Το παραμύθι της βροχής

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτες Ζωγράφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτες Ζωγράφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Ανδρέας Γεωργιάδης ο Κρης …1892 - 11 Αυγούστου 1981



O Χανιώτης  ζωγράφος που τον χαρακτήρισε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου : «…Ένας παρ’ ολίγο μοντέρνος».
Σαν σήμερα, πριν από 34 χρόνια, έφυγε από τη ζωή ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους ζωγράφους που ανέδειξε η Κρήτη. O Ανδρέας Γεωργιάδης που υπέγραφε τα έργα του ως "Κρης".
Μαθητής,του Γεωργίου Ροϊλού,του Δημήτρη Γερανιώτη,του Γεωργίου Ιακωβίδη και του Σπυρίδωνος Βικάτου στη Σχολή Καλών Τεχνών, συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι (Académie Julian και Académie de la Grande Chaumière) και στη Μπολόνια (Regia Scuola per Industria dArte, 1930-1931). Δίδαξε στη Σχολή από το 1947 ώς το 1961. Υπήρξε ο κατεξοχήν θιασώτης της μεγάλης δυτικής καλλιτεχνικής παράδοσης.
Ο πατέρας του μόλις έχει επιστρέψει στην Κρήτη το 1892, μετά από την αμνήστευσή του από καταδικαστική απόφαση της Πύλης και έχει καταφύγει στην Αθήνα στέλνοντας τους δικούς του στη Μήλο.
O Εργάτης
Το 1896 ο Ανδρέας φτάνει στην Αίγυπτο μετά την πυρπόληση της πόλης των Χανίων. Στην Ισμαηλία και το Κάιρο ζει τα παιδικά του χρόνια. Δουλεύει στην αρχή στα συνεργεία του εργολάβου Β.Βερνάρδου που αναλαμβάνει διακοσμήσεις οικοδομών. Με την εμπειρία που αποκτά εργάζεται αργότερα κοντά στον ζωγράφο – διακοσμητή Orlando και στην συνέχεια στο αρχιτεκτονικό γραφείο των αδελφών Nistri, μέχρι που συμπλήρωσε τα 18 του χρόνια.
Έρχεται στη Αθήνα το 1910 και δίνει εξετάσεις στην Σχολή Καλών Τεχνών («Σχολή Γραφικών Τεχνών» τότε) και κατατάσσεται στην τρίτη τάξη με δάσκαλο τον Γερανιώτη.
Πολεμά ως εθελοντής με το σώμα των Γαριβαλδίνων («Ερυθροχιτώνων»), στους Βαλκανικούς Πολέμους.  

Στη μάχη του Δρίσκου τραυματίζεται και χάνει το ένα του μάτι.
οι δύο φιλοι, 1950
Ξαναρχίζει τις σπουδές του στη Σχολή το 1914 για μια επταετία με δασκάλους του τους Ιακωβίδη, Ροϊλό και Βικάτο. Παίρνει το πρώτο βραβείο του Υπουργείου Τ.Τ.Τ. το 1922 στον Πανελλήνιο Καλλιτεχνικό Διαγωνισμό για τη δημιουργία έργου με θέμα την Έξοδο του Μεσολογγίου.
Αποσπά το πρώτο βραβείο στον Αβερώφειο διαγωνισμό του Πολυτεχνείου και εξασφαλίζει τετραετή υποτροφία για το Παρίσι (1925 – 1929). Εκεί φοιτά στην Ecole des Beaux Arts και στις ελεύθερες Ακαδημίες Julian, Colarossi και Grande Chaumiere. Μελετά παράλληλα τα έργα των μεγάλων δασκάλων της Αναγέννησης στα μουσεία του Παρισιού, της Μαδρίτης, του Τολέδο και του Εσκοριάλ. Ταξιδεύει επίσης στις Βρυξέλες, στην Αμβέρσα και στην Γάνδη. Εκπονεί μια σειρά από εικοσιπέντε μελέτες με ελεύθερες αφομοιώσεις από τα έργα των Ριμπέρα, Καρένιο, Τισιανού, Βελάσκεθ, Ρούμπενς, Βαν Ντάικ και Ρενουάρ.
Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1929 και παρουσιάζει την πρώτη ατομική του έκθεση με σαράντα έργα στην αίθουσα «Παρνασσός». Του χορηγείται υποτροφία Ηρακλέους Βόλτου του Πανεπιστήμιου Αθηνών και συνεχίζει για τρία χρόνια τις σπουδές του πάνω στις τεχνοτροπικές και τεχνικές εξελίξεις της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής. Μελετά τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο στο Λούβρο και στην Γκαλερία Κορσίνι.

Μάνα
Το έργο του «Μάνα» γίνεται δεκτό από κριτική επιτροπή ζωγράφων και παρουσιάζεται στην έκθεση του Grand Palais στο Σαλόν της χρονιάς, όπου εκθέτουν κατ’εξαίρεση και μη γάλλοι ζωγράφοι. Φοιτά για ένα χρόνο στην Βασιλική Ακαδημία Regia Scuola per Industria Arte στην Μπολόνια και ειδικεύεται στην τεχνική της νωπογραφίας με καθηγητή τον Μάριο Ροβέρσι.
Του απονέμεται «τιμής ένεκεν» μετάλλιο και δίπλωμα για τα εκατό χρόνια της απελευθέρωσης του ελληνικού έθνους το 1931. Ανακηρύσσεται επίτιμο μέλος της Ενώσεως Παλαιών Πολεμιστών και του δίνεται δίπλωμα για τις υπηρεσίες του προς το έθνος και την τέχνη. Το 1934  παίρνει μέρος στην Διεθνή Έκθεση της Βενετίας και μαζί με τον Δημήτριο Δήμα αποσπούν το ενδιαφέρον του κριτικού τέχνης Ούγκο Οτζέτι.
Το 1935  διορίζεται, μαζί με τον Φώτη Κόντογλου, από το Υπουργείο Παιδείας, μέλος της Επιτροπής για την επισκευή και αποκατάσταση των τοιχογραφιών στην Αίθουσα Τροπαίων στα Παλιά Ανάκτορα. Εκλέγεται από την Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών να αποστείλει έργο του στη Διεθνή Έκθεση του Σίδνεϋ της Αυστραλίας.
Διορίζεται από την ολομέλεια των καλλιτεχνικών σωματείων μέλος της Κριτικής Επιτροπής της Πανελληνίου Εκθέσεως και το 1947 εκλέγεται καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών όπου διδάσκει χρώμα και σύνθεση στην έδρα της ζωγραφικής μέχρι το 1961.Το 1965 επιλέγεται πρόεδρος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου και μένει στη θέση αυτή μέχρι το 1970.
«…Ο Ανδρέας Γεωργιάδης ο Κρης, ή Ανδρέας ο Κρης όπως συνήθιζε να υπογράφει τα έργα του, γεννήθηκε στα Χανιά το 1892 και πέθανε στην Αθήνα το 1981. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών (1914-1923) και κατόπιν με υποτροφία του Πολυτεχνείου Αθηνών στο Παρίσι (1924-1929). Από τότε ταξίδεψε συστηματικά στην Ισπανία, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία και στην Ιταλία,μελετώντας και αναπαράγοντας τα έργα των μεγάλων ζωγράφων της Ευρώπης. Εξελέγη καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών το 1947, εξέθεσε τα έργα του τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό αποσπώντας θετικές κριτικές και δραστηριοποιήθηκε επίσης στο Καλλιτεχνικό Επιμελητήριο ως πρόεδρός του ενώ έγραφε και θεωρητικά κείμενα για την τέχνη της εποχής του. Το γεγονός ότι ο Γεωργιάδης υπήρξε ιδρυτικό και δραστήριο μέλος της« Ομάδας Ακαδημαϊκών Ζωγράφων», που ιδρύθηκε το 1937 και υποστήριξε την αναπαραστατική τέχνη, μαζί με τους Σ. Βικάτο, Α. Γεραλή, Γ. Προκοπίου,Κ. Αρτέμη, Σ. Παπαναγιώτου, Π. Λύτρα, Δ. Πελεκάση και Α. Χριστοφή,88 συνέβαλε ενδεχομένως στην κατάταξή του από πολλούς σύγχρονους Έλληνες ιστορικούς τέχνης στις τάξεις των ακαδημαϊκών ζωγράφων συντηρητικών τάσεων με πίστη στην παράδοση και στις κλασικές αξίες της ζωγραφικής.
Πράγματι, ο Γεωργιάδης δουλεύει προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις και ιστορικές σκηνές με μεγάλη εμβρίθεια, κάνοντας αναφορές σε μεγάλες μορφές της παραδοσιακής Ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Παρά την αγάπη και τη φιλοπατρία με την οποία αποτυπώνει θέματα από την ελληνική ιστορία, η έννοια της παράδοσης που επαγγέλλεται δεν είναι γεωγραφικά περιορισμένη στα όρια της ελληνικής επικράτειας, όπως στην περίπτωση του Φώτη Κόντογλου, μια και φαίνεται πως διαπνεόταν από την πεποίθηση ότι ο Ευρωπαϊκός ανθρωπισμός είναι ουσιαστικά ελληνοκεντρικός από τη σκοπιά της καταγωγικής του προέλευσης.
Είναι επίσης αποκαλυπτικό το γεγονός, το οποίο δεν έχει προσεχθεί όσο του αξίζει, ότι ο Γεωργιάδης δεν εμπνέεται από τις κλασικές αξίες της Ιταλικής Αναγέννησης αλλά ούτε από το κληροδότημα της κλασικής ή νεοκλασικής ορθολογιστικής ζωγραφικής του τύπου του Πουσέν. Οι επίμονες αναφορές του είναι στους Τισιάνο, Γκρέκο, Ρέμπραντ, Χαλς, Βελάσκεθ,Ντελακρουά, Ανγκρ, Κουρμπέ, Μανέ, Πισαρό, Κορό και Ρενουάρ. Οι αναφορές αυτές, οι οποίες αναγνωρίζονται στην ίδια τη ζωγραφική του πρακτική,τόσο στη χειρονομιακή αλλά και απόλυτα ελεγχόμενη πινελιά, στην πληθωρική αλλά συγκροτημένη και ζυγισμένη σύνθεση, όσο και στην πλούσια χρωματική και τονική γκάμα, θεσπίζουν μιαν αμφίσημη σχέση με τις αξίες της κλασικής παράδοσης, ειδικά όταν αυτές εννοηθούν με αυστηρό τρόπο και αναφορικά με την Ιταλική Αναγέννηση και τα ρεύματα του κλασικισμού και νεοκλασικισμού του 18ου και 19ου αιώνα. Το παραπάνω σε συνδυασμό με τη συστηματική κριτική που διατυπώνει στα κείμενά του για την καταλυτική επέλαση του μοντερνισμού και τις δυσμενείς αναφορές του σε ζωγράφους όπως οφορών των ζωγράφων και των σχολών από τις οποίες εμπνέεται. Η απόπειρά του να επωμιστεί τη συνολική υπεράσπιση της ζωγραφικής σε μια εποχή που η πρωτοκαθεδρία της απειλείται, τον οδηγεί σε μια εκλεκτικιστική και συγκρητική αντιμετώπισή της από επάλξεις οι οποίες αργότερα, τη δεκαετία του 1980, θα καταληφθούν από τους μεταμοντέρνους υπερασπιστές της. Έτσι εξηγείται και ο επιτυχημένος χαρακτηρισμός που ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου προφητικά του απέδωσε το 1929 επισημαίνοντας στην κριτική του το παράδοξο των πηγών του: «ένας παρ’ ολίγο μοντέρνος». Επομένως το έργο του Γεωργιάδη δεν είναι συντηρητικό, διότι δεν υπακούει στα κελεύσματα της εποχής του αλλά έχει την τραγικότητα κάποιου που τολμά να ορθώσει το ανάστημά του ενάντια σε αυτά.
Ούτε ακαδημαϊκό είναι, με τις έννοιες του ψυχρού, τυποποιημένου, στείρου και ψεύτικου, διότι διέπεται από μια ζέση και ένα πάθος που τολμά ένα μεγαλεπήβολο συγκερασμό ρευμάτων και τεχνικών κι έχει γι’ αυτό μιαν αλήθεια, όπως αποδεικνύουν αφενός η τροπή που πήραν τα πράγματα προς το τέλος του εικοστού αιώνα, αφετέρου η μαρτυρία των πολυάριθμων μαθητών του…»*


ΠΗΓΕΣ:
*Το παραπάνω κείμενο είναι από το βιβλίο της Ντενιζ Χλόης Αλεβίζου : Η Κρήτη των Καλλιτεχνών 19ος - 20ος αιώνας, Αγιογραφία - Ζωγραφική - Γλυπτική, εκδ. Δοκιμάκης.
 desiris
nikias.gr
politeianet.gr

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 11 Αυγούστου 2015 :http://www.cretalive.gr/history

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Θωμάς Φανουράκης 1915 -1993...

"Αναμνήσεις του Στυλιανού Αλεξίου από Κρητικούς Ηρακλειώτες, όπως γράφει ο ίδιος, τους οποίους είχε γνωρίσει πολύ καλά".{από το βιβλίο :Κείμενα φιλίας και μνήμης, Στυλιανός Αλεξίου, εκδ. Δοκιμάκης, 2010}, αλλά και μια περιγραφή της πόλης του Ηρακλείου λίγο πριν τον πόλεμο του ΄40...

ΘΩΜΑΣ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗΣ (1915-1993) - αποσπάσματα...
 
…Τον γνώριζα από τότε που ήμουν παιδί. Κατοικούσε προπολεμικά στην τότε οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (σήμερα Γιάννη Χρονάκη), γειτονικά με το σπίτι του παππού μου Στρατή Βουρδουμπάκη, στο οποίο οικογενειακώς έμενα.........
Τα κατάρτια
.... Περνώντας, έβλεπα την εξώπορτα του σπιτιού του πάντα ανοιχτή, όπως συνηθιζόταν τότε στο Ηράκλειο. Φαινόταν η αυλή με τις γλάστρες και τα λουλούδια γύρω από μια κεντρική λεμονιά, κάτω από την οποία δειπνούσαν τα δροσερά βράδια του καλοκαιριού οι Φανουράκηδες.Τα περισσότερα σπίτιαστο Ηράκλειο ήταν διόρωφες μονοκατοικίες και είχαν αυλές, που λειτουργούσαν ως πνεύμωνες του σπιτιού για τον αερισμό και τον φυσικό φωτισμό των γύρω δωματίων, και ως χώροι παιχνιδιού για τα παιδιά.....

Ο Θωμάς σ΄όλη του τη ζωή θυμόταν το Ηράκλειο των παιδικών του χρόνων, όχι από ρομαντική νοσταλγία, αλλά επειδή έβλεπε ότι η τότε πόλη, χωρίς υψηλές οικοδομές στα στενά, χωρίς μολυσμένο αέρα και πανδαιμόνιο τροχοφόρων, ήταν ανθρωπινότερη. Από παντού έβλεπες τον Ψηλορείτη και άκουγες χειμώνα καλοκαίρι τον ήχο της θάλασσας, ενώ πάνω μας συνεχώς περνούσαν , από άνοιξη ως το φθινόπωρο , χιλιάδες χελιδόνια..... 


το παιχνίδι
Ο Θωμάς εκτιμούσε την εποχή του και για κάτι άλλο. Υπήρχε ακόμη καλαισθησία στα σπίτια: “Δεν έβλεπες τίποτε άσχημο "όπως έλεγε χαρακτηριστικά" Ντουλάπες, μπουφέδες, τραπέζια, ήταν φτιαγμένα από επιπλοποιούς. Δεν ήταν απρόσωπα και κρύα βιομηχανικά προϊόντα. Πλαστικά δεν υπήρχαν. Οι τοίχοι δεν καλύπτονταν από άθλιους ζωγραφικούς πίνακες ή " αφίσες" και " πόστερς"..............
.....  Αργότερα, μετά τον πόλεμο, άρχισα να κάνω συντροφιά με τον Θωμά. Τον επισκεπτόμουν στο ζωγραφικό εργαστήριό του, που άλλαζε κατά διαστήματα θέση στο Ηράκλειο. Τελικά ο Θωμάς εγκαταστάθηκε στο ιδιόκτητο μικρό “ατελιέ” του στην περιοχή Πεντεβή, που ήταν επί πολλά χρόνια και κατοικία του. Κάναμε συντροφιά, μαζί με άλλους φίλους, και όλοι χαιρόταν την καλλιέργεια, την ειρωνεία και το “χιούμορ¨του..................
Το τηλέφωνο 1970,

Άλλοι πίνακες του είναι εκτεθειμένοι στη Δημοτική Πινακοθήκη, στον αναστηλωμένο βενετικό ναό του Αγίου Μάρκου. Ανήκουν στην τελευταία ζωγραφική παραγωγή του Φανουράκη, που είχε γίνει αρκετά γνωστή κια στην Αθήνα, και που χαρακτηριζόταν από μιαν ιδιότυπη τεχνική παράστασης ξύλινων επιφανειών, με λεπτομέρειες αντικειμένων ή τοπίου, στο βάθος. Εγινε λόγος από την κριτική για " μαγικό ρεαλισμό".Ο ίδιος αποκαλούσε τη ζωγραφική αυτή “μεταφυσική” με την έννοια ότι απέδιδε τη"μυστική αίσθηση της ζωής". .Από τους λογίους των Αθηνών που είχαν επισκεφθεί το εργαστήριό του στη δεκαετία του 1950, τον είχε εκτιμήσει κυρίως ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος και τον είχε μνημονεύσει, βάσει των ως τότε έργων του, κυρίως ως προσωπογράφο, με άρθρο του στη Νέα Εστία.


Ο Φανουράκης είχε ζωγραφίσει και ωραίες " ακουαρέλες" τοπίων και συνοικιών του Ηρακλείου...

...Στο χρονικό διάστημα που ήμουν Εφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης, ....ο Θωμάς είχε εργαστεί στο Μουσείο Ηρακλείου ως καλλιτεχνικός σχεδιαστής αρχαίων αντικειμένων.....

....Εζησε όλη του τη ζωή στο Ηράκλειο , και μόνο για ένα μικρό διάστημα ταξίδεψε στο Παρίσι, χωρίς, όπως φαίνεται να εντυπωσιαστεί πολύ.

Κείμενα Φιλίας και μνήμης , Στυλιανός Αλεξίου,εκδ. ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ , 201http://www.bigbook.gr/index.php?lang_id=1&mode=singleBook&book_id=192577

Τα κείμενα που παρουσιάζονται στον τόμο αυτό αφορούν αναμνήσεις από εκλεκτούς κρητικούς τους οποίους ο Στυλιανός Αλεξίου είχε γνωρίσει πολύ καλά. Ήταν άνθρωποι που συνέβαλαν καθοριστικά στην άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου στην Κρήτη και στην κυρίως Ελλάδα, με προβολή και στο εξωτερικό. Τα κείμενα αναφέρονται σε πρόσωπα όπως: Νίκος και Γαλάτεια Καζαντζάκη, Ανδρέας Καλοκαιρινός, Μενέλαος Παρλαμάς, Νικόλαος Πλάτων, Έλλη Αλεξίου, Παντελής Πρεβελάκης, Οδυσσέας Ελύτης, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Θεοχάρης Δετοράκης και άλλοι.



Ο ίδιος Θωμάς Φανουράκης εξιστορεί από την εμπειρία τουγια τα πρώτα του βήματα στη ζωγραφική στο εργαστήριο του Αλεξανδρίδη,  μικρό παιδί ακόμα...  : { από το βιβλίο :Η Κρήτη των καλλιτεχνών, 19ος - 20ος αιώνας, Αγιογραφία, Ζωγραφική,Γλυπτική, Ντενίζ -  Χλόη Αλεβίζου, εκδ. Δοκιμάκης }

Το μικρό ντουλάπι, 1970, 
..."Πιστεύω πως η μοίρα του κάθε τεχνίτη προδιαγράφεται, από την ώρα της γέννησής του, με το τι πρωτοείδανε τα μάτια του και τι πρωτάκουσαν τ άφτιά του΄ θυμήθηκα αμέσως το πρωινό που τεσσάρω χρονώ, με πήρε από το χέρι η μάνα μου,για να με πάει πρώτη φορά στο σκολειό. Εγώ δοσ΄του να λέω : " Εγώ δε θέλω , εγώ δε θέλω". Ομως οι αντιρρήσεις σταμάτησαν, όταν διάκρινα μπροστά σ΄ανοιχτό παράθυρο, το προφίλ ενός νέου άντρα που κρατούσε στ΄ αριστερό χέρι ένα ίσιο, λεπτό βεργάκι με τρίχες στην άκρη.Μ αυτό το ραβδί άγγιζε μια τον ξύλινο δίσκο και μιά το μ΄ άσπρο μπογιά βαμμένο και στεγνωμένο χαρτόνι, όπως σα να το ξεσκόνιζε ελαφρά, άπλωνε πρώτα πάνω κει τα χρώματα κόκκινα και πορτοκαλιά που γίνονταν ουρανός σ΄ ώρα δύσης κι ύστερα χρώματα μενεξεδιά που γίνονταν βουνά.Κοιτούσα σα μαγεμένος....


( Ο πίνακας Το μικρό Ντουλάπι, του Θωμά Φανουράκη βρίσκεται στη συλλογή του Κ. Σχιζάκη στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου)

Η Πόλη του Ηρακλείου και ο Θωμάς Φανουράκης ... ( Απόσπασμα από το βιβλίο : η Κρήτη των καλλιτεχνών

Το χάρτινο ψάρι
....ολόκληρη η Ελλάδα και το Ηράκλειο χτίζονται.Παντού ξεφυτρώνουν τσιμεντοκολώνες.Το μπετόν σκεπάζει παραλίες, κάμπους , βουνά...Η αναρχία που επικρατεί είναι κάτι το ασύλληπτο....
Ο Θωμάς, βλέπει και καταγράφει και διαισθάνεται τι θα γίνει.Τώρα έχει το χρόνο να ζωγραφίζει . " Δεν είμαι πια Δημόσιος Υπάλληλος" , όπως έλεγε ο ίδιος.Στο εργαστήρι του στον Μπενετβή, από το παράθυρο του βλέπει τ΄ αμπέλια , τις ελιές και στο βάθος στην καταγάλανη λουρίδα της θάλασσας......Ζωγραφίζει σκαλωσιές, χάρτινους μύλους, ζύγια,χάρτινα πουλιά, σύμβολα όλα και φτάνει στις περίφημες αναμονές , τα σίδερα, που περιμένουν τη συνέχιση της οικοδόμισης...

Τον Θωμά τον πληγώνει η Ελλάδα , όπως έλεγε ο Σεφέρης.Το καταγγέλει και είναι αυστηρός, σκληρός, ασυμβίβαστος....




Η Κρήτη των Καλλιτεχνών, 19ος - 20ος αιώνας, Αγιογραφία, Ζωγραφική,Γλυπτική, Ντενίζ -  Χλόη Αλεβίζου, εκδ. Δοκιμάκης }

Με αναφορές σε περίπου διακόσιους, στην πλειονότητά τους άγνωστους έως σήμερα καλλιτέχνες (αγιογράφους, ζωγράφους και γλύπτες) που έζησαν στην Κρήτη την περίοδο 1800-1950, και με παρουσιάσεις και αναλύσεις έργων τους που συνοδεύονται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό, η μελέτη, "Η Κρήτη των καλλιτεχνών", αποσκοπεί να αποτελέσει μία πρώτη γνωριμία με κεντρικές όψεις της παραγνωρισμένης ιστορίας της καλλιτεχνικής ζωής του τόπου. ... Η πρώτη καταγραφή και αποθησαύριση ενός άγνωστου υλικού που διαμορφώνεται αργά και προβάλλει μέσα από τα τεράστια αναχώματα που είχαν στηθεί στα χρόνια της σκλαβιάς και βρίσκει την ολοκλήρωσή του στις μέρες μας. Μια πραγματικά μεγάλη προσπάθεια, ένα χειροπιαστό αποτέλεσμα, ένας εμπλουτισμός της έρευνας της νεότερης ελληνικής ιστορίας της ζωγραφικής. Μια αποκάλυψη ονομάτων, ζωγραφικών έργων και συλλεκτών, που δεν μπορούν πια να μας αφήσουν αδιάφορους... Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

Δείτε το :http://www.bigbook.gr/index.php?lang_id=1&mode=singleBook&book_id=184685