Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ :https://www.patris.gr/2020/02/17/thymasai-mpampa/
Διαβάστε, Σχολιάστε,ξεφυλλίστε μαζί μας βιβλία που αγαπάμε και που ...ζητάνε αναγνώστες!
Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025
Θυμάσαι, μπαμπά;
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ :https://www.patris.gr/2020/02/17/thymasai-mpampa/
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023
Παράξενη μέρα ξημέρωσε πάλι μπαμπά, θυμάσαι;
![]() |
| 1982, Παντοπωλείον Ιωάννης Μπετεινάκης |
Σήμερα είναι 14 του Φλεβάρη και λένε πως η μέρα
είναι γιομάτη κόκκινο χρώμα και μυρωδιές κι έρωτα και χαμόγελα.
Γιορτάζει ο έρωτας σήμερα, θυμάσαι μπαμπά;
Οι τελευταίες μας λέξεις :
«Σ’ αγαπώ ίσαμε
τον ουρανό» σου είχα πει!
«Κι εγώ…» με βραχνή φωνή απάντησες κι ύστερα η
απόλυτη σιωπή…
Ένας χρόνος μπαμπά πέρασε, σαν σήμερα, κι ανέβηκα το ξημέρωμα
σε εκείνο τον μικρό λόφο των Αρχανών. Οι δυο μας πάλι, κανείς άλλος. Έτσι και αλλιώς
δεν επιτρέπεται να έρθει κανείς να τιμήσει την μνήμη. Όλα εκείνα τα κοσμικά κι
οι τελετές τον τελευταίο χρόνο απλοποιήθηκαν κι απαγορεύτηκαν. Κι εγώ έβαλα
έναν κωδικό με αριθμό για να έρθω εδώ. Δεν γινόταν να μην αφήσω έστω ένα λουλούδι
στο τελευταίο σου σπίτι.
Τι να σου πρωτοπώ μπαμπά. Βαριά η ψυχή μου, πολύ βαριά. Οι εξελίξεις
των τελευταίων ημερών ραγδαίες και νιώθω μόνιμα έναν κόμπο στο λαιμό. Το πιο σπουδαίο
απ’ όλα είναι πως η μαμά είναι καλά. Βράχος για όλους μας. Μαντέμι κι αντέχει όλα
όσα γίνανε. Δεν την έφερα. Επικίνδυνο λένε…
Κατέβηκα στην πλατεία μπαμπά, θυμάσαι; Άδεια τελείως, τα καφενεία
και τα μαγαζιά, ερμητικά κλειστά. Όχι μόνο γιατί σήμερα είναι Κυριακή αλλά
γιατί υπάρχουν πια πολλοί περιορισμοί και φόβος.
Κι ύστερα πήρα τον δρόμο τον αμαξωτό, όπως τον έλεγες και
σταμάτησα …στο μαγαζί μας. Άλλαξε η πρόσοψη,
όμως η πόρτα εκείνη που ανέβαινε στην ταράτσα ήταν η ίδια. Κι είδα τις καρέκλες
παρατεταμένες στη σειρά έξω στο πεζοδρόμιο. Ο θείος ο Νίκος, ο θείος ο Γιώργος,
ένας φίλος σου που ξεχνάω τώρα το παρατσούκλι του με την τραγιάσκα του κι εσύ. Στεκόσουν
όρθιος ακουμπισμένος στην πόρτα, με την
ποδιά στη μέση, την υφαντή από της μάνας σου τον αργαλειό.
Τι έπρεπε να κάνω; Να αντιγράψω από ένα κόμματι χοντρό χαρτόνι από το πακέτο των τσιγάρων του θείου Νίκου όλα τα νούμερα των τηλέφωνων στο καινούργιο τετράδιο που ήταν σαν ευρετήριο. Έπρεπε να τα γράψω στη σωστή σελίδα και με καθαρά μεγάλα γράμματα. Πολύ δύσκολη δουλειά αλλά πρόκληση για μια μαθήτρια της Β΄τάξης δημοτικού κι έπρεπε να τα καταφέρω. Πολλά τα ονόματα, πολλοί κι οι αριθμοί. Κι ύστερα θα άνοιγα το μεγάλο συρτάρι του γραφείου και εκεί μέσα σε νάιλον διαφανή σακουλάκια θα φύλασσα όλα τα μικρά κέρματα. Δεκάρες, κοσάρες και πενηνταράκια γράφοντας το σωστό ποσό σε ένα μικρό χαρτάκι για το κάθε σακουλάκι. ( Κάτι σαν …Γλώσσα και Μαθηματικά σε πρακτική εξάσκηση). Αργά το απόγευμα τέλειωσα, είχα χάσει όλο το παιχνίδι στο διπλανό χάλασμα μα δεν με ένοιαζε. Περίμενα το δώρο μου για όλα αυτά τα σπουδαία που είχα κάνει. Και τότε με εκείνο το ζεστό σου χαμόγελο και σκουπίζοντας τα χέρια σου στην ποδιά μου δώσες ένα μεγάλο σακουλάκι με γαριδάκια Μπόζο από εκείνα που είχαν μέσα τους τους πλαστικούς ήρωες που μάζευα. Έτρεξα να καθίσω στο κατώφλι να δω πόσο τυχερή ήμουν.
Μου είχε τύχει ο Σκρουτζ, από τις πιο σπάνιες φιγούρες και την επόμενη μέρα στο σχολείο όλοι θα μου λέγαν πόσο πολύ θα ήθελαν κι αυτοί να τον είχαν. Κι όπως έτρωγα τα πορτοκαλί γαριδάκια μου χάζευα την κίνηση και τα μαγαζιά απέναντι. Ο φούρνος-ζαχαροπλαστείο του κυρ Ηλία, το στεγνοκαθαριστήριο του κυρ Μανόλη, το παπουτσίδικο της Μαρίας και πιο πάνω το τενεκετζίδικο και το βιβλιοπωλείο του «Μπουνή». Δίπλα μας ο κυρ Λευτέρης με τα λευκά είδη και από την άλλη μεριά το συμβολαιογραφείο του κυρ Γιάννη και το ηλεκτρολογικό μαγαζί του Τσαπίνου.Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου από τα δυνατά φώτα ενός αυτοκίνητου
που σχεδόν με τύφλωσε και σαν πέρασε απλώθηκε παντού σκοτάδι. Έρημος ο δρόμος,
τα μαγαζιά πουθενά…
Έψαξα να σε βρω μπαμπά… Σε είδα στην στροφή του δρόμου. Τα
καταγάλανα μάτια σου και το ζεστό χαμόγελο που φώτιζαν μοναδικά το πρόσωπό σου.
Χανόσουν , απομακρυνόσουν και ασυναίσθητα χάιδεψα το χέρι μου, να θυμηθώ εκείνο
το τελευταίο άγγιγμα…
Κοίταξα ξανά την μεγάλη ξύλινη πόρτα…
Θυμάσαι μπαμπά; https://zhtunteanagnostes.blogspot.com/2020/02/blog-post.html
Ο Γιάννης Μπετεινάκης πέθανε στις 14 Φεβρουαρίου 2020,
πλήρης ημερών και εμπειριών. Μια γενιά ανθρώπων που περάσανε πολλά νομίζω πως
χάθηκε με το φευγιό του. Ήταν ο πατέρας μου, ο δικός μου μπαμπάς, ο μεγάλος μου
πρώτος έρωτας κι ο πολύτιμός μου!
Ένας χρόνος πέρασε κιόλας, ένας χρόνος!
Δημοσιεύτηκε στο Cretalive. gr στις 14 Φεβρουαρίου 2021 :Εδώ!
Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2022
Χορεύουν τα γράμματα σήμερα πάνω στο χαρτί...
Στον κυρ Γιάννη τον πατέρα μου …
Στην κυρία Μαρίκα, τη δεύτερη μάνα μου…
Της Ελένης Μπετεινάκη
Χορεύουν τα γράμματα σήμερα πάνω στο χαρτί, βαρύ ζεϊμπέκικο,
ανδρικό, του έρωτα και του θανάτου. Κι ύστερα ημερεύουν και πιάνουν συρτό
αγκαλιαστό και μαλακώνει λίγο η ψυχή κι ο νους…
Τα δάκρυα ανακατεμένα με θύμησες, χαρές κι αγάπη, πολλή αγάπη που δεν την καταλύει ο
χρόνος, ούτε ο θάνατος.
14 του Φλεβάρη, μέρα που γιορτάζει ο έρωτας κι είναι παντού το κόκκινο χρώμα σκορπισμένο. Το χρώμα του πάθους και της χαράς. Για μένα μέρα βαριά, ασήκωτη στην ψυχή.
Δυο χρόνια πάνε λοιπόν, σαν σήμερα, που χάθηκε η μια μου
ρίζα σε τούτον τον τόπο. Ο πρώτος μεγάλος έρωτας της ζωής μου, ο πατέρας μου,
έφυγε απότομα, ξαφνικά και γρήγορα… Στα χέρια μου σχεδόν έσβησε, με εκείνο το «κι
εγώ» σαν απάντηση στη δική μου φράση «Σ’ αγαπώ μπαμπά, ίσαμε τον ουρανό
και πάλι πίσω», που έχει στοιχειώσει στο μυαλό.
Την μεγάλη φωτογραφία κοιτώ κι αχνογελώ βουρκωμένη από τις θύμησες.
Μάτια καταγάλανα, κι ας ήταν άδεια τα τελευταία χρόνια, χαμόγελο πλατύ, και μια
έκφραση που λένε όλοι πως έχω την ίδια.
Από το ένα χέρι σε πήρα χθες μπαμπά και από το άλλο πήρα την
μαμά, που ευτυχώς είναι καλά, και σας κατέβασα στη «Χώρα». Περπατήσαμε σιγά
σιγά, σε γνώριμους δρόμους και στέκια
που αν και λίγο αλλαγμένα ακόμα υπάρχουν. Σταματήσαμε για έναν ελληνικό καφέ με
ελάχιστη ζάχαρη στου «Τσιχλάκη», στην αγορά που τόσο σου άρεσε. Χάρηκε η μαμά
κι άρχισε να μας λέει ιστορίες που ζήσαμε σε τούτο το μαγαζί κοντά μισό αιώνα πριν.
Θυμάσαι μπαμπά;
Τώρα το καφεκοπτείο έχει τον εγγόνο του γέρο Τσιχλάκη στο
τιμόνι, τον Δημήτρη,όμως η μαμά δεν χόρταινε να μου θυμίζει αλλοτινούς καιρούς
και ξεχασμένες ώρες που ‘χαμε όλοι μαζί περάσει εδώ, κουβεντιάζοντας, περιμένοντάς
σε να μας πάρεις με το μεγάλο φορτηγό…
Κι ύστερα περπατήσαμε όλη την οδό 1866 και κάναμε άλλη μια στάση
στου Κιούλπαλη. Να πάρεις κονιάκ χύμα από το δυνατό και καραμέλες βουτύρου για
τα μεγάλα γυάλινα συρτάρια του μαγαζιού μας. Κι εκεί απέξω συναντήσαμε την
κυρία Μαρίκα μας, τη Δοκιμάκη, τη δεύτερη μου μάνα. Αγκαλιές και χωρατά ανταλλάξατε
κι εμένα τα μάτια μου βρύση αστείρευτη. Εκείνη ήθελε αμυγδαλόψιχα για να βάλει
στα περίφημα πορτοκαλάκια της, ένα γλυκό που όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα ποτέ
να το κάνω σαν το δικό της.
Θυμάσαι μπαμπά;
Και τα ‘φερε έτσι η μοίρα κι ο καιρός να σας μνημονεύω
μαζί…. Παράξενες, τραγικές συμπτώσεις!
Και που να ξέρατε πόσο πολύ αλλάξαν όλα στον κόσμο μετά από
το φευγιό σας.
Γύρισα τα μάτια μου στην άλλη μεγάλη φωτογραφία τη δική σου
μάνα, κι είδα το δικό σου γελαστό πρόσωπο. Δεύτερη μάνα μου, αρχόντισσα της
ψυχής και του Μεγάλου Κάστρου, Κυρία Μαρίκα μας ! Πάλι σου διάβασα εκείνο το
κείμενο για τον έρωτα, το τελευταίο μας, που είχες τόσο πολύ ενθουσιαστεί με τα
γραφόμενα που χειροκροτούσες σαν μικρό παιδί και με προέτρεπες να το στείλω
παντού να το διαβάσουν όλοι.
Θυμάσαι μάνα;
Ακόμα τη νιώθω δίπλα μου, ξέρω πότε ενθουσιάζεται, πότε
δακρύζει, πότε της αρέσει πιο πολύ κάποιο από τα κείμενά μου και πότε θέλει να
συμπληρώσω κάτι ακόμα, για να καταλάβει και να «δει» την εικόνα, όπως μου
έλεγε…
Συναπάντημα δύσκολο και τούτο, απώλεια δυσαναπλήρωτη, φευγιό
απότομο, γρήγορο, στερητικό.
Κυκλοφόρησε,
μάνα…
Η υπόσχεση που σου ‘δωσα,
έγινε πράξη. Το βιβλίο με Ιστορίες από τις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου και το
ποδήλατό μου τυπώθηκε κι είναι πια στα χέρια μου. Σε δυο τρεις μέρες θα ΄ναι
και στα βιβλιοπωλεία. Το κοιτώ και χαμογελώ πλατιά γιατί ξέρω πόσο πολύ σου άρεσε
να ακούς αυτές τις ιστορίες. Πόσο πολύ ήμουν τα μάτια σου, όπως έλεγες, όταν στις
διάβαζα, πόσο πολύ ήσουν μαζί μου, να «περιπατείς», να με διορθώνεις.
Να το πεις σε όλους εκεί πάνω και πιο πολύ στον πάτερα μου
που ξέρω πως τον προσέχεις πολύ γιατί δεν μπορεί μόνος του να τα καταφέρει. Να
τού το εξηγήσεις σιγανά , να το καταλάβει. Ξέρω πως το δικό σου λίγο φως βοηθά και τα δικά του μάτια
να μην χάνεται τελείως στα σκοτάδια του.
Είδες που κατάφερα να μας κάνω χαρούμενους μια τόσο δύσκολη
μέρα. Αυτό δεν μου έλεγες, να ψάχνω τη χαρά, την απόλαυση, να διώχνω με κάθε
τρόπο όλες τις λύπες πολύ μακριά…
Αχ μάνα, αχ μπαμπά …
Στην αγορά μέσα, στην καρδιά του Μεγάλου Κάστρου, πουλούσαν
τα αγαπημένα σας μανουσάκια. Πήρα πολλά ματσάκια και γέμισα το σπίτι με μυρωδιές,
χρώμα και θύμηση…
Ο Γιάννης Μπετεινάκης ήταν ο πατέρας μου. Έφυγε σε ηλικία 91 χρόνων στις 14 Φεβρουαρίου 2020.
Η Μαρίκα Δοκιμάκη ήταν για μένα η δεύτερη μάνα και πολύ ξεχωριστός άνθρωπος που έφυγε
στα 92 της χρόνια στις 16 Φεβρουαρίου 2019.
Πλήρης ημέρων κι οι δυο τους και πολύτιμοι της ζωής μου και
για όσα χρόνια ζήσω κι εγώ!
Να μην ξεχάσετε να πείτε «Σ΄αγαπώ» σήμερα στους δικούς σας
πολύτιμους μικρούς και μεγάλους, που είναι δίπλα σας και σας χαμογελούν αληθινά
και σας κρατούν το χέρι στα εύκολα και τα δύσκολα.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 14 Φεβρουαρίου 2022 : https://www.patris.gr/












