Το παραμύθι της βροχής

Κυριακή 13 Αυγούστου 2023

Οι "Δεκαπεντάρηδες" τ ΄Αυγούστου!


Της Ελένης Μπετεινάκη*

Κι έφτανε επιτέλους ο πιο αγαπημένος μήνας του καλοκαιριού, ο Αύγουστος. Γεμάτος πανηγύρια, πολύτιμες αγορές παιχνιδιών από τους πλανόδιους πραματευτάδες, σύκα τα αγαπημένα μου και σταφύλια…

Μπαίναμε στον μήνα του τρύγου, του πολέμου όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο πατέρας μου…

Συνέβαινε όμως και κάτι άλλο, βαθιά χαραγμένο στην μνήμη μου κι αυτό.

Κάθε χρόνο την τελευταία μέρα του Ιούλη γινόντουσαν μεγάλες ετοιμασίες στην «Κάτω Γειτονιά» ή Κατσοπρινιά, πίσω από τα Σχολειά των Απάνω Αρχανών. Δυο – τρεις οικογένειες μέρες μαζεύανε τα πράγματα τους σε μπόγους και βαλίτσες.  Κουβέρτες, σεντόνια ακόμα και χιράμια, τσουκάλια, πιατικά, ρούχα, μεγάλες ντενέκες με νερό. Ήταν η ώρα του φευγιού, για να εκπληρωθεί το μεγάλο τάμα.

«Δεκαπεντάρηδες» τους φώναζαν αυτούς τους ανθρώπους, όχι γιατί ήτανε νέοι στην ηλικία, αλλά γιατί θα λείπανε τις πρώτες δεκαπέντε μέρες του Αυγούστου από τον τόπο τους. Θυμάμαι πως φορτώνανε τις παλιές τρίκυκλες μηχανές με την σιδερένια καρότσα ίσαμε ψηλά και τα χοντρά σκοινιά να κρέμονται στα πλάγια. Κι όλα αυτά σκεπασμένα με μια κατάλευκη φλοκάτη, κατακαλόκαιρο.

 Στο μοναστήρι της Παναγιάς της Χαρακιανής, θα ΄ταν φιλοξενούμενοι, γατί το τάμα τους ήταν βαθύ, βαρύ και αλησμόνητο. Εκείνη την φορά που ΄ναι πιο δυνατή στη δική μου θύμηση ήταν η οικογένεια του Μανολιού που επειδή είχε γιαίνει πια  από βεβαιωμένη κακιά αρρώστια ετοιμάζονταν για αναχώρηση…. Μας αφήνανε το κλειδί, να ποτίζουμε τα βασιλικά και τα γεράνια τους, μια φούξια μπουκαμβίλια που ΄ταν καμάρι της γειτονιάς κι ένα σωρό οδηγίες. Να τα ποτίζουμε μόλις έδυε ο ήλιος, να μην ιδρώσουν, να μην χαθεί ούτε μια σταγόνα από την ζέστη της μέρας, άδικα. Να μαζεύουμε τα αυγά από το κοτέτσι, όλα δικά μας να τα κρατούμε, να ταΐζουμε στάρι και καλαμπόκι τις κότες και να προσέχουμε τον κόκορα γιατί ήταν άγριος και τσιμπούσε με το παραμικρό.


Κι ήθελα κι εγώ να γίνω «Δεκαπεντάρης» ή «Δεκαπεντιστής» ή «Δεκαπενταρίτης» να πάμε κι εμείς εκδρομή και να μείνουμε μέρες μακριά από το χωριό  αλλά οι υποχρεώσεις του μπακάλικου του πατέρα μου ήταν τόσες πολλές που και η σκέψη μόνο ήταν απαγορευτική.

«-Ώρα μας είναι εδά, βεντεμιάτικο, να κάνομε  διακοπές στα μοναστήρια» έλεγε με την αυστηρή του φωνή ο μπαμπάς και δεν σήκωνε ούτε δεύτερη κουβέντα.

Και  σαν επέστρεφαν πια την επαύριο της Παναγιάς αναμέναμε με λαχτάρα τις διηγήσεις, τις ιστορίες να μάθουμε τα γενούμενα και τις ιστορίες της «ξενιτιάς.

Οι  βεγγέρες οργανωνότανε  τις νύχτες στην αυλή της γιαγιάς και στα πεζοδρόμια των σπιτιών των δικών τους και των δικών μας. Κάθε βράδυ ίσαμε τα μεσάνυχτα που ΄πεφτε η ζέστη…

Λέγαν λοιπόν πώς δεν μένανε, πάντα μέσα στο μοναστήρι,
αλλά σε μια καλύβα, απόξω, κι είχε μεγάλο «σεϊρι», τούτη η διαμονή, γιατί τα βράδια ακούγονταν ένα σωρό θόρυβοι της εξοχής, και κουκουβάγιες πάνω στα δέντρα και συρσίματα παράξενα. Φίδια, άρκαλοι, ποντικοί κανείς δεν ήξερε. Σκεπασμένοι από κορφής με κουβέρτες, δεν πολύ-δίνανε σημασία. 

Ο Μανόλης μια φορά μας είχε εκμυστηρευτεί πως ένα βράδυ είχε δει ένα δράκο να πετάει πάνω απ’ τα κεφάλια τους, θεριό τεράστιο. Του ‘χε κοπεί η λαλιά κι η ανάσα αλλά εκείνος δεν τους έδινε σημασία, μόνο πετούσε, πετούσε να φτάσει το πρωινό αστέρι της Αυγής, το Σείριο να πάρει το μαντάτο του καιρού του Αυγούστου να το μεταφέρει στη χώρα των Γιγάντων που θέλαν να γνωρίζουν τα δικά τους μερομήνια!

Κι άλλα βράδια ακούγονταν τραγούδια και μουσικές παράξενες από γλυκόλαλες κοπέλες. Μπορεί να ταν, οι νεράιδες που στήνανε το χορό, ποιος ξέρει;

Άλλωστε Αύγουστος ήταν  ο μήνας των νεράιδων, των ξωτικών, των άστρων και των παραμυθιών!

 


* Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του Αέρα, υπό έκδοση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου