Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Τα καλοκαιρινά ...Μέρος 4ο



Ζητούνται αναγνώστες στις ιστορίες και τα παραμύθια!

Τα καλοκαιρινά…μέρος 4ο

Της Ελένης Μπετεινάκη*

Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που θες να είναι μόνο παραμύθια. Κι αυτές το ξέρουν πως γεμίζουν την ψυχή  και το μυαλό και δίνουν μια δυνατή σπρωξιά στα σύννεφα και κατεβαίνουν στη γη και κάθονται πάνω σε στέγες, σε ψυχές  και παίρνουν ζωή και τότε  καταλαβαίνεις ποιες είναι  οι αληθινές. 
Έχουν άρωμα διαφορετικό σαν αγιόκλημα που γεμίζει τις αυλές και τον αέρα τα καλοκαίρια και φέρνουν θύμησες και μνήμες από τα χρόνια τα δύσκολα, τα αλησμόνητα. Κι είναι κι εκείνα τα παραμύθια που γράφτηκαν για την μία και μεγάλη « θεά» την μουσική. Για να μείνουν για πάντα χαραγμένα μέσα μας , που μιλούν για αλλοτινούς καιρούς αλλά φαντάζουν σύγχρονα. Για γοργόνες, για ζαρκάδια και χελώνες, για βασιλιάδες άπληστους κι αχάριστους και για νέους που ξέρουν πως το τραγούδι γαληνεύει και τις πιο άγριες ψυχές. Για τα μουσικά όργανα και τους μύθους τους. Πώς να δημιουργήθηκαν  άραγε;
Παραμύθια που μόνο η καλή μουσική  μπορεί να τα συντροφεύει στο διάβασμα τους. Παραμύθια που δεν ξεχνιούνται!
Παραμύθια γεμάτα μύθους, ιστορίες, όνειρα που αλλάζουν την ψυχή και τους ανθρώπους. Παραμύθια γεμάτα φαντασία και μουσική, μυστικά κρυμμένα βαθιά στις θάλασσες και ψηλά στον ουρανό μέσα στα σύννεφα.
Ιστορίες για μαγικά χαμόγελα που χαρίζει τ΄όνειρο και η δύναμη της κατάκτησης  ενός  στόχου που όσο πιο ψηλός είναι τόσο μεγαλύτερη η χαρά και η ικανοποίηση.
Λες και τα χρόνια δεν έχουν περάσει καθόλου κι είναι τούτα τα παραμύθια σαν να γράφτηκαν σήμερα κι ας είναι «Παραμύθια χωρίς όνομα», ίσως γιατί είναι τόσο επίκαιρα, σύγχρονα και διαχρονικά.

Κι είναι όλες οι ιστορίες για  να αγαπήσεις και να γευτείς την μαγεία του άπιαστου!

Τα παραμύθια της Μουσικής, Λίλη Λαμπρέλλη, εικ: Ίρις Σαμαρτζή, εκδ. Πατάκη

Χάος, αστέρια, βροχή, σκοτάδι, φως ,μουσική. Υλικά που φτιάχτηκε ο κόσμος που ξεκίνησε η ζωή… που ήχησε η μουσική πριν από όλους και από όλα! Και άρχισε το ταξίδι της μέχρι που συνάντησε έναν γαλάζιο πλανήτη γεμάτο χρώμα, ομορφιά και ζωή. Κι έμεινε εκεί σε έναν τόπο κρυφό που μόνο αν βρεις κι ακουμπήσεις « μυστικά μονοπάτια» εκείνη «ξυπνά» κι ακούγεται σε ολάκερο τον κόσμο!
Τρία παραμύθια έγραψε η Λίλη  Λαμπρέλλη η πιο σύγχρονη παραμυθού του τόπου μας. Η πιο λυρική και ξακουστή που τα λόγια της είναι γεμάτα εικόνες, ήχους μουσική. Τρία παραμύθια για την μουσική, μαγικά σαν εκείνον τον παλιό καιρό!
Η αρχοντοπούλα κι ο ταξιδευτής είναι το πρώτο παραμύθι που μιλάει για έναν τόπο που ήταν κλειστός κι απόμακρος πολύ. Τίποτα δεν αγαπούσε κανένας μόνο ότι ήταν παλιό και σίγουρο. Κι ο βασιλιάς ήταν σκληρός, αγέλαστος και λιγομίλητος με μια και μόνο αδυναμία, την μονάκριβη κόρη του. Και σαν θέλησε να την παντρέψει συνάντησε τα δύσκολα. Εκείνη ερωτεύτηκε έναν ξένο, ένα  παλληκάρι που τραγουδούσε κι έλεγε παραμύθια του κόσμου και μάγευε τους πάντες. Όμως η σκληρή καρδιά του άρχοντα, έδιωξε τον νέο και φυλάκισε την ίδια του την κόρη. Και  εδώ παίρνει δράση η μουσική που σχηματίζει από τις πλεξούδες των μαλλιών της η όμορφη κόρη, σαν όργανο μουσικό και έγχορδο. Και τούτη η μούσα εμπνέει του πάντες πια κι όλα αλλάζουν …όλα!
Το πρώτο παραμύθι φτιάχτηκε για το πρώτο έγχορδο που εμφανίστηκε στη γη, και μας μιλάει για την αλαζονεία και το πείσμα …των πατεράδων τον παλιό εκείνο τον καιρό. Αλλά και για τη δύναμη της αγάπης που δεν γνωρίζει φραγμούς και πάντα βρίσκει τρόπους να φανεί, να μεγαλώσει και να  απλωθεί ίσαμε εκεί που φτάνει μόνο η φαντασία και το όνειρο.
Το ζαρκάδι κι η χελώνα είναι το δεύτερο παραμύθι. Δυο ζώα που ζούσαν στο απέραντο δάσος που δεν ήταν φίλοι και δεν έγιναν ποτέ. Δεν είχαν διαφορές αλλά μάλωναν συχνά  όλα τα ζώα στο δάσος, και μια μέρα οι θεοί αποφάσισαν να στείλουν  ένα δώρο στη γη σκέφτηκαν πως αν έκαναν ειρήνη και ζούσαν όλα  ευτυχισμένα θα τους χάριζαν τη μουσική.  Ο ήχος από το ταμπούρλο που έδωσαν στον πίθηκο, γαλήνεψε τις ψυχές  και μεγάλη γιορτή άρχισε να στήνεται στο δάσος. Χορός αλαζονεία και πείσμα εμφανίστηκαν και το ζαρκάδι θέλησε να φέρει τη χελώνα που κρυβόταν με το ζόρι στο χορό. Και τυραννίστηκε αρκετά για αυτό και το ζαρκάδι επέμενε και τότε  κάτι μαγικό και αλλόκοτο συνέβη …Με το καβούκι της χελώνας και το δέρμα του ζαρκαδιού αποφασίστηκε πως θα φτιάχνεται το ταμπούρλο. Κι ακόμα είδαν οι θεοί πως  η μουσική δεν άξιζε στα ζώα γιατί δεν κατάφεραν στα αλήθεια να μονιάσουν …θα ανήκε πια μόνο στους …ανθρώπους, αν μπορούσαν κι εκείνοι να τηρήσουν τη φοβερή εντολή.
Τούτο το δεύτερο παραμύθι μιλάει για το πώς φτιάχτηκε το πρώτο  πνευστό όργανο. Πάλι η δύναμη της αγάπης , που …δεν υπάρχει κατοικεί σε τούτη εδώ την ιστορία. Η επικράτηση  του πιο δυνατού, η αλαζονεία, η πίκρα και η λάθος αντιμετώπιση πολλών πραγμάτων.
Και το τρίτο και τελευταίο παραμύθι, ο ψαράς και η γοργόνα μιλάει για την δύναμη της αγάπης . Της Αγάπης της άπιαστης, της μίας και μοναδικής που αντέχει στο χρόνο, την προσμονή και  υπομένει κάθε κατάσταση μέχρι εκείνη την μία και μοναδική ώρα  ή στιγμή που η καρδιά αποχτά ότι ακριβώς λαχτάρησε. Η ιστορία ενός ψαρά και μιας γοργόνας. Το άπιαστο με το γήινο, αταίριαστη σχέση  που συμβαίνει στα παραμύθια κι ίσως κάποιες φορές και στη ζωή. Και αφού είναι δύσκολο να επιβιώσει ίασμε ακατόρθωτο τούτη η σχέση μεταμορφώνεται , κι ίσως ένα δελφίνι που χει μέσα του νου σαν τον άνθρωπο να ΄ταν  εκείνο το πρώτο ψάρι, να΄ταν εκείνος ο ψαράς που πια  ζει κοντά στην αγαπημένη του. Κι ένα κοχύλι να είναι η αιτία που φτιάχτηκαν τόσες φλογέρες, τόσα πνευστά τόσες τρομπέτες και σαξόφωνα.
Τρία παραμύθια μαγικά από την  Λίλη Λαμπρέλλη. Τρία παραμύθια για την μουσική που μόνο έτσι μένουν στην ψυχή μας. Σαν μια παλιά, νοσταλγική μουσική που άλλοτε δυναμώνει και ακούγεται σ ολόκληρο τον κόσμο και άλλοτε παίζει σιγά μόνο μέσα μας, στην δική μας ψυχή και γαληνεύει τα βάσανα, τις κακοτοπιές και όλα τα άσχημα.
Κι είναι χαρά να ξέρεις πως υπάρχουν τέτοιοι δημιουργοί παραμυθιών που έχουν ακόμα και την ικανότητα και τα διηγούνται μοναδικά με μια  φωνή που ακουμπά ακόμα πιο βαθιά στην ψυχή του κάθε ανθρώπου.
Κι αφού τούτα τα παραμύθια γράφτηκαν για την μία μεγάλη « θεά» την μουσική που υπήρχε απ΄ αρχής του κόσμου τούτου κι ίσως και να δημιουργήθηκε και πριν από αυτόν ακούστε, όσο τα διαβάζετε, την μουσική που γράφτηκε για αυτά από τον Γιώργο Βαρσαμάκη και απολαύστε  την μαγεία των παραμυθιών όπως τους πρέπει, εδώ: 


Το βιβλίο έχει ασπρόμαυρα σκίτσα της Ίρις Σαμαρτζή. Απλά, λιτά κι όπως τους πρέπει στα αλήθεια τούτων των παραμυθιών. 

Για παιδιά από 5 μέχρι 105 χρονών!

Όταν έφυγαν τα αγάλματα, Αγγελική Δαρλάση,εικ: Μυρτώ Δεληβοριά, εκδ. Μεταίχμιο

Η Αγγελίνα ένα κορίτσι που μιλάει με τα αγάλματα. Ένα κορίτσι που σαν παιχνίδι σχεδόν από την ώρα που γεννήθηκε είχε …τα αγάλματα. Ήταν οι κούκλες , οι φίλοι, η ζωή της ολόκληρη, αφού κι οι δυο γονείς της δούλευαν μέσα στο αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας. Ένα κορίτσι που γεννήθηκε με ένα « καταραμένο » χέρι  και δεν γινόταν εύκολα αποδεκτή από « κανονικούς » ανθρώπους. Κι όμως δεν το έβαλε κάτω ποτέ. Ένα κορίτσι που διαλέγει σαν φίλο του τον Τίκο, ένα αγόρι που επίσης κανείς δεν συμπαθεί γιατί φορεί γυαλιά με πολύ χονδρούς φακούς  κα ιη εξωτερική του εμφάνιση δεν επιτρέπει στους «ίδιους- κανονικούς» ανθρώπους να τον δεχτούν. Οι δυο φίλοι ζουν τη δική τους περιπέτεια ανάμεσα σε μυστικά και βόλτες με έναν κοινό σκοπό και στόχο. Να σωθούν ότι αγαπούν περισσότερο στη ζωή τους, τα αγάλματα, αρχαία και νέα. Και η κοινή τους πορεία διανύεται μέσα στο κλίμα του πολέμου, του φόβου και της αγωνίας τους αύριο. Και θεριεύει η φιλία τους και μαθαίνουν κι οι δύο από τους απλούς ανθρώπους ιστορίες και δράματα που φέρνει ένας πόλεμος, ένας ξεριζωμός , μια προσφυγιά. Κι είναι δεμένη η ζωή τους με κούκλες κι αγάλματα και των γονιών τους όπως της μητέρας της Αγγελίνας , όπως όλων των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν  στην ιστορία.
Κι είναι σαν πολλές ιστορίες να μπλέκονται  και παραμύθια και φωνές μαρμάρινων αγαλμάτων να ανακατεύονται, να νοιώθουν, να υποφέρουν και να σωπαίνουν. Κι είναι κι εκείνο το ένα και μοναδικό άγαλμα της Αγγελίνας, ο πιο καλό της φίλος, ο γίγαντας που χώθηκε βαθιά μέσα στη γη κι  εμείς το μάθαμε από μια φωτογραφία που πάρθηκε εκείνη την μία και μοναδική στιγμή και το κορίτσι του΄ πε τις τελευταίες του λέξεις πριν τον σκεπάσει το χώμα: « Κρύψε καλά τα αστέρια, θλιμμένε γίγαντα, αγέρωχε πρίγκιπά μου. Φύλαξε τα τώρα καλύτερα από ποτέ. Γιατί τώρα πλησιάζει το σκοτάδι. Μόνο όταν ξαναβγείς στο φως τότε…Μόνο τότε να τα δώσεις πίσω στον ουρανό…»
Και εκείνα  τα ακροκεράμα τα σύγχρονα, έγιναν σπουδαία στα μάτια των παιδιών κι έπρεπε να κρυφτούν γιατί θα είχαν μέσα τους, πάνω τους αναμνήσεις και εικόνες μια ζωής που την έζησαν και δεν ήθελαν να ξεχάσουν. Κι ο Τίκο είναι ίσως ο πιο σπουδαίος ήρωας αυτής της ιστορίας που θέλησε να τα σώσει αυτά τα  σύγχρονα αγάλματα και το πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή. Τη ζωή που η Αγγελίνα δεν ξέχασε ποτέ μέσα στο  μικρό τσίγκινο κουτί μπισκότων που ΄ταν κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί. Οι θησαυροί που γεμίζουν την ψυχή και  το μυαλό με θύμισες και πολύτιμες μυρωδιές αλλοτινών χρόνων.
Πάντα με συγκινούσαν οι ιστορίες που βασίζονταν σε αληθινά γεγονότα. Πόσο μάλλον όταν αφορούν  τον τόπο μας και ιδιαίτερα θέματα όπως εκείνα της διαφύλαξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς . Τούτη η ιστορία της Αγγελικής Δαρλάση βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Τούτο το βιβλίο είναι από μόνο του μια πηγή, και ας έχει μυθιστορηματικά στοιχεία, της νεώτερης ιστορίας του τόπου μας. Κρύβει όλο τον φόβο, την αγωνία, την αγάπη απλών καθημερινών ανθρώπων που δεν ζήτησαν ποτέ τα εύσημα να σώσουν ότι πιο πολύτιμο είχε  η Αθήνα εκείνες τις δύσκολες ώρες του 1941 όταν ο πόλεμος είχε ξεσπάσει και από στιγμή σε στιγμή οι Γερμανοί θα την καταλάμβαναν. Στιγμές από το βιβλίο με απόλυτη συγκίνηση για τους άγνωστους ήρωες. Στιγμές που σε κάνουν να ανατρέξεις στην Ιστορία που έχει γραφτεί και να δεις πόσα πολλά πράγματα έγιναν κάτω από τόσες δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες που ίσως και να αγνοούμε. Μια ιστορία για αυτόν τον κόσμο τον μαγικό των αγαλμάτων που πάντα παραμένουν βουβά αλλά δεν σταματούν ποτέ μόνο με την παρουσία τους να μας διδάσκουν. Μια ιστορία τέλος που μας κάνει να αναλογιστούμε συμπεριφορές μας  απέναντι  σε ανθρώπους που ένα φυσικό τους  «ελάττωμα »  δεν μειώνει τη δύναμη της ψυχής, το θάρρος, την αγάπη για την πατρίδα τους, για το ωραίο που δείχνουν το μεγαλείο της ψυχής και του Έλληνα.
Αγγελική, για μια ακόμα φορά μας μιλάς για μια ιστορία πολέμου ή καλύτερα για τους αφανείς ήρωες μιας τραγωδίας  με τόση συγκίνηση και τρυφερότητα.  Υπάρχει η φλόγα της ευθύνης, του χρέους, της πίστης για πράγματα σπουδαία που με κίνδυνο ακόμα και της ίδιας της ζωής, έγιναν. Κι είναι  ύμνος στη φιλία, στην αφοσίωση, στην λαχτάρα για ζωή αυτή η ιστορία. Κι είναι ο Τίκο ένα από τα χιλιάδες θύματα ενός πολέμου άδικου, λες και υπάρχουν δίκαιοι πόλεμοι … Κι είναι ο γρύπας, το σύμβολο της δικής μου πόλη σήμερα, η αιτία για μια μυθοπλασία μοναδική που κρύβει όλο το σπαραγμό της αθλιότητας των ανθρώπων που διαλύουν ζωές ανεξέλεγκτα για το τίποτα. Κι είναι η ζωή της Αγγελίνας, η ζωή που ξαναγεννιέται  μέσα από τις στάχτες της και δίνει την αισιοδοξία της επόμενης μέρας. Γιατί όπως γράφεις σε κάποιο σημείο του βιβλίου : 

« Δεν κλείνεις τα μάτια όταν σε κοιτάζουν κατάματα τα αστέρια. Δεν κλείνεις τα αυτιά στη μουσική του κόσμου ».

Ένα βιβλίο τρυφερό, γεμάτο ζωή κι ας έχει μυρωδιές θανάτου. Ένα βιβλίο πολύ συγκινητικό και γεμάτο εικόνες που κάποιοι τις έζησαν στ΄ αλήθεια. Γεμάτο ψυχή, αγάπη , περίσσια δύναμη και μνήμες από ζωές που κατακερματίστηκαν αλλά ύψωσαν και πάλι τα ανάστημα τους. Ένα βιβλίο γεμάτο πηγές και έρευνα, αγάπη για τον πολιτισμό, την πατρίδα και τα ιδανικά. . Ένα βιβλίο για μια ιστορία που αξίζει να μην ξεχαστεί ποτέ!
Κι εδώ το κείμενο του Κώστα Πασχαλίδη για «Τα θαμμένα αγάλματα του πολέμου» που αντλεί τα νήματα της ιστορίας της,  η  Αγγελική Δαρλάση , όπως λέει η ίδια στο τέλος του δικού της βιβλίου: http://www.lifo.gr/mag/features/3704  

Το κορίτσι που πετούσε στα σύννεφα, Αντρέ Νέβες, Απόδοση Δήμητρα Δάτση, εκδ. Καλέντης.

Ένα κορίτσι, μια σκάλα, ένα σύννεφο, ένα όνειρο, ένα χαμόγελο μαγικό! Μια ιστορία γεμάτη φαντασία, συναίσθημα και επιθυμίες. Ένα κορίτσι που ονειρεύεται σε μια μουντή πολιτεία. Ένα κορίτσι που κοιτά πάντα ψηλά στον ουρανό, τα σύννεφα. Ένα αγόρι που δεν κοιτάει ποτέ τα σύννεφα κι ας μένει στην κορυφή ενός ψηλού βουνού. Σαν συναντήσει όμως το κορίτσι όλα θα αλλάξουν. Θα μαγευτεί από το χαμόγελο και θα το βοηθήσει να ακολουθήσει το όνειρο του.  Κι η ψυχή θα γεμίσει αγάπη κι ομορφιά. Κι οι  άνθρωποι θα αλλάξουν, θα νοιώσουν τη δύναμη των συναισθημάτων τους και της ψυχής τους και θα καταφέρουν πράγματα που πίστευαν πως δεν μπορούσαν.
Μια υπέροχη, μαγική ιστορία από τον πολυβραβευμένο βραζιλιάνο συγγραφέα  Αντρέ Νέβες για τη δύναμη της φαντασίας, της χαράς και της αγάπης!
Μια ιστορία που έχει εικονογραφήσει ο ίδιος ο συγγραφέας και που μας ταξιδεύει πολύ πιο πέρα από τα σύννεφα… στα βάθη την δικής μας ψυχής! Ίσως κάποιος από μας να συνάντησε κάποτε εκείνο το κορίτσι …κι ίσως αν κοιτάξει ψηλά στον ουρανό να δει ένα χαρούμενο σύννεφο ή ένα κόκκινο μπαλόνι …

Για παιδιά από 5 ετών.

Παραμύθι χωρίς Όνομα, η πρώτη μου λογοτεχνία, Πηνελόπη Δέλτα (διασκευή Τζέμη Τασάκου, εικ: Αιμιλία Κονταίου), εκδ. Μεταίχμιο

Αυτό το βιβλίο είναι το παραμύθι χωρίς  Όνομα. Αξία κλασσική και διαχρονική. Γνωστό και αγαπητό στις καρδιές των μεγάλων  και τώρα πια θα γίνει και των πολύ μικρών αναγνωστών. Το παραμύθι των παραμυθιών θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γιατί η ιστορία του είναι σύγχρονη κι ας γράφτηκε στα 1910 από την πολύ σπουδαία Πηνελόπη Δέλτα. Πάνω από ένα αιώνα λοιπόν τούτο το παραμύθι, ζει, βασιλεύει, διδάσκει, αφυπνίζει και παραμένει …μοναδικό.
Η ιστορία ξεκινά στη χώρα των Μοιρολάτρων μετά τον θάνατο του βασιλιά Συνετού. Ο γιός του ο Αστόχαστος θα παντρευτεί τη βασίλισσα Παλάβω και η σπατάλη τους θα τους φέρει σε όρια φτώχιας. Τα σεντούκια της χώρας θα αδειάσουν και ζητώντας βοήθεια από τον εξάδελφο του θα λάβει σαν δώρο μια γαιδουροκεφαλή. Το βασιλόπουλο, ο Συνετός ο Β΄και η αδελφή του η Ειρηνούλα θα φύγουν από τη χώρα του πατέρα τους και θα βρεθούν στο δάσος περιπλανώμενοι συναντώντας ένα σωρό ανθρώπους διαφορετικούς. Πρώτα από όλα την κυρά Φρόνηση και την κόρη της τη Γνώση που θα μάθουν στην μικρή Ειρηνούλα να χρησιμοποιεί τα χέρια της για να συντηρεί τον εαυτό της και τους άλλους αν χρειαστεί. Ο γεράκος που θα συναντήσουν στη συνέχεια, ο δάσκαλος, θα τους κάνει να προχωρήσουν το ταξίδι ως τη μεγάλη πλατεία στην πόλη που είχε κτιστεί στην καρδιά της χώρα στους. Άκουσαν για δίκες κι είδαν πως η δικαιοσύνη ήταν …τυφλή. Ο Συνετός ο Β΄ τότε αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του, να αγωνιστεί για τα  δίκαια και τα άδικα, για τα μικρά και τα μεγάλα, για την ζωή που ξεκινάει πολλές φορές ξανά από το μηδέν. Κι άρχισαν από τα πολύ μικρά και απλά, τα καθημερινά γνωρίζοντας πια πως μια μικρή αλλαγή φέρνει πάντα μαζί της μια πολύ μεγαλύτερη…Κι όλα άλλαξαν  σαν χρησιμοποίησαν τη Γνώση, την πείρα, τα χέρια τους. Σαν έσκαψαν τη γη και την φύτεψαν, σαν απαλλάχτηκαν από τα περιττά βάρη.
Μαγική ιστορία! Σύγχρονο παραμύθι. Όπου υπάρχει Σύνεση και Γνώση. Όπου υπάρχει σκέψη και διάθεση. Όπου ο εγωισμός δεν υπερτερεί. Όπου οι άνθρωποι σκέφτονται και τους διπλανούς τους. Και τι άλλο να πει κανείς για αυτήν την ιστορία. Γραμμένη έναν αιώνα πριν συνεχίζει στις μέρες μας να διδάσκει. Πηνελόπη Δέλτα ο δημιουργός της. Τζέμη Τασάκου η συγγραφέας που τη  διασκεύασε για μικρά παιδιά και τα κατάφερε πάρα πολύ καλά. Μαζί με την εικονογράφο Αιμιλία Κονταίου έφτιαξαν το Παραμύθι χωρίς Όνομα της Δέλτα με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη αξία και να γίνει γνωστό σε πιο τρυφερές ηλικίες. Υπέροχη εικονογράφηση, υπέροχο και το κείμενο. Σαν να γράφτηκε σήμερα, με πολύ σεβασμό στο ήδη υπάρχον κείμενο, με έμφαση όπου χρειάζεται  ώστε όλοι να …ζουν καλά και τα παιδιά μας που βρίσκονται πια πιο κοντά στην λογοτεχνία που πραγματικά αξίζει… ακόμα καλύτερα!

Για παιδιά από 4 ετών…

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 29 Αυγούστου 2016:http://www.patris.gr/articles/303496#.V8RuPDUpoog












Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Τα καλοκαιρινά …μέρος 3ο



Ζητούνται αναγνώστες στις ιστορίες και τα παραμύθια…

Τα καλοκαιρινά …μέρος 3ο

Της Ελένης Μπετεινάκη*

Κι είναι τα παραμύθια και τα βιβλία τούτη τη φορά γεμάτα με ιστορίες  για την αγάπη, τη φιλία, τις αγκαλιές που όλοι θέλουν και περιμένουν. Για τις ταμπέλες που κάποτε πρέπει να « πέσουν», για Υποσχέσεις που οφείλουν να τηρηθούν. Για την φαντασία μας που δεν έχει όρια και κανόνες, για εκείνες τις μέρες και περισσότερο τις νύχτες που μια ιστορία ταξιδεύει καλύτερα το μυαλό και γαληνεύει την ψυχή…
Είναι βιβλία και ιστορίες που θίγουν πολύ σοβαρά θέματα της εποχής γραμμένα από ανθρώπους με ιδιαίτερες ευαισθησίες, απόψεις και γραφές…
Είναι ιστορίες ανθρωπιάς, αυτοεκτίμησης, θάρρους και δύναμης.
Είναι ιστορίες καθημερινότητας, των διπλανών μας που εύκολα κτυπούν και την δικά μας πόρτα.
Ιστορίες που μπορεί  να συμβούν σε μια βεράντα ενός διαμερίσματος, για παιδιά που μοιράζονται μαζί μας, φόβους ανασφάλειες και επιτυχίες. Ιστορίες θάρρους και δύναμης που ξεπερνούν ακόμα και τον ίδιο μας τον εαυτό αρκεί να στοχεύουμε ψηλά κι ας κερδίσουμε λιγότερα πράγματα. 

Για τις αλήθειες των παραμυθιών που δε λένε ψέματα ποτέ!




Το Μουσείο των Υποσχέσεων, Λίνα Μουσιώνη, εικ: Ναταλία Καπατσούλια, εκδ. Μεταίχμιο.

Μουσεία υπάρχουν πολλά με λογιών λογιών εκθέματα και θέματα. Μουσείο όμως Υποσχέσεων μόνο ένας καταπληκτικός συγγραφέας με πολλή φαντασία θα μπορούσε να δημιουργήσει. Ένας συγγραφέας που ξέρει πολλά για μουσεία και για ήρωες που αποκτούν ανθρώπινη λαλιά σαν θελήσουν να καταφέρουν μια …επιθυμία τους.
Η Μαργαρίτα είναι  ένα κορίτσι που βαριέται πολύ ένα καλοκαίρι. Κάθεται συνήθως  ξαπλωμένη κάτω  από μια βυσσινιά στον κήπο της  και μετράει …βύσσινα ώσπου ένας πελώριος βάτραχος εμφανίζεται  ξαφνικά. Όχι δεν ήταν  πρίγκιπας πριν, ούτε οτιδήποτε άλλο σε άλλη μορφή. Είναι απλά ο φύλακας ενός  πολύ σπάνιου και παράξενου Μουσείου, εκείνο των Υποσχέσεων και χρειάζεται βοήθεια από την μικρή Μαργαρίτα. Θέλει να του βρει μια υπόσχεση, μια απλή υπόσχεση γιατί  εκείνη που υπήρχε μέσα στο μουσείο… εξαφανίστηκε!
Κι εδώ αρχίζουν οι σκέψεις, οι πολλές, τα άγχη και οι λύσεις… Μουσείο Υποσχέσεων πρώτη φορά άκουγε η Μαργαρίτα  θέλησε όμως αν κι είχε αντιρρήσεις αρχικά να μπει στο παιχνίδι ύστερα από τις « τρανταχτές » υποσχέσεις του Βάτραχου.
Ένα μουσείο διαφορετικό, γεμάτο αρώματα και γεύσεις ήταν το Μουσείο των Υποσχέσεων. Με προθάλαμο που άφηνες τις σκοτούρες σου  και με χάρτες  και αίθουσες ….μοναδικές.
Αίθουσα παραμυθιών, αίθουσα με ιστορίες από θάλασσα, γη και ουρανό, για αντίθετους κόσμους, για Υποσχέσεις μικρών πραγμάτων. Κι άρχισαν οι γρίφοι, τα μυστήρια , οι περιηγήσεις κι  η Μαργαρίτα   έφτασε ίσαμε την άδεια προθήκη. Εκεί άλλαξαν όλα, μα όλα, στη ζωή στην καθημερινότητα, στα όνειρα της μικρής κοπέλας... Μέσα από το σκοτάδι βγήκε εκείνο το απαλό ροδαλό διάφανο φως….
Βιβλίο μαγικό από την Λίνα Μουσιώνη. Αστείρευτη φαντασία και ταλέντο μοναδικό. Το διάβασα δυο και τρεις φορές  για να χορτάσω τις εικόνες, τις λέξεις, τις απίθανες σκέψεις  της. Ένα βιβλίο που μιλάει για το όνειρο, για τις υποσχέσεις, για τη χαρά του να παραδέχεσαι ποιος είσαι και τι κάνεις. Μια ιστορία μυστηρίου, αγωνίας, σκέψης  που  γράφτηκε με ένα τρόπο πραγματικά απίθανο για αγάπες μεγάλες. Εκείνες  των Μουσείων και οι άλλες των μεγάλων  υποσχέσεων που όλοι δίνουμε αλλά συχνά δεν τηρούμε. Αξίζει όμως η διαδρομή, το ψάξιμο βαθιά μέσα μας. Αξίζει το ταξίδι και σαν φτάσεις κοντά στο τέρμα  και σαν ανακαλύψεις όλα  αυτά που πριν δεν ήξερες πως υπήρχαν , ο κόσμος όλος γύρω θα αλλάξει. Και ας μην το βλέπουν οι άλλοι, αρκεί που εσύ έχεις βγει κερδισμένος.
Την μοναδική αυτή ιστορία ντύνει επίσης μαγικά το σκίτσο, το χρώμα, οι εικόνες της Ναταλίας Καπατσούλια.  Πραγματικά ταξίδεψα στο χώρα της Φαντασίας με αυτήν την γραφή. Απίστευτες διαδρομές  με λέξεις, προτάσεις και ανατροπές που χρειάζεται πολύ μεγάλο ταλέντο και ευρηματικότητα.
Για παιδιά από 8 ετών …ίσαμε και 100, για όλους όσους αγαπούν τα Μουσεία, τις περιπέτειες, τις ιστορίες και τα παραμύθια!

Το παλιόπαιδο, Αγγελική Δαρλάση(εικ: Ίρις Σαμαρτζή), εκδ. Πατάκη

Ήταν κάποτε ένα παιδί που μεγάλωσε με ελάχιστα χάδια και φιλιά, με λίγο φαί και κάποια τραγούδια. Φορώντας ένα γκρίζο τεράστιο και δανεικό παλτό που η μάννα του του είχε πει πως σαν έφτανε να τον χωράει  κανονικά, ίσως να γινόταν κάποιος και ίσως και να αντάμωνε την ευτυχία. Εκείνο το παιδί κοίταζε πάντα τα άστρα και τον ουρανό και περίμενε… Κι η ευτυχία αργούσε και εκείνο επειδή όταν πεινούσε ,δεν είχε που να κοιμηθεί ή έπαιζε με τα παρατημένα παιχνίδια άλλων παιδιών, του κόλλησαν   το όνομα «Παλιόπαιδο».Το αποδέχτηκε σχεδόν ξεχνώντας  το πραγματικό του όνομα. Κάποτε μπήκε σε μια συμμορία εκείνη του Ραούλ ή « Τίγρη» κι ένοιωσε κι εκείνο πως επιτέλους ανήκε κάπου. Κι όταν άλλαξε το γκρίζο του παλτό με ένα μπλε μπουφάν ή μάννα δάγκωσε τα χείλη και τα αστέρια παρέμειναν βουβά κι εκείνο το παιδί πείσμωσε και θύμωσε ακόμα πιο πολύ.  Όμως σαν φτάσει μια στιγμή που νομίζεις πως έχει φτάσει πολύ χαμηλά κάτι συμβαίνει κι όλα μπορούν να ανατραπούν. Τα αστέρια μέσα από της χαράς τα δάκρυα θα αρχίσουν να χορεύουν από μια νέα συνάντηση στο δρόμου του που θα του ξαναφέρει το πραγματικό του όνομα και μια ολοκαίνουργια ζωή. Κι όλα αυτά με τη δύναμη της μουσικής, ενός  βιολιού κι ενός  ανθρώπου που μπόρεσε να καταλάβει τι έκρυβαν τα μεγάλα λαμπερά μάτια , σαν κάρβουνα, του Φέλιξ. Και το γκρίζο παλτό πια θα είναι χαρούμενο και τα αστέρια ακόμα πιο λαμπερά στον ουρανό …κι η ζωή θα γίνει όμορφη ξανά.
Μια μοναδική ιστορία για την φτώχεια, την μοναξιά, την λύπη, το θυμό και την απογοήτευση. Την ίδια στιγμή μια ιστορία για την δύναμη του εαυτού μας, για την μουσική, την τέχνη και τον πολιτισμό και την ανθρωπιά.  Για την τύχη που μπορεί να αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου μα και για γεγονότα που συμβαίνουν στ΄ αλήθεια και είναι κάποιες φορές ακόμα και δίπλα μας. Μια υπέροχη γραφή από την Αγγελική Δαρλάση , ποιητική, μοναδική, και καθηλωτική. Ένα βιβλίο με την υπογραφή και της  Ίρις Σαμαρτζή που με τις εικόνες της δείχνει όλη την απλότητα, το βάθος, την πίκρα μα και την χαρά αυτής της τόσο προσεγμένης ιστορίας της Αγγελικής.
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου υπάρχει μια σημείωση για να γνωρίσουμε το El Sistema Που νομίζω πως αξίζει τον κόπο να παραθέσουμε για να γνωρίσει ο κόσμος τούτο το όραμα που έγινε πράξη και η μουσική έσωσε ζωές !
«Λίγα λόγια για το El Sistema (Το Σύστηµα): Χρόνια πριν, στο Καράκας, ένας µουσικός και οικονοµολόγος, ο Χοσέ Αντόνιο Αµπρέου, ονειρεύτηκε πως η µουσική θα µπορούσε να αλλάξει τη ζωή φτωχών και περιθωριοποιηµένων παιδιών. Αποφάσισε να ζήσει το όνειρό του: το 1975, µαζί µε εθελοντές δασκάλους και µια πρώτη οµάδα 11 παιδιών, φτιάχτηκε η πρώτη ορχήστρα. Το σχέδιό του, που υιοθετήθηκε αµέσως και υποστηρίζεται έκτοτε από τις κυβερνήσεις της Βενεζουέλας, γνωστό ως Εl Sistema, δεν είναι µόνο ένας διαφορετικός τρόπος εκµάθησης µουσικής, αλλά ένα ισχυρό όπλο ενάντια στην παιδική και νεανική εγκληµατικότητα, ενάντια στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισµό. Ο σπόρος έχει σήµερα ως «καρπούς» πάνω από 150 παιδικές και νεανικές ορχήστρες – 90 από αυτές συµφωνικές. Πάνω από 500.000 παιδιά σ’ ολόκληρη τη Βενεζουέλα είναι µέλη κάποιας ορχήστρας. Όπως επίσης «καρπός» του El Sistema είναι και η Simon Bolivar Orchestra, η παγκοσµίου φήµης συµφωνική ορχήστρα της Βενεζουέλας. Οι αρχές του El Sistema εφαρμόζονται τώρα πια σε πάνω από 50 χώρες ανά τον κόσµο. Το El Sistema είναι ένα όραµα που έγινε πράξη, βίωµα, ζωή, αποδεικνύοντας πως η µουσική… σώζει.»
Για παιδιά από 9 έως 12 ετών

Γκαζόζα Α.Α.Α. ,Τζένη Κουτσοδημητροπούλου, εικ: Φωτεινή Τίκκου, εκδ, Ελληνοεκδοτική

Υπάρχει κάποιος που δεν πιστεύει στην Ανακύκλωση; Κάποιος που πετάει τα άδεια μπουκάλια της Γκαζόζας στα σκουπίδια; Κάποιος που δεν είναι φίλος της;
Ναι, ένα μικρό αγόρι, ο Μηνάς, που κάνει τα πάντα για να ξεφύγει από το μάθημα της κ. Έλλης και βρίσκεται σε ένα μέρος που μυρίζει πολύ και που πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει. Είναι η Χωματερή με Άχρηστα Ακατάλληλα Αντικείμενα. Παράξενο μέρος. Όλοι εδώ …μιλούν κι είναι λίγο θυμωμένοι! Δεν έχουν κι άδικο…
Και τότε γίνεται κάτι που ο Μηνάς  μένει έκπληκτος. Χάνει την δύναμη, το γέλιο και τα λόγια του. Ένα σωρό μπουκάλια, κουτάκια, χαρτιά , σακουλάκια,  στρατός ολόκληρος  τον κυνηγά. Θέλουν να τον πάνε στο κρατητήριο και στη συνέχεια στο δικαστήριο. Η αγωνία μεγαλώνει, η καρδιά κτυπά δυνατά και μια απίστευτη ακροαματική δικαστική υπόθεση βρίσκεται πια σε εξέλιξη…. Όμως όπως συμβαίνει πάντα στα παραμύθια εκείνη τη φοβερή στιγμή που όλα σκοτεινιάζουν …έρχεται ένα ντριιιν ή μια ιδέα, ένα φως  στη σκέψη, στην αντίληψη, στη ζωή! Και το όνειρο γίνεται πράξη, γίνεται σύνθημα  και κερδίζει ζητωκραυγές και χαμόγελα …
Πόσα βιβλία υπάρχουν για την ανακύκλωση; Πολλά κι είναι  όλα τους όμορφα, χρήσιμα και αγαπημένα. Αυτό όμως το παραμύθι της Τζένης Κουτσοδημητροπούλου, ξεχωρίζει… Ξεχωρίζει για την ευρηματική της ιδέα, για τον μοναδικό Μηνά και  την… Γκαζόζα του. Η συγγραφέας  με περισσό ταλέντο ζωντανεύει τόσα άψυχα αντικείμενα με ρόλους «σοβαρούς» και αδιαμφισβήτητους, και σκορπά μηνύματα, γέλιο και  μπόλικη τροφή για το μυαλό. Παραμύθι οικολογικό, με υπέροχη υπόθεση, πλοκή και ήρωες. Με φαντασία και ανατροπές και με εξαιρετική εικονογράφηση από την Φωτεινή Τίκκου. Κολάζ σε συνδυασμό με σύγχρονες τεχνικές εικονογράφησης φέρουν ένα πολύ δυνατό αποτέλεσμα που τα παιδιά θα λατρέψουν. Ο Μηνάς θα γίνει ένα ήρωας ξεχωριστός, εμείς ήδη τον αγαπήσαμε πολύ και όλα τα Ανακυκλώσιμα Υλικά που ζωντανεύουν θα έχουν πια άλλη ματιά στον κόσμο των παιδιών!
Πραγματικά θα το χαρείτε τούτο τo βιβλίο και θα είναι η αφορμή για ένα σωρό ιδέες στο σχολείο και στο σπίτι. 

Για παιδιά από  4 ετών!

Διακοπές στη βεράντα, Ιωάννα Μπαμπέτα, (εικ: Φωτεινή Τίκκου), εκδ. Μεταίχμιο

Πόσο φοβερό μπορεί να είναι, το να περιμένεις όλο το χρόνο να κλείσουν τα σχολεία, να έχεις καιρό να κάνεις  ό,τι θέλεις, να μπορείς να πας όπου  θέλεις και να μην πια έχει ενδιαφέρον;
Οι διακοπές του καλοκαιριού ξεκίνησαν για τον εννιάχρονο Δημήτρη ,μόνο που η μοναξιά του, τον κάνει να πλήττει αφόρητα. Οι γονείς του, του το ξέκοψαν από την αρχή πως το φετινό καλοκαίρι δεν θα πήγαιναν πουθενά. Αυτοί λείπουν στη δουλειά όλη μέρα κι εκείνος μένει στο σπίτι με τη γιαγιά. Κι εκεί που όλα αρχίζουν να είναι βαρετά και ανυπόφορα έρχεται μια μόνο στιγμή,  κι όλα αλλάζουν . Αιτία το κορίτσι στην  απέναντι πολυκατοικία, στη βεράντα  του δικού της διαμερίσματος ή καλύτερα στο διαμέρισμα του παππού της. Τότε οι πυτζάμες θα αντικατασταθούν με την πιο καλή μπλούζα, τα μαλλιά θα φτιάχνονται με λίγο τζελ, και οι ιδέες και τρόποι προσέγγισης θα αρχίσουν να απασχολούν το μυαλό του Δημήτρη. Η  καθημερινότητα αποκτά νόημα και συναρπαστικό ενδιαφέρον. Μια σαΐτα, ένα σκυλί, ένα κουβάρι, φούσκες  με σαπουνόνερο, δύο ασπροπίνακες που φιλοξενούν τρίλιζες που …παίζονται από απόσταση γεμίζουν τις ώρες και μέρες των δύο παιδιών. Οι βεράντες γίνονται τα πιο σπουδαία δωμάτια και χώρος χαράς , διασκέδασης και ανταλλαγής βλεμμάτων και …γραμμάτων. Το πιο συναρπαστικό παιχνίδι , ένα τηλεκατευθυνόμενο ελικόπτερο,  θα γίνει το μέσο μεταφοράς της  αλληλογραφίας τους  και η πολυπόθητη μέρα του πρώτου τους ραντεβού θα γίνει σύντομα γεγονός... Μια μέρα που η Άννα και ο Δημήτρης θα φάνε μαζί το πρώτο τους παγωτό και η καθημερινότητα   θα γίνει όμορφη, γεμάτη και απολαυστική. Το καλοκαίρι θα γίνει   υπέροχο εξαιτίας  μιας βεράντας …ή μπορεί και δυο.
Ιστορία καθημερινής ανθρώπινης – προεφηβικής σχέσης. Ιστορία φιλίας, αγνής αγάπης και συντροφικότητας. Ιστορία για την τόνωση της αυτοπεποίθησης . Η γνωστή σε όλους μας πένα της Ιωάννας Μπαμπέτα, για μια ακόμα φορά μας δίνει ένα βιβλίο που αγγίζει τα πρώτα παιδικά σκιρτήματα των ανθρώπινων σχέσεων με πολύ ακριβή, εύθυμο και εύστοχο τρόπο. Η Ιωάννα γράφει  απλά, λιτά και χωρίς περιττές λέξεις ή σκέψεις . Ο λόγος της ακουμπά κατευθείαν την ψυχή και οι εικόνες , τα νοήματα, αναδύονται αβίαστα και μοναδικά. Ξέρει σαν αιώνιο παιδί - έφηβη και η ίδια τι απασχολεί τα παιδιά και ρεαλιστικά μας διηγείται τα « προβλήματα » τους.  Μια ιστορία που μπορεί να συμβεί , φανταστική και πραγματική συγχρόνως, μια ιστορία που όπως λένε τα παιδιά μπορεί να συμβεί  και στην αληθινή ζωή.
Η εικονογράφηση είναι της Φωτεινής Τίκκου, απόλυτα δεμένη με την ιστορία, λιτή, απλή, με έντονα σχέδια, χαρακτήρες και χρώματα και εκφραστικότατη. 

Το βιβλίο συνοδεύεται από εκπαιδευτικές δραστηριότητες και παιχνίδια για παιδιά από 8 χρόνων!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Πατρίς στις  22 Αυγούστου 2016 :http://www.patris.gr/articles/303174#.V73C2hIpooh

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

25 Αυγούστου...



Μια ημερομηνία σημαδιακή, ένας δρόμος, μια σφαγή, μια γιορτή που χάνεται στα βάθη των αιώνων!

Tης Ελένης Μπετεινάκη*

Τον φωνάζουμε εμείς οι Καστρινοί «Οδός Πλάνης» τούτο τον δρόμο, κι ας έχει ταμπέλα μεγάλη που γράφει Οδός 25ης Αυγούστου. Ένας δρόμος σταθμός, ο πιο κεντρικός, ο πιο σημαντικός της πόλης μας, της πολύπαθης. Ένας δρόμος ποτισμένος από το κατακόκκινο χρώμα του πολέμου και το χρυσό της ιστορίας, με μυρωδιά μπαρουτιού, θύμησες φόβου, πανικού, μαχών και μόχθου.
Η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ, δεν πρέπει να ξεχνιέται. Να θυμάται πρέπει ο άνθρωπος για να προσέχει τα βήματα, τις κινήσεις του. Τα γεννούμενα στοχάζεται και να σκέφτεται πιο καλά! Για αυτό και τούτη η σημερινή γραφή, η αναθύμηση, ένας μικρός φόρος τιμής σε αυτούς που έφυγαν τότε, άδικα, όπως γίνεται σε κάθε κακό, σε κάθε πόλεμο. 
Είναι η καλύτερη ώρα το ξημέρωμα να νοιώσει κανείς τις μνήμες να ξυπνούν. Είναι η ώρα που όλα είναι ήσυχα κι η θάλασσα που σχεδόν ακουμπά τούτες τις πέτρες είναι πιο ήρεμη, πιο συνετή ,πιο ανοιχτή σε ακούσματα, ψίθυρους και θύμησες.
Σήμερα άφησα το ποδήλατο στην άκρη, στα απομεινάρια της πύλης του Μόλου κι έπιασα να ανεβαίνω τα σκαλιά, σιγά σιγά φοβούμενη να μην ξυπνήσω το δράκο της φρίκης που νοιώθω πως έχει κρησφύγετο κάτω από τούτες τις πέτρες. Πως κοιμάται αιώνια εκεί, ντροπιασμένος και μόνος γνωρίζοντας πως δεν είναι επιθυμητός σε κανέναν γιατί κάποτε τους πλήγωσε και τους τρόμαξε  όλους! Όμως το νοιώθω πως κι εκείνος κατάλαβε έστω κι αργά πως ήταν απάνθρωπο, ασύλληπτο εκείνο που συνέβη το καταμεσήμερο μιας Τρίτης στις 25 Αυγούστου στα 1898. Έτσι κρύφτηκε για πάντα, ελπίζω, στα πιο βαθιά χώματα τούτου του τόπου.  Νόμισα για μια στιγμή πως είδα μπροστά μου την μορφή του, την άγρια, την αποτρόπαια, να θέλει να αρπάξει εκείνο το μικρό δίχρονο αγοράκι που έκλαιγε ολομόναχο μέσα στους καπνούς, τις φωτιές και τα συντρίμμια. Εικόνα που ξαναζήσαμε όλοι σε δεκτές  τηλεοράσεων πριν λίγες μέρες με παιδιά σοκαρισμένα από την δύναμη του πολέμου, της απώλειας , της ασχήμιας. Σαν να συμβαίνει παντού το ίδιο, σαν να μην πέρασε μια μέρα. Ο τόπος αλλάζει, ο χρόνος, κι οι μορφές των ανθρώπων…
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς, τι να πρωτογράψει. Μια φρίκη συνέβη εκείνο το απομεσήμερο. Λίγο να κλείσεις τα μάτια έρχονται μπροστά σου εικόνες που κόβουν την ανάσα  και παγώνουν την ψυχή. Σώματα ακέφαλα, ήχοι από χρυσά νομίσματα σε προδότες, χατζάρες να σχίζουν τον αέρα και να κομματιάζουν σάρκες, φωτιά και μυρωδιά καμένου δέρματος, χαρτιού, μπαρουτιού σε όλο το μήκος ενός δρόμου που σήμερα ξαναζεί μόνο μέσα από μνήμες εκείνη την κτηνωδία. 

Ήταν ημέρα Τρίτη στις 25 Αυγούστου, πριν 118 χρόνια σαν σήμερα! 

  Αύγουστος 1898
Η ιστορία και τα γεγονότα που συνέβησαν είχαν προηγούμενα κάμποσα. Ήταν εκείνη η απόφαση  που οι ηγέτες της Κρήτης κατ΄ ανάγκη δέχτηκαν, για την αυτονομία της που είχαν προτείνει οι Μεγάλες Δυνάμεις. Κι έγιναν τρεις συνελεύσεις στους Αρμένους στις 26 Ιουνίου 1897, στις Αρχάνες στις 30 Ιουλίου 1897  και στο Μελιδόνι στις 16 Οκτωβρίου 1897 και αποφασίστηκε τούτη η κρίσιμη αυτονομία. Κι η τελευταία συνέλευση στις Πλακούρες των Κουνουπιδιανών τον Ιούλιο του 1898 υπό την Προεδρία του Ιωάννη Σφακιανάκη που είχε σκοπό να εξετάσει το σχέδιο της προσωρινής διοίκησης της Κρήτης έδωσε μια προκήρυξη που ήταν σημαδιακή και πολυσήμαντη. Οι τέσσερις Μεγάλες Δυνάμεις με διοικητές στους Ναυάρχους Μπέττολο για την Ιταλία, Σκρυδλώφ για τη Ρωσία, Ποττιέ για τους Γάλλους και Νοέλ για τους Άγγλους, έφτιαξαν νόμους και κανονισμούς. Και φτάνουμε στην μεγάλη μέρα της 24ης Αυγούστου του 1898 που οι Οθωμανοί καλούνται να παραδώσουν το φορολογικό γραφείο στο Τελωνείο κάτω στο λιμάνι κι έχουν συγκεντρωθεί στην πλατεία των Τριών Καμάρων περί τους 10.000 διαδηλώνοντας την άρνησή τους. Αποφασίζουν να αντισταθούν και έτσι το επόμενο πρωί ο άγγλος συνταγματάρχης Reid δέχεται Πρεσβεία μουσουλμάνων Βέηδων  που παραπονιούνται για τα γενόμενα. Ωστόσο φτάνουν σε συμφωνία οι Οθωμανοί να παραδώσουν το φορολογικό γραφείο της Δεκάτης χωρίς αντιστάσεις και με υποσχέσεις για καμιά ταραχή. Ποιος μπορεί όμως να κρατήσει τον όχλο; Από νωρίς το πρωί άοπλοι Οθωμανοί κατέβαιναν στο λιμάνι. Τα τούρκικα μαγαζιά κλειστά. Παράξενος ο αέρας, ησυχία και υποψία αναταραχής. Κι αφού δεν βρήκαν πουθενά τον διορισθέντα από τους άγγλους Χριστιανό ελεγκτή του Φορολογικού Γραφείου Στυλιανό Αλεξίου,έφυγαν αλλά το κακό παραμόνευε. Γύρω στις 2.30 το μεσημέρι ο Reid με συνοδεία 30 περίπου στρατιωτών οδηγεί τους νέους υπαλλήλους στο φορολογικό Γραφείο. Δυο διμοιρίες ακόμα από 40 άνδρες με εφ όπλου λόγχη κατέλαβαν την Πύλη του Μόλου για να εμποδίσουν την είσοδο των Άτακτων Τούρκων. 

Γράφει ο Λευτέρης Αλεξίου στην εφημερίδα Νέα Χρονικά στα 1948 :

Η Πύλη του Μόλου
«… Η Πόρτα του Λιμανιού, όπως κι οι άλλες τρεις Πόρτες του Κάστρου, κλειούντανε κάθε βράδυ κι ανοιγόντανε κάθε πρωί από πυλωρούς Τούρκους, χεροδύναμους κι ασκημένους. Μόλις έβγαινες από την πόρτα στο λιμάνι, στη ρίζα του μεγάλου Μώλου που φέρνει στον Κούλε, οι Τούρκοι είχανε στήσει απάνου στη θάλασσα και σε πασσάλους μιαν εξέδρα αρκετά ευρύχωρη. Εκεί στις κάψες του καλοκαιριού, μα και στις λιακάδες του χειμώνα, κάθιζε ο κόσμος κι έπινε τον καφέ του, μ΄ όλη την ανατολίτικη άνεση, ή κάπνιζε το ναργιλέ του, ενώ κάτωθε επάφλαζε υπόκωφα η ανειρήνευτη και μέσα στο λιμάνι Κρητική Θάλασσα. Εκεί στην εξέδρα την ξύλινη καθόταν ο Αλεξίου με τους άλλους  νεοδιορισμένους υπαλλήλους του Φορολογικού Γραφείου και περίμενε ν΄ ανοίξουν το τελωνείο και να πάη να ξεκινήσει τη δουλειά…»
Ακολούθησε μια συνάντηση του συνταγματάρχη Reid με τον Πασά στο διοικητήριο του με στόχο να λυθεί το θέμα των κλειδιών και της παράδοσης του Φορολογικού Γραφείου:

«- Εγώ, λέει ο Πασάς, δεν έχω διαταγή να το παραδώσω. Πως να κάμω;
-Θα αναγκαστούμε να το ανοίξουμε, σπάζοντάς το!
-Πεκεϊ, εφέντη μου! Να το σπάσετε, σαν έχετε τέτοια όρεξη!»

Λιμάνι Ηρακλέιου 1896
Έφυγαν βιαστικά κι ο Reid έδωσε διαταγή στον Στυλιανό Αλεξίου να ανεβούν στο εγγλέζικο στρατόπεδο πέρα στα νοτικά μπεντένια και μαζί με δυο ανώτερους υπαλλήλους τον Γιώργη Βολονάκη και τον Πέτρο Μαριδάκη να πάρουν μια στρατιωτική δύναμη και να πάνε να ανοίξουνε  το Φορολογικό γραφείο γύρω στις 2.30 το μεσημέρι…
Κι έφτασε εκείνη  η στιγμή λίγο πριν ανοίξουν την πόρτα που ακούστηκε οχλαγωγία μεγάλη. Ο Reid ένοιωσε τον φόβο και το κακό να πλησιάζει. Φώναξε με όλη του τη δύναμη να κλείσουν οι Πύλες, η Πόρτα του Μόλου, όμως οι Τούρκοι Πυλωροί είχαν φύγει και οι φωνές, οι κραυγές καλύτερα των « λυσσασμένων » αγριμιών πάγωσαν το αίμα όλων. Ζητούσαν να σκοτώσουν τους Χριστιανούς Υπαλλήλους με τον Αλεξίου πρώτο πρώτο για να εμποδίσουν την εφαρμογή της Απόφασης των Μεγάλων Δυνάμεων. Εκεί με την υπεράνθρωπη προσπάθεια του ηρωικού λοχαγού Φόλδιγκ αμπάρωσαν την Νοτική Πύλη και γλύτωσαν οι Χριστιανοί Υπάλληλοι…

Γράφει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα « Σκριπτ » ο Στυλιανός Αλεξίου  (Φύλλο 1084, Σάββατο 29 Αυγούστου 1898) :

« …Αποφασίστηκε λοιπόν από κοινού με τον Άγγλο συνταγματάρχη να σπάσουμε τις πόρτες και να μπούμε μέσα. Ήμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στη διάρρηξη , όταν ξαφνικά ακούσαμε μερικούς πυροβολισμούς κοντά στην Πύλη του τείχους. Φυσικά και ανησυχήσαμε, κι αμέσως εσπεύσαμε όλοι μαζί… Άμα φτάσαμε εκεί ευρήκαμε ένα Τουρκοκρητικό σκοτωμένο. Τον είχανε σκοτώσει οι Άγγλοι στρατιώται. Να τι είχε συμβή: Την ώρα που εμείς επηγαίναμε να καταλάβωμε  το Φορολογικό Γραφείο, ο πολυάριθμος Τουρκικός όχλος είχε μαζευτεί κοντά στην Πύλη και ζητούσε να περάσει από αυτήν… Οι Άγγλοι στρατιώτες , που εφρουρούσαν εκεί τους εμποδίσανε να περάσουν. Με αυτήν την αφορμή δημιουργήθηκε ταραχή και μέσα σ΄ αυτήν ένας Τουρκοκρητικός εχτύπησε με μαχαίρι έναν Άγγλο στρατιώτη. Ο Τουρκοκρητικός αυτός επυροβολήθηκε ευθύς από τους Άγγλους και σκοτώθηκε. Την ίδια στιγμή οι Άγγλοι στρατιώτες εκλείσανε την Πύλη. Ύστερα από το παραπάνω φονικό ο Τούρκικος όχλος εφρένιασε. Κι έτρεξε την ίδια στιγμή και οπλίστηκε. Οι Τουρκοκρητικοί αφού ωπλιστήκανε , ριχτήκανε με λυσσασμένη μανία στις χριστιανικές συνοικίες. Περικυκλώνανε τα χριστιανικά σπίτια και μαγαζιά και τους εβάζανε φωτιά με πετρέλαιο. Οι χριστιανοί αναγκάζονταν από τις φλόγες να βγαίνουν έξω και τότε οι Τούρκοι τους εσκοτώνανε. Πυρποληθήκανε στην αρχή εφτά χριστιανικά καταστήματα, που βρισκόντανε κοντά στην παραλία. Εκεί σφάγηκανε οι περισσότεροι Χριστιανοί. Πολλοί για να ξεφύγουν  από τις φλόγες και το μαχαίρι των αιμοβόρων Τούρκων , πηδούσαν από το  φρούριο στην προκυμαία κι οι περισσότεροι σκοτώνονταν ή σπούσανε τα πόδια τους κι άλλα μέρη του κορμιού τους. Άλλοι επήδηξαν από την άλλη μεριά του φρουρίου δυτικά της πύλης και ρίχτηκανε στη θάλασσα. Άλλοι τρέξανε προς τη μεριά του εγγλέζικου στρατόπεδου και βρήκαν οι πιο πολλοί από τους δύστυχους αυτούς οικτρό θάνατο. Τέλος πολλοί κρυφτήκανε σ΄ απόκεντρα μέρη ή βρήκανε καταφύγιο στα προξενεία . (Εκτός φυσικά του αγγλικού που χτυπήθηκε και πυρπολήθηκε με όλους που είχαν κλειστεί εκεί, και των άλλων τριών του Γαλλικού, Ισπανικού και Γερμανικού που κάηκαν) …»
Άοπλοι ήταν όλοι οι Χριστιανοί, ανήμποροι να αντιδράσουν στην μανία των Τούρκων. Συνεχίζοντας την αφήγηση του αναφέρεται πως σκοτώθηκαν όλοι οι Άγγλοι και τραυματίστηκαν αρκετοί. Ανάμεσα στους τραυματίες ήταν κι ο αδελφός του που στην προσπάθεια του να σώσει την οικογένεια του από το σιδερόφρακτο παραθυράκι του σπιτιού τους που έβλεπε στη θάλασσα , με μια βούργια, γκρεμοτσακίστηκε κι έσπασε και τα δύο του πόδια. Είδε τον αδελφό του κατάκοιτο και ακούνητο στις μεγάλες πλακούρες και νόμιζε πως ήταν νεκρός. Δίπλα του κι ο μεγάλος Αντώνιος Βέκιος, ο λαϊκός μουσικός του Μεγαλόκαστρου, που λένε πως υπήρξε το πρώτο θύμα της μεγάλης σφαγής. Επερεπε να συνεχίσει το « δρόμο» του.Είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση να οδηγήσει όλους όσους ήταν μαζί του προς τα Δυτικά στον λιμενοβραχίονα του μεγάλου Κούλε , να τους σώσει. Σφαίρες έπεφταν σωρό, δύσκολο να προφυλαχτεί κανείς, οδυρμός, χαμός και εκεί σαν έφτασαν  δυο μέτρα μόνο από τη σιδερένια πρύμνη του υδροφόρου πλοίου των  Άγγλων, το Turquise, που δεν είχαν φόβο να τρυπηθούν από τις πολυάριθμες σφαίρες με ένα μαδέρι που βρέθηκε κοντά τους κατάφεραν να μπουν μέσα και να γλιτώσουν. Και γέμιζε το πλοίο με ταλαιπωρημένες ψυχές και κρύβονταν στ΄ αμπάρι του να μην τους πάρουν μυρουδιά οι Τούρκοι κι αργά την νύχτα κατάφεραν να φέρουν ίσαμε το πλοίο τον βαριά τραυματισμένο Γιώργο Αλεξίου και να χαμογελάσει η ψυχή του Στυλιανού.
Στα γεγονότα της συγκλονιστικής αυτής και σημαδιακής μέρας προστίθενται οι μικρές παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων όπως εκείνη με το Αγγλικό πολεμικό « Hasard » που έριξε πάνω κάτω 14 βολές μικρής ολκής προς τον Τούρκικο όχλο  αλλά  δεν κατάφερε σχεδόν τίποτα. Όλη  η συνοικία γύρω από το λιμάνι καταστράφηκε από την φωτιά, καθώς και τα  ακίνητα του Καλοκαιρινού που μέσα τους βρισκόντουσαν πάνω από  τριάντα άτομα. Από τους πρώτους που σφάχτηκαν και στη συνέχεια κάηκαν ήταν ο Υποπρόξενος της Αγγλίας Λυσίμαχος Καλοκαιρινός, αρχικός  στόχος των Βασιβουζούκων και πιο συγκεκριμένα του Λαμή Βετιχάκη, που τον αποκεφάλισε και αργότερα λόγω και του καμένου σώματός του αναγνωρίστηκε από τις φαβορίτες και την κήλη που είχε. Θάφτηκε και αυτός, πιθανόν, από την Φούνταινα, μια γριά  πόρνη, όπως αναφέρει ο Στυλιανός Αλεξίου που μέρες αργότερα συνομίλησε και μαζί της, και του νεαρού Αγρότη Βαλελαδάκη, αρχικά στο Σιναϊτικό Μοναστήρι και αργότερα ξεθάφτηκε και τα οστά του τοποθετήθηκαν στο εσωτερικό του Αγίου Ματθαίου. Ακόμα και σήμερα μπορεί κανείς να δει την ταφική πλάκα. Πολύ αργότερα έγινε ανακομιδή των οστών στον οικογενειακό τάφο που βρίσκεται στο Νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου.
Φωτ: Ι. Μουρέλλος
Το Αυγουστιάτικο βράδυ της 25ης κόντευε να τελειώσει. Όσοι δεν ήταν τραυματίες κι ανάμεσα τους ο Αλεξίου που διηγείται όλα τα γεννούμενα, βγήκαν όπως όπως στο κατάστρωμα του Turquise κι είδαν όλη την  πολιτεία να φλέγεται κι άκουγαν τις κραυγές των απεγνωσμένων ανθρώπων να φτάνουν ίσαμε το φεγγάρι που λένε πως ήταν και τότε στη φάση της πανσέληνου. Πολλοί πρόκριτοι Καστρινοί και απλός κόσμος για να γλυτώσουν από τα βλήματα και την φωτιά έτρεχαν όπως όπως  κατά μήκος του Μπεντενάκι να πάνε ίσαμε το Αγγλικό στρατόπεδο. Οι μαχαλάδες της περιοχής εκεί ήταν Τούρκικοι κι έτσι τους σκότωναν οι Οθωμανοί  και κατά την Τούρκικη συνήθεια του διαμελούσαν. Αναφέρεται μαζί πολλών άλλων στην εφημερίδα Σκριπτ, πολύ αργότερα, πως ανάμεσα στα εκατοντάδες θύματα κι ο Ζαχαρίας Θιακάκης , άλλοτε βουλευτής, που πυροβολήθηκε στο στήθος σχεδόν εξ επαφής,  ο Δημήτρης Καράλης που σφάχτηκε. Χαρακτηριστική η περιγραφή του σώματος του Κωστή Ζαχαριάδη που το έσερναν στους δρόμους και το μισό πτώμα βρέθηκε στο λιμάνι, το υπόλοιπο αλλού.
Όλους τους σκότωσαν όσους βρήκαν μέσα στο σπίτι του Λυσίμαχου Καλοκαιρινού. Ο Αναστάσης Μπιζάκης που κρύφτηκε για σαράντα οκτώ ώρες μέσα στον αχυρώνα του σπιτιού τα είδε και τα άκουσε όλα. Ίσαμε 30 ψυχές σκοτώσανε εκεί μέσα , δούλους, αφέντες , άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Κι ύστερα βάλανε φωτιά και τα έκαψαν όλα, σπίτια και αποθήκες. Εκεί χάθηκε και η μοναχοθυγατέρα του Λυσίμαχου Καλοκαιρινού η Σκεύω μαζί με το μωρό της. Ήταν γυναίκα του Αντώνη Τζαγάκη, ονομαστή στην ομορφιά και στην καλοσύνη κι έγινε θρύλος η ιστορία της και λέγανε πως τέτοια ομορφιά δεν μπορεί να χάθηκε, κι ίσως  οι Τούρκοι την πήραν και την πήγανε σε χαρέμι στην Πόλη. Και σαν ηρέμησαν τα πράγματα και γλίτωσε ο άνδρας της από τη σφαγή και πέρασε λίγος καιρός να φτάσει ίσαμε την Πόλη και τη Σμύρνη να ψάχνει τα χνάρια τους αλλά μάταια… Κι είχε κι άλλες ιστορίες τούτη η μέρα, όπως εκείνου του πάτερ Αντωνίνου, εφημέριου  της εκκλησιάς της Φράγκικης του Αγίου Ιωάννου του Βαφτιστή που περιμάζεψε πολλές δεκάδες Χριστιανών και σαν οι Τούρκοι κατάφεραν να σπάσουν την πόρτα του μοναστηριού και να μπουκάρουν μέσα ύψωσε το ανάστημα του και δεν τους άφησε να προχωρήσουν.
Κι οι ιστορίες δεν έχουν τελειωμό με ανθρώπους να τρέχουν αλλόφρονες να σωθούν, να αναζητούν αγαπημένα τους πρόσωπα, να σωριάζονται καταγής λιπόθυμοι κι άλλοι να προσπαθούν να φτάσουν όπως όπως σε ένα πιο ασφαλές μέρος. Πολλοί κατέφυγαν σε εκείνη  τη Φράγκικη εκκλησιά.
Κι ένα ακόμα από τα εκατοντάδες γεγονότα που γραφτήκαν αργότερα στην εφημερίδα Σκριπτ δείχνει το μεγαλείο των ανθρώπων και την κτηνωδία των λυσσασμένων Βασιβουζούκων :
Ονωρίνη Συνολάκη, μια γυναίκα ψηλή, όμορφη πολύ και δυνατή στον πόνο. Της σφάξανε μπροστά στα μάτια της τον άνδρα και τα δυο της παιδιά, το ένα ήταν μωρό ακόμα. Την ίδια την πλήγωσαν στο κεφάλι με « κασατούρα», γιαταγάνι δηλαδή.
«…Ήταν ακουμπισμένη στον τοίχο του λιμεναρχείου.Ήταν ρακος υπάρξεως. Κι όμως ζούσε ακόμα. Από τα μάτια της ΄τρεχαν ακόμα τα δάκρυα. Τα χείλη της εσάλευαν ακόμα για να δώσουν διέξοδο στο βαθύ της αναστέναγμα και να ψιθυρήσουνε το συντομότερο, το σπαραχτικώτερο μοιρολόι… «Τα παιδιά μου, τα παιδιά μο». Πλατύς επίδεσμος εσκέπαζε την πληγή της κεφαλής της, απ΄ όπου πέρασε το τούρκικο γιαταγάνι .Και στο στήθος της, στην ποδιά της, στους ώμους της, παντού, το φτωχικό της φόρεμα ήτανε καταλερωμένο από πλήθος αίμα στεγνωμένο, ξερό, το αίμα των παιδιών της, που σφαχτήκανε στην αγκαλιά της…» Μέρες πολλές έμεινε εκεί στο ίδιο σημείο σχεδόν ασάλευτη.
Στη αφήγηση του ο Στυλιανός Αλεξίου συνεχίζει: «…Η πυρκαγιά  εξακολουθούσε όλη τη νύχτα της Τρίτης, όλη την ημέρα της Τετάρτης και χθες Πέμπτη ίσαμε το μεσημέρι , οπόταν εφύγαμε μεις, εφαινόνταν φλόγες πανύψηλες. Ίσως και σήμερα ακόμη ( δηλαδή την Παρασκευή 28 Αυγούστου) να εξακολουθή η πυρκαγιά .Η καταστροφή είναι τρομερή. Τίποτε δε θα μείνει από τα Χριστιανικά ακίνητα. Ολόκληρη η αγορά Βεζίρ Τσαρσί ( ο δρόμος δηλαδή του λιμανιού) κατακάηκε. Εκεί δεν καήκανε μόνο ελληνικά καταστήματα, μα και τούρκικα, γιατί είχανε μέσα εμπορεύματα χριστιανών… Στις ταραχές έμεινε αμέτοχος ο Τουρκικός στρατός. Έλαβε όμως ενεργό μέρος στις λεηλασίες…».
Ο αριθμός των σφαγιασμένων δεν είναι γνωστός επ΄ ακριβώς. Άλλοι μιλούν για οκτακόσιους, άλλοι για διακόσιους και άλλοι για περίπου τετρακόσιους. Ένα χρόνο αργότερα στις 25 Αυγούστου 1899 ο Στυλιανός Αλεξίου είχε δημοσιεύσει στην εφημερίδα « Αλήθεια » μια πλήρη περιγραφή των γεγονότων  και τον τελειωτικό πίνακα των χαμένων , όπως ο ίδιος από έρευνά του συνέταξε , ωστόσο δεν είναι  εύκολο να βρεθεί αντίτυπό της. Ο γιος του, Λευτέρης Αλεξίου, σε δημοσίευση του στα Νέα Χρονικά παραθέτει ένα πίνακα με ονόματα που όπως λέει ο ίδιος, αν δεν υπάρχουν αλλού αντίγραφα άλλων δημοσιευμάτων ίσως αυτός  να παραμείνει ο πιο ολοκληρωμένος για τους ιστορικούς του μέλλοντος…
Την συγκλονιστική αφήγηση του Αλεξίου, πια, στα Νέα Χρονικά, σφραγίζει ένα γεγονός όχι ιδιαίτερα γνωστό για δυο ανθρώπους που δίκαια θα έπρεπε να γνωρίζει κάποιος το ρόλο διαδραμάτισαν εκείνη την εποχή… :
Ταφ.πλάκα Λ. Καλοκαιρινός,Αγ. Ματθαίος
« …της Φούνταινας  , που ήτανε παλιά πόρνη, και του νεαρού αγρότη Βαλελαδάκη. Οι δύο αυτοί ταπεινοί άνθρωποι ανάλαβαν ύστερα από μέρες να περιμαζέψουνε και να θάψουνε τα πτώματα των θυμάτων, που είχεν αρχίσει η αποσύνθεσή τους και όλη η πολιτεία βρωμούσε απαίσια και κίνδυνος άμεσος υπήρχε να δημιουργηθούν επιδημίες. Με ένα χειράμαξο γύριζαν επί μέρες σ΄όλην την πολιτεία, σώρευαν εκεί τα αποσυνθεμένα σώματα μαζεύοντάς τα κομμάτι και κομμάτι και μεταφέρνανε στην Απάνω – Εκκλησιά, στο Σιναϊτικό Μοναστήρι του Αγίου Ματθαίου, όπου τ’ αποθέτανε σ ένα βαθύ κι ευρύχωρο κοινό τάφο. Ο έξαρχος Χρύσανθος εγκαρδίωνε τους δύο ανθρώπους. Αφού τελειώσανε το έργο τους με τεράστιους αγώνες, ο Βαλελαδάκης αρρώστησε βαριά. Τον έπιασε ζάλη κι εμετός που κράτησε μέρες και τον έφερε στον τάφο. Είχε πάθει δηλητηρίαση, κι όπως έμεινε χωρίς ιατρική περίθαλψη, χάθηκε το τίμιο παληκάρι. Η Φούνταινα τον περιποιήθηκε μέσα στο μοναστήρι ίσαμε την ύστατη στιγμή. Θάφτηκε πλάι στα θύματα της Σφαγής, το τελευταίο αυτό θύμα, μα όχι και το λιγότερο αξιομνημόνευτο. Η Φούνταινα έζησε και διηγήθηκε αργότερα στον πατέρα μου τα επεισόδια. Του τα διηγήθηκαν ακόμα και οι καλόγεροι του μοναστηριού. Όλοι τους μιλούσανε σεβασμό για την ηρωική πράξη …»

Η συνέχεια της μεγάλης σφαγής γνωστή. Ήταν η μεγάλη αρχή του Τέλους της Οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί …

Σαν να ξύπνησα από ένα όνειρο μόλις ένα περιστέρι ήρθε και κάθισε στο παγκάκι που καθόμουν και έβλεπα τον Κούλε απέναντι και έρχονταν όλα τούτα στο μυαλό μου. Σηκώθηκα και κοίταξα ίσαμε πάνω τον δρόμο ετούτο. Τίποτα δεν μαρτυρούσε τις εικόνες που ζωντάνεψαν με τη φαντασία μου. Κι όμως δεν ήταν όνειρο, δεν ήταν ψέματα, έγιναν όλα τούτα, εδώ, στο σημείο σχεδόν που πατούσα. Η ψυχή μου ταράχτηκε πολύ, κατέβηκα γρήγορα γρήγορα τα σκαλιά και πήρα το ποδήλατο. Ήθελα να νοιώσω εκείνο το αίσθημα της ελευθερίας, του δροσερού αέρα της θάλασσας να με τυλίγει. Τις έδιωξα τις εικόνες, άρχισα να παίρνω τον ανήφορο του πολύπαθου δρόμου και σαν έφτασαν ψηλά κοντά στον άγιο Τίτο, λίγο γαλήνεψα.
Είναι γιορτή μεγάλη σήμερα, γιορτάζει ένας από τους πιο σπουδαίους αγίους του Κάστρου.
Άλλη μεγάλη ιστορία κοντά στα χίλια χρόνια, χάνεται από την εποχή του Νικηφόρου Φωκά κι αργότερα σαν έρχονται  οι Ενετοί γνωρίζει δόξες πολλές αφού ο ναός τους αποτελεί την μητρόπολη της Κρήτης ολάκερης. Στα 1446 μ.Χ. ανακαινίζεται και εδώ   τοποθετείται  η Κάρα του αγίου Τίτου  σε ειδικό βωμό καθώς και τα λείψανα του αγίου Στεφάνου, του αγίου Μαρτίνου και της αγίας Φωτεινής. Στα 1508 στον μεγάλο σεισμό, δημιουργούνται αρκετές  ζημιές και  μερικά  χρόνια αργότερα στα 1544 ξεσπά μια μεγάλη πυρκαγιά προκαλώντας τρομερή καταστροφή. Ξαναφτιάχνεται και την περίοδο της Τουρκοκρατίας γίνεται  Τέμενος αφιερωμένο στον Φαζήλ Αχμέτ Κιοπρουλή που πια αποκαλούνταν Βεζίρ Τζαμί.  Περασαν δύο αιώνες, και φτάσαμε στον  μεγάλο σεισμό του 1856, που όλα έγιναν πέτρες ξανά.
Αμέσως σχεδόν άρχισε να ξαναφτιάχνεται από τα θεμέλια. Ο Αθανάσιος Μούσης, αρχιτέκτονας, γνωστός από την ανοικοδόμηση του αγίου Μηνά, ανέλαβε και τούτη την εκκλησία.  Έτσι το 1869 ο νέος ναός είχε πια τελειώσει και το αποτέλεσμα ήταν μάλλον εκπληκτικό για την εποχή. Στη συνέχεια οι πληροφορίες είναι ελάχιστες. Αναφέρονται σε διάφορες πηγές πως καθόλην τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στην πόλη, στον προαύλιο χώρο θάφτηκαν επιφανής Τούρκοι Αγάδες, όπως για παράδειγμα ο Χασάν Πασάς, περίπου στα 1823 που θεωρούνταν  από τους πιο αιμοσταγής πασάδες της Κρήτης ,με ανελέητες καταστροφές στο Λασίθι και ιδιαίτερα στη Μίλατο.
Στα 1913 οι Τούρκοι έχουν φύγει οριστικά από την Κρήτη και στην ανταλλαγή πληθυσμών που έγινε στα 1925 ο ναός περνά πια οριστικά στα χέρια και την δικαιοδοσία μόνο των Ορθόδοξων Χριστιανών, ύστερα από 700 και πλέον χρόνια . Η τελετή που γίνεται στις 3 Μαΐου του 1925 στα εγκαίνια του ναού, συγκεντρώνει απίστευτο κόσμο. Συγκίνηση και ενθουσιασμός επικρατεί στο πλήθος που πλέον η εκκλησία  αφιερώνεται στον Άγιο Τίτο από εκείνη την ημέρα. Την ίδια περίοδο κατεδαφίζεται και ο μιναρές του.
1900 c, Άγιος Τίτος
Το 1930 έγινε η εικονογράφηση του Ναού από τον αυτοδίδακτο Καστρινό ζωγράφο Ευάγγελο Μαρκογιαννάκη.  Έργα του φυλάσσονται σήμερα στο παρεκκλήσι του αγίου Τίτου, μέσα στον Ναό και στον γυναικωνίτη. Την περίοδο της Γερμανικής κατοχής τα στοιχεία για την κατάσταση ή την τύχη του ναού είναι λιγοστά. Όπως αναφέρει με προφορική μαρτυρία του ο εφημέριος Εμμανουήλ Ασκιανάκης,η εκκλησία λειτουργούσε κανονικά  στην πόλη τη διάρκεια που βρίσκονταν οι Γερμανοί εδώ και ίσως κάποιο διάστημα να έγινε  αποθηκευτικός χώρος φύλαξης σιτηρών. Και φτάνουμε στην πιο πολυπόθητη μέρα και ιστορική που ξημέρωσε ποτέ για την μεγάλη Χριστιανική εκκλησία του Ηράκλειου πια , την 15η Μαΐου 1966. Είναι η μέρα που το λιμάνι, η 25η Αυγούστου θα γεμίσει με χιλιάδες ανθρώπους. Αντιπρόσωποι της Κυβέρνησης, κληρικοί, μοναχοί, και απλός λαός  θα υποδεχτεί την κάρα του Αποστόλου Τίτου ύστερα από 297 περίπου χρόνια. Είχε «φύγει» στην Βενετία μαζί με όλα τα κειμήλια με εκείνη τη γαλέρα το Σεπτέμβρη του 1669. Επιστροφή στην πατρίδα, στη γενέθλιο γη.  Λένε πως έριχναν παντού ροδοπέταλα και άλλα λουλούδια της κρητικής γης, σε όλο το δρόμο από τo λιμάνι, την 25η Αυγούστου και την μέχρι την είσοδο του Ναού, για να υποδεχτούν  ένα σύμβολο, ένα ιερό κειμήλιο που μόνο δάκρυα χαράς θα μπορούσε να φέρει στα μάτια όλων των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί. Επίσημοι προσκεκλημένοι ο  αντιπρόσωπος του Πατριάρχου της Βενετίας, Επίσκοπος Ιωάννης Ολιβότι, που την παρέδωσε  στον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Κρήτης Ευγένιο.

Κτύπησαν οι καμπάνες… Μεγάλη μέρα η σημερινή. Κατευθύνθηκα στην είσοδο, λιγοστοί οι άνθρωποι τέτοια ώρα. Στολισμένος ο ναός, γιορτή για Εκείνον και την πόλη. Πλησίασα το σεμνό πέτρινο μνημείο στη δεξιά πλευρά του ναού : «…Εις μνήμην των Υπερ Πίστεως και Πατρίδος  Σφαγιασθέντων Χριστιανών την 25η Αυγούστου 1898…».

Βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε πάλι. Κούνησα το κεφάλι κάμποσες φορές. Μπήκα στην εκκλησιά κι άναψα ένα κερί για εκείνους που χάθηκαν κάποτε, για όλους, Καστρινούς, Άγγλους…
Κι ύστερα άρχισα να  κατηφορίζω στο λιμάνι, στα ερείπια της Πύλης του Μόλου, στα Νεώρια και την πλατεία των 18 Άγγλων. Κατέβηκα από το ποδήλατο, προσέχοντας ακόμα μια φορά, που πατούσα και πως. Τίποτα από το τότε, τίποτα απολύτως. Γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, αυτοκίνητα με βιαστικούς αγουροξυπνημένους ανθρώπους για τις δουλειές τους. Ο «Άρχοντας» μόνο απέναντι, κατάλαβε τις σκέψεις μου, όπως πάντα, κι εκείνος συνέχιζε να στέκει σιωπηλός.

Ώρα μας ήταν να επιστρέψουμε στο σήμερα, στην καθημερινότητα που έχει την γοητεία της ελευθερίας, της επιλογής και της θύμησης!

Οδός 25η Αυγούστου κι ας έχουν περάσει 118 χρόνια από τότε!

ΠΗΓΕΣ:
Εφημερίδα Νέα Χρονικά, 29/3/1948 – 28/11/1948
Περιοδικό Στιγμές, 1998
Εφημερίδα Ανόρθωσις, 1930
Βικελαία Δημοτική βιβλιοθήκη Ηρακλείου
Αρχείο Μηνά Γεωργιάδη
Ο ναός του αγίου Τίτου, ιστορικά σημειώματα, Στέφανου Ξανθουδίδου, έκδοσις Β΄, 1974
Νέα Eφημερίς, 3 Μαΐου 1925
Το Ηράκλειο στο πέρασμα των Αιώνων, Στεργ.Σπανάκη, Δήμος Ηρακλείου, 1990
Το Ηράκλειο και η Νομαρχία του, Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ηρακλείου, 2005
Η Κρήτη των καλλιτεχνών, Ντενίζ – Χλόη Αλεβίζου , εκδ. Δοκιμάκης
Προσωπικές μαρτυρίες Εφημέριου Αγ.Τίτου, Εμμανουήλ Ασκιανάκη
Υπήρχε μια πόλη το Μεγάλο Κάστρο, Λιάνα Σταρίδα, εκδ. ΄Ιτανος
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ

Δημοσιεύτηκε στις 25 Αυγούστου 2016 στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ :http://www.patris.gr/articles/303304?PHPSESSID=htr7nng5n8f17u31b0mob4ib46#.V8BivzUpoog
και στο Cretalive.gr http://www.cretalive.gr/history