πρωί, σαν ξημέρωνε η παραμονή, πλέναμε την καρότσα του φορτηγού και σαν στέγνωνε, στρώναμε την κουβέρτα και περιμέναμε να βραδιάσει. Και σαν έφτανε η πολυπόθητη ώρα ξαπλώναμε όλοι και δεν μας ένοιαζαν ούτε οι λακκούβες στο δρόμο, ούτε ο φοβερός θόρυβος της μηχανής. Ήμασταν τόσο κοντά στο όνειρο…


Σαν πλησιάζαμε στους Κουνάβους, αν και έπρεπε να παρκάρουμε πολύ μακριά, δεν μας ένοιαζε. Μόνο να φτάσουμε γρήγορα θέλαμε. Να ανάψουμε ένα κερί στη χάρη του Αγίου και να ψωνίσουμε τις μοναδικές μαντινάδες, σε μικρή χάρτινη σακούλα, ή σε χωνί από εφημερίδα. Μαντινάδες ζαχαρωτά, ροζ, πράσινες, μπλε και λευκές. Δύο δραχμές δίναμε κι η ευτυχία κρατούσε μέρες. Ευτυχία κλεισμένη σ' ένα μικρό χαρτάκι που διαβάζαμε τι μας έτυχε σαν γλείφαμε όλο το ζαχαρωτό.
Κι ύστερα τρώγαμε καπρικό στα λεμονόφυλλα. Αμέσως μετά τρέχαμε να ανακαλύξουμε τους πάγκους με τα δακτυλίδια από πολύχρωμες πλαστικές πέτρες σε σχήμα καρδιάς, βραχιόλια, πιαστράκια και χιλιάδες άλλα μικροπράγματα. Κι ένοιωθα πριγκίπισσα αληθινή, έχοντας ξοδέψει ...μία δραχμή και ένα πενηνταράκι!


Τα όνειρα και για εκείνα τα καλοκαίρια είχαν πραγματοποιηθεί».

Δείτε εδώ όλο το κείμενο για τον μήνα Ιούλιο!

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Κυριακή 21 Ιουνίου και ώρα 11.22 π.μ. μπαίνουμε επίσημα στο καλοκαίρι!

11.22 π.μ. σήμερα το πρωί, Κυριακή 21 Ιουνίου θα σημειωθεί το πλανητικό φαινόμενο που ονομάζουμε θερινό ηλιοστάσιο και σηματοδοτεί τη μεγαλύτερη σε διάρκεια ημέρα του έτους για το Βόρειο ημισφαίριο του πλανήτη, με τον Ήλιο να παραμένει στον ορίζοντα για περισσότερο από κάθε άλλη μέρα του έτους. 

Πάλι ξύπνησα νωρίς. Δεν πήρα το ποδήλατο τούτη τη φορά. Πήρα να ανηφορίζω με αυτοκίνητο το δρόμο που με οδηγεί πολύ ψηλά, στον δικό μας Γιούχτα, στο ιερό βουνό, σαν μια άλλη συνάντηση με τ’ αστέρια κι ας ήταν σχεδόν ξημέρωμα. Γιορτή του Πάτερα η σημερινή κι ο δικός μου έφυγε για πάντα πριν έξι χρόνια. Δεν είχα πάλι φέτος σε ποιον να πω Χρόνια πολλά. Αστεράκι θα΄ναι κι εκείνος σίγουρα πια  στον Ουρανό! Έτσι πίστευα από παιδί πως γίνονταν οι άνθρωποι σαν έφευγαν από τη γη. Μικρά φωτεινά αστέρια, γι’ αυτό ήταν χιλιάδες και μας πρόσεχαν τις νύχτες, μας έφεγγαν τη δική μας στράτα, μας δήλωναν έτσι την παρουσία τους… Μπορεί πάλι ο μπαμπάς μου να ‘ χει συναντήσει εκείνη την Χώρα των Παραμυθιών που λένε πως υπάρχει πίσω από τα σύννεφα, τον ορίζοντα και τ΄ αστέρια… Όπου και να είσαι μπαμπά, η θέση και η θύμηση σου θα είναι εδώ, μέσα μου, παντοτινά! 


21 Ιουνίου, Κυριακή γιορτή και σχόλη λοιπόν και τελευταία μέρα της Άνοιξης. Ή καλύτερα η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Το προηγούμενο βράδυ αν κι ο βοριάς  έπαιρνε τον κόσμο όλο με τα δυνατά του χτυπήματα σε δέντρα, πόρτες και παραθυρόφυλλα, είχαμε ζήσει την μικρότερη νύχτα. Το καλοκαιράκι σήμερα το πρωί φάνηκε μαζί με τον Ήλιο απέναντι στα Λασιθιώτικα βουνά. Με ένα μάτσο στάχυα κατηφόριζε, κουτρουβαλούσε σχεδόν τις πλαγιές τους. Τα χάχανα από τα γέλια του αντηχούσαν σε ολόκληρη την πλάση. Κι όσο πλησίαζε τον έβλεπα ροδοκόκκινο, με ψάθινο μικρό καπέλο, μανίκια σηκωμένα ίσαμε τους αγκώνες του και ένα ψαράδικο παντελόνι στο χρώμα της πιο γαλάζιας θάλασσας. Ένα καλάθι κρατούσε στ’ άλλο του χέρι μ΄ όλους τους καρπούς που τον είχε φιλέψει ο παππούς ο Χρόνος, ο πατέρας του, απ΄ το μεγάλο περβόλι του. Σύκα, καρπούζια, βερίκοκα, αχλάδια, πεπόνια, ροδάκινα και σταφύλια άγουρα ακόμα, πράσινα να τα κρατά στον Αύγουστο, να του δείξει πως η σοδειά και φέτος θα προκόψει. Είχε και βότανα,μυρωδικά μπόλικα το καλάθι του. Μύριζε το βουνό ρίγανη, αρισμαρί, φασκόμηλο και δυόσμο. Κι έτρεχε με τόση δύναμη που σχεδόν έπεσε πάνω μου. 
 
- Εεεε… στάσου μια στιγμή! Μια φωτογραφία να πάρω στο ξημέρωμα κι ύστερα μπες στ’ αμάξι να κατέβουμε στη θάλασσα! Του ‘πα όσο πιο γλυκά μπορούσα… - Γρήγορα, γρήγορα έχω μαντάτα μπόλικα για την ξαδέλφη της μάννας μου, τη θεία Θάλασσα. Να στολίσω θέλω με γιρλάντες τα καραβάκια. Να βάλω χρυσόσκονη στα δίχτυα των ψαράδων. Να χαϊδέψω τα ψαροπούλια στις ακρογιαλιές. Να ψάξω να βρω την γοργόνα, την Μυριόκαλλη, να της γεμίσω κοχύλια και μαργαριτάρια τα μαλλιά της να με πάρει βαθιά στα γαλάζια νερά, να μυρίσω την αλμύρα και να γευτώ τ αλάτι, το γιατρικό της ψυχής μου. Ένα σάλτο έδωσε και στρογγυλοκάθισε στο πίσω κάθισμα. Γέμισε φως, ομορφιά και αρώματα το αυτοκίνητο και μουσικές που έρχονταν από τα βάθη της γης, τον ουρανό και τα πουλιά που μας ακολουθούσαν. Σαν πομπή μοιάζαμε, με νταούλια και παράτες, σαν να παγαίναμε σε κάποιο πανηγύρι κι είχαμε καλεσμένο σπουδαίο επισκέπτη, τρανό! Κι όσο οδηγούσα του ανιστορούσα τι πίστευαν οι άνθρωποι για τούτη τη μέρα. Κι άκουγε με προσοχή κι ανοιγόκλεινε τα γαλάζια του ματιά κι ένιωθα λάμψη τους πάνω και γύρω στη πλάση ολόκληρη… 

Οι επιστήμονες, και η παράδοση μας λένε πως τούτη τη μέρα ξεκινά το «Λιοτρόπι» ή θερινό ηλιοστάσιο. Η ημερομηνία που «πέφτει »κάθε χρόνο εξαρτάται από το Πάσχα, λόγω του τρόπου με τον οποίο υπολογίζουμε τις ημέρες στο Γρηγοριανό ημερολόγιο. Η μεγαλύτερη ημέρα του χρόνου, η σημερινή δηλαδή, είχε προχωρήσει το διάβα της και ο πιο καυτός καιρός ήταν προ των πυλών. Στο βόρειο ημισφαίριο, αν και περιμένουν μέχρι τον Ιούλη ή τον Αύγουστο για το πιο καυτό καλοκαίρι επειδή ο ήλιος προβάλει μεγαλόπρεπα καθιέρωσαν την ημέρα τούτη σαν Γιορτή της Μουσικής. 
Κι από σήμερα ξεκινά και εκείνο που ονομάζουνε «υστέρηση των εποχών». Δηλαδή αν και το καλοκαίρι είναι εδώ η πολύ ζέστη θα ξεκινήσει ένα με δύο μήνες αργότερα. Τον Αύγουστο, το νερό των θαλασσών, θα είναι πολύ πιο ζεστό.Η γη και οι ωκεανοί χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να ζεσταθούν μετά το κρύο του χειμώνα. Απόψε λοιπόν, μιας και επίσημα μπαίνει το θερινό λιοτρόπι λένε πως ανοίγουν τα ουράνια. Μ’ ανοιχτό το στόμα μ’ άκουγε το καλοκαιράκι! 
Συνέχισα απτόητη… Οι «Πύλες » του Ομήρου, τα «Στόμια» του Πλάτωνα» είναι τα ανοίγματα που ανεβοκατεβαίνουν στον άλλο κόσμο οι ψυχές κι όσες δεν έφυγαν την ημέρα της Πεντηκοστής προλαβαίνουν τούτη την ήμερα να κάνουν το μεγάλο τους ταξίδι. 
Η 21η Ιουνίου είναι αρχή του θερινού ηλιοστάσιου και η 21η Δεκεμβρίου αρχή του χειμερινού. Η μεγαλύτερη μέρα και η μεγαλύτερη νύχτα, αντίστοιχα. Οι δύο μέρες που «κρίνεται» το φως του Ήλιου και γιορτάζεται με Φωτιά, με «φωτάκια» μικρά την μέρα του Δεκέμβρη, εκείνα των Χριστουγέννων που φωτίζουν τη νύχτα και το δρόμο του Ήλιου και με αποκορύφωμα τις πελώριες φωτιές ή λαμπαδηδρομίες την ημέρα των Φώτων και αντίστοιχα το καλοκαίρι με τις φωτιές του Κλήδονα, του Αι Γιαννιού. Τις μέρες επίσης των ηλιοστασίων κυριαρχούν τα μαντέματα και η τύχη. Την Πρωτοχρονιά με το φλουρί της βασιλόπιτας ή την χαρτοπαιξία τότε που η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει, ενώ τον Ιούνιο που αρχίζει να μικραίνει, στο χάσιμο της, τα κορίτσια αναζητούν την τύχη στα μαντέματα του κλήδονα και στα σημάδια της στάχτης της φωτιάς του Αι Γιάννη. 

Στα πιο παλιά χρόνια, στις 20 του Ιούνη διανυκτέρευαν όλη την νύχτα οι άνθρωποι, σε ομάδες τρώγοντας, πίνοντας και χορεύοντας και μόλις χάραζε σε πολλά μέρη της Ελλάδας έβαζαν μια μαγείρισσα μέσα στο καζάνι , περνούσαν ξύλα από τα χέρια του καζανιού και το σήκωναν τέσσερις άνδρες. Κατέβαιναν όλοι μαζί με αυτήν την σύνθεση στην εξοχή . Εκεί περίμεναν να βγει ό ήλιος να δουν πως γυρνά εκείνη την μέρα, σαν τον τροχό της τύχης ή αλλιώτικα, και πάλι με χορό γύριζαν πίσω και πήγαιναν στην εκκλησιά. Οι παραδόσεις, τα παρατηρήματα και τα μαντέματα βρίσκονται ακόμα στην αρχή. Τρεις μέρες κρατούν οι γιορτές , οι «καυτερές», όπως τις έλεγαν με αποκορύφωμα τις Φωτιές του Αϊ Γιάννη, στις 24 του Ιούνη που σύντομα θα δούμε αναλυτικά. Με όλα τούτα τα παμπάλαια παρατηρήματα φτάσαμε κάτω στη θάλασσα. 
Είχε ανέβει ήδη ο ήλιος ψηλά. Βοριαδάκι φυσούσε και τα μαλλιά του ξανθού αγοριού ανεμίζανε ανέμελα. Κατέβηκε γρήγορα γρήγορα…Στην πρώτη βάρκα που είδε στο λιμάνι θέλησε να μπει με μια δρασκελιά, να συναντήσει όλα, εκείνα που μου περιέγραψε…Τον έχασα απ’ τα μάτια μου, αλλά ένιωθα πως θα μένε για πολύ καιρό γύρω μου… 
Όσο για σας βγείτε απόψε το βράδυ και αγναντέψτε απ’ τα μπαλκόνια, τις αυλές τον ουρανό. Μπορεί και να προλάβετε να πείτε μίαν ευχή, μπορεί και να αναγνωρίσετε κάποια από τα δικά σας φωτεινά αστέρια. 
Και στο το μικρό καλοκαιράκι να ΄χετε το νου σας. Τριγυρίζει ξυπόλυτο σε αυλές, μπαλκόνια, παραλίες και σκορπά μόνο το γέλιο, τη χαρά και το φως. Να «παίζετε» μαζί του, να γελάτε και να χαίρεστε την παρέα του, σε ίσκιους και γαλάζια νερά, σε βουνοκορφές και φαράγγια. Παντού τρυπώνει και χαρίζει την ψυχή του… Καλό καλοκαίρι … επισήμως λοιπόν!

 ΠΗΓΕΣ: 
Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, Ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων 
Εφημερίδα Καθημερινή Γ.Α. Μέγας, Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας , Αθήνα 1963 Δημ. Σ, Λουκάτος Τα καλοκαιρινά, ,εκδ. Φιλιππότη

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

«Στην απάνω κουζίνα να ανεβάσετε τα αχινοπόδια…»


Της Ελένης Μπετεινάκη*

Λένε πως τις μέρες των γιορτών μετράνε πιο πολύ οι απώλειες!

Μπορεί και να ΄ναι κι έτσι …Όμως μετράνε,  επίσης κι εκείνα τα όμορφα που μας άφησαν οι άνθρωποι που έφυγαν. Εκείνα τα παλιά, που ζουν μέσα μας και πάντα μας θυμίζουν πως αν και η ζωή προχωρά, εμείς έχουμε χρέος να θυμόμαστε, να μιλάμε, να διηγούμαστε στους νεότερους όλα όσα κάποτε υπήρξαν κι ήταν πέρα για πέρα, αληθινά!
Περπάτησα χθες βράδυ πολύ… Στο μικρό μου χωριό τις Αρχάνες, το πολύχρωμο, το φημισμένο και όμορφα στολισμένο για τα Χριστούγεννα. Ένα τσιγάρο δρόμος έλεγε τα χρόνια τα παλιά ο μπαμπάς, από τη χώρα ίσαμε εδώ. Κι είναι αλήθεια πως είναι η πιο κοντινή κι όμορφη διαδρομή σαν θέλει κάποιος να θαυμάσει τη φύση,  να μυρίσει το φρέσκο χώμα, τον δυόσμο και τον έρωντα …του Γιούχτα!

Κι όπως περιπλανιόμουν στα ερειπωμένα πια σοκάκια, έρχονταν στο νου μου πρόσωπα και σπίτια, συνήθειες και αναμνήσεις, αμέτρητες. Κι έφτασα πάλι στα Σχολειά, στη γειτονιά που μεγάλωσα κι άρχισα επίμονα να κοιτώ το σπίτι, το χωράφι και …το τότε!

Θα ‘ τανε παραμονή πρωτοχρονιάς κι είχαμε σηκωθεί αξημέρωτα, θυμήθηκα…

Μια φλυτζάνια αχνιστό γάλα από την κατσίκα της γιαγιάς και σχεδόν κουτρουβαλήσαμε στη σκάλα, να δούμε ποιος  θα καπάρωνε το πιο μεγάλο αχινοπόδι για το φούρνο. Παραγγελιά της γιαγιάς από το προηγούμενο βράδυ, να ανάψει τη φωτιά στον μεγάλο ξυλόφουρνο και να σπιθίσουν τα κάρβουνα του τζακιού που απαγορευόταν να σβήσει όλο το δωδεκαήμερο.  Σκοτεινά ήταν ακόμα και το πρωινό απώι  περόνιαζε τα κόκκαλά μας. Έπρεπε να αναφτούν όλα πριν καλά καλά λαλήσει ο πετεινός.  Κάτω στην αυλή η γιαγιά σχεδόν ξυπόλυτη έπλενε ήδη μέσα σε μια τεράστια  τσίγκινη λεκάνη τα τελευταία γαρδούμια.  Πέντε έξι βέργες στέκανε ορθές πλάι στη βρύση. Σ΄ αυτές τα τύλιγε, να τα ετοιμάσει, να τα τραβήξει μετά και να τα δέσει όμορφα ,να μπουν κι αυτά στη μεγάλη λαμαρίνα για τον ξυλόφουρνο με ένα ολόκληρο γουρουνόπουλο, μαζί κι εκείνες οι μαγικές πατάτες
Ελένη Γριβάκη 1935
οι κυδωνάτες!
Έτριψα τα χέρια μου πολύ, σαν σύννεφο καπνού έβγαινε από  το στόμα και τα ρουθούνια μου η ανάσα προσπαθώντας να σκίσει το τσουχτερό κρύο. Τίποτα όμως, η παγωνιά είχε φτάσει ίσαμε το …μεδούλι μας κι η γιαγιά συνέχιζε σαν να ΄ταν Αύγουστος μήνας να  ρίχνει νερά και να τραγουδά … Απίστευτη γυναίκα!

« -Στην απάνω κουζίνα να ανεβάσετε τα αχινοπόδια! Να τα αφήσετε μπροστά στο φούρνο και να κάτσετε να φάτε τηγανητές με μέλι και καρύδι. Στο μεγάλο τραπέζι τα΄χω

Μάλλον δεν είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ. Έκαιγε ακόμη το  λάδι στο τηγάνι του πετρογκάζ  και η μεγάλη, η καλή πιατέλα άχνιζε από δεκάδες …τηγανίτες. Η δε μυρωδιά τους είχε γεμίσει την κουζίνα, το σαλόνι κι εμείς τρέχαμε να πάρουμε θέση όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Έριχνα κλεφτές ματιές στην παραστιά του τζακιού. Ήμουν σίγουρη πως από στιγμή σε στιγμή θα πεταγόταν κάποιος καλικάντζαρος να δοκιμάσει τις απίστευτες λιχουδιές που χε πάνω το τραπέζι. Άσε που κοίταζα καλά καλά την πιατέλα μπας και είχε πουθενά καμιά δαγκωματιά. Φόβος κι επιθυμία ανάκατα. Οι ιστορίες της γιαγιάς με τους καλικάντζαρους ήταν μοναδικές. Ήμουν σίγουρη πως όλη τη νύχτα είχανε στήσει χορό, στην αυλή, στο φούρνο, μπορεί και στο χωράφι μας… Σίγουρα της κρατούσαν συντροφιά, φίλοι της ήταν, έτσι μας έλεγε, για να καταπραΰνει το φόβο μας…


Και τι δεν είχε εκείνο το τραπέζι πάνω του. Ζουρναδάκια, ξεροτήγανα, μελομακάρονα με ταχίνι και εκείνη την υφαντή πετσέτα, την καλή, που χε σκεπάσει τα υλικά για το πιο πολύτιμο γλυκό της μέρας.  Κρυφοκοίταξα από κάτω της και φούσκωσα από χαρά. Δεν το ΄χε φτιάξει ακόμα. Μου είχε υποσχεθεί πως κάθε χρόνο μαζί θα το κάναμε και είχε κρατήσει το λόγο της, για μια ακόμα φορά!
Από όλα τα καλούδια της Πρωτοχρονιάς η βασιλόπιτα της γιαγιάς ήταν μοναδική! Και μην νομίζεται πως ήταν από εκείνες τις συνηθισμένες με μπόλικα καρύδια και αυγά και όλα εκείνα τα τετριμμένα που φτιάχνανε οι άλλες νοικοκυρές τους χωριού. Η γιαγιά τούτη τη μέρα έφτιαχνε ένα τεράστιο στρογγυλό ταψί και την μία κι ανεπανάληπτη Ξυγκόπιτα. Την συνταγή την είχε από τη γιαγιά της κι εκείνη πάλι από τη δική της. Κι ίσως να λέγανε μερικοί πως τούτη η πίτα ήταν ένα τοπικό παραδοσιακό έδεσμα των Απόκρεων, η δική μου γιαγιά όμως, την έφτιαχνε την πρωτοχρονιά, για τους ξενύχτηδες από τα ζάρια και τα χαρτιά και για μας, να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας….Έτσι έλεγε, και κανείς δεν της έφερνε αντίρρηση ποτέ!

Μόλις είχαμε τελειώσει με τις τηγανίτες μας, κι η μέρα πια είχε χαράξει για τα καλά. Τότε μπήκε κι εκείνη στο δωμάτιο που ‘ταν σαλόνι, κουζίνα, αποθήκη, κάτι απ΄ όλα κι έριξε ένα βλέμμα γύρω γύρω να δει αν κάναμε όσα μας είχε ορμηνέψει. Κι υστέρα δένοντας το μαύρο τσεμπέρι πιο καλά στα μαλλιά, ρίχνοντας και μια ματιά στην μεγάλη φωτογραφία του παππού που ΄ταν κορνιζαρισμένη σαν πίνακας πάνω από τον καναπέ,  ανέβηκε στην απάνω κουζίνα. Να αρχίσει να φουρνίζει, να τα στήσει σωστά όλα τα ταψιά να μείνει χώρος και για την …πίτα μας!
Τη θυμάμαι να κρατά ένα φτυάρι τεράστιο και να σηκώνει μ΄αυτό τις λαμαρίνες σαν τραπουλόχαρτα  και να τις βάζει στο φούρνο. Κατακόκκινο το πρόσωπο από την άναψη της φωτιάς και μεγάλες κηλίδες ιδρώτα στο κούτελο. Το χαμόγελο όμως ήταν  πάντα εκεί. Η λάμψη στα μάτια κι οι ρυτίδες στο μέτωπό που φανέρωναν τα χρόνια πως περνούσαν.

«- Πιάσε Λενιώ το ξύγκι από το «κλουβί» κι ακλούθα μου…» έδινε την εντολή κι εγώ δεν κρατιόμουνα. Έβαζα την καρέκλα, σκαρφάλωνα πάνω στον πέτρινο νεροχύτη. Προσπαθούσα να  φτάσω στο «κλουβί» που φύλασσε τα πολύτιμα να μην τα φτύσουν οι μύγες και σαν έπιανα το πιάτο με το μοναδικό αυτό  υλικό ανέβαινα κι εγώ στην απάνω κουζίνα να…μαλάξουμε την πιο γλυκιά πίτα του κόσμου όλου. Είχε ήδη στρώσει την καλή πετσέτα στο μεγάλο σοφρά και ταχτοποιούσε τα υλικά με σύνεση μην και ξεχάσει κάτι. Κι ύστερα μου λέγε να διαβάσω δυνατά τη συνταγή. Εκείνη δεν ήξερε πολλά γράμματα όμως δεν το λεγε, τα μάτια της δεν την βοηθούσαν, διαμαρτυρόταν. Κι εγώ έπαιρνα το μαγικό χασαπόχαρτο, εκεί πάνω ήταν γραμμένη κι άρχιζα να διαβάζω δυνατά σαν να εκφωνούσα τον πιο σπουδαίο λόγο. Σαν καρδινάλιος, έλεγε η γιαγιά!

Τα υλικά τούτης της πίτας μπορεί και να τα μαντεύετε. Το ξύγκι από ειδικό μέρος του αρνιού που φύλασσε ο θείος μου πια, και γιος της, ο Μανόλης της, από τότε που έφυγε ο παππούς, ήταν τόσο καθαρό κι άσπρο που σου ‘ ρχοταν να το φας έτσι σκέτο. Το ψιλόκοβε και το ανακάτευε με ζάχαρη κι αλεύρι και μαγιά. Κι ύστερα έβαζε κανέλα μπόλικη και γάλα και τα  αυγά. Εμένα με  άφηνε να απλώσω στο ταψί το σουσάμι κι όσο το σκορπούσα  με εκείνα τα παιδικά μου χεράκια σκεφτόμουνα την σπηλιά του Αλή Μπαμπά. Το ξερε εκείνη κα τη  στιγμή που δεν το περίμενα, φώναζε: «Άνοιξε, Σουσάμι…». Από το ξάφνιασμα, αναπηδούσα κι εγώ και τα μικρά σποράκια, ανοίγανε διάπλατα τα μάτια μου κι ύστερα βάζαμε μαζί τα γέλια και συνεχίζαμε με  ένα σωρό πειράγματα.

« Αντε πήγαινε δα να πλυθείς και ΄πε και του αδερφού σου και να αρχινήσετε τα κάλαντα, ίσαμε να ψηθεί η πίτα κι εγώ θα σας δώσω τα γύρω  γυρω, τα ξερά του ταψιού, να γλυκαθείτε…».
Οι ανάκατες μυρωδιές από το κρέας, το σουσάμι, το ξύγκι και τις πατάτες δεν σβήνουν ποτέ! Μια ιεροτελεστία όλα τούτα, που θα ‘δινα όλους τους παράδες του κόσμου να …ξαναζήσω!
Έμεινα να κοιτώ ώρα πολύ το σπίτι, κι ας άλλαξε μορφή. Το πρόσωπο της γιαγιάς είναι πάντα ζωντανό εκεί. Η μάνα με είδε απ΄ το παράθυρο, άνοιξε και μου φώναξε…


« Ανέβα, έτοιμη η ξυγκόπιτα!»…

 Χαμογέλασα κι ένοιωσα την μυρωδιά παντού, της κανέλας, του σισαμιού… της γιαγιάς!

Δυο δύο τ΄ ανέβηκα τα σκαλοπάτια!

Καλή μας χρονιά!

Δημοσισεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 31 Δεκεμβρίου 2018 :https://www.patris.gr/2018/12/31/stin-apano-koyzina-na-anevasete-ta-achinopodia/

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

Οκτώβρης ήρθε κι έφερε χρώματα και καλούδια πολλά!

Της Ελένης Μπετεινάκη 

[...Αν είχε γενέθλια μέρα η μαγισσούλα μου, η Χρωματούσα, θα΄πρεπε να ΄ναι τώρα που μπαίνει ο Οκτώβριος. Όμως τόσες χιλιάδες χρόνια που ζει, κάνεις δεν θυμάται την ακριβή ημερομηνία. Ούτε καν η ίδια…

Και σήμερα το πρωί ξύπνησε χάραμα πάλι. Έβαψε τον ουρανό με όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου, του κίτρινου και του πορτοκαλί. Έβαλε σκιές στα σύννεφα κι εκείνα τής χαμογέλασαν πλατιά. Σαν να τα γαργαλούσε το πινέλο της και από τα πολλά τους γέλια άλλαζαν σχήματα και έπαιζαν κρυφτό με τον ήλιο που προσπαθούσε να προβάλει μέσα από τη θάλασσα. Μαγική η στιγμή της πρώτης καλημέρας του καινούργιου μήνα. Χρυσοκόκκινη κι ας ήταν συννεφιασμένη η ανατολή. Άξιζε το ξενύχτι πάνω από την τσουκάλα της να πετύχει τις σωστές αποχρώσεις.
Ο Οκτώβριος, ο αγαπημένος της μήνας έπρεπε να έχει τα πιο ζωντανά, τα πιο όμορφα, τα πιο σπάνια χρώματα που θα χάριζε στην Φύση και στους ανθρώπους. Κι έτσι τώρα η παλέτα της τα είχε όλα : Κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, ροζ, βυσσινί, και βαθύ γαλάζιο… Και σαν σκόρπισε γύρω της ομορφιά και καλωσόρισε τον μικρό Οκτώβρη και το φεγγάρι που ολόλαμπρο ταξίδευε στον ουρανό, ανέβηκε σε ένα απαλό σύννεφο και καμάρωσε την πλάση ολόκληρη. Κι άρχισε πάλι τα παιχνίδια της και με τα άλλα σύννεφα. Όπως εκείνα προχωρούσαν έκανε άλλοτε βουτιές στη θάλασσα και άλλοτε πηδούσε πάνω στα δέντρα και έβαζε ασημένιο ή χρυσό στα φύλλα τους. Σε άλλα πάλι συμπλήρωνε κίτρινο, καφέ ή λίγο πράσινο. Και σαν τέλειωσε τη δουλειά της κρύφτηκε πίσω από τους κορμούς τους για να χαρεί με τα παιχνίδια των παιδιών. Σήκωναν ψηλά τα φύλλα τα πετούσανε στον Αέρα κι εκείνος θέλοντας να πάρει μέρος στο παιχνίδι τους φυσούσε κάποιες φορές με όλη του τη δύναμη και ανακατεύονταν όλα, φτιάχνοντας ένα πολύχρωμο υφαντό της νεράιδας Γης απλώνοντας το απ’ άκρη σ άκρη της.»*

Καλό μήνα 🍂🍁🎨❤️🖌💋🚲

Δείτε εδώ την μάγισσα Χρωματούσα : Η Μάγισσα Χρωματούσα!

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

Του Τιμίου Σταυρού…στην Απάνω Αγορά των Αρχανών!

Tης Ελένης Μπετεινάκη

Γράφει μια πινακίδα στην είσοδο στο εσωτερικό του μικρού ναού πως χτίστηκε στα 1630 μ.Χ. την περίοδο της Ενετοκρατίας στην Κρήτη. Μονόκλιτη εκκλησία βασιλικού ρυθμού και με λαξευμένο μέσα σε βράχο το ιερό της. Ίχνη φωτιάς που βρέθηκαν πριν μερικά χρόνια κατά τη διάρκεια ανακαίνισής της πιθανολογείται πως είναι μαρτυρία της πυρπόλησης και αυτού του μικρού ναού στη μεγάλη επανάσταση του 1866 την περίοδο της Τουρκοκρατίας.


Το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού, στην παλιά αγορά των Αρχανών που κάποτε έσφυζε από ζωή, ήταν για μένα ο πιο αγαπημένος παιδότοπος των παιδικών μου χρόνων. Ακριβώς από πάνω έμενε η θεία, η Χρυσή. Ίσαμε ογδόντα  χρονών θα ‘ταν σαν τη γνώρισα. Αδελφή της γιαγιάς μου της Μαρίας Καζαντζάκη – Μπετεινάκη που επειδή δεν την γνώρισα ποτέ, έλεγα την θεία τη Χρυσή, γιαγιά!

Μια φιγούρα απίστευτη, όπως όλες οι γιαγιάδες της παλιά εποχής. Κάτασπρα μακριά μαλλιά, μαζεμένα σε χαμηλό κότσο, ολόχρυσα κρεμαστά σκουλαρίκια από μποτόνια, τεράστια γυαλιά που έκρυβαν καταγάλανα μάτια, σχεδόν κουρασμένα. Φορούσε πάντα  μαύρο φόρεμα που εκείνη την ημέρα της γιορτής του Τιμίου Σταυρού μόνο το αποχωριζόταν με ένα ταγεράκι  γκρι και άσπρο  λουλουδάκι για σχέδιο. Καθόταν πάντα σε μια γωνιά, απέναντι από την εξώπορτα και περίμενε, δεν ξέρω τι και ποιον.

Μιλούσε λίγο και θυμάμαι  πως τα δόντια της ήταν τόσο  αραιά και μεγάλα που με έκαναν πολλές φορές  να  πιστεύω πως ήταν… μάγισσα. Μια σκούπα που κρατούσε και «παράσερνε» την αυλή με είχε σιγουρέψει πως ήταν αληθινή μάγισσα. Μας άφηνε να κάνουμε ότι θέλαμε σ’ αυτήν την αυλή, αρκεί να προσέχαμε τις γλάστρες με τα γεράνια της που ‘χαν όλα τα χρώματα που μπορούσε κάποιος να φανταστεί. Κι εμείς, τα ξαδέλφια μου κι εγώ, κάναμε  τα πάντα… Γιορτή ήταν το παιχνίδι σ’ αυτό το σπίτι…


Σκαρφαλώματα στα τοιχία, στην μεγάλη βερικοκιά, κρυφτό  στα πατητήρια. Ισορροπία  στη σανίδα να περάσουμε στην επάνω ταράτσα, μέχρι και παραστάσεις καραγκιόζη τα βράδια του καλοκαιριού με  είσοδο  ένα πενηνταράκι για τα παιδιά και μια δραχμή για τους μεγάλους. Τις ωραιότερες και μεγαλύτερες φιγούρες καραγκιόζη τις είχε ο Μιχάλης μας και τις κλείδωνε μετά στο ξύλινο αποθηκάκι  κάτω από τη σκάλα που πάλι πίστευα πως εκεί ήταν κρυμμένος κάποιος  αληθινός θησαυρός. Απαγορευόταν η είσοδός μας εκεί κι έτσι οι φαντασιώσεις μας μεγάλωναν!

Δυο τρεις μέρες πριν του Τιμίου Σταυρού δίναμε την τελευταία παράσταση του καλοκαιριού. Έκτος από τον Καραγκιόζη που ΄χε και μουσική υπόκρουση από το «ασύλληπτο» φορητό  πικ απ της εποχής, κάναμε και ακροβατικά νούμερα φορώντας τα μαγιό μας και προσπαθώντας να μιμηθούμε το τσίρκο που συχνά βλέπαμε στην τηλεόραση, στην αγορά, στο μαγαζί του Τσαπίνου!  Είχε κι εκείνη τη γέρικη βερικοκιά που ‘χε κρεμάσει ο θείος Κώστας ένα «σαντζάκι», να κάνουμε κούνια εκ περιτροπής, να φτάσουμε όσο πιο ψηλά γινόταν να… νικήσουμε!


Και φτάναμε στην παραμονή  του Τιμίου Σταυρού, που γινόταν παύση από τα πάντα. Η θεία Χρυσή έβαζε εκείνο το ταγεράκι που σας είπα και κατέβαινε το κατηφορικό δρομάκι να πάει στην εκκλησία. Αυτό πάλι με μπέρδευε λίγο, πίστευε στους Αγίους… Ίσως τελικά να μην ήταν μάγισσα… Δεν θυμάμαι πότε σταμάτησα να το πιστεύω αυτό.

Όμως το καλύτερο απ’ όλα συνέβαινε την ήμερα της μεγάλης γιορτής. Τα πατητήρια της αυλής ξεκουράζονταν, μαζί και το τραντζιστοράκι του θείου Νίκου που ΄ταν κρεμασμένο στη βρύση πάνω από την πέτρινη γούρνα… Δυο μεγάλα πατητήρια ήταν στην άκρη της αυλής. Ένα για τα άσπρα σταφύλια, όπως έλεγε ο πατέρας μου, κι ένα για τα μαύρα. Ακόμα κι ο φίλος μου ο Μένιος, ο γαϊδαράκος του θείου Μανωλάκη, κλειδωνόταν μέσα στην δική του αποθήκη, να μην ακούγονται τα γκαρίσματα, να ενοχλούν τους ανθρώπους που πήγαιναν να τιμήσουν τον «Σπουδαίο Γείτονα» . Ανεβαίναμε κι εμείς στην παλιά Αγορά και καθόμασταν στην μικρή αυλίτσα της εκκλησίας. Στα παρτέρια με  τις γλάστρες γεμάτες βασιλικό και στην πίσω μεριά εκείνο το τεράστιο πεύκο με τα κουκουνάρια που τις καθημερινές ήταν το πιο αγαπημένο σημείο του παιχνιδιού μας. Γιορτινά τα ρούχα, ολοκαίνουργια τα παπούτσια μιας κι ετοιμαζόμασταν για το σχολείο και αναμονή… Μεγάλη αναμονή! Μας νήστευε η μάνα μου εκείνη την ημέρα, σχόλη μεγάλη έλεγε, κανένας μας να μην φάει κρέας. Έτσι κι εμείς περιμέναμε… Ξέραμε πως σαν τελειώνανε όλες οι ψαλμωδίες θα πηγαίναμε στην αυλή της θείας Χρυσής.


Εκεί η αλησμόνητη πολυαγαπημένη επίσης θεία Βαγγελιώ, μαγείρισσα από τις λίγες, είχε ετοιμάσει το καλύτερο πιάτο της μέρας. Καλαμπόκι βραστό, άπειρα κομμάτια, για όλα τα παιδιά και τους μεγάλους. Τούτη η μυρωδιά δεν θα φύγει ποτέ από τη δική μου θύμηση. Θυμάμαι πως μόλις ο παπα-Γιώργης  «έβγαζε» τα Άγια των Αγίων (έτσι έλεγε η μάνα πάντα και  μας προκαλούσε δέος και τρόμο αυτό) έφευγε να πάει να στήσει την κατσαρόλα, να προλάβουμε να τα φάμε ζεστά.

Η πιο λαχταριστή ανάβαση της μικρής ανηφόρας. Η κυρά Ελευθερία, η ψιλικατζού,  άλλη αγαπημένη της ζωής μας, με τα ζαχαρωτά της, έβγαζε την καρέκλα στην εξώπορτα του δικού της σπιτιού και καλημέριζε τους λιγοστούς ανθρώπους που ξαπόσταιναν στο στενό. Και σαν άνοιγε η μεγάλη δίφυλλη πόρτα του σπιτιού  των πολυαγαπημένων θειάδων, δεν κρατιόμασταν με τίποτα.


Η μεγάλη πιατέλα στο τραπέζι του σαλονιού με το πλεκτό τραπεζομάντηλο και μπόλικες χαρτοπετσέτες. Η ωραιότερη στιγμή της μέρας, για να μην πούμε του  καλοκαιριού! Κι έβαζαν πάλι μουσική στο μαγικό πικ απ και γέμιζε η αυλή κόσμο, φωνές, κίτρινα σποράκια καλαμποκιού και  λουκούμια που κερνούσαν όλους όσους μαζεύονταν εκεί…

Αναμνήσεις πια μοναδικές και πολύτιμες.

Όλους τους θυμάμαι μα πιο πολύ την Μάρω μας που έφυγε νωρίς για τη γειτονιά των αγγέλων κι ήξερε πάντα να μας οδηγεί στα όμορφα, στα άγνωστα, στα όνειρα που μου φαίνονταν άπιαστα εκείνα τα χρόνια. Χθες βράδυ ανέβηκα ξανά την μικρή ανηφόρα του στενού του Τιμίου Σταύρου. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Άκουσα πάλι τις φωνές, μύρισα το καλαμπόκι και το μούστο που κολλούσε στις σόλες των καινούργιων παπουτσιών μας.

Κάθισα στο πεζούλι, το αγαπημένο και κοίταξα γύρω, μήπως ξαναδώ όλους τους ανθρώπους που έφυγαν… Μόνο χαμογελαστά πρόσωπα είδα στη φαντασία μου. Τον κυρ Νίκο, τον Αιγύπτιο, με τα ρολόγια και το καθημερινό του πείραγμα στο «ναϋλάκι» του. Την κυρά Λευτερία που εκείνη την ημέρα κερνούσε πάντα καραμέλες βουτύρου  όλους μας.


Τον θείο Κώστα με το αγέρωχο βήμα και την εφημερίδα παραμάσχαλα. Το ψάθινο καπελάκι του που το βγάζε πάντα σαν περνούσε την εξώπορτα. Την θεία Βαγγελιώ να μαζεύει την αγουρίδα από την μοναδική κληματαριά για το πετιμέζι και τη μουσταλευριά που θα έφτιαχναν την επόμενη μέρα που πάλι θα ξεκινούσε η διαδικασία του πατήματος των σταφυλιών… Η Μάρω μας με την αλογοουρά και τα πολλά βιβλία των μαθηματικών. Η κυρά Ασπασία που δεν μπορούσε καθόλου να περπατήσει. Ο Βασίλης, η Μάνια κι ο πατέρας μου, ο κυρ Γιάννης με ένα τεράστιο χαμόγελο να ανοίγει τα χέρια του να χωθώ στην αγκαλιά του. Να με ανεβάζει στην πλάτη, να παίξουμε τα «λάδια κουρούπια». Και να γελάνε ακόμα κι εκείνα τα καταγάλανα μάτια του.…


Επτά μήνες που λείπεις σήμερα μπαμπά. Του Τιμίου Σταυρού, του αγαπημένου σου!

Κι ύστερα μπήκα στο μικρό εκκλησάκι, που’ ταν η καλύτερη κρυψώνα στο κρυφτό μας τα απογεύματα. Ένα κεράκι για όλους, για την δική τους θύμηση κι ανύψωση.

Πότε δεν ξεχνώ, άλλωστε πώς μπορεί κάποιος να ξεχάσει την ομορφιά της παιδικής ηλικίας και ανθρώπους που χαράχτηκαν βαθιά μέσα του.

Από το ένα και μοναδικό οπωροπωλείο που έμεινε στην παλιά αγορά έψαξα να βρω καλαμπόκια…

Αυτή η μυρωδιά ήταν ακόμα εκεί, διάχυτη στο στενό, σαν τότε…

Χρόνια μας πολλά!

 

Φωτ : Κωνσταντίνος Γριβάκης, Ελένη Μπετεινάκη

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 14 Σεπτεμβρίου 2020 :

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

Του Αγίου Φανουρίου σήμερα…


 Να φανούν τ΄ αφανέρωτα!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Στο γραφικό εκκλησάκι του αγίου Φανουρίου στο Βενεράτο που΄ναι κτισμένο μπροστά από ένα πελώριο βράχο βρέθηκα και πάλι τούτη τη χρονιά, μέρες πριν την γιορτή.
Στο φαράγγι προσπάθησα να ...μπω περπατώντας ανάμεσα σε νερά (όχι πολλά), δέντρα και ομορφιά από εκείνες που σε κάνουν να λες πως υπάρχουν αληθινά παραμύθια γύρω σου. Τόπος που περιμένεις να δεις νεράιδες ή ξωτικά και μια απόλυτη σιωπή παντού με μυρωδιά από φρεσκοβαμμένο ασβέστη ολόγυρα σε μίαν αυλή γεμάτη πλατάνια, σκιά και θαυμασμό. Μαζί μου συνοδοιπόρος πάντα ο Κωστής και ...οι κούκλες μου που ταίριαζαν απόλυτα με το περιβάλλον.

Κι ύστερα μια βόλτα στο Βενεράτο, απαραίτητη.

Αφορμή για όλα αυτά, η γιορτή του αγίου στις 27 του Αυγούστου…


Γεμάτη κι η Κρήτη με εξωκλήσια, όπου κι αν βρεθείς σε πεδιάδες βουνά, χαράδρες. Κι όλα έχουν μια ιστορία πίσω τους που χάνεται πολλές φορές στα βάθη των αιώνων. Και τούτο το εκκλησάκι έχει επιγραφή  πως φτιάχτηκε από του Ενετούς γύρω στα 1600, λεηλατήθηκε , καταστράφηκε επι Τουρκοκρατίας και ανακαινίσθηκε στα 1931 έχοντας ς πια προφανώς διαφορετική μορφή από το αρχικό κτίσμα.  Την ώρα που πήγαμε υπήρχε ακόμα ερημιά. Μια μεγάλη νταμιτζάνα μόνο με κανελλάδα σε μια σκιερή γωνιά θύμιζε πως κάτι θα γινόταν στην Χάρη του Αγίου πιο μετά. Εμεί ανάψαμε κερί και χαθήκαμε μέσα στα πλατάνια προσπαθώντας να ακολουθήσουμε την ροή του μικρού ποταμού  Απόλλωνα να βρεθούμε στη Γρα Σπηλιάρα με τα αγριοπερίστερα και την απίστευτη ομορφιά της…


Κι έδωσα υπόσχεση και τάμα στον Άγιο Φανούρη του Βενεράτου πως θα φτιάξω και πάλι φανουρόπιτα το βράδυ, για όλα εκείνα τα χαμένα της ζωής και της ύλης και πως του Χρόνου που θα επιτρέπονται οι πολλές χαρές και τα πανηγύρια θα ερχόμουν ξανά ….

Την  έφτιαξα λοιπόν την πίτα μου με την ίδια συνταγή που έδωσε κάποτε η αγαπημένη μου φίλη η Ιωάννα Σταμούλου *και δεν σας κρύβω πως πέτυχε. (Μόνο που αντί να βάλω κονιάκ, σαν γνήσια κρητικιά, έβαλα ρακή…)  

Ύστερα έψαξα πολύ να βρω τι κρύβεται πίσω από τούτη τη γιορτή  και πως καθιερώθηκε κι έμαθα ένα σωρό θρύλους και παραδόσεις που ακόμα και στις μέρες μας καλά κρατούν!

Είναι λοιπόν ο άγιος που φανερώνει όλα τα χαμένα, ζώα, πράγματα αλλά και την Τύχη. Σε όλες τις εικόνες παριστάνεται να κρατά ένα κερί αναμμένο κι στην πίστη του λαού θεωρείται πως ήταν μάντης. Λένε πως ήταν κατεξοχήν άγιος των  Δωδεκανήσων όπου τυχαία βρέθηκε μια εικόνα του στα 1350 στη Ρόδο , στα ερείπια μιας εκκλησιάς. Εικονιζόταν με στρατιωτικά ρούχα  και κρατούσε στο χέρι του ένα σταυρό και μια λαμπάδα. Πάνω στην εικόνα διακρινόταν ξεκάθαρη η γραφή με το όνομα του, Άγιος Φανούριος. Τούρκοι την βρήκαν την εικόνα και την παρέδωσαν στον Μητροπολίτη του νησιού τον Νείλο κι εκείνος από τα χαλάσματα ξανάφτιαξε την παλιά εκκλησιά κι αφού ο άγιος αυτός ήταν άγνωστος σε όλους μέχρι τότε, καθιέρωσε για μέρα της γιορτής του την ημέρα που βρέθηκε η εικόνα. Η λατρεία του γρήγορα διαδόθηκε παντού ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κρήτη. 


Το «θαύμα του αγίου Φανουρίου» την εποχή της Ενετοκρατίας  δεν μας είναι ίσως και τόσο γνωστό. Όταν  τότε τρεις διάκονοι που ήθελαν να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα και αφού οι Λατίνοι δεν τους επέτρεπαν να συμβεί αυτό στην Κρήτη μετέβηκαν στο Τσιρίγο των Κυθήρων και στην επιστροφή τους στο νησί έπεσαν θύματα Αγαρηνών πειρατών που τους μετέφεραν στη Ρόδο και τους πούλησαν σκλάβους. Είχαν ακούσει για την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και παρακαλώντας ο καθένας χωριστά τους αφέντες τους κατάφεραν να πάνε να την προσκυνήσουν. Παρακάλεσαν εκείνοι στον Άγιο να τους ελευθερώσει από την σκλαβιά τους. Ο Άγιος Φανούριος άκουσε τις προσευχές τους και την νύχτα παρουσιάστηκε στους αφεντάδες των ιερέων λέγοντας  τους να τους  ελευθερώσουν αλλιώς  θα τιμωρούνταν σκληρά. Εκείνοι αντίθετα συνέχισαν να τους βασανίζουν αλύπητα για δυο συνεχόμενα βράδια ώσπου λένε πως την τρίτη μέρα τυφλώθηκαν οι Αγαρηνοί Αφεντάδες  κι έμειναν παράλυτοι. Ο Άγιος παρουσιάστηκε για τρίτη φορά στους δυνάστες των ιερέων και τους είπε πως αν δεν τους ελευθερώσουν τότε η υγεία τους θα χειροτερέψει ακόμα πιο πολύ . Εκείνοι φοβούμενοι  πια για χειρότερα  έδωσαν  γραπτή υπόσχεση για την απελευθέρωση των τριών ιερέων  μέσα στον ίδιο το ναό του Αγίου Φανουρίου. Αμέσως έγιναν  καλά και πλήρωσαν όλα τα έξοδα να επιστρέψουν οι τρεις ιερείς στην Κρήτη. Εκείνοι για να ευχαριστήσουν τον Άγιο αντέγραψαν ακριβώς την εικόνα του και την μετέφεραν στο νησί φτιάχνοντας εκκλησία και διαδίδοντας την λατρεία του,ίσαμε τις μέρες μας.  Kι έγινε ο Άγιος τούτος από τους πιο σημαντικούς στο νησί μας. Η παράδοση ήθελε επίσης για λόγους που σχεδόν αγνοούνται να θεωρήσουν την μητέρα του αμαρτωλή κι εκείνον νόθο παιδί. Άλλοι λένε πάλι πως ήταν πολύ σκληρή με τους φτωχούς και δεν έδινε ποτέ και τίποτα σε κανέναν. Η ψυχή της δεν πήγε ούτε στην κόλαση κι όσο κι αν προσπάθησε κι ο ίδιος της ο γιος να τη σώσει δεν τα κατάφερε. Έτσι λοιπόν βγήκε η συνήθεια να φτιάχνουν την ημέρα που γιορτάζει ο Άγιος γλυκόπιτες και να τις μοιράζουν σε όλους , τους περαστικούς, γνωστούς κι άγνωστους με τη σύσταση  να ευχηθούν να συγχωρεθεί η μητέρα του Αγίου.


Ο μελετητής της ελληνικής λαογραφίας Γιώργος Αικατερινίδης κατέγραψε μια ενδιαφέρουσα παράδοση για τη μητέρα του Αγίου στις Βρύσες Μεραμπέλλου όπως αναφέρεται στο βιβλίο  των Νίκου  και  Μαρίας Ψιλάκη, "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης":

"Η μάνα του Αγίου δεν ήκαμε καλό ποτέ τζη. Μόνο ένα κρομμυδύφυλλο ήδωσε μια βολά σ'ένα διακονιάρη. Σαν απόθανε ήβραζε σ'ένα καζάνι με πίσσα και ο Άγιος αρώτησε: α-Γιάντα η μάνα μου είναι εκειά μέσα;

Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος τ'απηλοήθηκε: -Γιατί δεν ήκαμε ποτέ καλό. Να ρίξομε το κρομμυδόφυλλο που ήδωσε κι ανέ τηνέ σηκώσει να βγει επάνω, να σωθεί...

Ερίξανε το κρομμυδόφυλλο και η μάνα ντου βγήκε στα χείλια του καζανιού μαζί με τρεις άλλες γυναίκες που πιαστήκανε κι αυτές από το κρομμύδι. Μα η μάνα ντου τώσε δίνει μια σπρωξιά και πέφτουνε πάλι μέσα. Τοτεσάς λέει ο Αρχάγγελος: Θωρείς πως κι επαέ είναι ακόμη κακή.

Τοτεσάς ο Άγιος Φανούριος ζήτησε μια χάρη: Να μην πηγαίνουνε πράμα γι'αυτόν, μόνο για τη μάνα ντου για να λένε να τση συγχωρέσει ο Θεός..."


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  πάλι  στο διήγημά του "Γουτού Γουπατού"  αναφέρει σχετικά : "Όσοι επικαλούνται τον Άγιο Φανούριον οφείλουν να λέγουν: Θεός σχωρέσ' τη μητέρα του Αγίου Φανουρίου. Θεός σχωρέσ' την."

Η σχέση του αγίου με την Κρήτη είπαμε πως χρονολογείται από τα χρόνια των Ενετών. Τρία μεγάλα μοναστήρια στο νησί θέλουν να τον τιμούν με το όνομα του αφιερώνοντας  του ένα κλίτος και γιορτάζοντας  ακόμα και σήμερα μεγαλόπρεπα την λατρεία ,και  την μνήμη του. Είναι η  Μονή Οδηγήτριας της Μεσαράς , η Μονή Βαρσαμόνερου στα Βορίζια και η Παναγιά  Κερά Ελεούσα στην Κιθαρίδα.

Η παράδοση λοιπόν εκτός όλων των παραπάνω τον θέλει Άγιο και βοηθό στις δυσκολίες της ζωής ειδικότερα στην φανέρωση χαμένων πραγμάτων και στο νησί μας για ανεύρεση χαμένων  ζώων. Είναι ο Προστάτης των ζωοκλοπών που δεν απολείπουν ακόμα και στις μέρες μας από την Κρήτη. Η τιμωρία του ζωοκλέφτη είναι ηθικής τάξεως. Μπροστά στο εικόνισμα του αγίου δεν μπορεί κάποιος να πει ψέματα ποτέ και για αυτό το ξεκαθάρισμα τέτοιων παράξενων λογαριασμών γινόταν πάντα μπροστά στην εικόνα του. Ο όρκος αυτός αποτελεί διαδικασία πλήρους επιβεβαίωσης ή οριστικής απαλλαγής από κάθε υποψία. Λένε πως κάποιοι  βοσκοί που ψευδομαρτύρησαν δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν στα σπίτια τους.

Το τάμα των βοσκών δεν είναι  φανουρόπιτα. Προσφέρουν ένα τουλάχιστον ζώο για να βρεθεί ότι αυτοί θεωρούν πως έχασαν.


Κι οι Αγρότες πάλι του τάζουν λάδι για να φανερώσει τα χαμένα τους.

Στον Κρουσώνα Ηρακλείου έφτιαχναν « το τριβίδι του Αγίου Φανουρίου» με σταφίδες, πετιμέζι και λάδι καθώς και στο Αμάρι ζύμωναν το «Φανουροτρίβιδο» σαν στενόμακρο ψωμί που το πρόσφεραν δώρο στη γειτονιά.

Στην Κύπρο, στην Κρήτη και σε άλλες περιοχές, ο Άγιος μπορεί να φανερώσει στην κάθε ανύπαντρη κοπέλα το μέλλοντα σύζυγό της.

Στη Σκιάθο  πίτα στον Άγιο τάζουν οι μάνες  για να τους φανερώσει το γαμπρό που θα κάμουν στην κόρη τους.

Στη Φλώρινα, η φανουρόπιτα (που την πάνε οι ελεύθερες κοπέλες στην εκκλησιά) χρησιμοποιείται ως ονειρομαντικό μέσον με ένα κομμάτι που βάζουν κάτω απ'το προσκέφαλο (ο Άγιος θα φανερώσει το μέλλοντα σύζυγο).

Στα Ανώγεια πάλι τη ζυμώνουν με προζύμι και δεν ξεχνούν σαν την μοιράζουν να ευχηθούν στις γυναίκες της οικογένειας. Κι είναι ο Άγιος των Ξυλούρηδων που τον  γιορτάζουν κάθε χρόνο στην εκκλησιά του στον Ψηλορείτη


Συνήθως η Φανουρόπιτα παρασκευάζεται με επτά ή εννιά υλικά. Η επιλογή των αριθμών αυτών δεν είναι καθόλου τυχαία, μια και είναι γνωστός ο ρόλος των αριθμών στις μαντικές και μαγικές πρακτικές. Τα επτά ή εννιά υλικά φαίνεται να ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη δύναμη της πίτας

Η δική μου φανουρόπιτα έχει εννέα υλικά  κι όπως  λέει και η Ιωάννα*, η πίτα του Αγίου Φανουρίου είτε την πάς στην εκκλησιά είτε όχι έχει το λόγο της να τη φτιάξεις: “Για να φανούν τα αφανέρωτα!”

Ό,τι κι αν λένε είναι ευκαιρία για γιορτή και γλύκισμα!

Χρόνια πολλά!

Η συνταγή της Ιωάννας Σταμούλου:*http://www.sweetly.gr/2015/08/fanouropita/#more-4133



Φωτ : Κωνσταντίνος Γριβάκης, Ελένη Μπετεινάκη


ΠΗΓΕΣ:

Νίκος Ψιλάκης, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, εκδ. Καρμάνωρ

Νίκος & Μαρία Ψιλάκη ,Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα, εκδ. Καρμάνωρ

Λουκάτος Δ.Σ., Τα καλοκαιρινά , εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα 1982

Μέγας Γ.Α, Ελληνικαί εορταί και έθιμα λαϊκής λατρείας, Αθήνα 1957



Τρίτη 19 Αυγούστου 2025

Θέρος - Τρύγος - Πόλεμος*

Της Ελένης Μπετεινάκη

Κι όλα αρχινούσανε αμέσως μετά της Παναγίας, την επαύριον του Δεκαπενταύγουστου.

Η μεγάλη προετοιμασία για την βεντέμα των Αρχανιωτών!

Το φορτηγό του κυρ Γιάννη,του πάτερα μου, έκανε καθημερινά πια δρομολόγια στη Χώρα (το Ηράκλειο) για να γεμίζει το μπακάλικο με όλα όσα χρειάζονταν εκείνες τις μέρες οι «αθρώποι» των Αραχνών.

Ίσαμε πιο πάνω κι από τα κάγκελα της καρότσας φτάνανε τα πράματα…

Κι όσα πρωινά δεν προλάβαινα να ξυπνήσω χαράματα, να με πάρει μαζί του ο μπαμπάς στις Αγορές του μεγάλης πόλης, να περάσουμε για μία στιγμή  από το Κάστρο των Παραμυθιών μου, τον Κούλε,  για μια Αρχανιώτικη καλημέρα, τον περίμενα το μεσημέρι πάνω στην ταράτσα. Εκεί γύρω στις 12.00 κρατώντας τα κιάλια μου, παρατηρούσα τον αμαξωτό δρόμο κάτω στον Κάμπο και μόλις αντίκρυζα το παλιό OPEL δεν με κρατούσαν τα ποδάρια μου. Κουτρουβαλούσα τις σκάλες να προλάβω να με πάρει κι εμένα στο μαγαζί. Κι έπεφτε το μάτι μου στην νάιλον τσάντα που ‘χε στο μπροστινό κάθισμα. Εκεί ήταν πάντα  μια πολύτιμη λιχουδιά. Συνήθως τέτοιες μέρες παγωτό γρανίτα από του Κιούλπαλη κι ας είχε λιώσει από την κάψα…


Στο μαγαζί μεγάλος αναβρασμός επικρατούσε…

Ήταν τόσο φορτωμένο κι εκείνο με τα χρειαζούμενα των ημέρων που περνούσες μόνο πλαγιαστά στους διαδρόμους.

Νάιλον και σταφιδόχαρτα τυλιγμένα σε ρολά κι ακουμπισμένα απέξω πάνω στις ξύλινες πόρτες. Δίπλα ακριβώς μεγάλα τσουβάλια ή φάρδοι όπως τα λέγαμε, σε ψηλές ντάνες. Και προχωρώντας προς τα μέσα άλλα τσουβάλια γεμάτα ποτάσα και σκεπασμένα προσεκτικά :

«-Μην πάει να δοκιμάσει κανείς και βρούμε τον μπελά μας!», έλεγε ο μπαμπάς.

Στη σειρά τα τσιγκάκια, σιδερένια και πλαστικά. Ακριβώς δίπλα στοιβαγμένες οι ντενέκες με σαρδέλες, το έδεσμα το βασικό του τρύγου. Μεγάλα καφάσια με ντομάτες (του περιβολιού μας πάντα) και μπλε βαρέλια πλαστικά γεμάτα με ελιές Καλαμών, σταφιδοελιές και γυάλινα βάζα με τις τσακιστές, της μαμάς σπεσιαλιτέ. Λίγο παραδίπλα και ο πάγκος με τα πιο ιδιαίτερα πράγματα. Κουτιά με τσαπράζια, οδοντωτά και μη,  παιδικά και για μεγάλους, γράδα, γάντια με χοντρή πλέξη και πλαστικά σε όλα τα μεγέθη.

Στο μεγάλο ψυγείο που άνοιγε από πάνω σε συρταρωτό καπάκι έβαζε την φέτα ΔΩΔΩΝΗ. Μόνο αυτή έφερνε ο μπαμπάς γιατί ήταν η καλύτερη, κι ας ήταν πιο ακριβή.

Ετοιμάζαμε σακούλια χάρτινα με καφέ από του Τσιχλάκη και του Δανδάλη των 100 και 200 γραμμαρίων και άλλα με ζάχαρη του ενός και των δυο κιλών. Να είναι όλα έτοιμα.

Παραδίπλα ήταν οι σκούπες και τα φαράσια. Παρασύρες τις λέγαμε εκείνες τις χωρίς κοντάρι που σκουπίζανε καλλίτερα τους οψιγιάδες. Και άλλα μεγάλα νάιλον πιο χοντρά για να  σκεπάζουν την υγρή σταφίδα μαζί με μεγάλες κουλούρεςς σχοινιά που πουλιούνταν όλα με το μέτρο. Και στο βάθος του μαγαζιού τα μεγάλα ξύλινα βαρέλια με κρασί και ρετσίνα. ρύγος χωρίς μια κούπα κρασί το μεσημέρι ή ρετσίνα δεν λογαριάζονταν.

Τα απογεύματα στο παντοπωλείο επικρατούσε το αδιαχώρητο. Ο θείος ο Γιώργος, ο θείος ο Νίκος κι ο μπαμπάς με τις υφαντές ποδιές τους δεμένες στη μέση δεν σταματούσαν στιγμή να εξυπηρετούν. Καμμιά φορά με βάζανε κι έγραφα τα βερεσέδια αναλυτικά με το επώνυμο ή το παρατσούκλι του πελάτη. Ο λογαριασμός γινόταν πάνω σε ένα χασαπόχαρτο κι έπρεπε απλά να τον αντιγράψω με αντιστοιχία προϊόντος και τιμής.  Η πληρωμή θα γινόταν όταν παίρνανε τα πρώτα λεφτά από τη σταφίδα, από τον Συνεταιρισμό… Οκτώβρης πήγανε μέχρι να ξεχρεωθεί όλο τούτο αλλά δεν τον ένοιαζε τον πατέρα μου γιατί ήξερε πως όλοι οι πελάτες του ήταν τίμιοι άνθρωποι και πάντα κρατούσαν το λόγο τους. Κι ο «πόλεμος» τούτος άδειαζε όλα τα ράφια κάθε βράδυ.

Εμείς ξεκινούσαμε τον τρύγο πιο αργά από τους άλλους. Στη Σύλαμο, στα δικά μας αμπέλια αργούσανε να «καμωθούν» τα σταφύλια. Γύρω στις 25 του Αυγούστου παίρναμε κι εμείς τον κατηφορικό δρόμο για την δική μας βεντεμιάτικη μάχη.  Λίγες μέρες πριν φτιάχναμε μια μικρή καλύβα με καλάμια και τέσσερεις μεγάλους πασσάλους. Ξαναχτίζαμε την παρασιά από μπλόκους στην άκρη του αμπελιού και ξεχορταριάζαμε ένα μεγάλο κομμάτι που θα γινόταν η «τραπεζαρία» μας.

Το προηγούμενο βράδυ φορτώναμε το φορτηγό με δικά μας  συμπράγκαλα.

«Τα χρειαζούμενα», έλεγε ο μπαμπάς και καρέκλες, σοφράδες και το δικό μου μικρό καρεκλάκι που δεν το αποχωριζόμουν ποτέ. Φοβόμουνα τα φίδια και απέφευγα να κάθομαι στο χώμα …

Πάνω στην καρότσα στοιβάζαμε προσεκτικά και την μεγάλη αλουσουδιάστρα αλλά και  τσικάλια,  τηγάνια, πιατικά, γαλέτια και νερό, μπόλικο νερό σε νταμιτζάνες που ήτανε τυλιγμένες με λινάτσα.

Το εγερτήριο ήταν 6.30 χαράματα, να προλάβουμε τη ζέστη για το ξεφόρτωμα και η καρότσα γέμιζε φωνές, χαρούμενα πρόσωπα, τραγούδια και … τον Ντορή μας. Ναι, ανεβάζαμε ακόμα και τον γάιδαρο του θείου του Μανολάκη, δανεικός και απαραίτητος. Από την τρομάρα μου καθόμουν στο πιο ψηλό κι απόμακρο σημείο της καρότσας γιατί σε κάθε λακκούβα του χωματόδρομου, ο Ντορής γλιστρούσε, παραπατούσε,  έδειχνε τα δόντια του και γκάριζε δυνατά.

 Πανηγύρι σωστό, φολκλορικές εικόνες της δεκαετίας του ‘70 και του ‘80, αλησμόνητες και πολύτμες.

Νιώθω ακόμα τη γεύση του μοναδικού δεκατιανού με ντομάτα που μοσχομύριζε, φέτα, σαρδέλες, αγγούρια μπόλικα, ελιές και παξιμάδια. Και νερό, ποσό παγωμένο και «νόστιμο»!


Κάποιες μέρες ερχόταν μαζί και η γιαγιά Ελένη και τότε τρώγαμε τις ωραιότερες τηγανητές πατάτες στην παρασιά. Εμείς μαζεύαμε τις ξερές κουρμούλες και τα λιανοκλάδια για προσάναμμα. Εξαιρετική μαγείρισσα  και η θεία η Ειρήνη. Σπεσιαλιτέ το βραστό κρέας με  κριθαράκι ή χόντρος με χοχλιούς.  Στο διπλανό μας μετόχι είχαν και ξυλόφουρνο και πάντα έφερναν και σε μας μια πιατέλα με το ωραιότερο ψητό γουρονόπουλο κι εμείς τους το ανταποδίδαμε με μια νταμιζάνα κρασί κόκκινο, δικής μας παραγωγής.

Η δική μου συνδρομή στις μέρες του τρύγου ήταν στο «άπλωμα». Κατείχα την τέχνη,  έλεγε ο θείος αφού πρόσεχα  να τα σκίζω με τέτοιο τρόπο ώστε  να μπορούν να αναπνέουν και να τα φτάνει ο ήλιος από παντού…

Τα μεσημέρια που όλοι ξεκουράζονταν εμείς εξερευνούσαμε τους τράφους για να μαζέψουμε λιανούς χοχλιούς ή να τρυγήσουμε την μαστίχα από κάποιο είδος γαϊδουράγκαθου με μωβ αγκάθια. Στοιχήματα για το ποιος θα ανεβεί πάνω στο πιο ψηλό κλαδί της ελιάς και πόσα πουκάμισα τζιτζικιών να έβαζε στις τσέπες τους. Είχα δικό μου μαχαίρι (τσαπράζι) με ροζ λαβή και χαρασαμε ονόματα και καρδιές πάνω στους κορμούς των ελιών. Το να κρατώ τσαπραζάκι  ήταν απόλυτο φυσιολογικό αφού είχα μάθει να τρυγώ από τα έξι μου χρόνια και είχα και δική μου σειρά κουρμούλων στο αμπέλι την ώρα του τρυγητού.

Αξέχαστες επίσης οι πειρατικές εκπομπές με αφιερώσεις που ακούγαμε από το μικρό φορητό τραντζιστοράκι που έπαιζε στη διαπασών.


Και τα τραγούδια με μεγάλο σουξέ της εποχής το  «A far l'amore comincia tu» της Ραφαέλλας Καρά. Ξεσηκώναμε τις φιγούρες και προσπαθούσαμε να την μιμηθούμε εκεί ανάμεσα στα σταφύλια και στα τζιγκάκια, πετώντας ψηλά τα καπέλα σα θεατρίνες στις πιο μεγάλες πίστες.

Κι όσο έπεφτε ο ήλιος αποκαμωμένα εμείς τα παιδιά παίρναμε ένα υπνάκο κάτω από την μεγάλη ελιά μας που σαν μεγάλωσα την έβαλα στα παραμύθια μου. Η «γριά Ασημένια» υπάρχει ακόμα…

Τα αμπέλια μας αλλάξαν μορφή από τότε. Τώρα πια είναι κρεμαστά και σε μεγάλη έκταση υπάρχουν μόνο ελιές. Έφυγαν και οι περισσότεροι άνθρωποι…

Όμως εκείνος ο «πόλεμος» που είχε χρώμα ξανθό σαν την σταφίδα μας,  παραμένει ανεξίτηλα γραμμένος στην μνήμη μου για πάντα…

 

*«Λόγια του αέρα», Ελένη Μπετεινάκη, υπό έκδοση


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 21  Αυγούστου 2023 : Εδώ!