Το παραμύθι της βροχής

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτες συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτες συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

Φούντικος, Fondaco ή Αμπάρ, ένα άγνωστο κτίριο στο κέντρο του Ηρακλείου!



Της Ελένης Μπετεινάκη*

Eίναι από τα πιο πολυσύχναστα μέρη της πόλης. Είναι η καρδιά του Μεγάλου Κάστρου...
Περπατάμε όλοι μας καθημερινά πάνω σε  γη πλακοστρωμένη πια,   όμως λίγοι  γνωρίζουμε τι ακριβώς υπήρχε  σ΄αυτό το μέρος, κάποτε. Τι ήταν τα  χρόνια τα παλιά τούτη η πλατεία, τούτα τα δρομάκια , τούτα τα κτίρια που σε κάποια σημεία υπάρχουν μόνο  κάποια ίχνη τους. Κάθε μέρα, άνθρωποι βιαστικοί, παιδιά, τουρίστες, κόσμος πάει κι έρχεται. Άλλοι χαζεύουν, άλλοι  φωτογραφίζουν  άλλοι απλά προσπερνούν ακόμα και το πιο γνωστό, παγκόσμια, σύμβολο της πόλης μας, τα Λιοντάρια, χωρίς καν να το κοιτάξουν. 

Σταμάτησα το ποδήλατο τούτη τη φορά εκεί που δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα από όλα εκείνα που ήθελα να …θυμηθώ!  Έγιναν οι απαραίτητες   χαιρετούρες, τα χαμόγελα, όμως το δικό μου βλέμμα ήταν στραμμένο ψηλά, στα σκοτεινά παράθυρα του πρώτου ορόφου των περισσότερων εγκαταλελειμμένων κτιρίων και στα μικρά ισόγεια  μαγαζιά που πια υπάρχουν … Πάλι οι θύμησες ήρθανε… Εικόνες άλλης εποχής, άνθρωποι κι εκείνοι βιαστικοί, μικροπωλητάδες και έμποροι, νοικοκυρές που έψαχναν για τα καλύτερα προϊόντα της ημέρας…

Στην πλατεία των Λιονταριών εκείνη του Μεγάλου Σαντριβανιού, την λεγόμενη σήμερα πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου,  μαζεύονταν τον καιρό της ενετοκρατίας και της τουρκοκρατίας αργότερα, οι πραματευτάδες, οι μικροέμποροι  και όσοι πουλούσαν χόρτα για να διαλαλήσουν και να δώσουν την πραμάτεια τους. Την αποκαλούσαν και Πλατεία των Δημητριακών κι εκεί απέναντι από το Δούκικο Ανάκτορο  βρίσκονταν οι Σιταποθήκες του δημοσίου. 




Στην περίοδο της Ενετοκρατίας ονομαζόταν Fondaco ή Φούντικος , ένα μεγάλο τριώροφο κτίριο που κτίστηκε το 1591 και που μέσα του ήταν  «…εικοσιοκτώ υπόγεια εν είδει πηγαδίων , πλατέα όμως έως επτά βήματα έκαστον και κυκλοφερή, τα οποία εισί πλήρη σίτου, ανακαινιζόμενου εκάστω έτει, εις καιρόν πείνας, ή πολιορκίας. Εν εκάστω υπογείω εισχωρούσιν επέκεινα των χιλίων κοιλών σίτος. ( Το κοιλόν του τόπου είναι 18 οκάδες ζυγιασμένον με κεχρί) η δε μεγάλη Σιταποθήκη, ο λεγόμενος Φούντικος,είναι μία λιθόκτιστος , και σίτος εισχωρεί εις αυτήν 60 – 70,000 κιλά, των οποίων  οι καρποί ανακαινίζονται συνεχώς όσον είναι δυνατόν….

Σε μια μικρογραφία του Γεωργίου Κλώντζα του 16ου και αρχές του 17ου αιώνα που σώζεται, φαίνεται η διαμόρφωση της πλατείας και μέρος του Δούκικου Ανακτόρου και των σιταποθηκών.
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας πάλι, ονομαζόταν Αμπάρ  και η περιοχή γύρω του Αμπάρ Αλτί γιατί ήταν όλα γύρω  ή κάτω από το αμπάρι, την αποθήκη. Το κτίριο αυτό ξεκινούσε περίπου από την πύλη Voltone  και έφθανε περίπου μέχρι το ύψος της οδού Χάνδακος εκεί όπου βρίσκεται  το κτίριο που στέγαζε την εφημερίδα « Μεσόγειος». Το ανατολικό τμήμα του κτιρίου χρησιμοποιήθηκε σαν φυλακή και το νότιο τμήμα του στα νεότερα χρόνια σαν δικηγορικά γραφεία και αστυνομικό τμήμα. Εικοσιοκτώ κατά τον Πρακτικίδη ή τριάντα δύο σύμφωνα με άλλους ιστορικούς, λένε πως ήταν   τα δωμάτια του ισογείου που ήταν σαν θόλοι. Μάλιστα είχαν παράθυρα που έβλεπαν στην τάφρο του παλιού αραβικού τείχους. Με την πάροδο των χρόνων και ύστερα από τους φοβερούς σεισμούς που έπληξαν την πόλη του Ηρακλείου μέρος του κτιρίου , κυρίως ο τρίτος όροφος καταστράφηκε και πολύ αργότερα όταν η  Κρήτη κατακτήθηκε από τους Γερμανούς όλο το κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές κατά τον βομβαρδισμό  καταστράφηκε ότι είχε απομείνει από τους ορόφους.

Σύμφωνα πάλι με την περιγραφή του Μανόλη Δερμιτζάκη, από το 1890 μέχρι και το 1920 περίπου οι έξι θολωτοί χώροι που σώζονταν στην αρχή της Χάνδακος χρησιμοποιούνταν την περίοδο της Τουρκοκρατίας και λίγο μετά σαν χοιροκασαπιά επειδή η σφαγή και η πώληση των χοίρων απαγορευόταν να γίνεται φανερά για θρησκευτικούς λόγους των Τούρκων κι έτσι κρυφά σφάζονταν και πουλιούνταν εκεί το χοιρινό κρέας των Χριστιανών  και όχι στο Αγά Τσαρσί μαζί με όλα τα άλλα εμπορεύματα.

Αργότερα πολύ ένα  κομμάτι του κτιρίου κόπηκε για να ανοίξει η οδός Ταγματάρχου Τζουλάκη. Σήμερα  μπορεί να δει κανείς μόνο κάποιους από τους θόλους σε μικρά καταστήματα της οδού Χάνδακος που ήταν από τα ισόγεια δωμάτια των σιταποθηκών. Κατεδαφίστηκε ότι σχεδόν υπήρχε από εκείνα τα πολύ παλιά χρόνια οριστικά στα 1961

Είναι και τούτη η περιοχή κάτι σαν γειτονιά μου, την έχω αγαπήσει πιότερο θαρρώ. Είκοσι χρόνια τη ζω, σπιθαμή προς σπιθαμή, πέτρα την πέτρα. Σταμάτησα στο σταυροδρόμι των οδών Τζουλάκη, Καντανολέων, Χάνδακος, πλατεία Λιονταριών …Πόσα πράγματα έχουν συμβεί εδώ, και σήμερα ακόμα. Κοιτούσα δεξιά κι αριστερά, γνώριμα στενά, ωστόσο δεν ήξερα προς τα που να πάω. Όλα πια τα κτίρια έγιναν  μπαρ και καφεδοπωλεία όπως προτιμώ  να λέω τις καφετέριες… 

Πήρα τον κατήφορο, την οδό  Χάνδακος . Είναι πιο ξεκούραστος  ο δρόμος, σαν έχεις μόνιμο σύντροφό σου, στις γειτονιές του Μεγαλόκαστρου ένα ποδήλατο. Ήθελα να κατεβώ γρήγορα προς τη θάλασσα, να μυρίσω εκείνο το ιώδιο, την αλμύρα, να ξεθολώσει το μυαλό από τις θύμησες. Σταμάτησα στο κτίριο της εφημερίδας ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ. Κούνησα για μια ακόμα φορά το κεφάλι μου. Πόσο διαφορετικά είναι όλα πια… Πόσο γρήγορα αλλάζει και ξεχνιέται ο τόπος, η ιστορία, οι άνθρωποι…

Ίσαμε την άλλη φορά πάλι… Στις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου!





ΠΗΓΕΣ :
Χωρογραφία της Κρήτης, νέα έκδοση του ΤΕΕ/ΤΑΚ , 1983
Το Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000
zhtunteanagnostes.blogspot.gr
Υπήρχε μια πόλη το Μεγάλο Κάστρο, Λιάνα Σταρίδα , εκδ. ΙΤΑΝΟΣ,2013
Από όσα θυμούμαι το Μεγάλο Κάστρο, Μανώλης Δερμιτζάκης, εκδ. Δοκιμάκης , 2008
Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου
Ηράκλειο – Χάνδαξ, Στέφανου Ξανθουδίδου, 1964
Εφημ. Πατρίς
*Με το ποδήλατό μου …Στις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου, Ελένη Μπετεινάκη….

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

30 Σεπτεμβρίου 1856 …Ένας από τους μεγαλύτερους σεισμούς στον Χάνδακα και στην Κρήτη ολόκληρη!



Στα χίλια οχτακόσια έτος πενήντα έξη ηθέλησεν ο Κύριος το θάμμαν του να μπέψη
Σ’ τα εικοσιεννιά του Σεντεμπριού, ένα Σαββάτο βράδυ,
μέγας σεισμός εγείνηκε κ όυλος ο κόσμος βράζει.
Απού το μέρος τω Χανιώ έρχεται σα μελτέμι
Μέγας και τρομερός  σεισμός, ούλος ο κόσμος τρέμει.
Κ η θάλασς΄η  ακίνητη κι γι οχτώ ανέμοι.
Τρία λεφτά βοά η γης, καπνός ‘πο κάτω βγαίνει.
Χάνουνται χώραις και χωριά, σαν όντε χανετ΄ άστρο,
μα δεν υπόφερε καμιά σαν τον Μεγάλο Κάστρο.
Χαλούν τα μοναστήρια του χαλούν κι οι μιναρέδες… (Δημοτικό ποίημα)

Ήταν 2.45 λίγο πριν ξημερώσει η Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου του 1856. Ένας φοβερός σεισμός, που σύμφωνα με τα γραπτά του Ελευθέριου Πλατάκη, στα Κρητικά Χρονικά, ήταν περίπου της κλίμακας των 7,7 ρίχτερ, ισοπέδωσε σχεδόν τον Χάνδακα.
Πολλά χωριά και πόλεις της Κρήτης ερήμωσαν. Ο Χάνδακας αναστέναξε βαριά για μια ακόμα φορά. Οι γραφές αναφέρουν πως εκτός από τα σπίτια και τις εκκλησιές που κατέρρευσαν σαν χάρτινα κτίρια σκοτώθηκαν πάνω  500 άνθρωποι και τραυματίστηκαν περίπου  600 γιατί η ώρα ήταν τέτοια που όλοι σχεδόν βρισκόντουσαν στα σπίτια τους και κοιμόντουσαν.
Κι άλλοτε το νησί είχε πληγεί από μεγάλους σεισμούς όπως την εποχή του Νέρωνος στα 66 μ.Χ., ή την εποχή του Δεκίου το 251 μ.Χ., με την καταστροφή  εκτός πολλών πόλεων και αυτή της Κνωσού. Σημαντικές καταστροφές έγιναν και με άλλους μεγάλους σεισμούς όπως αυτούς το 1303 και το 1508. Τούτος εδώ όμως είχε πολύ μεγάλη σημασία για του κατοίκους της Κρήτης και ιδιαίτερα του Χάνδακα γιατί ήταν ήδη πολύ ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες εξαιτίας των Τούρκων και της καθημερινής δυσχέρειας που ζούσαν ,ώστε ο σεισμός ήταν κάτι σαν ταφόπετρα πάνω τους και κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά.
Ο ιστορικός Νικόλαος Σταυράκης διηγείται και περιγράφει την μεγάλη καταστροφή του Χάνδακα λέγοντας πως από τα 3620 σπίτια του έμειναν όρθια μόνο τα 18 και οι φωτιές που ξέσπασαν σε διάφορα σημεία της πόλης συμπλήρωσαν την καταστροφή , καίγοντας ακόμα και καταστήματα στο Μεϊντάνι κι αλλού που ο αριθμός τους έφτασε τα 48. Ο μικρός ναός του Αγίου Μηνά υπέστη τέτοια καταστροφή που κρίθηκε ετοιμόρροπος , το ίδιο και η Μητρόπολη του Αγίου Τίτου που ονομαζόταν τότε Βεζίρ Τζαμί. Επίσης ο  παλιός ναός του Αγίου Φραγκίσκου το Χουγκιάρ Τζαμί ισοπεδώθηκε. Ο Ναός του Αγίου Τίτου  ξαναχτίστηκε αργότερα στα 1869 με διαταγή του Βεζύρη Ααλή –Πασά.  Κατέρρευσε κι ότι είχε απομείνει από το Δούκικο Ανάκτορο καθώς και  η θολωτή Πύλη Voltone από το κτίριο Ακτάρικα. Κανένας   δεν μπορούσε να υπολογίσει τον τεράστιο απολογισμό αυτής της τόσο μανιώδους καταστροφής.
Μεγάλες καταστροφές υπέστη και η ύπαιθρος. Χωριά όπως οι Βούτες σχεδόν κατεστράφησαν , αφήνοντας πίσω τους 42 νεκρούς  και εκατοντάδες τραυματίες .Ο σεισμός έγινε αισθητός με τραυματίες και καταστροφές και στον νομό Λασιθίου και των Χανίων.
Η πόλη του Χάνδακα είχε ήδη αναστενάξει για μία ακόμα φορά. Στο διάστημα τούτο ήταν  διοικητής της Κρήτης που είχαν διορίσει οι Τούρκοι ο περίφημος Βελής πασάς ,γεννημένος στα Χανιά  και γιός του Αλβανού Μουσταφά Ναϊλή Πασά,αποκαλούμενος "Γκιριτλής". Ως γνωστόν είχε μείνει πάρα πολλά  χρόνια στην Κρήτη η  πρώτη του γυναίκα ήταν η  Ελένη Βολανάκη από τα Σκουλούφια Ρεθύμνου. Μνημόνευαν για αυτόν και  έλεγαν πως ήταν συνετός, σπουδαγμένος , πολύγλωσσος .Ήταν  επίσης πολύ σκληρός και δημιούργησε πολλές έχθρες και φόβους στους Χριστιανούς με την αμείλικτη στάση του απέναντί τους. Η δεύτερη μεγάλη δοκιμασία που περίμενε όλους ήταν σεισμός της 30ης Σεπτεμβρίου του 1856 που έκανε τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα.
Γράφει ο Στέφανος Ξανθουδίδης στα Ιστορικά του Σημειώματα για τον Χάνδακα  :
1866,σχ. Α. Αλεξανδριδη, Αγ. Φραγκίσκος
« Η πόλις της πρωίαν της 1ης Οκτωβρίου 1856 ήτο άμορφος όγκος λίθων  και ξύλων και χωμάτων και ευκολότερον  εβάδιζε τις δια μέσου των οικιών παρά δια των οδών, αι οποίαι είχον σκεπασθή τελείως»
Από τους επιφανείς Ηρακλειώτες που βοήθησαν τους πληγέντες της φοβερής αυτής καταστροφής ήταν ο Ανδρέας Καλοκαιρινός. Στα « Κρητικά Χρονικά » ο Στέργιος Σπανάκης αναφέρει : «… Υπέρ των θυμάτων του μεγάλου σεισμού της 30 Σεπτεμβρίου 1856, διέθεσεν εκ των αποθηκών του μεγάλην  ποσότηταν ενδυμάτων, αλεύρου, ελαίου και οίνου, εκτός των χρημάτων , τα οποία διένειμε αυτοπροσώπως. Εκάλεσε τα πληρώματα των εν τω λιμένι ελληνικών πλοίων και ειργάσθησαν  όλη την ημέραν υπέρ των παθόντων. Εχορήγησεν οικόπεδα και οικοδομήσιμον  ξυλείαν δια την κατασκευήν παραπηγμάτων. Διενήργησεν έρανον μεταξύ των ανταποκριτών του, συλλέξας και άλλα χρήματα δια τους σεισμοπαθείς. Δεν διέφυγε την οξυδέρκειάν  του, ούτε το ζήτημα της ρυμοτομίας της πόλεωνς, επ ευκαιρία των καταστροφών του σεισμού.  Συνέστησεν εις τον τότε Νομάρχην Βελή Πασάν και εκάλεσεν τον Άγγλο αρχιτέκτονα Λιονέρ, προς εκπόνησιν νέου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως , το οποίον όμως δεν άφηκαν να εφαρμοσθή οι μωαμεθανοί κάτοικοι …»
Ένα περιστατικό που αφορά τη ζωή και απόδραση  του τελευταίου Χαϊνη του Χάνδακα ή Μεγάλου Κάστρου, του Μιχαήλ Βλάχου, συνδέεται άμεσα με τον φοβερό σεισμό αφού την περίοδο εκείνη βρισκόταν φυλακισμένος μαζί με πολλούς άλλους στο Διοικητήριο. Σύμφωνα με το βιβλίο του ο Νικόλαος Σταυρινίδης : « Μιχαήλ Βλάχος , ο τελευταίος Χαϊνης με το τραγικό τέλος», λέει :
« …Ο Βλάχος ευρίσκετο τότες εις την Πράσινην λεγόμενη φυλακήν που έκειτο εις την αυλήν του Διοικητηρίου ( Πασσά την Πόρτα). Με την πρώτη δόνηση του σεισμού οι φρουροί της φυλακής εγκατέλειψαν τας θέσεις των. Οι φυλακισμένοι τότε εζήτησαν την βοήθεια του Βλάχου δια να τους σώση. Με την τεράστια μυϊκήν δύναμην που είχε κατόρθωσεν ούτος να αποσπαση τας σιδηράς  ράβδους ενός παραθύρου της φυλακής και από το γενόμενον άνοιγμα ήρχισαν οι φυλακισμένοι να εξέρχονται εις την αυλήν. Δεν είχον όμως εξέλθει όλοι όταν συνεπεία δευτέρας δονήσεως του σεισμού ήρχισεν να καταρρέη η στέγη του οικοδομήματος. Τότε ο Βλάχος δια του σώματος αυτού υπεστήριξε την καταρρέουσαν στέγη μέχρις ότου διεκπεραιώθησαν όλοι οι εγκάρθητοι εις την αυλήν. Επηκολούθησαν  δύο τελευταίαι  ισχυτόταται δονήσεις και το κτίριον της φυλακής  κατέρρευσεν εκ θεμελίων.Ο Βλάχος τότε και οι διασωθέντες εκ βεβαίου θανάτου φυλακισμένοι, ελέυθεροι  πλέον διεσκορπίσθησαν  εις την πόλιν του Ηρακλείου… »
Το αποτέλεσμα της σφοδρότατης αυτής σεισμικής δόνησης ήταν να υποστούν σημαντικές  βλάβες σε ολόκληρη την Κρήτη 11.317 σπίτι από τα οποία τα 6.512 κατεστράφησαν ολοσχερώς. Ο  τελειωτικός αριθμός των νεκρών ανέβηκε στους 538 και των τραυματιών   637.

Κι απ΄ούλους  τση Χριστιανούς μία φωνή μόνο βγαίνει,
Την Παναγιά περικαλού μεσίστρια  να γένη
-Ω Παναγία Δέσποινα, κι ούλ ΄ είμεστα παιδιά σου
Κάμε την παρακάλεσι, που πιάνεται ο ριτζάς σου…
( Δημοτικό ποίημα για τον σεισμό του 1856)

ΠΗΓΕΣ:
Ελευθέριος Πλατάκης, Κρητικά Χρονικά ,τόμος Δ΄
Μιχαήλ Βλάχος , ο τελευταίος Χαϊνης με το τραγικό τέλος, Νικόλαος Σταυρινίδης
Λευτέρης Αλεξίου, Νέα Χρονικά, 1948
Ιστορία της Κρήτης, Ιωάννης Μουρέλος, τόμος 3ος,1934
Κρητικά Χρονικά , Στέργιος Σπανάκης, 1960
Χάνδαξ- Ηράκλειον, ιστορικά σημειώματα, Στέφ. Ξανθουδίδης ,1964
To Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000
cretalive.gr
Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, ένθετο πατριδογνωσία

Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 30 Σεπτεμβρίου 2015  :http://www.cretalive.gr/history


Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Έλλη Αλεξίου… Μια Ηρακλειώτισσα δασκάλα και συγγραφέας!



Η Έλλη Αλεξίου πλησιάζει σχεδόν έναν αιώνα ζωής (94 ετών) όταν φεύγει από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1988. Γαλήνια και με το χαρακτηριστικό της χιούμορ αντιμετωπίζει το τέλος. «Είναι μια φυσική κατάσταση που δεν πρέπει να με ανησυχεί», λέει σε μια από τις τελευταίες τις συνεντεύξεις. «Γεννήθηκα, μεγάλωσα, πρέπει να πεθάνω. Aν  μου έλεγες ότι θα μείνω αθάνατη θα το έβλεπα σαν παράδοξο φαινόμενο. Nα μείνω αθάνατη να κάνω τι;

Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1894 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στο Διδασκαλείο Ηρακλείου και για έξι χρόνια υπηρέτησε ως δασκάλα στο Γ' Χριστιανικό Παρθεναγωγείο και στη "Στέγη Μικρών Αδελφών". Το 1920 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά το γάμο της με το Βασίλη ή Βάσο Δασκαλάκη όπως τον αποκαλούσε ή ίδια. Ακολούθησε σπουδές Παιδαγωγικών και Φιλολογίας, όπου και διορίστηκε καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης διδάσκοντας 19 χρόνια. Συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση (ΕΑΜ Λογοτεχνών). Το 1945 μετέβη για σπουδές στη Σορβόννη, απ΄ όπου έλαβε δίπλωμα φωνητικής και γαλλικής, ενώ παράλληλα δίδασκε σε σχολεία της ελληνικής παροικίας αλλά της αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια και δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Από το 1949 μέχρι το 1962 διορίστηκε εκπαιδευτικός σύμβουλος για τα ελληνικά σχολεία των σοσιαλιστικών χωρών. Μετά από αναγκαστική προσφυγιά, λόγω των επανειλημμένων διώξεων που υπέστη από την ανάμιξή της σε προοδευτικά κινήματα, επέστρεψε στην Ελλάδα το 1962. Αργότερα όμως συνελήφθη και το 1965 βρέθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Στη συνέχεια ελευθερώθηκε και μετέβη στη Ρουμανία ως το 1966, οπότε και επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα. Με την επιστροφή της συνελήφθη με βάση βούλευμα εναντίον της που είχε εκδοθεί το 1952, δικάστηκε και απαλλάχθηκε. Έκτοτε και μέχρι το θάνατό της, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1988, αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Τα έργα της διακρίνονται για τον ποιητικό ρεαλισμό του ύφους καθώς και για τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό τους. Ανιψιός της ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ενώ η ίδια ήταν αδελφή της Γαλάτειας Καζαντζάκη, του Ραδάμανθυ Αλεξίου και του Λευτέρη Αλεξίου. Για πολλά χρόνια συζούσε με τον ποιητή Μάρκο Αυγέρη.

Για την Έλλη Αλεξίου έχουν γραφτεί πολλές σελίδες που αφορούν τη ζωή και το συγγραφικό της έργο και ταλέντο. Ανιψιός της επίσης είναι ο Καθηγητής Στυλιανός Αλεξίου, ένας από τους « Σοφούς» Έλληνες όπως τον αποκαλούσαν,  που σε μια πρόσφατη συγγραφική του έκδοση αναφέρει τις δικές του μνήμες από την αγαπημένη του θεία. Γράφει  σχετικά :
*…Τα καλοκαίρια παραθερίζαμε μαζί με τον Βάσο και την Έλλη στο χωριό των παππούδων ν μας, στο Κράσι κάτω από την κορυφή της Σελένας, κοντά στο οροπέδιο Λασιθίου. Μας πήγαιναν αργά αυτοκίνητα, από μισοχαραγμένους δρόμους που περνούσαν μέσα από λιόφυτα και ρεματιές με πικροδάφνες. Από ένα σημείο και μετά μας περίμεναν ζώα και μας ανέβαζαν σιγά σιγά στο χωριό , μέσα από ατ βουνά που μύριζαν από άγρια βότανα….
Το Κράσι, από τον καιρό που παραθέριζαν εκεί όλοι μαζί , ο Καζαντζάκης , ο Βάρναλης, ο Αυγέρης, η Γαλάτεια , η Έλλη, είχε πάρει μια παράξενη αίγλη. Ονόματα που δέσποζαν στην Αθήνα, είχαν γίνει οικεία στους γεμάτους καλοσύνη και εξυπνάδα Κρασανούς. Τους έβλεπαν, παραξενεμένοι λίγο, να τριγυρίζουν χωρίς λόγο στα βουνά, τους άκουγαν με κάποια απορία να συζητούν ώρες, τους έβλεπαν να διαβάζουν πολύ και αν γράφουν, και τους ρωτούσαν με ανησυχία « Αν πιστεύουν κι αυτοί στο Θεό »

…η Έλλη διάβαζε στη μικρή ηρακλειώτικη  συντροφιά των συγγενών και των φίλων, κομμάτια από το βιβλίο που έγραφε: Το τρίτο χριστιανικό παρθεναγωγείο. Μας έλεγε για τα φτωχά κορίτσια του σχολείου όπου είχε διδάξει, με τους άπλυτους ή φαγωμένους από τους ψύλλους λαιμούς, που τους στόλιζαν δυο τρεις γυάλινες χάντρες περασμένες  σ ένα κορδόνι βρώμικο.» Ήταν μωρά πέντε η  έξι χρονών, έγραφε, αφημένα στην τύχη τους, δίχως καμίαν επίβλεψη …Απουσιάζει η Γεωργία και τη ρωτάς γιατί δεν ήρθε χθες. –Δεν ήρθα, γιατί η μάνα μου με είχε κουκουλωμένη στο στρώμα  και μου ΄πλυνε τα ρούχα μου! ».
« Βλέπεις τη Φανή που φορά  μονάχα ένα παπούτσι και γίνεσαι ανήσυχη. Που να το χασε άραγε το άλλο: - Αυτής , κυρία, δεν είναι δικό της το παπούτσι. Σκάλιζε στα σκουπίδια και το βαλε. Και λέει πως το ΄χασε το άλλο, μα λέει ψέματα».
Η νεαρή δασκάλα προσπαθούσε να βοηθήσει, όσο μπορούσε τα πλάσματα αυτά.» Είχα πατέρα βιβλιοπώλη. Είχαμε στο μαγαζί ένα σωρό σπασμένες, ραγισμένες πλάκες  άχρηστες, ένα σωρό σπασμένα κονδύλια  που δεν πουλιούνταν .Κουβάλησα όλα τούτα τα κομμάτια τις πλάκες και τα σπασμένα κονδύλια στο σχολείο, τα φύλαξα στο συρτάρι της έδρας και βόλευα τα παιδιά. Μόνο πως δεν έβλεπες στα χεράκια τους ( κι αν ένα προς ένα γύριζες όλα τα θρανία) ούτε ένα ολόκληρο, σωστό κοντύλι, ούτε μια γερή πλάκα με το ξύλινο κάδρο της, ούτε ένα σφουγγαράκι. Φτύνανε και σβήνανε… Τα ίδια τους τα σύνεργα δεν βοηθούσαν.»
Πηγαίναμε συχνά στον εσπερινό στο μοναστήρι της Κεράς. Ακούγαμε το « Φως ιλαρόν» ενώ ατ χελιδόνια έμπαιναν κι έβγαιναν από τα παράθυρα της παλιάς εκκλησίας. Καθίζαμε στην ταράτσα του μοναστηριού κι ο Κοσμάς ο ηγούμενος μας κερνούσε ρακή και καρπούζι. Ο ήλιος είχε βασιλέψει και βλέπαμε μια ατέλειωτη διαδοχή από κορυφογραμμές γαλάζιες και ρόδινες , πολύ μακριά, ως πέρα στον Ψηλορείτη.
Στα 1940 ο πόλεμος ήρθε, και κράτησε για την  Ελλάδα δέκα χρόνια! Από τους παλιούς φίλους μας στο τέλος άλλοι είχαν σκοτωθεί, άλλοι τουφεκιστεί, άλλοι πεθάνει, άλλοι αυτοκτονήσει, άλλοι είχαν  χαθεί .Οι ανόητες πολιτικές διαμάχες απομάκρυναν και την Έλλη, έξω από την Ελλάδα για πολλά χρόνια. Την ξαναείδα το 1962, όταν γύρισε για την κηδεία της Γαλάτειας. Όλα είχαν περάσει, όσα νομίζαμε πως ήταν αιώνια Βλέπαμε μάλιστα πως είχαν διαρκέσει πολύ λίγο. Όμως η Έλλη ήταν τώρα ακόμη πιο  αγαπητή, πιο όμορφη. Τα γελαστά της μάτια  ήταν τώρα πιο φωτεινά. Είχε γράψει και άλλα βιβλία. Και χιλιάδες νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, τη διάβαζαν και την αγαπούσαν »*

 Η Έλλη Αλεξίου γράφει για τον Ελευθέριο Βενιζέλο:

“…Τέλειωσε ο Πρώτος Παγκόσμιος κι απάνω στις χαρές μας και στις νίκες μας, αρχίσανε πάλι να τρώγουνται ο Βενιζέλος με τον Κωνσταντίνο… Κι όπως στα μικρά μας χρόνια είχαμε βενιζελικούς και πριγκιπικούς, τώρα στα μεγάλα μας είχαμε βενιζελικούς και βασιλικούς. Η δεξιά κόλλησε πάλι με τους βασιλιάδες. Αλλά τώρα η εχθρότητα προχώρησε ως το διχασμό. Μοιράσανε την Ελλάδα στα δυο. Και πήρε την “Παλιά Ελλάδα” ο Κωνσταντίνος με πρωτεύουσά του την Αθήνα, και τις “Νέες χώρες” ο Βενιζέλος με πρωτεύουσά του τη Θεσσαλονίκη. Η Κρήτη, που μόλις είχε ενωθεί με την Ελλάδα, και λογαριαζότανε για “Νέα”, έπεσε στην επικράτεια του Βενιζέλου. Αυτό ήταν καλό για μας. Εμείς καμαρώναμε και οι μπατζάκηδες φόρεσαν τα μαύρα.
Το βενιζελικό κράτος του 1917 ονομάστηκε “Εθνική Άμυνα” κι έτσι πέρασε στην Ιστορία. Κείνα τα τρία χρόνια της Εθνικής Άμυνας (τελικά το κράτος της Θεσσαλονίκης επικράτησε. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα και η βασιλική οικογένεια εγκατέλειψε την Ελλάδα), είδε η εκπαίδευση κάποιο φως. Το υπουργείο Παιδείας το ανέλαβε η τριανδρία: Γληνός, Τριανταφυλλίδης, Δελμούζος, εισήχθηκε η Δημοτική στο Δημοτικό και γράφτηκαν βιβλία στη δημοτική γλώσσα, και Ιστορίες με κάπως προοδευτικό περιεχόμενο.
Ένα πρωινό, εφημερίδες και παραρτήματα του Ηρακλείου ανάγγελναν πως ο Βενιζέλος θα επισκεφθεί το Ηράκλειο. -Δεν είχε ακόμη επικρατήσει η Εθνική Άμυνα-. Χτυπούσαν οι καμπάνες. Οι κωνσταντινικοί κλείστηκαν στα σπίτια τους και μεις γιορτάζαμε στους δρόμους. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι μας στην “Πλαθειά Στράτα”, κατεβαίνοντας προς των Χανιών την πόρτα, από τη δεξιά μεριά ήταν ένα κουρείο κι ακούστηκε πως εκεί είναι ο Βενιζέλος και κουρεύεται. Πήγαινε ο κόσμος για να τον δει και πήγα κι εγώ. Είδα απόξω από το κουρείο κόσμο μαζεμένο. Οι πόρτες του κουρείου ήσαν κλειστές, τζαμαρίες, ρώτησα τι περιμένουν και μου λένε: “Περιμένουν να τελειώσει το κούρεμα, για να μπουν να μαζέψουν από χάμω τα μαλλιά του Βενιζέλου για ανάμνηση, σαν κειμήλιο…” Πολύ άσχημη εντύπωση μου έκαμε αυτή η πληροφόρηση. Αηδίασα για τη φτηνή εκδήλωση κολακείας. Ίσως νέοι, είμαστε πιο μονοκόμματοι. Σήμερα όμως που έχω κορνιζωμένα τα ποιήματα της Πολυδούρη μαζί με μια τούφα από τα μαλλάκια της, τα ατενίζω με αγάπη και συγκίνηση και όχι σαν κολακεία…”

Πηγές  :
Εφημερίδα Ελευθεροτυπία
Εφημερίδα Έθνος
Έλλη Αλεξίου,  “Από πολύ κοντά”,Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Cretalive.gr
Wikipedia.org

*Αποσπάσματα από το βιβλίο): Κείμενα Φιλίας και Μνήμης, Στυλιανός Αλεξίου,  Εκδ. Δοκιμάκης, 2010

Δημοσιεύτηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2015 στο Cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/history