Το παραμύθι της βροχής

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Μπετεινάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Μπετεινάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

Θυμάσαι, μπαμπά;


Της Ελένης Μπετεινάκη*

Ξημερώματα βγήκα στο δρόμο. Ν’ ανηφορήσω ήθελα στην αγορά. Να φτάσω πρώτη από σένα, να κρυφτώ πίσω από τον μεγάλο πάγκο του μαγαζιού εκείνον που έβαζες τα κουτιά με την Νέα Φυτίνη.
Θυμάσαι μπαμπά; Μόλις πήγαινες να βάλεις με την κουτάλα από τον μεγάλο ντενεκέ  βούτυρο, από τον καλό, να σου φανερωνόμουν, να σε τρομάξω, να αρχίσουμε να γελάμε μετά μαζί… Να ανεβώ την μεγάλη ξύλινη ανεμόσκαλα να φτάσω τα απορρυπαντικά και τα γάλατα. Θυμάσαι πως τα στήναμε; Μου θυμίζανε Λουνα Παρκ έτσι όπως  είχαν τοποθετηθεί τα ντεκεδάκια  έτοιμα να τα ρίξει κάποιος με ένα κατακίτρινο μπαλάκι. Κι ύστερα να αρχίσω να παίζω με τα δράμια στη σιδερένια ζυγαριά. Να τα ανακατεύω και να με μαλώνεις αλλά την ίδια στιγμή να μου χαμογελάς. Αδυναμία μεγάλη στις μικρές σέσουλες…

Θυμάσαι μπαμπά; Στα πλαστικά σακουλάκια να βάζω κανέλα, πιπέρι, σόδα, αμμωνία, όλα ζυγισμένα  σε 10 ή 20  γραμμάρια. Να μπουν στο μεγάλο κουτί, να μην καθυστερούμε τον πελάτη. Κι απέναντι, απέναντι από τα δεκάδες ράφια με όλες τις γνωστές μάρκες από κονσέρβες και βάζα γεμάτα μπαχάρια ήταν στη σειρά κρεμασμένες οι σκούπες. Γίγαντες στα παιδικά μου μάτια, έτσι όπως τις έστηνες με τα κοντάρια. Θυμάσαι εκείνη τη φορά που σου είχα ανακατέψει στα μεγάλα τσουβάλια το στάρι με το καλαμπόκι και με είχες βάλει να τα ξεχωρίσω. Ένα ολόκληρο απόγευμα, σπυρί σπυρί, κατάχαμα στην πίσω μεριά του παντοπωλείου. Μια αιωνιότητα για μένα…

Γρήγορο το βήμα, ψυχρό το πρωινό. Δεν είχα ποδήλατο τούτη τη φορά, δεν ήμουν στη Χώρα μπαμπά. Στο χωριό μας είχα έρθει. Για σένα, αποκλειστικά. Μόνο για σένα.
Γρήγορο το βήμα, παγωμένο το αριστερό μου χέρι. Το δεξί το έσφιγγα σαν γροθιά. Να κρατήσω τη ζέστη από το δικό σου το κράτημα, το χθεσινό. Περπατούσα και χάζευα τα σπίτια, το δρόμο κι έρχονταν το μυαλό μου χιλιάδες σκέψεις. Όλα ήθελα να τα ξαναζήσω. Είχα γίνει το μικρό σου κοριτσάκι,  κι αν και συνήθως εσύ μου κρατούσες το χέρι να μην πέσω, να μην χαθώ τώρα εγώ σε κρατούσα γερά. Φοβόμουν μη σε χάσω. Δεν έβλεπες καλά, καθόλου δεν έβλεπες κι εγώ σου περιέγραφα όλα όσα βλέπανε τα δικά μου τα μάτια. Λέγανε όλοι πως από σένα  είχανε πάρει το χρώμα τους. Έτσι ήταν … Το τελευταίο διάστημα νόμιζα πω έβλεπα πια εγώ και για τους δυο μας. 

Σε όλα τα σοκάκια περπατήσαμε. Χιλιάδες θύμησες. Το χέρι μου πάντα ζεστό. Φτάσαμε ίσαμε το πατρικό σου κι έζησα για δευτερόλεπτα σαν ταινία τη δική σου ζωή. Από τα χρόνια του πολέμου, σα να ζωντανέψαν όλα όσα μου ΄χες πει. Στο μακρύ σοκάκι τρέξαμε μαζί να κρυφτούμε από τους Γερμανούς κι ύστερα προλάβαμε και μπήκαμε μέσα στη αποθήκη του σπιτιού σας, πίσω από τη βαριά σιδερένια πόρτα. Όμως δεν ήθελα άλλο σκοτάδι…Σε τράβηξα έξω κι περπατούσαμε  μπροστά από τις λουλουδιασμένες αρχανιώτικες αυλές. Έναν έναν μου έλεγες τους φίλους σου… Κι εγώ σου περιέγραφα τα χρώματα στις γλάστρες, στις πόρτες και στα παραθυρόφυλλα. Κι ύστερα φτάσαμε στο μαγαζί. Κόσμος πολύς μπαμπά! Όλοι είχαν έρθει, όλοι σου οι φίλοι, οι πελάτες. Συνωστισμός μεγάλος! Να σου πουν μια λέξη για τα τόσα χρόνια, κοντά πενήντα που  ήσουνα στην καρδιά της αγοράς. Ο μεγάλος έμπορος, ο δίκαιος, ο τίμιος, ο καλαμπουρτζής Μπετείνης, όπως σε φωνάζανε. Το Γιαννιό, το στερνοπούλι του πατέρα σου που μέρα δεν περνούσε να μην τον σκεφτείς. Να μην σκεφθείς την εκτέλεση του, την ορφάνια  σας, τη μάνα σου που ήταν κι εκείνη τυφλή για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια. Παράξενο μπαμπά, ανοιχτό το παράθυρο της  πόρτας του μαγαζιού, εκείνης που οδηγούσε στην ταράτσα. Θυμάσαι που μου φώναζες να μην ανεβαίνω γιατί ήταν επικίνδυνη;  Σταμάτησα να κοιτάξω κι ένα δάκρυ κύλησε. Τριάντα και ίσως κάτι παραπάνω  χρόνια είχαν περάσει κι όλα ήταν άδεια. Σκόνη και ερημιά παντού. Εγώ όμως θυμήθηκα τα πάντα. Η σκάλα εκεί, τα βαρέλια τα τεράστια με το κρασί και το λάδι εκεί…

Ανηφορήσαμε στην απάνω αγορά. Έρημη ήταν κι αυτή  αλλά θυμήθηκα πάλι. Στον Τίμιο Σταυρό, στο αγαπημένο σου εκκλησάκι  σταματήσαμε να ανέβουμε μαζί την ανηφόρα για το σπίτι της θείας της Χρυσής. Θυμάσαι μπαμπά; Μυρωδιά ήρθε στα ρουθούνια και στη θύμηση από τον μούστο από τα πατητήρια.  Αχ αυτό το χαμόγελό σου, αυτή  την μόνιμη ζωντάνια και σβελτάδα σου! Έτρεχα να προλάβω το βήμα σου. Εσύ φορτωμένος κοφίνια με σταφύλια κι εγώ να μαζεύω τις ρόγες που πέφτανε μην τις πατήσει κάποιος άλλος και γλιστρήσει.

Κανένας δεν κυκλοφορούσε τέτοια ώρα στο δρόμο. Συνεχίσαμε να περπατάμε, κρατώντας σε  πάντα από το ίδιο χέρι και φτάσαμε στα μαγαζιά των Λυδάκηδων, του Μακρή και του Κοντού. Ένα μουλινέ DMC  ήθελε η μαμά, ακόμα το θυμάμαι νο 925. Πόσα χρώματα, πόσες θύμησες… Σταμάτησες μια στιγμή, εσύ. Μίαν ανάσα ήθελες να πάρεις και κοιτάξαμε απέναντι το βουνό μας. Ανέβηκα μπαμπά, μόλις έμαθα τα χαμπέρια σου για το φευγιό σου, εκεί πήγα. Να φτάσω όπως μου έλεγες στον ουρανό, να δω που πήγαινε η ψυχή σου…

Κι ύστερα περάσαμε έξω από το σπίτι του θείου του Γιώργου. Χαρά που θα κάνει ο αδελφός σου που θα σ’ αγκαλιάσει ξανά ύστερα από τόσα χρόνια. Λίγο πιο κάτω στρίψαμε δεξιά να ανηφορίσουμε στην Τουρκογειτονιά. Έξω από το θερινό σινεμά, σου τράβηξα γερά το χέρι. Τα γράμματα αχνά : «Σινεμά ο Παράδεισος». Χαμογέλασα… Μια μυγδαλιά είχε ανθίσει στη μέση μέση ανάμεσα σε χόρτα και σκουπίδια… «Ελπίδα» σκέφτηκα, δύναμη, ομορφιά…Στα δύσκολα που πρέπει να γελάμε, να προχωράμε!

Κουράστηκες μου πες κι έκανα στροφή, να πάμε σπίτι μας. Κι εκεί ο κόσμος ήταν πολύς. Ερχόντουσαν συνέχεια κι εσύ χαμογελούσες. Τους αναγνώριζες όλους. Γείτονες,  φίλοι, συγχωριανοί. Στην Παναγία μας θα μαζευόμασταν όλοι. Τριάντα χρόνια μπαμπά θυμάσαι; Τριάντα χρόνια επίτροπος, καθημερινή απόλαυση κι ασχολία δική σου.



Σου ψιθύρισα στ΄αυτί πως όλα γίνανε σωστά, κι όπως θα τα ‘θελες. Ξέρεις, η πεθερά μου, η δεύτερη μου μάνα, η Κ.Μαρίκα μας, η Δοκιμάκη, σε περίμενε εκεί πάνω. Μνημόσυνο χρόνου της ετοιμάζαμε την επόμενη μέρα και δες πως τα ‘φερε η μοίρα κι ο καιρός. Δώρο πολύτιμο της στείλαμε από τη γη, ΕΣΕΝΑ μπαμπά.
Να μου τη χαιρετάς. Εκείνη ξέρω πως θα είναι πια τα μάτια σου.
Καταγάλανα μάτια, αληθινά και αξέχαστα κι ας ήσουν τυφλός. Ποτέ δεν παραπονέθηκες για αυτό, ποτέ!

Νιώθω τυχερή που ήσουν τόσα χρόνια στη ζωή μου. Νιώθω τυχερή που έφυγες πλήρης κι ας ταλαιπωρήθηκες λίγο τα τελευταία σου χρόνια. Νιώθω τυχερή που έφυγες σχεδόν στα χέρια μου. Οι δύο μας, εφτά μέρες, πολύτιμο δώρο!

Θυμάσαι μπαμπά; Εγώ δεν θα ξεχάσω τίποτα και ποτέ!


*Ο Γιάννης Μπετεινάκης πέθανε στις 14 Φεβρουαρίου 2020, πλήρης ημερών και εμπειριών. Μια γενιά ανθρώπων που περάσανε πολλά, άλλης κοπής,  νομίζω πως χάθηκε με το φευγιό του. Ήταν ο δικός μου μπαμπάς, ο μεγάλος μου πρώτος έρωτας κι ο πολύτιμός μου!



Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ :https://www.patris.gr/2020/02/17/thymasai-mpampa/












Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

Παράξενη μέρα ξημέρωσε πάλι μπαμπά, θυμάσαι;

1982, Παντοπωλείον Ιωάννης Μπετεινάκης
Της Ελένης Μπετεινάκη

Σήμερα είναι 14 του Φλεβάρη και λένε πως η μέρα είναι γιομάτη κόκκινο χρώμα και μυρωδιές κι έρωτα και χαμόγελα. 

Γιορτάζει ο έρωτας σήμερα, θυμάσαι μπαμπά;

Οι τελευταίες μας λέξεις :

 «Σ’ αγαπώ ίσαμε τον ουρανό» σου είχα πει!

«Κι εγώ…» με βραχνή φωνή απάντησες κι ύστερα η απόλυτη σιωπή…

Ένας χρόνος μπαμπά πέρασε, σαν σήμερα, κι ανέβηκα το ξημέρωμα σε εκείνο τον μικρό λόφο των Αρχανών. Οι δυο μας πάλι, κανείς άλλος. Έτσι και αλλιώς δεν επιτρέπεται να έρθει κανείς να τιμήσει την μνήμη. Όλα εκείνα τα κοσμικά κι οι τελετές τον τελευταίο χρόνο απλοποιήθηκαν κι απαγορεύτηκαν. Κι εγώ έβαλα έναν κωδικό με αριθμό για να έρθω εδώ. Δεν γινόταν να μην αφήσω έστω ένα λουλούδι στο τελευταίο σου σπίτι.

Κι ύστερα κατηφόρισα τον μεγάλο δρόμο με τα κυπαρίσσια κι έβλεπα απέναντι το χωριό μας να «κοιμάται» ακόμα. Κοίταξα τον Γιούχτα από τ αριστερά μου, τεράστιος όγκος, γκρίζος και σκοτεινός και συνέχισα το δρόμο…

Τι να σου πρωτοπώ μπαμπά. Βαριά η ψυχή μου, πολύ βαριά. Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών ραγδαίες και νιώθω μόνιμα έναν κόμπο στο λαιμό. Το πιο σπουδαίο απ’ όλα είναι πως η μαμά είναι καλά. Βράχος για όλους μας. Μαντέμι κι αντέχει όλα όσα γίνανε. Δεν την έφερα. Επικίνδυνο λένε…

Κατέβηκα στην πλατεία μπαμπά, θυμάσαι; Άδεια τελείως, τα καφενεία και τα μαγαζιά, ερμητικά κλειστά. Όχι μόνο γιατί σήμερα είναι Κυριακή αλλά γιατί υπάρχουν πια πολλοί περιορισμοί και φόβος.

Κι ύστερα πήρα τον δρόμο τον αμαξωτό, όπως τον έλεγες και σταμάτησα …στο μαγαζί  μας. Άλλαξε η πρόσοψη, όμως η πόρτα εκείνη που ανέβαινε στην ταράτσα ήταν η ίδια. Κι είδα τις καρέκλες παρατεταμένες στη σειρά έξω στο πεζοδρόμιο. Ο θείος ο Νίκος, ο θείος ο Γιώργος, ένας φίλος σου που ξεχνάω τώρα το παρατσούκλι του με την τραγιάσκα του κι εσύ. Στεκόσουν όρθιος  ακουμπισμένος στην πόρτα, με την ποδιά στη μέση, την υφαντή από της μάνας σου τον αργαλειό.

Έπιασα πάλι το χέρι εκείνο που μου ‘δινε τη σιγουριά όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων. Ένιωσα πάλι το άγγιγμα της τελευταίας ώρας που μοιάζει να κρατάει ακόμα ζεστό το δικό μου. Σε τράβηξα και μπήκαμε μέσα, περάσαμε το «πράσινο» ψυγείο ξεσκονίζοντας αναμνήσεις και συναισθήματα χιλιάδες.  Κι ύστερα προχώρησα μόνη μου. Σταμάτησα στρίβοντας πίσω από το παραβάν κι αντίκρυσα το μεγάλο ξύλινο τραπέζι που χρησιμοποιούσατε σαν γραφείο και θυμήθηκα μια δουλειά που με είχες βάλει να κάνω. Ξεχωριστή θέση πάνω σε ένα χαρτόκουτο που το΄χατε ντύσει με μπλε χαρτί είχε το μαύρο τηλέφωνο. Το ακουστικό του τεράστιο μέσα στα δικά μου χέρια και προσπάθησα να θυμηθώ το νούμερο. Δεν τα κατάφερα και κύλησε γοργά ένα δάκρυ από τα μάτια μου.

Τι έπρεπε να κάνω; Να αντιγράψω από ένα κόμματι χοντρό χαρτόνι από το πακέτο των τσιγάρων του θείου Νίκου όλα τα νούμερα των τηλέφωνων στο καινούργιο τετράδιο που ήταν σαν ευρετήριο. Έπρεπε να τα γράψω στη σωστή σελίδα  και με καθαρά μεγάλα γράμματα. Πολύ δύσκολη δουλειά αλλά πρόκληση για μια μαθήτρια της Β΄τάξης  δημοτικού κι έπρεπε να τα καταφέρω. Πολλά τα ονόματα, πολλοί κι οι αριθμοί. Κι ύστερα θα άνοιγα το μεγάλο συρτάρι του γραφείου και εκεί μέσα σε νάιλον διαφανή σακουλάκια θα φύλασσα όλα τα μικρά κέρματα. Δεκάρες, κοσάρες και πενηνταράκια γράφοντας το σωστό ποσό σε ένα μικρό χαρτάκι για το κάθε σακουλάκι. ( Κάτι σαν …Γλώσσα και Μαθηματικά σε πρακτική εξάσκηση). Αργά το απόγευμα τέλειωσα, είχα χάσει όλο το παιχνίδι στο διπλανό χάλασμα μα δεν με ένοιαζε.  Περίμενα το δώρο μου για όλα  αυτά τα σπουδαία που είχα κάνει. Και τότε με εκείνο το ζεστό σου χαμόγελο και σκουπίζοντας τα χέρια σου στην ποδιά μου δώσες ένα μεγάλο σακουλάκι με γαριδάκια Μπόζο από εκείνα που είχαν μέσα τους τους πλαστικούς ήρωες που μάζευα. Έτρεξα να καθίσω στο κατώφλι να δω πόσο τυχερή ήμουν. 

Μου είχε τύχει ο Σκρουτζ, από τις πιο σπάνιες φιγούρες  και την επόμενη μέρα στο σχολείο όλοι θα μου λέγαν πόσο πολύ θα ήθελαν κι αυτοί να τον είχαν. Κι όπως έτρωγα τα πορτοκαλί γαριδάκια μου χάζευα την κίνηση και τα μαγαζιά απέναντι. Ο φούρνος-ζαχαροπλαστείο του κυρ Ηλία, το στεγνοκαθαριστήριο του κυρ Μανόλη, το παπουτσίδικο της Μαρίας και πιο πάνω το τενεκετζίδικο και το βιβλιοπωλείο του «Μπουνή». Δίπλα μας ο κυρ Λευτέρης με τα λευκά είδη και από την άλλη μεριά το συμβολαιογραφείο του κυρ Γιάννη και το ηλεκτρολογικό μαγαζί του Τσαπίνου.

Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου από τα δυνατά φώτα ενός αυτοκίνητου που σχεδόν με τύφλωσε και σαν πέρασε απλώθηκε παντού σκοτάδι. Έρημος ο δρόμος, τα μαγαζιά πουθενά…

Έψαξα να σε βρω μπαμπά… Σε είδα στην στροφή του δρόμου. Τα καταγάλανα μάτια σου και το ζεστό χαμόγελο που φώτιζαν μοναδικά το πρόσωπό σου. Χανόσουν , απομακρυνόσουν και ασυναίσθητα χάιδεψα το χέρι μου, να θυμηθώ εκείνο το τελευταίο άγγιγμα…


Κοίταξα ξανά την μεγάλη ξύλινη πόρτα…

Θυμάσαι μπαμπά; https://zhtunteanagnostes.blogspot.com/2020/02/blog-post.html

Ο Γιάννης Μπετεινάκης πέθανε στις 14 Φεβρουαρίου 2020, πλήρης ημερών και εμπειριών. Μια γενιά ανθρώπων που περάσανε πολλά νομίζω πως χάθηκε με το φευγιό του. Ήταν ο πατέρας μου, ο δικός μου μπαμπάς, ο μεγάλος μου πρώτος έρωτας κι ο πολύτιμός μου!

Ένας χρόνος πέρασε κιόλας, ένας χρόνος!


Δημοσιεύτηκε στο Cretalive. gr στις 14 Φεβρουαρίου 2021 :Εδώ!

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2022

Χορεύουν τα γράμματα σήμερα πάνω στο χαρτί...

Στον κυρ Γιάννη τον πατέρα μου …

Στην κυρία Μαρίκα, τη δεύτερη μάνα μου…

Της Ελένης Μπετεινάκη

Χορεύουν τα γράμματα σήμερα πάνω στο χαρτί, βαρύ ζεϊμπέκικο, ανδρικό, του έρωτα και του θανάτου. Κι ύστερα ημερεύουν και πιάνουν συρτό αγκαλιαστό και μαλακώνει λίγο η ψυχή κι ο νους…

Τα δάκρυα ανακατεμένα με θύμησες, χαρές  κι αγάπη, πολλή αγάπη που δεν την καταλύει ο χρόνος, ούτε ο θάνατος.

14 του Φλεβάρη, μέρα που γιορτάζει ο έρωτας κι είναι παντού το κόκκινο χρώμα σκορπισμένο. Το χρώμα του πάθους και της χαράς. Για μένα μέρα βαριά, ασήκωτη στην ψυχή.

Δυο χρόνια πάνε λοιπόν, σαν σήμερα, που χάθηκε η μια μου ρίζα σε τούτον τον τόπο. Ο πρώτος μεγάλος έρωτας της ζωής μου, ο πατέρας μου, έφυγε απότομα, ξαφνικά και γρήγορα… Στα χέρια μου σχεδόν έσβησε, με εκείνο το «κι εγώ» σαν απάντηση στη δική μου φράση «Σ’ αγαπώ μπαμπά, ίσαμε τον ουρανό και πάλι πίσω», που έχει στοιχειώσει στο μυαλό.

Την μεγάλη φωτογραφία κοιτώ κι αχνογελώ βουρκωμένη από τις θύμησες. Μάτια καταγάλανα, κι ας ήταν άδεια τα τελευταία χρόνια, χαμόγελο πλατύ, και μια έκφραση που λένε όλοι πως έχω την ίδια.

Από το ένα χέρι σε πήρα χθες μπαμπά και από το άλλο πήρα την μαμά, που ευτυχώς είναι καλά, και σας κατέβασα στη «Χώρα». Περπατήσαμε σιγά σιγά,  σε γνώριμους δρόμους και στέκια που αν και λίγο αλλαγμένα ακόμα υπάρχουν. Σταματήσαμε για έναν ελληνικό καφέ με ελάχιστη ζάχαρη στου «Τσιχλάκη», στην αγορά που τόσο σου άρεσε. Χάρηκε η μαμά κι άρχισε να μας λέει ιστορίες που ζήσαμε σε τούτο το μαγαζί  κοντά μισό αιώνα πριν.

Θυμάσαι μπαμπά;

Τώρα το καφεκοπτείο έχει τον εγγόνο του γέρο Τσιχλάκη στο τιμόνι, τον Δημήτρη,όμως η μαμά δεν χόρταινε να μου θυμίζει αλλοτινούς καιρούς και ξεχασμένες ώρες που ‘χαμε όλοι μαζί περάσει εδώ, κουβεντιάζοντας, περιμένοντάς σε να μας πάρεις με το μεγάλο φορτηγό…

Κι ύστερα περπατήσαμε όλη την οδό 1866 και κάναμε άλλη μια στάση στου Κιούλπαλη. Να πάρεις κονιάκ χύμα από το δυνατό και καραμέλες βουτύρου για τα μεγάλα γυάλινα συρτάρια του μαγαζιού μας. Κι εκεί απέξω συναντήσαμε την κυρία Μαρίκα μας, τη Δοκιμάκη, τη δεύτερη μου μάνα. Αγκαλιές και χωρατά ανταλλάξατε κι εμένα τα μάτια μου βρύση αστείρευτη. Εκείνη ήθελε αμυγδαλόψιχα για να βάλει στα περίφημα πορτοκαλάκια της, ένα γλυκό που όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα ποτέ να το κάνω σαν το δικό της.

Θυμάσαι μπαμπά;

Ξημέρωνε η 16η του Φλεβάρη, μια ακόμα βροχερή μέρα. Το προηγούμενο βράδυ κι ενώ λέγαμε τόσα για τον έρωτα  η κυρία Μαρίκα μας έσβησε…. Τρία χρόνια κλείνουν μεθαύριο και μου λείπει αφόρητα πολύ.

Και τα ‘φερε έτσι η μοίρα κι ο καιρός να σας μνημονεύω μαζί…. Παράξενες, τραγικές συμπτώσεις!

Και που να ξέρατε πόσο πολύ αλλάξαν όλα στον κόσμο μετά από το φευγιό σας.

Γύρισα τα μάτια μου στην άλλη μεγάλη φωτογραφία τη δική σου μάνα, κι είδα το δικό σου γελαστό πρόσωπο. Δεύτερη μάνα μου, αρχόντισσα της ψυχής και του Μεγάλου Κάστρου, Κυρία Μαρίκα μας ! Πάλι σου διάβασα εκείνο το κείμενο για τον έρωτα, το τελευταίο μας, που είχες τόσο πολύ ενθουσιαστεί με τα γραφόμενα που χειροκροτούσες σαν μικρό παιδί και με προέτρεπες να το στείλω παντού να το διαβάσουν όλοι.  

Θυμάσαι μάνα;

Ακόμα τη νιώθω δίπλα μου, ξέρω πότε ενθουσιάζεται, πότε δακρύζει, πότε της αρέσει πιο πολύ κάποιο από τα κείμενά μου και πότε θέλει να συμπληρώσω κάτι ακόμα, για να καταλάβει και να «δει» την εικόνα, όπως μου έλεγε…

Συναπάντημα δύσκολο και τούτο, απώλεια δυσαναπλήρωτη, φευγιό απότομο, γρήγορο, στερητικό.

Ξέρεις μάνα, εσύ μου το ‘λεγες πως πάντα στα δύσκολα έχει στιγμές που θες να χαμογελάς  ακόμα και να τραντάζεσαι από δυνατά γέλια. Κι εγώ σήμερα σου ΄χω ένα νέο που θα το μοιραστείς με τον πάτερα μου και θα χαρείτε κι οι δυο πολύ, το ξέρω…

Κυκλοφόρησε, μάνα…

Η υπόσχεση που σου ‘δωσα, έγινε πράξη. Το βιβλίο με Ιστορίες από τις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου και το ποδήλατό μου τυπώθηκε κι είναι πια στα χέρια μου. Σε δυο τρεις μέρες θα ΄ναι και στα βιβλιοπωλεία. Το κοιτώ και χαμογελώ πλατιά γιατί ξέρω πόσο πολύ σου άρεσε να ακούς αυτές τις ιστορίες. Πόσο πολύ ήμουν τα μάτια σου, όπως έλεγες, όταν στις διάβαζα, πόσο πολύ ήσουν μαζί μου, να «περιπατείς», να με διορθώνεις.

Να το πεις σε όλους εκεί πάνω και πιο πολύ στον πάτερα μου που ξέρω πως τον προσέχεις πολύ γιατί δεν μπορεί μόνος του να τα καταφέρει. Να τού το εξηγήσεις σιγανά , να το καταλάβει. Ξέρω πως το  δικό σου λίγο φως βοηθά και τα δικά του μάτια να μην χάνεται τελείως στα σκοτάδια του.

Είδες που κατάφερα να μας κάνω χαρούμενους μια τόσο δύσκολη μέρα. Αυτό δεν μου έλεγες, να ψάχνω τη χαρά, την απόλαυση, να διώχνω με κάθε τρόπο όλες τις λύπες πολύ μακριά…

Αχ μάνα, αχ μπαμπά …

Στην αγορά μέσα, στην καρδιά του Μεγάλου Κάστρου, πουλούσαν τα αγαπημένα σας μανουσάκια. Πήρα πολλά ματσάκια και γέμισα το σπίτι με μυρωδιές, χρώμα και θύμηση…


Ο Γιάννης Μπετεινάκης ήταν ο πατέρας μου. Έφυγε σε ηλικία 91 χρόνων στις 14 Φεβρουαρίου 2020.

Η Μαρίκα Δοκιμάκη ήταν για μένα η δεύτερη  μάνα και πολύ ξεχωριστός άνθρωπος που έφυγε στα 92 της χρόνια στις 16 Φεβρουαρίου 2019.

Πλήρης ημέρων κι οι δυο τους και πολύτιμοι της ζωής μου και για όσα χρόνια ζήσω κι εγώ!

Να μην ξεχάσετε να πείτε «Σ΄αγαπώ» σήμερα στους δικούς σας πολύτιμους μικρούς και μεγάλους, που είναι δίπλα σας και σας χαμογελούν αληθινά και σας κρατούν το χέρι στα εύκολα και τα δύσκολα.


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 14 Φεβρουαρίου 2022 : https://www.patris.gr/