Το παραμύθι της βροχής

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι λησμονημένοι του τόπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι λησμονημένοι του τόπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Από όσα θυμούμαι το Παλιό Κάστρο, Μανώλης Δερμιτζάκης, εκδ. Δοκιμάκης



Ο Μανώλης Δερμιτζάκης εξέδωσε το Από όσα θυμούμαι  σε δύο χωριστούς τόμους , το 1962 και 1963 αντίστοιχα. Η επανέκδοσή του έγινε από τις εκδόσεις Δοκιμάκη, το 2008  σε έναν τόμο με επιμέλεια της Τασούλας Μαρκομιχελάκη.


Ώρες φορές, όντας μονάχος στο μπαρμπεργιό κλεισμένος με δίχως δουλειά, συλλογίζουμαι τη ζωή μου, τη ζωή... Και στο νου μου κατεβαίνουν αράδες. Γράφω. Τι γράφω; Ένα λόγος να γράφεις. Μεγάλη υπόθεση να το λες. Μεγαλύτερη να τυπώνεις.
(Μανώλης Δερμιτζάκης, Μάρτιος 1934)

                                                 
                                          



 ...Με το βιβλίο μου αυτό κάνω μια προσπάθεια να δώσω στον αναγνώστη μου την εικόνα της παλαιάς πολιτείας του Μεγάλου Κάστρου όπως ήτο το 1899 ως τα 1920. Στην εικόνα αυτή, με την περιγραφή της συγκεντρώνοντας τις  αναμνήσεις  μου, θα προσπαθήσω να δώσω όλο το ατόφιο Μεγάλο Κάστρο με τα γεγονότα κάθε εποχής, τα ήθη και έθιμά του, την ατμόσφαιρα και το χρώμα που του έδινε η τότε ζωή όπως εφαίνουνταν με τους τύπους των λογής-λογής ανθρώπων εκείνου του καιρού, που καθένας, με το ρόλο που έπαιζε και τη δράση του στην κοινωνική ζωή, αποτελούσε κι αυτός ένα συντελεστή μέσα στην κοινωνία και στη γενικότητα του συνόλου, που ανάλογα έχει τοποθετήσει τον καθένα η ανάμνησις της πολιτείας εκείνου του καιρού.
Αλήθεια. Το παλαιό Μεγάλο Κάστρο, που όλο και το εξαφανίζει ο κασμάς της ανοικοδομήσεως με τις σύγχρονες μοντέρνες οικοδομές της, είχε πολύ μεγάλη γραφικότητα. Μικρούτσικο, τόσο δα, κλεισμένο στα ψηλά βενετσιάνικα μπεντένια, εζούσε τη ζωή του το ψυχομέτρι των δεκαπέντε χιλιάδων από τους Χριστιανούς* και δέκα από τους Τούρκους. Μέσα στο στενό χώρο πίσω από τα μπεντένια ήταν χτισμένα, στα στενοσόκακα και στα φιδωτά καλντιρίμια των μαχαλάδων του, τ’ αψηλά καφασωτά κονάκια των μπέ-ηδων και των αγάδων μαζί με τ’ αρχοντόσπιτα των Χριστιανών και τα χαμηλοτάβανα λεπιδοσκέπαστα με τις στρογγυλές πορτούλες φτωχόσπιτα Χριστιανών και Τούρκων. Το 1899 με 1900, το παλαιό Κάστρο δεν ήταν άλλο από μια μικρή τουρκόπολις με τους αψηλούς μιναρέδες των τζαμιών και τους τεκέδες στα τσαρσιά και στους μαχαλάδες τους.
Εξαίρεση αποτελούσε ο επιβλητικός όγκος της εκκλησίας του Αγίου Μηνά, που η πίστις του ρωμιού ραγιά με πείσμα είχε πυργώσει καταμεσής στην πολιτεία σε βάρος της αλαζονείας του κατακτητή, ακόμα και από τα χρόνια της σκλαβιάς σιωπηλό δείγμα της θρησκευτικής και εθνικής του οντότητας.
Μέσα σε τούτη τη γενικότητα ζούσε στα τσαρσά και τους μαχαλάδες του το παλαιό Μεγάλο Κάστρο. Ο ξένος όμως που θα ’ρχονταν για πρώτη φορά μουσαφίρης του δε θα ’φευγε καθόλου με ευχάριστες εντυπώσεις από την επίσκεψή του. Καθώς θα τραβούσε τα στενοσόκακα με τα καλντιρίμια τους στους μαχαλάδες {η πάστρα που παρουσίαζαν στον ξένον}, καθόλου δεν κολάκευαν οι σωροί των σκουπιδιών σε κάθε γωνιά σοκακιού ή τσαρσού, που εκεί περιμένανε μέρες ώσπου να τα σήκωναν οι σκουπιδιαρέοι του Μπελεντιέ (δημαρχείου) ρίχνοντάς τους στα ορθογώνια κασόνια τα φορτωbένα επάνω σε γαϊδούρια. Εν τω μεταξύ, τις μέρες που έμεναν εκεί εκτεθειμένοι οι σωροί των σκουπιδιών, αρκετά επάχαιναν τα αμέτρητα σύννεφα της μύγας που εκάθονταν επάνω τους.
Όσο για τα κουνούπια, τους ψύλλους και τους κορέους, τη μόνιμη αυτή πληγή του Μεγάλου Κάστρου, ο καινουργιοφερμένος μουσαφίρης αυτός μόνο γνώριζε πώς περνούσε με τα ενοχλητικά αυτά έντομα τις θερμές καλοκαιριάτικες νύχτες. Πού τότε τα «ντι-ντι-τί» και τα λογής εντομοκτόνα που έχομε σήμερα; Εκείνο τον καιρό, οι νοικοκυρές τα σιχαμερά τούτα έντομα τα ’διωχναν με τα ξόρκια με τη μαλλιαρόπετρα: η καθεμιά νοικοκερά, την εορτή της Αναλήψεως, ως εφρόντιζε πηγαίνοντας στη θάλασσα, θα περνούσε τα  σαράντα κύματα και θα έπαιρνε μαζί της και τη μαλλιαρόπετρα. Με τούτη, σειώντας την απειλητικά ολόγυρα σε κάθε κάμαρα του σπιτιού, ξόρκιζε όλα τα μιαρά ξεφωνίζοντας: «Όξω ψύλλοι και κοριοί  και στα όρη μποντικοί».

                                                                                                              Μανώλης Δερμιτζάκης

* [Σ.τ.Ε.] Όταν η λ. «Χριστιανός» χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, τη γράφω με κεφαλαίο επειδή σε όλο το χρονικό (αλλά και στη συνείδηση) του Δερμιτζάκη λειτουργεί ως δηλωτικό εθνικότητας (=Έλληνας), κατ’ αντίστροφη αναλογία προς το Τούρκος, που χρησιμοποιείται αντί για «μουσουλμάνος».


Η καθημερινή ζωή στο παλιό Κάστρο
Από βαθιά νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, το παλιό Κάστρο έπρεπε να βρίσκονταν στο πόδι. Ανασκουμπωμένο, το κάθε βαθύ πρωινό έπρεπε να το ’βρισκε έτοιμο να ρίχνοντανστη δουλειά. Δεν ήταν τότε καθορισμένες οι ώρες που ο κάθε μαγαζάτορας θα πήγαινε ν’ άνοιγε το ντουκιάνι του. Ο κάθε τεχνίτης, μεροκαμαθιάρης ή μηνιάτορας, από πριν ακόμα φέξει η μέρα έπρεπε να βρίσκονταν στη δουλειά.
Έτσι, με τους πρώτους χτύπους της μικρής καμπάνας του Αγίου Μηνά και του Αγίου Ματθαίου σημαίνοντας τον όρθρο, και με το πρώτο μακρόσυρτο ξεφωνητό των μουεζίνηδων πάνω από τους αψηλούς μιναρέδες των τζαμιών, ως  εσκορπούσαν κι αυτοί το θρησκευτικό σαμπαχί (προσευχή), ο κάθε μαγαζάτορας με τους μεροκαματιάρηδες τεχνίτες του έπρεπε να βρίσκουνταν σκυμμένοι στη δουλειά. Σε κάθε αργοπορημένο με κατεβασμένα τα μούτρα, τ’ αφεντικό, παίρνοντάς τονε στο ψιλό, θα του φώναζε λοξοκοιτάζοντάς τονε να ’σβηνε το φανάρι…
Οι χιαλεπιτζήδες στα πεζοδρόμια σε κάθε γωνιά του τσαρσού με γιγούμια με το ζεστό σαλέπι εκαλούσανε τους περαστικούς να τους σερβίριζαν στο πόδι στις γυαλένιες κούπες το γλυκό σαλέπι πασπαλισμένο με το μπόλικο μυρωδάτο τζεντζεφύλλι και τα σησαμωτά κουλούρια. Ετούτο ήταν το αγαπημένο προσφάι του κάθε φτωχού μεροκαμαθιάρη που, δίνοντας τη δεκάρα του, έπαιρνε το σαλέπι του με το κουλούρι κάνο-ντας το προσφάι του και τραβώντας βιαστικός για τη δουλειά του.
Ακόμα, σε κάθε τσαρσί οι λογής-λογής τούρκοι και χριστιανοί πρωινοί πουλητάδες με τις φωνές τους κι αυτοί εκαλούσαν τους περαστικούς να ψωνίζανε τις μυζηθρένιες πίτες τους, τις ζεστές φραντζόλες και τα καλιτσούνια τους. Απ’ όλους ετούτους εξεχώριζε με τις νόστιμες σπανακόπιτές του ο Βασίλης ο Αγλούπας .Ήταν ο μοναδικός στην τέχνη όπως τις έφτιαχνε στο φούρνο του Τουλουπανά μαζί με τα γαρδουμάκια του, που και για τούτα οι καστρινοί μαγαζατόροι ξεχωριστά τα προτιμούσαν από άλλο προσφάι που θα ’καναν, με τη μοσχοβολιά και την ανοστιμιά τους.
Με το προχώρημα της ημέρας ερχομένοι από τα χωριά τους Πεδιαδίτες και Μαλεβιζώτες, ανεβοκατεβαίνοντας τα τσαρσά εξετελεύανε τις παραγγελιές τους. Οι μαγαζατόροι, ομπρός στις ορθάνυχτες πόρτες των ντουκιανιών τους, εκαλούσαν τους περαστικούς διαφημίζοντας τις πραμάθειες τους. Πρόσχαροι εκαλοδέχονταν τον καθένα Nουστερή, και με τσιριμόνιες, κοπλιμέντα και όρκους τους εσέρβιραν τις λογής-λογής ζυμοπουλίτικες πραμάθειες τους διαβεβαιώνοντάς τους για την αντοχή και την καλή ποιότητα της κάθε πραμάθειας. Έτσι φεύγοντας ο κάθε Nουστερής ψωνισμένος με ό,τι είχε ανάγκη, ο ντουκιαντζής τον συναπόβγανε με τα πιο θερμά χαμόγελα συστήνοντάς του σύγκαιρα με το καλό να ξανάρχονταν!...
Ο πιο επιδέξιος ντουκιαντζής στην περιοχή του Σιβρί Τσεσμέ ήταν ο γνωστός σ’ όλη τη χώρα και στα χωριά τούρκος γιαμαλής  με το  όνομα Χατζής, που ήταν το γιαμαλίδικό του πιο πάνω από το Μεγάλο Μαγατζέ του τούρκου Λιτσαρδάκη,  που σήμερα στο ίδιο είναι η έκθεση επίπλων του Τζομπανάκη στην οδό του Αγίου Μηνά.

Αυτός ο θεοφοβούμενος μερχαμετλής, όπως ήταν πηγαιμένος και στη Μέκκα και είχε προσκυνημένο τον τάφο του Προφήτη, για τούτο τον ελέγανε και Χατζή, όχι μόνο ψέματα δεν έλεγε στο μουστερή του αλλά, μαζί μ’ αυτά που ψώνιζε αυτός που θα πήγαινε, χωριστά ο πονόψυχος γιαμαλής έδινε για ψυχικό σε κάθε φουκαρά μουστερή και δυο-τρεις πήχες πανί να βράκωνε τα κοπέλια του και να τα συστύλωνε.
Όσο πλάταινε η μέρα, ακούγονταν στα σοκάκι και στις άλλες γειτονιές οι λογής-λογής πουλητάδες, μα απ’ όλους εξεχώριζε η φωνή του ξυπόλυτου Τούρκου που επουλούσε τις ζεστές φραντζόλες και τα σησαμωτά κουλούρια μέσα στο κοφίνι που κρατούσε στον ώμο διαλαλώντας τα με το γνωστό τόνο «φρα-ντζό-λες, κο-λό-ρια», και καθώς ψωνίζοντας κανένας τον αρωτούσε τι ώρα ήτανε, ίδια να ’τονε ρολόι, δίχως ποτέ να του ’φευγε λεπτό, αποκρίνονταν «9 παρά τσεϊρέκι» ή «8 παρά ντερεντζέ».
Με το βαρύ χτύπημα της μεγάλης καμπάνας του ΑγίουΜηνά, βιαστικά και τα σκολειαροκόπελα με τις κρεμαστές πάνινες σάκες στον ώμο τραβούσανε βιαστικά καθένα για το απάνω ή το κάτω σκολειό. Το «απάνω σκολειό» ήταν στη μέση της πλατείας Αγίας Αικατερίνης σήμερα. Το «κάτω σκολειό» ήταν της Κουτάλας, εκεί που σήμερα είναι η κλινική «ΕυαγγελισNός». Στο απάνω σκολειό διευθυντής ήταν ο κοντακιανός αυστηρός δάσκαλος Κοκκινάκης, με τους άλλους δασκάλους, τον Πετρίδη, το γερο-Βασιλείου, τον Τσαγκαράκη και τον Οικονομίδη. Στο κάτω σκολειό διευθυντής ήταν ο αγιομυριανός δάσκαλος Φουστανάκης, με δασκάλους το Μανώλη Μελισσείδη, τον Παλίδη και τον Ρασιδάκη. Σε τούτο το σκολειό έμαθα κι εγώ κι  εσυλλάβιζα τις πρώτες δισύλλαβες λέξεις της φυλλάδας μου στην πρώτη τάξη, ως άρχιζε με το «ίον και ωόν»!, που, καθώς μας είχε εξηγήσει ο δάσκαλος, δεν ήταν άλλο από το λουλούδι του πανσέ και το ορνιθίσο αυγό!!...
Ο ίδιος βαρύς χτύπος της μεγάλης καμπάνας της εκκλησιάς του ΑγίουΜηνά εκαλούσε στο μεγάλο Κισλά και τους μαθητές που επήγαιναν στο Γυμνάσιο, στο Σχολαρχείο και το Ιεροδιδασκαλείο. Εκεί εστεγάζουνταν και τα τρία τούτα εκπαιδευτήρια. Επίσης, στο μεγάλο κονάκι του Πλατύ Σοκακιού επήγαιναν βιαστικά και τα κοριτσόπουλα του Παρθεναγωγείου.
Στην παρακάτω πλατεία, του Αγίου Μηνά, ήταν και το Τετρατάξιον Δημοτικόν Θηλέων. Και τα τουρκόπουλα, όσα δεν αλητεύανε στα τσαρσά και στους μαχαλάδες, τραβούσανε για το μεϊτέπι (σκολειό). Εκεί ο χότζας τα μάθαινε να διαβάζουνε τον ελιφαδέ τους (μάθημα του αλφαβήτου) κι ακόμα τα μεγαλύτερα να τυπώνανε στο μυαλό τους πως έπρεπε να μισούνε τους αλλόθρησκους.
………………………………………………………………………………..

                                                                                                                  Συνεχίζεται……

Απόσπασμα από το βιβλίο : Από όσα θυμούμαι το Παλιό Κάστρο, Μανώλης Δερμιτζάκης  ( Επιμέλεια Τασούλας Μαρκομιχελάκη ), εκδ. Δοκιμάκης , 2008


Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Οι ποιητές, που δεν ξεχάστηκαν !


Μια βραδιά μελοποιημένης ποίησης με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012
στις 20.30 το βράδυ
στο Βιβλιοπωλείο Δοκιμάκης, Καντανολέων 4, Ηράκλειο.

Μια κιθάρα και μελοποιημένη ποίηση
από τους
Μιχάλη και Παντελή Καλογεράκη
για τους Ηρακλειώτες ποιητές
( Δημάκη, Δικταίο, Παϊζη, αποκαλούμενοι και "Οι λησμονημένοι του Τόπου" )
και τους σύγχρονους που αγαπάμε και δεν θέλουμε να ξεχαστούν !!!


Απαγγέλει ποιήματα ο Μάνος Πετράκης.

Είσοδος ελεύθερη

Σας προσκαλούμε σε μια βραδιά να θυμηθούμε, να σιγοτραγουδήσουμε με εξαιρετικό κρασί κάτω από το φως των κεριών...
Χορηγός : Κτήμα Ζαχαριουδάκη 

Ποιοι είναι στ΄ αλήθεια οι Ηρακλειώτες ποιητές  που αποκαλούνται και " οι λησμονημένοι του τόπου";


Ο Μανόλης Δερμιτζάκης (1892-1965) άσκησε το επάγγελμα του κουρέα στο Ηράκλειο της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα συνέθετε ποιήματα και αρθρογραφούσε.
Ήταν πρώτα απ όλα μπαρμπέρης, ένας "άγνωστος, παραμικρός μπαρμπέρης" όπως σημειώνει με ταπεινοφροσύνη κάπου ο ίδιος, "που νοιαζόταν περισσότερο για την καλή ποιότητα του ξυραφιού και την περιποίηση του πελάτη, έτσι που να ευχαριστηθεί ο χριστιανός και να σου ξανάρθει". Ο μπαρμπέρης έγραφε ποιήματα γεμάτα ένταση, πάθος και κοινωνική ευαισθησία που τα παίνεσαν επώνυμοι, και τα αγάπησαν οι ανώνυμοι. Έγραψε ακόμη ένα χρονικό για το Ηράκλειο, το "Μεγάλο Κάστρο" των αρχών του εικοστού αιώνα, που είναι μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών τις οποίες δύσκολα μπορεί ο μελετητής να αντλήσει από αλλού.


  Μηνάς Δημάκης (1913-1980). 
Ο Μηνάς Δημάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, γιος του εμπόρου Γεωργίου Δημάκη και της Μαρίας το γένος Μεταξάκη. Μετά το θάνατο του πατέρα το 1917 η μητέρα του παντρεύτηκε τον Αθανάσιο Σπανουδάκη. Από το δεύτερο γάμο της μητέρας του ο Μηνάς απέκτησε μια ετεροθαλή αδελφή την Αικατερίνη και μια αμφιθαλή την Ελεωνόρα. Το 1921 πέθανε και η μητέρα του. Από το 1919 ως το 1924 φοίτησε στο ιδιωτικό Λύκειο Ο Κοραής και το 1930 αποφοίτησε από το Α΄ Εξατάξιο Γυμνάσιο Ηρακλείου και ως το 1936 εργάστηκε αρχικά στις επιχειρήσεις των αδερφών του πατέρα του, εμπόρων σταφίδας και στη συνέχεια ως υπάλληλος στο Γραφείο Τουρισμού του Ηρακλείου. Το 1935 δημοσίευσε το πρώτο τεύχος του περιοδικού Φύλλα Τέχνης, αποτέλεσμα αποκλειστικά δικής του προσπάθειας, όπου δημοσίευσε ποιήματα και μεταφράσεις. Το περιοδικό κυκλοφόρησε τέσσερα μόλις τεύχη ως το 1937, οπότε ο ποιητής διορίστηκε στο υποκατάστημα της Τράπεζας Ελλάδος στο Ηράκλειο. Το 1943 μετατέθηκε στην Αθήνα και πήρε μέρος στις επιχειρήσεις του ΕΑΜ. Το 1939 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Χαμένη γη και τη μελέτη Οι τελευταίοι της παράδοσης, και τα δύο στο Ηράκλειο. Το 1959 αποχώρησε από τη θέση του στην τράπεζα και αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα Μεσημβρινή, δημοσιεύοντας κριτικά δοκίμια για τη λογοτεχνία (1966-1967) και υπήρξε διευθυντής της εφημερίδας Κρητικά Νέα. Η πρώτη ποιητική συλλογή του Μηνά Δημάκη με τίτλο Η χαμένη γη εκδόθηκε το 1939. Ο σταθερός προσανατολισμός του προς τη μεταφυσική αγωνία και την έκφραση του τρόμου που προκαλεί στην ποιητική φύση ο εχθρικός και αδιέξοδος κόσμος, τάση που εντάθηκε ιδιαίτερα στα τελευταία έργα του, σηματοδοτήθηκε με τη συλλογή του Κάψαμε τα καράβια μας, που εκδόθηκε το 1946. Ασχολήθηκε επίσης με τις λογοτεχνικές μεταφράσεις, τις μελέτες και το δοκίμιο, ενώ έδωσε διαλέξεις, μεταξύ άλλων για τον Καβάφη τον Καζαντζάκη, τον Κάλβο, το Σικελιανό, τη σύγχρονη ποίηση. Η φιλοσοφική αγωνία του Δημάκη σημάδεψε και τη ζωή του. Αυτοκτόνησε πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου έμενε στην οδό Αναγνωστοπούλου σε ηλικία εξήντα εφτά χρόνων. Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1957), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1961) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου (1975). Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Μηνά Δημάκη βλ. Σιμόπουλος Ηλίας, «Δημάκης Μηνάς», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Χ.Λ., «Εργοβιογραφία Μηνά Δημάκη», Το πέρασμα του Μηνά Δημάκη. Αθήνα, Ursa Minor/ Ευθύνη, 1983 και χ.σ., «Δημάκης Μηνάς», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.). 
Άρης Δικταίος (1919-1983). Ο Άρης Δικταίος (πραγματικό όνομα Κώστας Κωνσταντουλάκης) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Το 1938 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε ως το 1940, οπότε επιστρατεύτηκε. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έζησε στην Κρήτη. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1945 και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία στον Τύπο και το ραδιόφωνο, ως συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας από το 1946 ως το 1951. Μαθητής Γυμνασίου ακόμα δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Νέα Γράμματα και το 1935 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Δώδεκα εφιαλτικές βινιέτες. Είχε προηγηθεί η αποκηρυγμένη ποιητική συλλογή Στα κύματα της ζωής (1934). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νεοελληνικά Γράμματα, Νέοι Ρυθμοί, Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Εστία, Νέα Πορεία κ.α. Ιδιαίτερα ογκώδες είναι το δοκιμιακό και μεταφραστικό του έργο, ενώ εξέδωσε επίσης ποιητικές και λογοτεχνικές ανθολογίες. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1956 από κοινού με το Γιάννη Ρίτσο και το Παράσημο του Α΄ Βαθμού των Γραμμάτων Κύριλου και Μεθόδιου από την βουλγαρική κυβέρνηση (1977). Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Η ποίηση του Άρη Δικταίου τοποθετείται στη λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά της λογοτεχνίας μας, με έντονα τα στοιχεία της υπαρξιακής αγωνίας και επιρροές από τη λογοτεχνική και φιλοσοφική παραγωγή του Jean Paul Sartre. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Άρη Δικταίου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Άρης Δικταίος», Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.68-71. Αθήνα, Σοκόλης, 1982, Γιαλουράκης Μανώλης, «Δικταίος Άρης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και χ.σ., «Δικταίος Άρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.). 

Κατίνα Παϊζη 1911-1996.
 Η ποιήτρια Κατίνα Παΐζη γεννήθηκε στην Ανώπολη Σφακίων το 1911, έζησε στο Ηράκλειο και πέθανε στην Αθήνα το 1996. Ξεχωριστή ποιητική φωνή της γενιάς του μεσοπολέμου, αδελφή της σπουδαίας ηθοποιού Αλέκας Παΐζη, τα τελευταία χρόνια έγινε γνωστή με το ποίημα της "Πόσο πολύ σ’ αγάπησα" που έγινε τραγούδι με τη φωνή του Χρήστου Θηβαίου. Το βιβλίο περιλαμβάνει ανθολόγιο των ποιημάτων της και των πεζών της, τόσο από τις εκδόσεις των βιβλίων της, όσο και κείμενα για τη ζωή της από τη συγγραφέα, Νίκη Τρουλλινού, καθώς και ένα μέρος της αλληλογραφίας της με τον Νίκο Πλουμπίδη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Γιάννη Σκαρίμπα, τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Τάκη Καλμούχο, τον Βάσο Δασκαλάκη (σύζυγο της Έλλης Αλεξίου), τον Κ. Θ. Δημαρά και άλλους, με σχόλια από την επιμελήτρια του τόμου. 

Λευτέρης Αλεξίου (1890 - 1966)
 Ο Λευτέρης Αλεξίου γεννήθηκε το 1890 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στη Φιλολογική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Βερολίνου ως υπότροφος του κράτους. Υπηρέτησε σαν καθηγητής και Γυμνασιάρχης Μέσης Εκπαίδευσης από το 1915 μέχρι το 1954. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Ανάμεσα στη φύση και στο θάνατο», πεζογράφημα, 1910, «Uers Francais», ποιήματα, 1913, «Σονέτα», πρώτο βιβλίο 1914, «Σονέτα», δύο βιβλία 1916, «Οι λύκοι», δράμα μονόπρακτο, 1917, «Σονέτα», 1926. «Η Γένεση», ποιητικό, 1928, «Ηρακλής και Ομφάλη», δραματικός διάλογος, 1928, «Μπαγκατέλλες», ποιήματα και πεζά, 1930, το περιοδικό «Κάστρο», 1934-1939, «Ανάγλυφα και Σύμβολα», ποιήματα, 1940, «Έργο Ζωής», ποιήματα, 1951, «Οίκοι Κατανυκτικοί»,ποιήματα, 1952, «Αποχαιρετισμός», ποιήματα, 1955, «Αξέχαστοι Καιροί», χρονικό της νιότης, 1957, «Χρονικό των δυο πολέμων», 1960. Μεταφράσεις Λατίνων, Άγγλων και Γάλλων ποιητών. Πέθανε το 1966 στο Ηράκλειο.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Κατίνα Παϊζη,Πόσο πολύ σ΄αγάπησα, (έρευνα-Κείμενα-Επιμέλεια) Νίκη Τρουλλινού

                                                  
                                           Αιθαίρια τη φωνή σου ακούω.....
Περπατώ στην πόλη. Κάντια, Χάνδακας ,Μεγάλο Κάστρο. Κάποτε. Ηράκλειο τώρα πια. Στις καφετέριες των κεντρικών δρόμων η νεολαία ερωτεύεται. Τα ηχεία με την ένταση στα ύψη. Η βραχνή φωνή του Χρήστου Θηβαίου δεν με ξαφνιάζει.Πάνε χρόνια που στα στέκια των νέων ακούγεται το τραγούδι:

                             Πόσο πολύ σ΄αγάπησα ποτέ δεν θα το μάθεις,
                             καλέ, που δεν εχάρηκες στα χείλη μου φιλιά.
                             Απ΄τη ζωή μου επέρασες κι αλάργεψες κι εχάθης
                             καθώς τα διαβατάρικα κι αγύριστα πουλιά.

                             Κι αν δεν προσμένεις να με δεις κι εγώ πως θα ξανάρθεις
                             ω εσύ, του πρώτου ονείρου μου γλυκύτατη πνοή,
                             αιώνια θα το τραγουδώ κι εσύ δε θα το μάθεις
                             πως οι στιγμές που μούδωκες αξίζουν μια ζωή

(από τον πρόλογο του βιβλίου : Κατίνα Παϊζη - Πόσο πολύ σ΄ αγάπησα ....κείμενα Νίκη Τρουλλινού, Σειρά: Οι λησμονημένοι του τόπου, αριθ. 4, εκδ. Δοκιμάκης)

Η ποιήτρια Κατίνα Παϊζη γεννήθηκε στην Ανώπολη Σφακίων το 1911, έζησε στο Ηράκλειο και πέθανε στην Αθήνα το 1996. Ξεχωριστή ποιητική φωνή της γενιάς του μεσοπολέμου, αδελφή της σπουδαίας ηθοποιού Αλέκας Παϊζη,  τα τελευταία χρόνια έγινε γνωστή από το ομώνυμο τραγούδι με τη φωνή του Χ. Θηβαίου. Το βιβλίο περιλαμβάνει ανθολόγιο των ποιημάτων της και των πεζών της,  τόσο από τις εκδόσεις των βιβλίων της, όσο και αθησαύριστα,  κείμενα για την ζωή της από τη συγγραφέα Νίκη Τρουλλινού, καθώς και ένα μέρος της αλληλογραφίας της με τον Νίκο Πλουμπίδη, τον Γ. Ρίτσο, τον Γ. Σκαρίμπα, τον Ν. Καζαντζάκη και τον Τ. Καλμούχο, τον Β. Δασκαλάκη, τον Κ. Θ. Δημαρά και  άλλους, με σχόλια από την επιμελήτρια του τόμου 





Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Οι λησμονημένοι του τόπου αρ.3 , Αρης Δικταίος, Ανθολόγιο στην ποίησή του

Ο Αρης  Δικταίος , ποιητής , δοκιμιογράφος και μεταφραστής ( το πραγματικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Κωνσταντουράκης ) γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1919.
Μεγάλωσε στο Ηράκλειο του μεσοπολέμουπου είχε έντονη λογοτεχνική κίνηση και πνευματική ζωή ..
Αρχισε από πολύ νωρίς, μαθητής του Γυμνασίου ακόμη,να δημοσιεύει ποιήματα. Δεκαπεντάχρονος στα 1934 εκδίδει στο Ηράκλειο την πρώτη ποιητική του συλλογή " Στα κύματα της ζωής ", που αργότερα αποκηρύσσει σιωπηρά.
Στο Ηράκλειο εκδίδει επίσης τις ποιητικές του συλλογές.
" Δώδεκα Εφιαλτικές Βινιέττες", 1935
" Αγνεία " 1937
" Ο Αντιφατικός άνθρωπος" 1938

(συνεχίζεται....)

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Οι λησμονημένοι του τόπου αρ.2 , Μηνάς Δημάκης, Ανθολόγιο στην ποίησή του

επιμέλεια
Αντώνης Σανουδάκης-Σανούδος
εκδόσεις ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ
Ο Μηνάς Δημάκης γεννιέται στο Ηράκλειο Κρήτης στα 1913 και μεγαλώνει σε μια δύσκολοη εποχή του ελληνισμού και της Ευρώπης.Εποχή του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού ( 1912-1920), της Μικρασιατικής συμφοράς ( 1922),  της Οκτωμβριανής Επανάστασης, του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου και της εμφάνισης του φασισμού, που οδήγησε στον Β΄Παγκόμιο Πόλεμο....

Εργα του:
α) ποίηση 
τα " Φύλλα Τέχνης " (1935-1937)
" Η χαμένη γη " (1937)
" Κάψαμε τα καράβια μας " (1946)
" Στο τελευταίο σύνορο " (1950)
" Σκοτεινό πέρασμα" (1953)
" Το ταξίδι " (1960)
" Η περιπέτεια " (1965)

β) Δοκίμια
" Οι τελευταίοι της παράδοσης" με υπότιτλο " Η ποίηση του μεσοπολέμου ", ασχολούμενος με τους Λαπαθιώτη , Ουράνη, Αγρα, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο ,Λεφτέρη Αλεξίου, Μιχ. Στασινόπουλο κ.α.
" Λογοτεχνικά δοκίμια και μελέτες ",εκδ. ΒΑΚΩΝ, 1969
" Η ποίηση του Σεφέρη", έκδοση " Το Ελληνικόν Βιβλίο " 1974
" Καζαντάκης , Επιστολές και σχόλια "έκδοση " Το Ελληνικόν Βιβλίο " 1975

Πολλές μεταφράσεις

.....Ο Μηνάς Δημάκης , μαζί με τον Καζαντζάκη, τον Πρεβελάκη, την  Ελλη Αλεξίου και τον Αρη Δικταίο, θεωρούνται ως οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι της Κρητικής Λογοτεχνίας του 20ου αιώνα , ενώ μαζί με τον Καβάφη, Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη, Εμπειρίκο, Βρεττακο, Τίτο Πατρίκιο, Μανώλη Αναγνωστάκη, συναποτελούν τους σπουδαιότερους νεοέλληνες ποιητές.
( Από το προλογικό σημέιωμα του Αντώνη Σανουδάκη)

Χειμώνας
Ακου, πικρά η βροχή στα τζάμια κλαίει,
κλαίει και θλιμμένες ιστορίες λέει.
Βογγάει ο αγέρας ,νύχτα, είμαστε μόνοι:
στις καρδιές μας κοιμούνται πόσοι πόνοι...
Κι όνειρα πόσα - αηδόνια τρομεγμένα,
στα σκοτάδια θρηνούν τα περασμένα.
Εχθές δεν ήμουνα μικρό παιδάκι,
οι κούκλες τι έγιναν,το άσπρο αλογάκι!
Χθες δε με φίλησες κρυφά στο στόμα,
κι έχω μια φλόγα στην καρδιά μου ακόμα!
Κανείς δεν το ήξερε δυο ρόδα μόνα
που ΄ναι κι αυτά νεκρά μες το χειμώνα!
( από τη συλλογή " Φύλλα Τέχνης" - Τα πρώτα ποιήματα  1935-1937)

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ
Ο μπαρμπέρης ποιητής
Μια παρουσίαση από τον Μανόλη Καρέλλη

Από τη σειρά : « Οι λησμονημένοι του τόπου » αρ. 1
                                                               Εκδόσεις Δοκιμάκης
Αποσπάσματα από το βιβλίο του ….

Ο ποιητής….

….Χρόνια στο μπαρμπέρικο
μ΄  αχαμνό το χέρι
να κρεμνά βερέμικο,
τάχα ποιος να ξέρει,
σήμερο αν τη βγάλουμε
πάλι παστρική
και δεν απομείνουμε,
μάνα, νηστικοί....


                                                              Ο χρονογράφος ....

Ήτανε απομεσήμερο του Ιούλη του 1908.Θυμάμαι πως ένας αφρικανός καφτερός λάβας ξεροτσουρούφλιζε την πολιτεία του Μεγάλου Κάστρου , κλεισμένη στ΄αψηλά  Βενετσάνικα μπεντένια της.
Δούλευα τότε, παιδί αμούστακο ακόμα, κάλφας στο μπαρμπέρικο του Γούλη του Αντωνακάκη, στο μεγάλο δρόμο που πάει στις Τρεις Καμάρες, καθώς ανηφορίζουμε από το « Μεϊντάνι». Καθισμένος πίσω από τα κατεβασμένα τζαμωτά του μπαρμπεριού χάζευα μαζί με το μικρό παραγιό του μαγαζιού και μια και δεν είχαμε δουλειά εκείνη την ώρα, έβλεπα τους περαστικούς που τρέχανε να προφυλαχτούν από τα σύννεφα της σκόνης που ξεσήκωνε ο δαιμονισμένος λίβας.
Ακόμα θυμάμαι, ως καθώς την ώρα κείνη, έναν άγνωστο από τους περαστικούς , καλοντυμένο νεαρό , που ήλθε και άνοιξε με βιασύνη την πόρτα του μπαρμπεριού. Μου ζήτησε, με τρόπο ευγενικό , να τον ξουρίσω. Εγώ είχα κιόλας βρεθεί στο πόδι και καλοδέχτηκα τον ξαφνικό πελάτη. Σύγκαιρα τραβώντας την πολυθρόνα μπροστά στον μεγάλο καθρέπτη τον κάλεσα να καθίσει. Καθώς σαπούνιζα τα γένια, εκείνος είχε κιόλας ξεχαστεί μέσα στα γραφούμενα μιας εφημερίδας που είχε απλώσει μπροστά του. Απορροφημένος από το διάβασμα , ήταν τώρα στη διάθεση της μπαρμπερικής μου τέχνης.
Μα κι ο μικρός παραγιός, που χαζεύαμε λίγο πριν μαζί τους περαστικούς, είχε πιάσει δουλειά. Όπως έκανε πάντα για τους πελάτες στις καφτερές μέρες του καλοκαιριού, κρατούσε τώρα στο χέρι του το μεγάλο φτερωτό ριπίδι και καθώς είχε πάρει θέση δίπλα στην πολυθρόνα,  το ανεβοκατέβαζε με τέμπο , κάνοντας αέρα στο νεαρό πελάτη. Έτσι κάναμε τότε στα μπαρμπεριά , μια και δεν υπήρχαν ακόμη οι σημερινοί ανεμιστήρες , που μας δροσολογούν καθώς τους στριφογυρίζει ο ηλεχτρισμός.
Υπάκουος ο μικρός στο χρέος ετούτο, ούτε στιγμή δεν άφηνε  τα χέρια του να ξεκουραστούν από το ανεβοκατέβασμα. Και εδώ που τα λέμε, σαν η καλοκαιρινή ζέστη πλήθαινε, ο κάθε πελάτης που ζητούσε « ξαέρισμα », μπορεί να ΄χε δίκιο. Μα ήταν και μερικοί μίζεροι μουστερήδες, που το΄χανε καμάρι τους να δέχουνται τούτην την τσιριμόνια από τον μαύρο παραγιό κι όταν ακόμα οι άλλοι νοιώθαμε κρύο. Τι να κάνουμε όμως; Οι πελάτες ήταν ακριβοί! Έπρεπε να τσακιζόμαστε για χάρη τους, έτσι που να φύγουν ευχαριστημένοι και να μας ξανάρθουν με το καλό.
Καθώς είχα τελειώσει τη σαπουνάδα και μαλακώσει τα γένια του άγνωστου πελάτη, ήμουν έτοιμος να αρχίσω το ξούρισμα. Μα ως έπιανα το ξουράφι, εκείνος, κάνοντας να γυρίσει εφημερίδα από την άλλη της σελίδα, πήρε το μάτι του το μικρό παιδί που ανεβοκατέβαζε το ριπίδι. Θυμάμαι, τότε, πως σταμάτησε το διάβασμα. Γύρισε και με κοίταξε παραξενεμένος και με ένα ύφος που φανέρωνε κάποια δυσαρέσκεια.
-          Τι είναι αυτό; Είπε δείχνοντας το μικρό παραγιό.
Εγώ του εξήγησα πως έτσι ήτανε ο κανονισμός του μαγαζιού, η προσταγή του αφεντικού και η απαίτησις  της πελατείας. « Εμείς στο χρέος αυτό, έπρεπε να είμαστε υπάκουοι  ».
- Εγώ όμως, έκανε τώρα εκείνος γελώντας ένα πλατύ σαρκαστικό γέλιο, σας απαλλάσσω από το χρέος αυτό. Εμένα, είπε δε μ΄ αρέσει.. είναι πολύ σουλτανικό.
Έβαλε το παιδί ν αφήσει με κάποιο δισταγμό το ριπίδι στον  μπάγκο, αφού πρώτα του υποσχέθηκε πως θα ΄κανε καλά αυτός με το αφεντικό  αν τύχαινε να ΄ρχότανε στο μεταξύ. Καθώς τον ξούριζα, συλλογιζόμουν « ποιος τάχα να ΄τανε αυτός ο γλυκομίλητος και βολικός πελάτης ».
Τα λόγια του είχανε γεμίσει την ψυχή μου συμπάθεια για λογαριασμό του. Τέλος του ξούρισα κι έφυγε.
- Να κι ένας καλός άνθρωπος, είπα καθώς έκλεισε την πόρτα και τράβηξε κατά την κατηφοριά.
Σε δύο –τρεις μέρες ξανάρθε. Τον ξούρισα πάλι κι έφυγε χωρίς κουβέντες. Τη φορά αυτή ήταν και κάποιος άλλος πελάτης στο μαγαζί. Σαν μείναμε μόνοι, του ανιστόρησα τι είχε συμβεί στο πρώτο ξούρισμα και τότε μόνο έμαθα απ΄αυτόν πως ήταν βέρος Κρητικός, εκείνος που μου είχε κάνει τόση εντύπωση και που τον έπαιρνα για ξένο. Έμαθα πως ξέτρεξε τα γράμματα και τη σπουδή στην Αθήνα και πως ήταν γιος ενός από τους καλοστεκούμενους μαγαζάτορες της Πλατιάς Στράτας. Ακόμα μου είπε για τον πατέρα του που ήταν εκείνος που όλοι οι Χριστιανοί και Τούρκοι τον ξέρανε τον σεβότανε για τη δύναμη που είχε στην καρδιά και στα χέρια.
Από τότε που για στερνή φορά τον ξούρισα , δεν τον ξανάδα. Οι καιροί και οι χρόνοι περνούσανε. Αρά και που άκουγα μόνο για τις προκοπές του στη σπουδή  και τη γνώση. Και τότε ΄ρχότανε στη θύμησή μου το φέρσιμό του στο μπαρμπεριό του Γούλη το καφτερό εκείνο απομεσήμερο του Ιούλη του 1908. « Χαλάλι σου », έλεγα μέσα μου, « ήξερες να ζήσεις τη ζωή και να κερδίσεις την αθανασία »…
Κι όταν κάποια μέρα το κακό μαντάτο του θανάτου του σκόρπισε γοργόφτερο στην οικουμένη κι έφτασε κι εδώ στη μάνα του τη γη, την Κρητική, που τον γέννησε, τα άκουσα κι εγώ, κλεισμένος πάντα στη ρηχή ζωή του μπαρμπεριού . Μα καθώς  το άκουσα, θυμήθηκα πάλι εκείνο το ευγενικό, αμούστακο σχεδόν παλληκάρι που ξούρισα ένα μεσημέρι, καφτερό, τώρα και πολλά χρόνια πίσω, που έδειχνε από τότε πως δεν θα ξετέλευε άλλος από το μεγάλο Καζαντζάκη. Εκείνον, που ήταν πλασμένος πιο πολύ άνθρωπος παρά σουλτάνος.

                                       Η Πλατιά Στράτα στις αρχές του 20ου αιώνα