Το παραμύθι της βροχής

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αύγουστος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αύγουστος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Με μια βαριά βαλίτσα φεύγει ο Αύγουστος απόψε...

 

Της Ελένης Μπετεινάκη

«Με μια βαριά βαλίτσα, γεμάτη καλούδια  και μια ακόμα πιο βαριά διάθεση  φεύγει ο Αύγουστος απόψε…

Με κοιτάει πότε πότε στα μάτια κι είναι σαν να μου λέει πως καλά τα κατάφερε φέτος…

Δεν είχε, στο τόπο μου τόπο μου τουλάχιστον, δυνατές ζέστες κι άφησε το βοριάδακι να μας δροσίζει όλες τις νύχτες. Κι εκείνο το ολόγιομο μπλε του φεγγάρι χιλιοτραγουδίστηκε πάλι …

-Να σου δείξω την πραμάτεια μου, μου είπε σκουντώντας με! Πού τρέχει κυρά ο λογισμός σου;

-Καλέ μου Αύγουστε μακάρι να καθόσουνα λιγάκι ακόμα. Λέγαν οι παλιοί στις σοφές παροιμίες τους επειδή σε αγαπούσαν τόσο πολύ πώς θέλανε να ερχόσουν δυο φορές το χρόνο!


Κοκκίνησε από χαρά και ντροπή κι ύστερα πήρε να μου δείχνει όλα όσα είχε φορτώσει σε εκείνη τη


βαλίτσα…

Φρούτα γεμάτη ήτανε, που τα βρήκε στο σεργιάνι του στα περβόλια. Ξεχωριστή θέση είχε κρατήσει για τα σύκα και τα σταφύλια. Σε μια γωνίτσα της είχε φυλάξει κοχύλια, πεταλίδες και πέτρες μικρές στρογγυλές σε χίλια χρώματα. Ένα ματσάκι βασιλικό από την Εικόνα της Παναγιάς του Δεκαπενταύγουστου, κι ένα μικρό κομμάτι φανουρόπιτα μήπως και χρειαστεί κάτι γλυκό στο μεγάλο του ταξίδι απόψε!

Ένα  μαντηλάκι μου΄δειξε  κεντημένο  με ασημοκλωστές από του φεγγαριού το χρώμα. Το μαγιό του ήταν ακόμη νωπό και το ‘χε τυλίξει σε μια μεγάλη πετσέτα γεμάτη καραβάκια… Χαχάνισε σαν έπιασε μια γιρλάντα από χρωματιστά λαμπάκια. Την κράτησε ενθύμιο από εκείνο το μικρό ταβερνάκι στην ακροθαλασσιά  και στην άκρη της κρεμόταν μια νότα από εκείνο το πανηγύρι που ξεσήκωσε όλα τα νέα παιδιά προχθές το βράδυ και χορεύανε μέχρι το ξημέρωμα…

Kι όπως κρύβονταν ο ήλιος πίσω από την κορυφή του Στρούμπουλα κατάλαβε πως έπρεπε να μην το καθυστερήσει άλλο. Ώρα του ήταν να φύγει. Να πάρει μαζί του και τον πατέρα του το Καλοκαίρι μιας κι ο θείος του, το Φθινόπωρο βιαζότανε να έρθει να από-μαζέψουν τα σταφύλια, να στυφτεί ο μούστος, να αρχίσει το ζύμωμα του κρασιού…

Κοίταξε για μια ακόμα φορά μήπως κι έβρισκε ενα μικρό συννεφάκι να πιαστεί αλλά μάταια...

Έδωσε τότε μια δυνατή σπρωξιά στο εαυτό του κι έτρεξε να προλάβει ένα γλαρό στην ακροθαλασσιά...

Πρόλαβε όμως να φωνάξει τις τελευταίες του ορμηνιές...

- Να θυμάσαι πως την αποψινή νύχτα την φώναζαν τα παλιά χρόνια «κλειδοχρονιά» γιατί κλείνει με αυτήν το καλοκαίρι.  Σαν απόψε ανάβανε φωτιές να διωχτεί ο κακός καιρός και χρόνος και να έρθουν με δύναμη και ελπίδα οι καλύτερες μέρες του φθινοπώρου…

Τα μεσάνυχτα, το νου σας, ανοίγουν οι ουρανοί και κατεβαίνουν οι άγγελοι κι κάνουν απογραφή στις ψυχές! Για να ξορκίσουν το κακό οι νοικοκυραίοι, τα παλιότερα χρόνια έσπαζαν ρόδια στην είσοδο του σπιτιού τους μόλις η μέρα έφεγγε…

Σάστισα λίγο και τον κοίταξα κάπως παράξενα κι ύστερα τού έγνεψα  να πάει στο καλό!

«Ίσαμε του χρόνου!» μονολόγησε, και τον έχασα…

Κι έρχεται  σε λίγες ώρες εκείνος ο νιος και πρωτότοκος μήνας του Φθινοπώρου…

Αν ήταν κορίτσι ο Σεπτέμβρης σίγουρα θα τον λέγανε «Επιστροφή!»

Άλλοι θα τον φώναζαν «Ανάμνηση» κι άλλοι «Αρχή!»

Για μένα είναι ο «Άγιος ο Σχολικός»

Άρχισα ήδη να μυρίζω το χαρτί…

Κι έχω μια χαρμολύπη μέσα μου…

Χίλια καλώς να μας έρθει… 🍇💼📝🗒

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Οι "Δεκαπεντάρηδες" τ ΄Αυγούστου!


Της Ελένης Μπετεινάκη*

Κι έφτανε επιτέλους ο πιο αγαπημένος μήνας του καλοκαιριού, ο Αύγουστος. Γεμάτος πανηγύρια, πολύτιμες αγορές παιχνιδιών από τους πλανόδιους πραματευτάδες, σύκα τα αγαπημένα μου και σταφύλια…

Μπαίναμε στον μήνα του τρύγου, του πολέμου όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο πατέρας μου…

Συνέβαινε όμως και κάτι άλλο, βαθιά χαραγμένο στην μνήμη μου κι αυτό.

Κάθε χρόνο την τελευταία μέρα του Ιούλη γινόντουσαν μεγάλες ετοιμασίες στην «Κάτω Γειτονιά» ή Κατσοπρινιά, πίσω από τα Σχολειά των Απάνω Αρχανών. Δυο – τρεις οικογένειες μέρες μαζεύανε τα πράγματα τους σε μπόγους και βαλίτσες.  Κουβέρτες, σεντόνια ακόμα και χιράμια, τσουκάλια, πιατικά, ρούχα, μεγάλες ντενέκες με νερό. Ήταν η ώρα του φευγιού, για να εκπληρωθεί το μεγάλο τάμα.

«Δεκαπεντάρηδες» τους φώναζαν αυτούς τους ανθρώπους, όχι γιατί ήτανε νέοι στην ηλικία, αλλά γιατί θα λείπανε τις πρώτες δεκαπέντε μέρες του Αυγούστου από τον τόπο τους. Θυμάμαι πως φορτώνανε τις παλιές τρίκυκλες μηχανές με την σιδερένια καρότσα ίσαμε ψηλά και τα χοντρά σκοινιά να κρέμονται στα πλάγια. Κι όλα αυτά σκεπασμένα με μια κατάλευκη φλοκάτη, κατακαλόκαιρο.

 Στο μοναστήρι της Παναγιάς της Χαρακιανής, θα ΄ταν φιλοξενούμενοι, γατί το τάμα τους ήταν βαθύ, βαρύ και αλησμόνητο. Εκείνη την φορά που ΄ναι πιο δυνατή στη δική μου θύμηση ήταν η οικογένεια του Μανολιού που επειδή είχε γιαίνει πια  από βεβαιωμένη κακιά αρρώστια ετοιμάζονταν για αναχώρηση…. Μας αφήνανε το κλειδί, να ποτίζουμε τα βασιλικά και τα γεράνια τους, μια φούξια μπουκαμβίλια που ΄ταν καμάρι της γειτονιάς κι ένα σωρό οδηγίες. Να τα ποτίζουμε μόλις έδυε ο ήλιος, να μην ιδρώσουν, να μην χαθεί ούτε μια σταγόνα από την ζέστη της μέρας, άδικα. Να μαζεύουμε τα αυγά από το κοτέτσι, όλα δικά μας να τα κρατούμε, να ταΐζουμε στάρι και καλαμπόκι τις κότες και να προσέχουμε τον κόκορα γιατί ήταν άγριος και τσιμπούσε με το παραμικρό.


Κι ήθελα κι εγώ να γίνω «Δεκαπεντάρης» ή «Δεκαπεντιστής» ή «Δεκαπενταρίτης» να πάμε κι εμείς εκδρομή και να μείνουμε μέρες μακριά από το χωριό  αλλά οι υποχρεώσεις του μπακάλικου του πατέρα μου ήταν τόσες πολλές που και η σκέψη μόνο ήταν απαγορευτική.

«-Ώρα μας είναι εδά, βεντεμιάτικο, να κάνομε  διακοπές στα μοναστήρια» έλεγε με την αυστηρή του φωνή ο μπαμπάς και δεν σήκωνε ούτε δεύτερη κουβέντα.

Και  σαν επέστρεφαν πια την επαύριο της Παναγιάς αναμέναμε με λαχτάρα τις διηγήσεις, τις ιστορίες να μάθουμε τα γενούμενα και τις ιστορίες της «ξενιτιάς.

Οι  βεγγέρες οργανωνότανε  τις νύχτες στην αυλή της γιαγιάς και στα πεζοδρόμια των σπιτιών των δικών τους και των δικών μας. Κάθε βράδυ ίσαμε τα μεσάνυχτα που ΄πεφτε η ζέστη…

Λέγαν λοιπόν πώς δεν μένανε, πάντα μέσα στο μοναστήρι,
αλλά σε μια καλύβα, απόξω, κι είχε μεγάλο «σεϊρι», τούτη η διαμονή, γιατί τα βράδια ακούγονταν ένα σωρό θόρυβοι της εξοχής, και κουκουβάγιες πάνω στα δέντρα και συρσίματα παράξενα. Φίδια, άρκαλοι, ποντικοί κανείς δεν ήξερε. Σκεπασμένοι από κορφής με κουβέρτες, δεν πολύ-δίνανε σημασία. 

Ο Μανόλης μια φορά μας είχε εκμυστηρευτεί πως ένα βράδυ είχε δει ένα δράκο να πετάει πάνω απ’ τα κεφάλια τους, θεριό τεράστιο. Του ‘χε κοπεί η λαλιά κι η ανάσα αλλά εκείνος δεν τους έδινε σημασία, μόνο πετούσε, πετούσε να φτάσει το πρωινό αστέρι της Αυγής, το Σείριο να πάρει το μαντάτο του καιρού του Αυγούστου να το μεταφέρει στη χώρα των Γιγάντων που θέλαν να γνωρίζουν τα δικά τους μερομήνια!

Κι άλλα βράδια ακούγονταν τραγούδια και μουσικές παράξενες από γλυκόλαλες κοπέλες. Μπορεί να ταν, οι νεράιδες που στήνανε το χορό, ποιος ξέρει;

Άλλωστε Αύγουστος ήταν  ο μήνας των νεράιδων, των ξωτικών, των άστρων και των παραμυθιών!

 


* Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του Αέρα, υπό έκδοση

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Αύγουστος ήρθε...

Την τελευταία βραδιά του Ιούλη πίστευαν τα παλιά χρόνια πώς άνοιγαν οι ουρανοί κι ό,τι ήθελε κανείς θα μπορούσε να το ζητήσει...

Λέγαν ακόμα πως ξυπνούσαν όλες οι νεράιδες, κατέβαιναν στην άκρη των ποταμιών, αφήναν ξέπλεκα τα μαλλιά τους, λούζονταν στο φως του φεγγαριού κι ύστερα στήνανε χορό να καλωσορίσουν τον τρίτο γιο του καλοκαιριού, τον πιο Ερωτικό μήνα, τον Φεγγαρά, τον Συκολόγο και τον Δριμάρη…

Κι όποιος άκουγε το τραγούδι της πιο καλής, της πιο όμορφης, έχανε την φωνή του για να μην μαρτυρήσει  σε κανέναν  τα λόγια και τη μελωδία των ξωτικών.

Και μόλις περνούσαν τα μεσάνυχτα ένα μικρό αγόρι αψηφούσε όλα τα αερικά, τους θρύλους, τις ορμήνιες των μεγαλύτερων και με γάργαρο γέλιο κατηφόριζε βουνά, λαγκάδια και έφτανε στις αμμουδιές να μαζέψει κρινάκια, να σιγουρευτεί πως τα αυγά από τις χελώνες ήταν καλά κρυμμένα στην αμμουδιά. Πως τα σύκα είχαν αρχίσει να σκάνε και τα ξωκλήσια όλα ήταν καλά ασπρισμένα. Πώς οι βασιλικοί είχαν θεριέψει και περιμένανε εκείνη την μεγάλη μέρα που΄ταν αφιερωμένη στην Παναγιά να σκορπίσουν τ’ άρωμα τους σε όλη την πλάση. Κι ύστερα έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και συλλογιζότανε πως θα ξεκινούσε τον τρύγο των σταφυλιών και θα γέμισε ο αέρας ακόμα με  έντονη μυρωδιά από μούστο.

Αύγουστο τον λέγανε κι είχε δέρμα καψαλισμένο από τον Ήλιο…

Πρωταυγουστιά σήμερα!

Ο Σείριος έλαμπε στον ουρανό σήμερα πρωί πρωί λίγο πριν συναντήσει τον Ήλιο, να τον καλημερίσει, να του ευχηθεί για τον ερχομό τούτου του όμορφου παλληκαριού, του τρίτου γιού του Καλοκαιριού,  που όλοι το αγαπούν  γιατί φροντίζει για όλους τους άλλους. Του μήνα με τις Δρίμες ή Αλουστίνες, τα μερομήνια, τις ζέστες, τις γιορτές. Με τα σύκα του και τα σταφύλια,  με τις πιο ώριμες ντομάτες από ποτέ, με τους καρπούς όλους γινωμένους. Με  τον Αφέντη Χριστό να υψώνει την Χάρη Του σ΄όλες τις βουνοκορφές και την Παναγιά να γιορτάζει σε  όλα τα χωριά, τις πόλεις, ακόμα και στα μικρά, ξεχασμένα ξωκλήσια. Κι εκείνος ο τζίτζικας  να μην σταματά ούτε για μια στιγμή το τραγούδι του, μονότονο, χαρούμενο αλλά και απαραίτητο για να θυμίζει πως «επάτησεν»  πια ο χιλιόχρονος, ο πιο ερωτικός, ο Φεγγαράς, ο Συκολόγος, ο Τραπεζοφόρος, ο Πενταφάς, ο Δριμάρης Αύγουστος!

Μήνας που όλες οι νεράιδες και  τα ξωτικά ζουν μια από τις καλύτερες ώρες τους. Δώδεκα μέρες  χορεύουν και λικνίζονται και ανακατώνουν τα σπίτια, τα νερά και τους καρπούς. Σπέρνουν το χάος και την αταξία τούτες οι Δρίμες σαν άλλοι καλικάντζαροι που εκείνοι έρχονται ανήμερα των Χριστουγέννων και μένουν κι αυτοί για δώδεκα μέρες. Τα ξωτικά όμως τ΄Αυγούστου  δεν κάνουν μόνο σκανταλιές αλλά σπέρνουν παντού τον πανικό γιατί «μαγαρίζουν» τα νερά εκτός και ρίξεις ένα καρφί ή ένα πέταλο στη θάλασσα, στο ποτάμι, στο πηγάδι,  και τότε το κακό δεν θα σε βρει ποτέ. Αν όμως ξεχαστείς και λουστείς τούτες τις μέρες, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν.  Κι αν κατά λάθος πλύνεις τα ρούχα ή τα σκεπάσματα ίσως τα βρεις τρύπια και σκισμένα.

Τούτες  τις δώδεκα ή έξι πρώτες μέρες μέχρι του Χριστού, ανάλογα με την περιοχή μαντεύουν και τον καιρό. Κάθε μέρα ή κάθε δυο τα λεγόμενα μερομήνια,  ό,τι καιρό κάνει ή δείχνουν τα σημάδια θα ‘ ναι ο καιρός κάθε μήνα με τη σειρά, ξεκινώντας απ’ το Σεπτέμβρη.

Πρωταυγουστιά, και όσοι έμειναν την νύχτα  ξάγρυπνοι να κοιτάνε αστέρια, τα σημάδια και το άνοιγμα του ουρανού το προηγούμενο βράδυ,  έριχναν άμμο μέσα στο σπίτι για να υπάρχει αφθονία και ευτυχία και σαν ξημέρωνε, οι γυναίκες καθάριζαν τα χάλκινα αγγεία τους πρωί πρωί για να τα προλάβουν μέχρι να πάνε στην εκκλησιά , να πάρουν τον αγιασμό της μέρας, του μήνα ολόκληρου , να ξεκινήσει η πρώτη νηστεία για χάρη της Παναγιάς , της μάνας όλου του κόσμου. Δυο μάνες λένε πως έχει ο άνθρωπος. Η μια είναι εκείνη που τον γέννησε, η άλλη είναι η Παναγιά που πάντα την φέρνει στο μυαλό τις δύσκολες ώρες. Αυτή επικαλείται για βοήθεια στα μεγάλα του ζόρια.

Και περνούν  οι δύσκολες πρώτες μέρες, ίσαμε τη Χάρη του Χριστού στις 6 του μήνα. Αφέντη τον φωνάζουμε στην Κρήτη, όχι από δουλοπρέπεια, αλλά για να δείξουμε  το ψήφος, την εκτίμηση, την Αγάπη. Όλες σχεδόν οι εκκλησιές Του βρίσκονται πάνω στις βουνοκορφές κι αυτό γιατί  βουνό σημαίνει ανύψωση, ανάταση και επαφή με τον ίδιο το Θεό. Μεγάλη γιορτή, πολλά τα πανηγύρια( αν και δύσκολο φέτος), αμέτρητες οι προσφορές. Λέγαν πως την  παραμονή το βράδυ ξανάνοιγαν πάλι, οι ουρανοί  κι όσοι το πίστευαν δεν έβλεπαν πια νεράιδες, ή βασίλισσες ή ξωτικά αλλά ένα άγιο φως κι αυτό ήταν σημάδι, το ‘χαν για καλό.

Την άλλη μέρα η νηστεία του δεκαπενταύγουστου  διακόπτεται. Μπορεί να καταναλωθεί για φαγητό το ψάρι και η σκορδαλιά. Είναι η μέρα που ο παπάς λέει ευχή για τα σταφύλια και τα σύκα που θα προσκομιστούν στην εκκλησία και ανάλογα με τον καιρό που θα ‘χει θα φανεί σαν προμήνυμα φθινοπώρου ίσως γιατί  οι πελαργοί αρχίζουν το φευγιό τους σιγά σιγά  σε χώρες με θερμότερο κλίμα. Και θα γεμίσουν τα σπίτια κι οι εκκλησιές βασιλικούς ως τη γιορτή της Παναγιάς, προσφορά στη Χάρη Της. Σ΄ άλλα μέρη τούτη τη  μέρα ζύμωναν ψωμί, με το πρώτο αλεσμένο στάρι και τον έκαναν προσφορά στη Βρύση του χωριού κι είχε και σχήμα τζιτζικιού μιας και πίστευαν πως το στοιχείο του νερού έμοιαζε σε αυτό το έντομο και το ψωμί το ονόμαζαν «τζιτζιρόκλιτο».

Η Χάρη της Παναγιάς, η Κοίμηση της στις 15 είναι το δεύτερο Πάσχα της Ελλάδας ολόκληρης. Αν και  εγκαταλείπει  τα εγκόσμια, η ίδια θέλησε να καλέσει γνωστούς κι αγαπημένους φίλους και συνοδοιπόρους της γύρω από την νεκρική κλίνη , να κλείσει τα μάτια και να «κοιμηθεί». Κανείς να μην κλάψει τούτη τη μέρα, έτσι ήθελε,  γιατί η θύμηση θα έμενε και μένει πάντα στο μυαλό και την ψυχή. Όλος ο κόσμος Την γιορτάζει, απ’ άκρη σ’ άκρη ο Χριστιανισμός, η Ελλάδα πανηγυρίζει την Χάρη της. Και αμέσως την  επόμενη μέρα όλος ο κόσμος ανάστατος πάλι. Τα σταφύλια είναι πια ώριμα κι είναι η ώρα που θα αρχίσει ο «πόλεμος του θέρους». Η πιο μεγάλη αγροτική φιέστα, η πιο πολυπόθητη ώρα για τον γεωργό. Κι είναι βιαστικοί, να τα μαζέψουν, να απλώσουν την σταφίδα, γιατί ο σοφός λαός όσο κι αν αγαπάει τον Αύγουστο, τον φοβάται και χαρακτηριστικά λέει :  «Επάτησεν ο Αύγουστος, η άκρα του χειμώνα».

Και λίγο πριν φύγει και τούτο το τελευταίο παιδί του καλοκαιριού είναι οι γιορτές  του Αγίου Φανουρίου, του Αι Γιάννη του αποκεφαλιστή, του Αγίου Αλεξάνδρου και της Αγίας Ζώνης. Γιορτές γεμάτες θρύλους και δοξασίες για χαμένα αντικείμενα που βρίσκονται, με τάματα από φανουρόπιτες για τον άγιο που θεωρείται προστάτης στην Κρήτη των βοσκών και ειδικά στα μέρη εκείνα των ζωοκλοπών γιατί στο όνομά  του πάντα ορκίζονταν και έβρισκαν τα πρόβατα τους όσοι τα έχαναν. Μπροστά στην εικόνα του Αγίου κανείς δεν μπορεί να αρθρώσει ψεύτικο λόγο κι έτσι οι ζωοκλέφτες «έτρεμαν» τούτη τη ρήση σαν την άκουγαν από τα χείλη των βοσκών. Δεν χρειαζόταν την γνωστή φανουρόπιτα, ο λόγος και μόνο έφτανε. Τάζοντας στον Άγιο μια πίτα θα φανερώσει όλα τα ζητούμενα ακόμα και πρόσωπα όπως  στις κοπελιές θα φανερώνονταν ο γαμπρός που περίμεναν. Και το εθιμικό θέλει η πίτα να είναι ζυμωμένη μόνο με επτά ή εννιά υλικά για να ‘χει δύναμη το τάμα. Οι βοσκοί έστελναν στον Άγιο ένα από τα ζώα τους γιατί οι πίτες ήταν «γυναικείες δουλειές». Οι γεωργοί πάλι του πρόσφεραν λάδι κι αλλοίμονο αν δεν εκπλήρωναν την υπόσχεσή τους , λάδι δεν θα έμενε στο σπίτι τους.  Με ρίγη θα πορευτούν όσοι  δεν νηστέψουν την μέρα του Αι Γιαννιού στις 29 και με την τελευταία μέρα του μήνα που την λένε και «κλειδοχρονιά» γιατί κλείνει με αυτήν ο καλοκαιρινός χρόνος. Είναι το τελευταίο άναμμα της φωτιάς για να διωχτεί ο κακός καιρός και χρόνος και να μπουν με δύναμη και ελπίδα στον καλό καιρό, στις καλύτερες μέρες του φθινοπώρου…

Καλό Μήνα !

 

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Τ’ Αυγουστιάτικο φεγγάρι* …στα Παραμύθια του Σαββάτου!

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη

Εκείνα τα χρόνια τα παλιά όλα  ήταν διαφορετικά. Τα παιδιά έπαιζαν με τις ώρες στις αλάνες, στις εξοχές, στις ανηφοριές, στους κάμπους, στα φαράγγια και τις λίμνες, χωρίς να φοβούνται. Μια τέτοια παρέα είναι και αυτή της Άννας ή καλύτερα της Μάου Μάου, όπως την φωνάζουν οι κολλητοί της, που καταφέρνει με τις πλάκες, τα αστεία και την ευστροφία της, αν και κορίτσι, να γίνει ο αρχηγός της γειτονιάς, μάλιστα ανάμεσα σε τόσα αγόρια. Όλοι τους παιδιά Δημοτικού, σκαρφίζονται χίλια δυο πράγματα για να περάσουν το χρόνο τους με περιπέτειες μοναδικές και ανεπανάληπτες. Μόνο με κορίτσι δεν μοιάζει η Άννα στους τρόπους και την συμπεριφοράς της, αλλά δεν την νοιάζει και πολύ αυτό. Ζουν όλα, μια παιδική ηλικία ξεγνοιασιάς, χαράς που ίσως κάπου να θυμίζει και εκείνα τα δικά μας τα χρόνια. Και τι δεν έκαναν, και που δεν πήγαν με τις ιδέες της. Στον Γατσοπνίχτη, στον Καταρράκτη, στο ξωκλήσι με το νεκροταφείο, στην Ανηφοριά, στις φυλακές. Μια αναδρομή λοιπόν, μια θύμηση σε εκείνα τα χρόνια , στις συνήθειες και συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων, εκεί γύρω στις δεκαετίες του ’60 και ΄70.

Κι έτσι περνούσαν οι μέρες κι οι γιορτές, των Χριστουγέννων, της Αποκριάς με γλέντια και …φωτιές, ως την Πασχαλιά. Κι ύστερα ήρθε το καλοκαίρι και ξαφνικά όλα άλλαξαν. Η Άννα δεν θέλει πια να γυρνά μόνο με αγόρια αλλά της αρέσουν πια τα όμορφα πράγματα και τα φορέματα… Μάλλον εκείνη η …εφηβεία , έχει χτυπήσει την πόρτα της και στους φίλους της το ίδιο συμβαίνει. Ίσως με αφορμή εκείνο το έργο «Τ΄ Αυγουστιάτικο φεγγάρι», όλοι να νοιώσουν, να γευτούν την αλλαγή που έρχεται κι όλα εκείνα που υπεράσπιζαν με μανία  και θάρρος, να τους φανούν ανούσια .Καινούργιοι δρόμοι θα ανοιχτούν μπροστά τους και σκέψεις και συναισθήματα…

Μια διαδρομή νοσταλγική, μια ιστορία για μεγάλα παιδιά που θα γεμίσει τις ψυχές τους χρώματα, αρώματα και μυρωδιές μιας άλλης εποχής και ίσως μέσα από τούτο το βιβλίο να καταλάβουν και τη δική τους αλλαγή, στο σώμα, στη σκέψη και στην καθημερινότητά τους, ακόμα και αν δύσκολα μπορούν να την εξηγήσουν.

«Έτσι είναι  οι νύχτες με φεγγάρι, ξυπνούν ιστορίες, ανθρώπους και όμορφες στιγμές γεμάτες με ασημένιο φως και φεγγαροκουβέντες !»

Αναθεωρημένη έκδοση 2023
{…Η Άννα είναι μαθήτρια δημοτικού και σκέτος πονοκέφαλος για τη μαμά της, που υποστηρίζει ότι «τα θηλυκά δεν πρέπει να έχουν μεγάλο πόδι ούτε μεγάλο στόμα ούτε μεγάλο μπόι ούτε μεγάλη ιδέα». Η Άννα όμως δε λογαριάζει τον εαυτό της για θηλυκό! Μόλις κατάλαβε μάλιστα ότι δεν της αρέσουν τα κοριτσίστικα παιχνίδια, έψαξε και βρήκε την παρέα των αγοριών. Εκείνα, θα τη χρίσουν σύντομα αρχηγό τους. Τι θα συμβεί όμως στην Άννα όταν η γυναικεία της φύση αρχίζει να παίρνει το πάνω χέρι; Παιχνίδια και μπλεξίματα σε μια φαινομενικά ήσυχη επαρχιακή πόλη, η οποία κρύβει πολλά μυστικά.

Το μυθιστόρημα αποτελεί το πρώτο μέρος της τετραλογίας Η Άννα, τότε και πάντα, όπου παρακολουθούμε τη ζωή της Άννας από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν κορίτσι ακόμη μεγάλωνε στην επαρχία, ως τα μέσα της δεκαετίας του ’70, αμέσως μετά τη χούντα. Παράλληλα ζούμε μαζί της την ταραγμένη δεκαετία του ’60 στην Αθήνα, όπου είχε μετακομίσει…} από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

 


*Τ’ Αυγουστιάτικο φεγγάρι, Βούλα Μάστορη,( εικον. Νικόλας Ανδρικόπουλος) εκδόσεις Πατάκη https://www.patakis.gr/books/9786180706680-t-avgoustiatiko-fengari-anamorfom/


Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 16 Αυγούστου 2025 : εδώ!

 

 


Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

Το λένε «δεύτερο Πάσχα» των Ελλήνων κι εμείς απλά λέμε πως είναι «Της Παναγιάς!»

Της Ελένης Μπετεινάκη*

Η Παναγιά το πέλαγο κρατούσε στην ποδιά της

Τη Σίκινο, την Αμοργό και τ’ άλλα τα παιδιά της… «Τα ρω του Έρωτα», Οδυσσέας Ελύτης

Έτσι υμνεί ο ποιητής τη μάννα όλου του κόσμου…

Έτσι την θέλουμε κι εμείς, προστάτιδα όλων. Αν κι ο γενέθλιος τόπος μου δεν έχει θάλασσα είναι για μας η Παναγιά μας είναι σαν «Την  κυρά των αμπελιών, Κυρά μελαχρινή» όπως έγραψε ο  Γιάννης Ρίτσος …

Αρχάνες λένε τον τόπο μου, το ξέρετε πια πόσο τον αγαπώ, τον θαυμάζω, και τον κουβαλάω μαζί μου όπου κι αν βρίσκομαι ή ζω…

Κι είναι γεμάτος θρύλους και παραδόσεις, ιστορίες χαμένες στα βάθη των αιώνων, νεράιδες, ξωτικά, θαύματα. Κι είναι μέρες που γιορτάζει η Μάνα της Χριστιανοσύνης, της Ελλάδας, η Παναγιά μας. Είναι το «Δεύτερο Πάσχα »  όλων μας και η αρχή μιας άλλης μεγάλης αγροτικής γιορτής, τουλάχιστον κάποτε, εκείνη του Τρύγου, της συγκομιδής, των σταφυλιών και του κρασιού…

Στην Παναγία την Φανερωμένη ή Βατιανή των Αρχανών ανηφόρισα τούτο το πρωί!

Άφησα το αυτοκίνητο, στη μικρή πλατεία της Κατσοπρινιάς, ή των «Σκολειών» και περπάτησα ξανά ίσαμε εκείνη την εκκλησιά που για μένα παραμένει σύμβολο μοναδικό από την ώρα σχεδόν που αντίκρισα τον κόσμο…

Η μαγική πλακόστρωτη αυλή ήταν κατάφορτη με γλάστρες βασιλικού, έθιμο που χάνεται στα βάθη των χρόνων. Φέτος πιο πολύ από κάθε άλλη χρονιά. Λένε πως από παλιά οι  νοικοκυρές του χωριού τους φέρνουν  προσφορά στη Χάρη Της, όλη τη διάρκεια του Δεκαπενταύγουστου, για  να την συντροφεύουν  στο μεγάλο Της ταξίδι. Όσο πιο  περιποιημένη είναι η γλάστρα, όσο πιο πολύ φουντώνει ο βασιλικός,  τόσο φαίνεται η  νοικοκυροσύνη της γυναίκας που την έταξε…

Κι εκεί κάτω από την μεγάλη καρυδιά που χρόνια τώρα στέκει αγέρωχη, πότε με τα γυμνά της κλαδιά το χειμώνα, πότε με το πλούσιο φύλλωμα της το καλοκαίρι, δέχεται εκατοντάδες προσκυνητές από όλα τα μέρη του πλανήτη, ξενιτεμένους Αρχανιώτες που η παράδοση θέλει να γεμίζουν τούτες τις μέρα το χωριό, σαν μια επιστροφή στις ρίζες με αφορμή την Χάρη Σου… Παναγία μου!


Μια φράση που όλοι οι άνθρωποι, όλος ο κόσμος που πιστεύει σ΄ Αυτήν, επικαλείται σχεδόν καθημερινά, στα δύσκολα, στον κίνδυνο, στην προσευχή και παρακάλεσή του. Γιορτάζει  η Ελλάδα τούτες τις μέρες,  η Χριστιανοσύνη, κάθε χωριό, κάθε πόλη, κάθε νησί της. Με όποιο όνομα και να εκφωνεί την δική του Παναγία ο κάθε τόπος,έχει τουλάχιστον  μια εκκλησία αφιερωμένη στην Μάννα  όλου του Κόσμου. Γιορτάζουμε την Κοίμηση της  στις 15 του Αυγούστου κι όμως η μέρα δεν είναι πένθιμη. Η ίδια η παράδοση θέλει  την Παναγία να καλεί και να λέει σε όλους του φίλους της, στους Απόστολους και στους συγγενείς  που ήρθαν να την δουν, να μην θρηνήσουν σαν θα φύγει από τα εγκόσμια. Και αφού τους  καθησυχάζει  ξαπλώνει στο κρεβάτι της σαν να θέλει να κοιμηθεί, κι έτσι ...τελειώνει το πέρασμα της από τη Γη.

Μεγαλόχαρη, Φανερωμένη, Γλυκοφιλούσα, Βρεφοκρατούσα, Μαντηλούσα, Δεξιοχερούσα χίλια ονόματα Σου έχουν χαρίσει και ανάλογα με τον τόπο και την εικόνα Σου ένα νέο  γεννιέται  : Αμπελιώτισσα - Περδικολόγισσα  - Φοδελιώτισσα -Μυριοκεφαλίτισσα - Χρυσοσκαλίτισσα  στην Κρήτη, Γιάτρισσα στην Μάνη, Μυρτιδιώτισσα στα Κύθηρα, Καλαμού στην Ξάνθη, Δεκαπεντούσσα στη Σίφνο, Βροντού στη Σαλαμίνα, Ηλιόκαλλη σ΄ όλη την Ελλάδα που λούζεται από το φως του Ήλιου όλο το χρόνο και που το κάλλος της, την ομορφιά της μόνο ο ήλιος θα μπορούσε να ζηλέψει!

Κάθε εκκλησία και μια ιστορία, κάθε εικόνα και μια παράδοση!

Η Παναγία η Φανερωμένη των Αρχανών είναι μια εκκλησία πολύ παλιά. Πρωτοκτίστηκε τον 14ο αιώνα μόνο με ένα κλίτος και ήταν αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Λένε πως υπήρχε το ίδιο κτίσμα όλη την περίοδο της Ενετοκρατίας. Καταστρέφεται ολοσχερώς μαζί με όλες τις κατοικίες γύρω απ ΄ αυτήν και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή για να σωθούν. Επανέρχονται σταδιακά όταν οι Τούρκοι κατακτούν το νησί κι εκεί γύρω στα 1680 αρχίζουν να ξαναφτιάχνουν σπίτια και όσες εκκλησίες τους επέτρεπαν. Η περιοχή που βρισκόταν το μικρό εκκλησάκι είναι ερημωμένη  και με τέτοια βλάστηση από βάτους που παραμένει απλησίαστη. Ωστόσο οι κάτοικοι συνεχίζουν να ξαναφτιάχνουν τα σπίτια τους, να καλλιεργούν  τη γη και να βόσκουν τα πρόβατά τους . Η εκκλησία πρέπει να κτίστηκε κάπου κοντά στα 1690 και μέχρι το 1707. Το πρώτο της κλίτος ήταν και είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου το δεξί κλίτος της σημερινής Παναγίας των Αρχανών.

Και κάπως έτσι ξεκινούν οι ιστορίες, οι παραδόσεις και τα «παραμύθια»

«Ήταν μια νύχτα από κείνες του καλοκαιριού που ύπνος δεν κόλλαγε σε ένα βοσκό Αρχανιώτη στην καταγωγή. Βρίσκονταν πάνω στο Γιούχτα και φύλαγε τα πρόβατά του σαν είδε ένα  φως απέναντι του προς το χωριό. Δεν έδωσε πολύ σημασία  την πρώτη φορά, όμως το φως παρουσιαζόταν κάθε βράδυ όλο και πιο δυνατό και πάντα στο ίδιο μέρος. Η περιέργεια του μεγάλωσε πολύ και σκέφτηκε να το κάνει γνωστό και σε άλλους μην το περάσουν για τρελό. Φοβόταν μήπως λέγανε πως οι Νεράιδες του Αυγούστου και τα Δαιμονικά, οι Δρίμες ή Αλουστίνες,  που πηγαινόρχονταν κοντά στα παλικάρια με σκοπό να τα παραπλανήσουν  και να τους πάρουν τη λαλιά, του΄χαν πάρει και τα δικά του τα μυαλά… Οι σύντροφοί του το είδαν κι αυτοί και η  είδηση για το παράξενο φως διαδόθηκε παντού, σε όλους τους Χριστιανούς της περιοχής. Η πρόσβαση στο συγκεκριμένο σημείο αδύνατη λόγω των αγριόκλαδων και των βάτων που υπήρχαν αλλά και ενός ακόμη πιο σοβαρού προβλήματος. Η περιοχή ανήκε στον Τούρκο Μπέη που ήταν σκληρός, βίαιος και αμίλητος. Κανένας δεν είχε το θάρρος να πάει και να του μιλήσει για οτιδήποτε, πόσο μάλλον για ένα τέτοιο θέμα που συγκρούονταν και με την δική του την Πίστη.

Και τότε η Παναγιά έκανε το θαύμα της!

Ο Μπέης είχε για γυναίκα μια όμορφη ανατολίτισσα που ύστερα από πολλά χρόνια κατάφερε να μείνει έγκυος. Σαν έφτασε  η ώρα του τοκετού τα πράγματα άρχισαν να γίνονται πολύ δύσκολα. Η γέννα δεν πήγαινε καλά και η ανησυχία σε όλο το κονάκι ήταν διάχυτη. Ο  Μπέης έφερε μια μουσουλμάνα μαμή από το Μεγάλο Κάστρο όμως δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα. Κείνη τον ενημέρωσε  πως και η γυναίκα του και το παιδί που είχε μέσα της ήταν αδύνατον να σωθούν. Ο Μπέης έπεσε σε μεγάλη στενοχώρια και ανησυχία και τότε ένας Αρχανιώτης υπηρέτης του, του είπε αν ήθελε να ειδοποιούσε την δικιά τους μαμή μήπως και ήξερε τίποτα παραπάνω. Ο Μπέης αν και συλλογίστηκε πολύ μην έχοντας καμία ελπίδα επέτρεψε να φωνάξουν την Χριστιανή γυναίκα…

Η μαμή ήταν μια νέα κοπέλα, ανύπαντρη, έξυπνη πολύ, ευσεβής και πολύ έμπειρη στη δουλειά της. Ήρθε, έκαμε την προσευχή της στην Παναγιά και ξεγέννησε την έγκυο φυσιολογικά καταφέρνοντας να τη σώσει κι αυτή και το υγιέστατο αγοράκι της.

Ο Μπέης ήταν ενθουσιασμένος και είπε στην μαμή πως θα της έδινε ρεγάλο ότι του ζητούσε… Εκείνη σκέφτηκε λίγο και του ζήτησε το μικρό χωράφι με τους βάτους εκεί στην άκρη του χωριού που ήθελαν όλοι οι Χριστιανοί γιατί η πίστη του , του εξήγησε, είχε δώσει σημάδια πως κείνος ο τόπος ήταν αγιασμένος. Ο Μπέης δεν χρειάστηκε να σκεφτεί καθόλου και της το χάρισε μεμιάς να το κάνε ότι εκείνη ήθελε. Η χαρά της κοπέλας ήταν μεγάλη όπως και όλων των Αρχανιωτών. Πήγαν σχεδόν αμέσως εκεί, έσκαψαν και βρήκαν την εικόνα της Παναγιάς ζωγραφισμένη σε πέτρα  η οποία λίγο αργότερα, κτίστηκε σε ειδική κόγχη στο νότιο τμήμα της εκκλησίας στο ίδιο μέρος όπου βρέθηκε. Το όνομα της μαμής ήταν Μαρία Κουτεζοπούλα - Αρχογαροπούλα, και  πρωτοστατούσε σε όλη την διάρκεια των εργασιών. Η χρονολογία που είναι γραμμένη πάνω στην εικόνα, 1707, δείχνει ίσως τότε έγινε η αποπεράτωση, της εκκλησίας.

 Ένα καντήλι ακοίμητο τοποθετήθηκε σιμά της που ανάβει ακόμα και σήμερα!

Όταν οι Τούρκικες αρχές του Μεγάλου Κάστρου έμαθαν πως οι Αρχανιώτες Χριστιανοί άρχισαν να κτίζουν καινούργια εκκλησιά, διέταξαν αμέσως να γκρεμιστεί και επέπληξαν τον Μπέη που τους το είχε επιτρέψει. Εκείνοι συνέχιζαν με την ανοχή του Μπέη μα την τελευταία φόρα αναγκάστηκε και τους  έκοψε το νερό.

Δεν απελπίστηκαν όμως και με τη Χάρη της Παναγιάς άρμεξαν τα πρόβατα και τα κατσίκια τους,  φύλαξαν το γάλα των πρώτων  τριών ημερών και την τέταρτη νύχτα μάλαξαν πηλό με το γάλα και αποτελείωσαν την εκκλησιά.»

Λίγα χρόνια αργότερα προστίθεται το μεσαίο κλίτος, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Στα 1844, σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει στον βορινό τοίχο της εκκλησίας, ολοκληρώνεται το κτίσιμο με το τρίτο της κλίτος αφιερωμένο στους Άγιους Πάντες, καθώς κι ένας μικρός γυναικωνίτης. Στην μεγάλη επανάσταση του 1866 η εκκλησία λεηλατήθηκε, κάηκε και αποδείξεις αυτής της θηριωδίας φαίνονται πάνω στο μαυρισμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο που σώθηκε. Στα 1873 ξαναφτιάχτηκε ότι είχε καταστραφεί από έναν τεχνητή των Μιχάλη Αβρονύκτη, από το Μουχτάρο. Το περίφημο τέμπλο που σώζεται μέχρι σήμερα είναι ένα έργο τέχνης μοναδικής αξίας και ομορφιάς. Λένε μάλιστα πως την ίδια περίοδο που ο Αβρονύχτης έφτιαχνε το τέμπλο ένας εργάτης ο Γεώργιος Παχάκης έκοψε τον βάτο στο μέρος που βρέθηκε η εικόνα της Παναγιάς και που για χάρη Της κτίστηκε όλος ο ναός και ύστερα από λίγες ημέρες πέθανε από μια άγνωστη αρρώστια. Ο μύθος, η παράδοση ήθελε νεκρό όποιον ποτέ προσπαθούσε να τον κόψει ! Εξ αιτίας μάλιστα αυτού του βάτου η εκκλησία πήρε και το όνομα Βατιανή, όχι και τόσο γνωστό στα μέρες μας αλλά υπαρκτό προσωνύμιο. Τέλος να σημειώσουμε πως η  αυλή της χρησιμοποιήθηκε σαν νεκροταφείο περίπου μέχρι τα 1900.

Σήμερα η εκκλησία συγκεντρώνει πλήθος κόσμου όχι μόνο την ημέρα της Παναγιάς αλλά καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, μιας και λειτουργεί και εκθεσιακός χώρος πολύτιμων εικόνων, αμφίων, πολλών  ιερών σκευών και βιβλίων. Αποτελεί σύμβολο σε όλη  την Αρχάνα  και μάλιστα τα τελευταία χρόνια, στα 1930, δωρίστηκε από Αρχανιώτες που είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική το περίφημο ρολόι της, τοποθετημένο κι αυτό στην αυλή της,  που δεσπόζει, ψηλό, αγέρωχο και μνημείο μιας άλλης εποχής αλλά πάντα νοσταλγικής.

Μόνο το περίφημο καμπαναριό της Παναγιάς μας λείπει τούτες τις μέρες. Ο σεισμός της 27ης Σεπτεμβρίου 2021 το «ταρακούνησε» κι έτσι αφαιρέθηκε από το ναό με σκοπό να επισκευαστεί. Οι εργασίες για ένα πιο σύγχρονο μουσείο στο εσωτερικό της εκκλησίας μας  αρχίζουν αμέσως μετά  την μεγάλη γιορτή και έτσι σύντομα όλα να γίνουν όπως και πριν κ ίσως ακόμα καλύτερα…

Για την ιστορία να σημειώσουμε πως ακριβή ημερομηνία κατασκευής του καμπαναριού δεν βρήκα πουθενά. Σίγουρα μετά τα 1850 και ίσαμε τις αρχές τους 19ου αιώνα…

Πηγές:

Νίκος Χριστινίδης, Η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης των Αρχανών, εκδ. Ενορίας Επάνω Αρχανών,1993

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα», Ιδιωτική Συλλογή Διηγημάτων, υπό έκδοση


Φωτογραφίες : Ελένη Μπετεινάκη, Κωνσταντίνος Γριβάκης

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 14 Αυγούστου 2022 :Εδώ!

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Στον Αύγουστο που φεύγει...

«Με καψαλισμένα τα μαλλιά, μουτζουρωμένο πρόσωπο, και καπνισμένα ρούχα φεύγει ο Αύγουστος απόψε…

Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα κλαδί καμένο κι όλο το χάιδευε, του μιλούσε, το ΄φερνε στο μέρος της καρδιάς, τ΄ ακουμπούσε στοργικά και το νανούριζε…
Στο άλλο του χέρι τον είδα να πιάνει γερά μια βαλίτσα ολοσκόνιστη, παραγεμισμένη όμως με χίλια καλούδια. Τότε χαμογέλασε γλυκά κι αστράψανε τα λευκά του δόντια φωτίζοντας του το πρόσωπο που από την κάπνα της φωτιάς τον είχε κάνει αγνώριστο KAI φέτος…
Κοντοστάθηκε, έμπηξε το καμένο ξύλο στη γη και κτύπησε το πόδι του δυνατά σα να ‘θελε να την ξυπνήσει, να της πει να το προσέχει, μήπως του χρόνου που θα ξανάρθει, μήπως, κι έβγαζε ρίζα τούτο το κλαδί…
Κι ύστερα πήρε να μου δείχνει όλα όσα είχε φορτώσει στη βαλίτσα…
Φρούτα γεμάτη ήτανε, που τα βρήκε στο σεργιάνι του στα περβόλια. Ξεχωριστή θέση κράτησε για τα σύκα και τα σταφύλια. Σε μια γωνιά της βαλίτσας του είχε φυλάξει κοχύλια, πεταλίδες και πέτρες μικρές στρογγυλές σε χίλια χρώματα. Ένα ματσάκι βασιλικό από την Εικόνα της
Παναγιάς του Δεκαπενταύγουστου, κι ένα μικρό κομμάτι φανουρόπιτα κι ένα μαντηλάκι που ‘χε πάνω του κεντημένο με ασημοκλωστές ένα φεγγάρι ολόγιομο. Το μαγιό του ήταν ακόμη νωπό. Oύτε ο ίδιος δεν άντεχε τις ζέστες που του ξέφυγαν τόσο πολύ στο διάβα του. Μια γιρλάντα από χρωματιστά λαμπάκια από εκείνο το μικρό ταβερνάκι στην ακροθαλασσιά και μια μάσκα που ΄χε πάνω της ζωγραφιστό ένα ουράνιο τόξο και την φορούσε σχεδόν όλη μέρα.

Στην πάνω πάνω μεριά έβαλε την ομπρέλα του που όλη μέρα σήμερα την ανοιγόκλεινε γιατί σε πολλά μέρη ξέσπαγε μπόρα δυνατή.
Kι όπως κρύβονταν ο ήλιος πίσω από την κορυφή του Στρούμπουλα κατάλαβε πως έπρεπε να μην το καθυστερήσει άλλο. Ώρα του ήταν να φύγει. Να πάρει μαζί του και τον πατέρα του το Καλοκαίρι μιας κι ο θείος του, το Φθινόπωρο, είχε κάνει από το χάραμα την εμφάνισή του με τόσες βροχές που έριξε. Κοίταξε για μια ακόμα φορά τα σύννεφα και μόλις διάλεξε το πιο «γερό» ανέβηκε πάνω κι άκουσα μόνο τη φωνή του που μου δίνε τις τελευταίες παραγγελιές:
- Να θυμάσαι πως την αποψινή νύχτα την φώναζαν τα παλιά χρόνια «κλειδοχρονιά» γιατί κλείνει με αυτήν το καλοκαίρι. Σαν απόψε ανάβανε φωτιές να διωχτεί ο κακός καιρός και χρόνος και να έρθουν με δύναμη και ελπίδα οι καλύτερες μέρες του φθινοπώρου… Τα μεσάνυχτα, το νου σας, ανοίγουν οι ουρανοί και κατεβαίνουν οι άγγελοι κι κάνουν απογραφή στις ψυχές! Για να ξορκίσουν το κακό οι νοικοκυραίοι, τα παλιότερα χρόνια έσπαζαν ρόδια στην είσοδο του σπιτιού τους μόλις η μέρα έφεγγε…
Σάστισα λίγο και τον κοίταξα κάπως παράξενα κι ύστερα του γνεψα να πάει στο καλό!
«Ίσαμε του χρόνου!» μονολόγησε, και τον έχασα…
Κι έρχεται σε λίγες ώρες εκείνος ο νιος και πρωτότοκος μήνας του Φθινοπώρου…
Αν ήταν κορίτσι ο Σεπτέμβρης σίγουρα θα τον λέγανε «Επιστροφή!»
Άλλοι θα τον φώναζαν «Ανάμνηση» κι άλλοι «Αρχή!»
Για μένα είναι ο «Άγιος ο Σχολικός»
Άρχισα ήδη να μυρίζω το χαρτί…
Χίλια καλώς να μας έρθει… 🍇💼✏📝🗒

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2023

Αύγουστος είναι ο μήνας των νεράιδων, των ξωτικών, των άστρων, των παραμυθιών!

 

Της Ελένης Μπετεινάκη

«Η Ασημένια ήταν μια γέρικη ελιά πάνω από ενενήντα χρονών στην άκρη του αμπελιού μας. Την λέγαμε έτσι γιατί όπως έπεφτε ο ήλιος πάνω στα κλαδιά και τα φύλλα της, μοιάζανε ασημένια και εμείς τα θεωρούσαμε πολύτιμα…

Κάθε Αύγουστο λίγο μετά το πανηγύρι της Παναγιάς κατηφορίζαμε στο αμπέλι. Ήταν η πιο καλή μας ώρα, έλεγε ο πατέρας μου, αν βοηθούσαμε κι εμείς στο μάζεμα των σταφυλιών θα μας έδινε μεροκάματο 20 δραχμές στον καθένα μας. Το αποφασίζαμε χωρίς δεύτερη κουβέντα και ριχνόμασταν με όρεξη στη δουλειά αλλά λίγο πριν τελειώσει η πρώτη ώρα είχαμε ήδη βαρεθεί και τρέχαμε να ξεκουραστούμε κάτω από το δέντρο μας. Τα τζιτζίκια δεν μας άφηναν ούτε λεπτό σε ησυχία και για να τα τιμωρήσουμε ανεβαίναμε πάνω στα κλαδιά της γέρικης ελιάς και ψάχναμε για τα «πουκάμισά»  τους. Νομίζαμε  πως ήταν οι «πιτζάμες» τους και τους παίρναμε, να τα κρύψουμε να τ΄ αναζητούν σαν ερχόταν η νυχτιά. Το καλύτερο μας ήταν εκείνη τη βραδιά που μείναμε κάτω από την ελιά μας να φυλάμε τη σταφίδα γατί ένα σωρό κλέφτες γύριζαν από οψιγιά*  σε οψιγιά και έπαιρναν τον κόπο και τη σοδειά μιας ολόκληρης χρονιάς. Στην απόλυτη ησυχία της νύχτας, αν και φοβόμασταν λίγο, ακούγαμε τον πατέρα μου να μας λέει ιστορίες για δράκους, λιμάνια, πολιτείες και πειρατές κάτω από ένα τεράστιο ολόγιομο φεγγάρι και έναν υπέροχο ξάστερο ουρανό. Η φαντασία μας θέριευε και γινόταν πραγματικότητα όλες εκείνες οι ιστορίες. Μεταμορφώνονταν οι κουρμούλες* σε γιγάντια πειρατικά καράβια, τα πανιά τους ήταν τα φύλλα, και τα σπαθιά ήταν τα κλήματα που υψώνονταν κι είχαν γυμνωθεί. Όλα γίνονταν εκεί μπροστά μας, μέχρι το ξημέρωμα που το φεγγάρι έδινε τη θέση του σε έναν άλλο πρίγκιπα του ουρανού εξίσου λαμπρό και μοναδικό που σαν ξυπνούσε τα χαράματα φορούσε  απίστευτα χρώματα, τον Ήλιο.…

Ευτυχώς η μεγάλη ελιά των παιδικών μας χρόνων μπήκε στο παραμύθι της Χρωματούσας μου και αν ποτέ βρεθείτε στα μέρη μου θα τη δείτε που υπάρχει ακόμα, ολοζώντανη και ας κοντεύει πια τα εκατό!

Πρωταυγουστιά σήμερα.  Του μήνα που από την προκοπή και την μεγαλοσύνη της ψυχής του  θρέφει όλους τους υπόλοιπους με τα καλά και τα κακά του. Ο Σείριος έλαμπε στον ουρανό σήμερα πρωί πρωί λίγο πριν συναντήσει τον Ήλιο, να τον καλημερίσει, να του ευχηθεί για τον ερχομό τούτου του όμορφου παλληκαριού, του τρίτου γιού του Καλοκαιριού,  που όλοι το αγαπούν  γιατί φροντίζει για όλους τους άλλους. Του μήνα με τις Δρίμες ή Αλουστίνες, τα μερομήνια, τις ζέστες, τις γιορτές. Με τα σύκα του και τα σταφύλια,  με τις πιο ώριμες ντομάτες από ποτέ, με τους καρπούς όλους γινωμένους. Με  τον Αφέντη Χριστό να υψώνει την Χάρη Του σ΄όλες τις βουνοκορφές και την Παναγιά να γιορτάζει σε  όλα τα χωριά, τις πόλεις, ακόμα και στα μικρά, ξεχασμένα ξωκλήσια. Κι εκείνος ο τζίτζικας  να μην σταματά ούτε για μια στιγμή το τραγούδι του, μονότονο, χαρούμενο αλλά και απαραίτητο για να θυμίζει πως «επάτησεν»  πια ο χιλιόχρονος, ο πιο ερωτικός, ο Φεγγαράς, ο Συκολόγος , ο Τραπεζοφόρος, ο Πενταφάς, ο Δριμάρης Αύγουστος!

Μήνας που όλες οι νεράιδες και  τα ξωτικά ζουν μια από τις καλύτερες ώρες τους. Δώδεκα μέρες  χορεύουν και λικνίζονται και ανακατώνουν τα σπίτια, τα νερά και τους καρπούς. Σπέρνουν το χάος και την αταξία τούτες οι Δρίμες σαν άλλοι καλικάντζαροι που εκείνοι έρχονται ανήμερα των Χριστουγέννων και μένουν κι αυτοί για δώδεκα μέρες. Τα ξωτικά όμως τ΄Αυγούστου  δεν κάνουν μόνο σκανταλιές αλλά σπέρνουν παντού τον πανικό γιατί «μαγαρίζουν» τα νερά εκτός και ρίξεις ένα καρφί ή ένα πέταλο στη θάλασσα, στο ποτάμι, στο πηγάδι,  και τότε το κακό δεν θα σε βρει ποτέ. Αν όμως ξεχαστείς και λουστείς τούτες τις μέρες, τότε τα πράγματα δυσκολέυουν.  Κι αν κατά λάθος πλύνεις τα ρούχα ή τα σκεπάσματα ίσως τα βρεις τρύπια και σκισμένα.

Τούτες  τις δώδεκα ή έξι πρώτες μέρες μέχρι του Χριστού, ανάλογα με την περιοχή μαντεύουν και τον καιρό. Κάθε μέρα ή κάθε δυο τα λεγόμενα μερομήνια,  ό,τι καιρό κάνει ή δείχνουν τα σημάδια θα ‘ ναι ο καιρός κάθε μήνα με τη σειρά, ξεκινώντας απ’ το Σεπτέμβρη.


Πρωταυγουστιά, και όσοι έμειναν την νύχτα  ξάγρυπνοι να κοιτάνε αστέρια, τα σημάδια και το άνοιγμα του ουρανού το προηγούμενο βράδυ,  έριχναν άμμο μέσα στο σπίτι για να υπάρχει αφθονία και ευτυχία και σαν ξημέρωνε, οι γυναίκες καθάριζαν τα χάλκινα αγγεία τους πρωί πρωί για να τα προλάβουν μέχρι να πάνε στην εκκλησιά , να πάρουν τον αγιασμό της μέρας, του μήνα ολόκληρου , να ξεκινήσει η πρώτη νηστεία για χάρη της Παναγιάς , της μάνας όλου του κόσμου. Δυο μάνες λένε πως έχει ο άνθρωπος. Η μια είναι εκείνη που τον γέννησε, η άλλη είναι η Παναγιά που πάντα την φέρνει στο μυαλό τις δύσκολες ώρες. Αυτή επικαλείται για βοήθεια στα μεγάλα του ζόρια.

Και περνούν  οι δύσκολες πρώτες μέρες, ίσαμε τη Χάρη του Χριστού στις 6 του μήνα. Αφέντη τον φωνάζουμε στην Κρήτη, όχι από δουλοπρέπεια, αλλά για να δείξουμε  το ψήφος, την εκτίμηση, την Αγάπη. Όλες σχεδόν οι εκκλησιές Του βρίσκονται πάνω στις βουνοκορφές κι αυτό γιατί  βουνό σημαίνει ανύψωση, ανάταση και επαφή με τον ίδιο το Θεό. Μεγάλη γιορτή, πολλά τα πανηγύρια( αν και δύσκολο φέτος), αμέτρητες οι προσφορές. Λέγαν πως την  παραμονή το βράδυ ξανάνοιγαν πάλι, οι ουρανοί  κι όσοι το πίστευαν δεν έβλεπαν πια νεράιδες, ή βασίλισσες ή ξωτικά αλλά ένα άγιο φως κι αυτό ήταν σημάδι, το ‘χαν για καλό.


Την άλλη μέρα η νηστεία του δεκαπεντάγουστου  διακόπτεται. Μπορεί να καταναλωθεί για φαγητό το ψάρι και η σκορδαλιά. Είναι η μέρα που ο παπάς λέει ευχή για τα σταφύλια και τα σύκα που θα προσκομιστούν στην εκκλησία και ανάλογα με τον καιρό που θάχει θα φανεί σαν προμήνυμα φθινοπώρου ίσως γιατί  οι πελαργοί αρχίζουν το φευγιό τους σιγά σιγά  σε χώρες με θερμότερο κλίμα. Και θα γεμίσουν τα σπίτια κι οι εκκλησιές βασιλικούς ως τη γιορτή της Παναγιάς, προσφορά στη Χάρη Της. Σ΄ άλλα μέρη τούτη τη  μέρα ζύμωναν ψωμί, με το πρώτο αλεσμένο στάρι και τον έκαναν προσφορά στη Βρύση του χωριού κι είχε και σχήμα τζιτζικιού μιας και πίστευαν πως το στοιχείο του νερού έμοιαζε σε αυτό το έντομο και το ψωμί το ονόμαζαν «τζιτζιρόκλιτο».

Η Χάρη της Παναγιάς, η Κοίμηση της στις 15 είναι το δεύτερο Πάσχα της Ελλάδας ολόκληρης. Αν και  εγκαταλείπει  τα εγκόσμια, η ίδια θέλησε να καλέσει γνωστούς κι αγαπημένους φίλους και συνοδοιπόρους της γύρω από την νεκρική κλίνη , να κλείσει τα μάτια και να «κοιμηθεί». Κανείς να μην κλάψει τούτη τη μέρα, έτσι ήθελε,  γιατί η θύμηση θα έμενε και μένει πάντα στο μυαλό και την ψυχή. Όλος ο κόσμος Την γιορτάζει, απ’ άκρη σ’ άκρη ο Χριστιανισμός, η Ελλάδα πανηγυρίζει την Χάρη της. Και αμέσως την  επόμενη μέρα όλος ο κόσμος ανάστατος πάλι. Τα σταφύλια είναι πια ώριμα κι είναι η ώρα που θα αρχίσει ο «πόλεμος του θέρους». Η πιο μεγάλη αγροτική φιέστα, η πιο πολυπόθητη ώρα για τον γεωργό. Κι είναι βιαστικοί, να τα μαζέψουν, να απλώσουν την σταφίδα, γιατί ο σοφός λαός όσο κι αν αγαπάει τον Αύγουστο, τον φοβάται και χαρακτηριστικά λέει :  «Επάτησεν ο Αύγουστος, η άκρα του χειμώνα».


Και λίγο πριν φύγει και τούτο το τελευταίο παιδί του καλοκαιριού είναι οι γιορτές  του Αγίου Φανουρίου, του Αι Γιάννη του αποκεφαλιστή, του Αγίου Αλεξάνδρου και της Αγίας Ζώνης. Γιορτές γεμάτες θρύλους και δοξασίες για χαμένα αντικείμενα που βρίσκονται, με τάματα από φανουρόπιτες για τον άγιο που θεωρείται προστάτης στην Κρήτη των βοσκών και ειδικά στα μέρη εκείνα των ζωοκλοπών γιατί στο όνομά  του πάντα ορκίζονταν και έβρισκαν τα πρόβατα τους όσοι τα έχαναν. Μπροστά στην εικόνα του Αγίου κανείς δεν μπορεί να αρθρώσει ψεύτικο λόγο κι έτσι οι ζωοκλέφτες «έτρεμαν» τούτη τη ρήση σαν την άκουγαν από τα χείλη των βοσκών. Δεν χρειαζόταν την γνωστή φανουρόπιτα, ο λόγος και μόνο έφτανε. Τάζοντας στον Άγιο μια πίτα θα φανερώσει όλα τα ζητούμενα ακόμα και πρόσωπα όπως  στις κοπελιές θα φανερώνονταν ο γαμπρός που περίμεναν. Και το εθιμικό θέλει η πίτα να είναι ζυμωμένη μόνο με επτά ή εννιά υλικά για να ‘χει δύναμη το τάμα. Οι βοσκοί έστελναν στον Άγιο ένα από τα ζώα τους γιατί οι πίτες ήταν «γυναικείες δουλειές». Οι γεωργοί πάλι του πρόσφεραν λάδι κι αλλοίμονο αν δεν εκπλήρωναν την υπόσχεσή τους , λάδι δεν θα έμενε στο σπίτι τους.  Με ρίγη θα πορευτούν όσοι  δεν νηστέψουν την μέρα του Αι Γιαννιού στις 29 και με την τελευταία μέρα του μήνα που την λένε και «κλειδοχρονιά» γιατί κλείνει με αυτήν ο καλοκαιρινός χρόνος. Είναι το τελευταίο άναμμα της φωτιάς για να διωχτεί ο κακός καιρός και χρόνος και να μπουν με δύναμη και ελπίδα στον καλό καιρό, στις καλύτερες μέρες του φθινοπώρου…

Καλό μήνα !!!

Οψιγιάς : Ο χώρος που άπλωναν  τη σταφίδα

Κουρμούλα : Το φυτό του αμπελιού

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 1 Αυγούστου 2022 :Εδώ!