Το παραμύθι της βροχής

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Τα παραμύθια του Σαββάτου...!



…προτείνει, γράφει, παρουσιάζει και σχολιάζει η Ελένη Μπετεινάκη*
..Παραμύθι μύθι μύθι με κουκί και με ρεβίθι  σαν εκείνο τον καιρό τον πολύ πολύ παλιό… Έτσι είναι τούτα τα βιβλία.Με τις τσαγιέρες,  τους δράκους και τις αμέτρητες δοκιμασίες. Έτσι είναι η ζωή που αρχίζει με όνειρα αλλά και φόβους από την μεριά τον γονιών. Τη ζωή που θέλει συμβουλές, θάρρος, σοφία και υπομονή. Θέλει κι αγάπη και αγκαλιές, θέλει και όμορφες στιγμές. Θέλει και  παιχνίδια πολλά με μια γιαγιά που να είναι... πάντα εκεί. Θέλει και χρώμα η ζω , θέλει κι αλήθειες και χαρές. Κι όλα τούτα τα υλικά μόνο ένα μέρος ξέρω που χωράνε ταυτόχρονα. Είναι αυτή η χώρα της φαντασίας  που οι συγγραφείς επισκέπτονται συχνά και σαν επιστρέψουν μας χαρίζουν δώρα μοναδικά !



Η βαλίτσα με τις τρεις τσαγιέρες, Βαγγέλης Ηλιόπουλος,(Εικον : Marjorie van Heerden), εκδ. Πατάκης
Μια φορά κι έναν καιρό…
Πως μ΄ αρέσουν τα παραμύθια που αρχίζουν μ΄ αυτή την τόσο γνωστή φράση. Νοιώθεις από την πρώτη στιγμή το πέρασμα σου σε μια άλλη εποχή και ταυτόχρονα όλον τον  κόσμο της φαντασίας και  της μαγείας να ξετυλίγεται μπροστά σου… Ένα παραμύθι που τάχει όλα… Σοφή γριά, δράκους, μαγικά αντικείμενα, δέντρα, άλογα, ρυάκια που μιλούν, δοκιμασίες, συμβουλές, περιπέτειες, ταξίδια σε μέρη απάτητα, και κάθαρση στο τέλος.
Μια περιπέτεια πραγματικά μαγική, σαν τις τσαγιέρες που φτιάχνουν τσάι και προκαλούν αλλεργία στους φοβερούς δράκους, σαν τα παραμύθια των πολύ παιδικών μας χρόνων που ο « κακός » παραμόνευε πάντα στον επόμενο δρόμο κι έκανε την καρδιά μας να κτυπάει δυνατά, μέχρι  ο ήρωας καβάλα στ΄ άλογο του έσωζε την πριγκιποπούλα. Η πριγκίπισσα στο συγκεκριμένο παραμύθι είναι ένα  απλό καθημερινό κορίτσι. Ένα κορίτσι που σαν φτάνει στην εφηβεία θέλει να απλώσει τα φτερά του, να πετάξει μακριά από την θαλπωρή του σπιτιού, και να αποκτήσει τις δικές του εμπειρίες. Οι γονείς του έχουν να του δώσουν όλα τα εφόδια  από τις δικές τους εμπειρίες και γνώσεις ,όμως εκείνη πρέπει να ζήσει, να γνωρίσει και να « πάθει », για να μάθει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής, μόνη της. Η βαλίτσα που κρατεί μπορεί να νομίζει πως είναι άδεια, μα στην « πραγματικότητα»,  οι τσαγιέρες σαν αρχίσουν να δουλεύουν έχουν μέσα σπάνια υλικά, μαγικά και γεμάτα θάρρος,  σοφία και υπομονή . Όλα αυτά είναι παρακαταθήκη από τους γονείς. Έτσι και τούτο το μικρό κορίτσι τα κουβαλά  μαζί του αλλά  και μια μεγάλη συμβουλή. « Μην αποκαλύψεις ποτέ σε κανέναν τι έχει μέσα η βαλίτσα …».
Το παραμύθι γράφτηκε,  σαν γεννήθηκε ένα μικρό κορίτσι , η Ελεάννα , στην οποία και είναι  αφιερωμένο. Είναι η κόρη του Βαγγέλη. Είναι το παραμύθι των φόβων, των  ερωτήσεων , τις πιθανών  σκέψεων, των προσδοκιών,  όλων των νέων γονιών για το παιδί τους. Είναι η αγωνία, η ελπίδα και οι συμβουλές που όλοι θέλουμε να δώσουμε  στα παιδιά μας λίγο πριν φύγουν από κοντά μας. Μια ιστορία με μια απίθανη περιπέτεια , όπως κι η ίδια η ζωή  που χωρίς μαγεία, φαντασία, ψέματα, αλήθειες  και απρόσμενα γεγονότα,… δράκους και ταξίδια καταντά μονότονη και χωρίς νοστιμάδα!
Εξάλλου το γράφει κι ίδιος ο συγγραφέας … Το παραμύθι των γονιών βγήκε πέρα για πέρα αληθινό! Γιατί τα παραμύθια δε λένε ψέματα ποτέ. Ποτέ!

Γιαγιά στο ψυγείο, Βούλα Μάστορη,( εικον :Ίρις Σαμαρτζή) εκδ. Ψυχογιός
Μια μικρή θεατρική παράσταση όπως εκείνες που στήνουν καθημερινά τα παιδιά είναι και τούτη η ιστορία. Πρωταγωνιστές μια « σούπερ» γιαγιά και τα δύο της τα εγγόνια , οι γενναίοι ιππότες Λέανδρος και Φαίδων.  Μόνο που σαν την « σκοτώνουν», ανησυχούν πάρα πολύ, και τότε αρχίζουν οι έννοιες, , οι σκέψεις , τα σχέδια για να μην χάσουν ποτέ τη γιαγιά από κοντά τους.  Πρώτο πράγμα που τους έρχεται στο μυαλό είναι  να τη βάλουν σ΄ένα βάζο με νερό, όπως τα τριαντάφυλλα για να μην « ξεραθεί» ποτέ. Ύστερα σκέφτηκαν πως θα ήταν καλύτερα να την βάλουν στην μπανιέρα ώστε  να παίζουν και μαζί της. Μετά να την αλείψουν με μια κρέμα, να διατηρηθεί πολύν καιρό. Τέλος η καλύτερη λύση νομίζουν πως ήταν  αυτή του ψυγείου, αρκεί να την έπειθαν. Εκεί σίγουρα θα έμενε αμάραντη… Τότε η γιαγιά ανοίγοντας την αγκαλιά της τους εξήγησε με τα πιο απλά και γλυκά λόγια πως ζωή σημαίνει…  ολόκληρη ζωή από τη γέννηση μέχρι τα  γηρατειά.
Μια πολύ πολύ τρυφερή ιστορία από μια πολύ σπουδαία γιαγιά – συγγραφέα, την Βούλα Μάστορη,  που προσεγγίζει ένα λεπτό θέμα, αυτό μιας πιθανής απώλειας ή ακόμα πιο πολύ των γηρατειών. Με πολύ χιούμορ κάνει αυτήν την ιστορία αλησμόνητη στα μικρά παιδιά και παρήγορη για εκείνα τα βράδια που τα όνειρα μπερδεύονται με την πραγματικότητα και οι σκέψεις από αρνητικές μετατρέπονται σε θετικές , κρατώντας μόνο τις όμορφες στιγμές.  Το βιβλίο έχει βραβευτεί για την εικονογράφησή του , επάξια νομίζω. Η Ίρις έχει αποδώσει υπέροχα όλες τις φιγούρες, τις λέξεις και τη φαντασία με τρόπο που δύσκολα ξεχνάς.
Άλλωστε και οι γιαγιάδες είναι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν ξεχνάμε ποτέ!
*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Η θριαμβευτική είσοδος του Κιοπρουλή στον έρημο Χάνδακα στις 4 Οκτωβρίου 1669…!




Της Ελένης Μπετεινάκη*

Πήρα την ανηφόρα με το ποδήλατο τούτη τη φορά …Το παραμύθι είχε συνέχεια, γιατί,παραμύθια χωρίς θεριά, δράκους και βασιλιάδες είναι σαν να μην γράφτηκαν ποτέ. Μόνο που αυτή τη φορά, όπως είπαμε,ήταν πέρα για πέρα, αληθινό. Συνέβη στα χώματα που πατάμε κάθε μέρα , σε τούτο τον τόπο, στην ίδια μας τη γειτονιά… Κι είχαν ανοίξει τα μάτια τους τα παιδιά, διάπλατα, και είχαν τεντώσει τ΄ αυτιά να ακούσουν τα νέα που θα τους έφερνε ο Αλέξιος, ο γέρο – αρουραίος.
«… Μόνος τριγύριζε μέρες   μέσα στον Χάνδακα. Μύριζε εδώ κι εκεί έψαχνε να βρει …ζωή και τα μάτια του δεν στέγνωναν ούτε στιγμή. Ερημιά, θλίψη, αποκαΐδια. Φαγητό  έβρισκε από χίλια δυο ψοφίμια, όμως μπουκιά δεν κατέβαινε από το στόμα του. Μόνο μοιρολογούσε και σκεφτόταν τη φαμίλια του . Συνέχισα κι εγώ  εκείνη την διαδρομή που λένε οι γραφιάδες πως ακολούθησε ο Αχμέτ Κιοπρουλής για να φτάσει μέσα στο Κάστρο, θριαμβευτής, κατακτητής, άρχοντας στην πόλη φάντασμα. Κι ένοιωσα τον Αλέξιο,  σκυφτό, σκυθρωπό και μόνο, κρυμμένο πίσω από ένα μικρό βράχο. Κι ήταν σαν να αντικρίσαμε μαζί, καβάλα στο άλογο του τον Κιοπρουλή, με όλους τους υποτακτικούς του και τους άλλους πασάδες, με τους πορφυροχρυσοκέντητους μανδύες  όπως ταίριαζε στους υπερήφανους αρχηγούς. Κανείς Καστρινός δεν υπήρχε εκεί, μόνο οι «δικοί του άνδρες», να τον καμαρώσουν, να τον χειροκροτήσουν , να τον καλωσορίσουν. Μα πώς να δεχτεί κανείς έναν εχθρό; Πώς να μιλήσουν οι πέτρες, τα τείχη, τα ερείπια ; Ο Χάνδακας ήταν σαν να είχε σταματήσει να αναπνέει τότε στις 27 του Σεπτέμβρη… Τώρα, έξι μέρες μετά , 4 του Οκτωβρίου το μόνο που είχε αλλάξει ήταν  πως κάπως είχαν μαζευτεί τα σκουπίδια, τα πτώματα και οι μεγάλες οβίδες από τα κανόνια… Η ζωή όμως θα αργούσε πολύ να ζωντανέψει στην πόλη…πάρα πολύ!»


Έτσι ήθελε η μοίρα να γίνουν τα πράγματα και λίγο πριν την μεγάλη είσοδό του στην πόλη ο Αχμέτ Κιοπρουλής  καλεί στην σκηνή του όλους τους στρατιωτικούς πασάδες , τους ανώτερους τιτλούχους του Διβανίου και  όλους όσους είχαν συμβάλλει στην άλωση του απόρθητου κάστρου. Ήθελε να μοιραστεί μαζί τους την χαρά του για τούτη την κατάκτηση και αφού τους πρόσφερε καφέ και σερπέτια , όπως αναφέρει ο Νικόλαος  Σταυρινίδης στο βιβλίο του *, τους προσφώνησε λέγοντας : «Στον αγώνα αυτό του Μ. Κάστρου όλοι σας αγωνισθήκατε τίμια με τη ζωή σας και την περιουσία σας. Ας είναι ολοκάθαρο το πρόσωπό σας και σ΄  αυτό και στον άλλο κόσμο. Χαλάλι ας είναι σε σας το ψωμί του βασιλιά μας . Θα αναφέρω και θα εισηγηθώ τις υπηρεσίες και τους σκοπούς σας στον πολυχρονεμένο βασιλιά μας και κάθε ένας από σας θα ανταμειφθεί σύμφωνα με το βαθμό που κατέχει».
Αχμετ Φεζίλ Κιοπρουλής ή Κιοπρουλού
Στις 4 Οκτωβρίου, λοιπόν , του 1669 ο Κιοπρουλής κάνει την θριαμβευτική του είσοδο στο Μεγάλο Κάστρο. Λίγες μέρες πριν έστειλε  να καθαρίσουν την πόλη  από την δυσοσμία  και τις κακές αναθυμιάσεις, από τα πτώματα και άλλες ακαθαρσίες λόγω επιδημιών που είχαν θερίσει την πόλη πριν από λίγο καιρό. Οι πηγές που σώζονται δεν συμφωνούν στην περιγραφή του γεγονότος , αυτό της εισόδου του,  γιατί και όπως ήδη γνωρίζουμε δεν υπήρχαν ξένοι ιστορικοί ή χρονογράφοι εκείνο το διάσημα στην πόλη αφού όλα είχαν ερημωθεί. Ούτε οι Τούρκοι ιστορικοί μας λένε πολλά ,ωστόσο, αναφέρονται κάποια στοιχεία σε τούρκικα αρχεία και δικές τους πηγές. Η επιδεικτική του συμπεριφορά ήταν αξιοσημείωτη.
 Κάποιοι λένε πως μπήκε στον πόλη από τον παραλιακό δρόμο , άλλοι από την πύλη του Παντοκράτορα κι άλλοι  πως  φτιάχτηκε μια γέφυρα για να περάσει από το ρήγμα που υπήρχε στην Πύλη του Αγίου Ανδρέα. Άλλοι λένε πως η  μεγάλη πομπή ξεκίνησε  από το δυτικό τμήμα του φρουρίου , δηλαδή από το μέρος της Κιζίλ Τάμπιας , της σημερινής Αγίας Τριάδας, και κατέληξε  στην λατινική εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου. Κι όταν πια έφτασαν ήταν ώρα για την  μεσημβρινή  προσευχή , Ογλέν Ναμαζί, όπως λεγόταν. Ας μην ξεχνάμε , πως οι δρόμοι τότε δεν ήταν όπως σήμερα και η διάβασή τους, έπαιρνε ώρα.  Πριν ξεκινήσουν όλοι οι επίσημοι μαζεύτηκαν σε μια μεγάλη πλατεία και έκαναν την πρωινή τους προσευχή , την λεγόμενη Σαμπάχ Ναμαζί, ευχαριστώντας τον Αλλάχ για την μεγάλη νίκη τους. Η πλατεία  αυτή ήταν στο εσωτερικό μέρος των τειχών μεταξύ του παλιού και νεότερου προστατευτικού τείχους που είχαν κτίσει οι Ενετοί τα τελευταία χρόνια της πολιορκίας. Σε ανάμνηση αυτής της τόσο πρώτης σημαντικής θρησκευτικής  τελετής ένας ανώτερος τούρκος οικονομικός υπάλληλος, ο Δεφτερδάρ Αχμέτ Εφέντης έχτισε στα 1672 στην ανατολική πλευρά της πλατείας ένα μουσουλμανικό τέμενος  το γνωστό , παλαιοτέρα, Τζαμί της Κιζίλ Τάμπιας  ή Φετιχιέ Τζαμισή δηλαδή Τζαμί της Κατακτήσεως.
Μονή Αγίου Φραγκίσκου
Αφού τελείωσε η πρωινή προσευχή και όλοι οι λόγοι και προσφωνήσεις η πομπή ξεκίνησε με την Πράσινη σημαία του Προφήτη μπροστά. Μια πιο επικρατούσα, πιθανή διαδρομή ήταν ο δρόμος από την σημερινή αρχή της Καλοκαιρινού ή Πλατιάς Στράτας όπως την έλεγαν παλιά και κατέληγε στην εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου. Η σημαία στήθηκε πάνω στο θυσιαστήριο της εκκλησίας, καθώς και η σημαία της ημισελήνου στο ψηλό κωδωνοστάσιο και εκεί ξεκίνησε πια η μεσημεριανή προσευχή. Εκεί διαβάστηκε ο πολυχρονισμός του Σουλτάνου και στη συνέχεια ο « φετιχναμές », δηλαδή το έγγραφο της κατάκτησης,  του Μεγάλου Κάστρου. Η εκκλησία από εκείνη τη στιγμή και μετά θεωρήθηκε μουσουλμανικό τέμενος και μετονομάστηκε Τέμενος  του Σουλτάνου Μεχμέτ του Δ΄(Χιουνκιάρ Τσαμισί) δηλαδή Αυτοκρατορικό Τέμενος. Στη συνέχεια ο Κιοπρουλής αποσύρθηκε με την ακολουθία του στο Σεράγι του. Δόθηκαν ένα σωρό εντολές για να  γίνουν οι μεταλλαγές που έπρεπε για να διακοσμηθεί το Αυτοκρατορικό Τέμενος.
Αχμετ Φεζιλ Κιοπρουλής
Την ίδια μέρα της θριαμβευτικής εισόδου του Κιοπρουλή μπήκαν μέσα στην πόλη και ο Διερμηνέας Παναγιωτάκης Νικούσιος και ο Ρεθεμνιώτης Έμπιστος του Κιοπρουλή Ανδρέας Μηλιώτης. Εγκαταστάθηκαν κι αυτοί στην ίδια συνοικία που κατοίκησε ο Πασάς. Μαζί του  μπήκαν στο Μεγάλο κάστρο και πολλοί Αρμένιοι οι οποίοι ανέλαβαν την οικοδομική δραστηριότητα μέχρι να  ξαναεγκατασταθεί το χριστιανικό στοιχείο στην πόλη με τον Ορθόδοξο Μητροπολίτη Νεόφυτο Πατελάρο. Φυσικά έπρεπε να ξαναφτιάξουν την πόλη από την αρχή. Τεράστια θέματα έπρεπε να ρυθμιστούν. Ύδρευση, επισκευή τειχών, καθαρισμός. Η πόλη, όπως ήδη γνωρίζουμε, είχε σχεδόν ερημωθεί. Ήταν ένας σωρός μόνο από ερείπια . Μόνο η εσωτερική παλιά πολιτεία μπορούσε κάπως να κατοικηθεί, όμως κανένα σπίτι δεν υπήρχε που να μην ήταν κατατρυπημένο από τα τούρκικα βόλια. Χρειάστηκαν πάρα πολλά χρόνια για να ξαναπάρει ζωή το Μεγάλο Κάστρο και πολλοί άνθρωποι ιδίως Χριστιανοί εργάστηκαν ακόμα και με βασανιστήρια για την τακτοποίησή του.
Για την ιστορία ο Αχμέτ Κιοπρουλής, την χρονιά του 1669, που μπαίνει θριαμβευτής στον Χάνδακα ή Μεγάλο Κάστρο, ήταν μόλις 32 χρονών. Θα φύγει από τη ζωή πολύ νέος, επτά χρόνια αργότερα στις 3 Νοεμβρίου  1676 ,σε ένα από τα μετόχια του. Πεθαίνει από παρενέργειες του αλκοολισμού από τον οποίο ήταν εθισμένος, έχοντας μόλις  γυρίσει από μια μεγάλη εκστρατεία. Ήταν ο «Δίκαιος» που κατέκτησε πολλά κάστρα, πήρε μέρος σε αρκετές νικηφόρες μάχες, θριάμβευσε  εκτός από την Κρήτη και στην Πολώνια. Ήταν  ο άνθρωπος που γνώρισε τις μέγιστες τιμές από τον Σουλτάνο.

Φωτ : Ελένη Μπετεινάκη
Το παραμύθι της ολοκληρωτικής κατάκτησης του Χάνδακα ή  Μεγάλου Κάστρου τελειώνει εδώ. Στο ίδιο ακριβώς σημείο ξεκινά ένα άλλο , αυτό της Τουρκικής κατοχής μέχρι και το 1898. Κι όπως λένε και τα παιδιά αυτά τα παραμύθια έχουν πολλές μάχες, πολλά άλογα, πιστόλια και αίματα. Κι εμείς επιστρέψαμε πάνω στα τείχη  και μείναμε κάμποση ώρα στην αυλή μας  παίζοντας  τους νικητές και ηττημένους ή στο πιο σύγχρονο κλέφτες κι αστυνόμους. Απέναντι  ήταν ο Κούλες, στητός, αγέρωχος, αμίλητος. Άραγε πόσα θα μπορούσε να μας διηγηθεί τούτο το κάστρο της θάλασσας; Πόσα δεν έχει ζήσει, περάσει ακούσει ;Πόσοι άνθρωποι βρέθηκαν μέσα του, πάνω του, γύρω του. Μα αυτή δεν είναι η γοητεία των μνημείων, της ιστορίας μας; Η σιωπηλή παρουσία τους μέσα στο χρόνο  κι εμείς είμαστε εδώ να τα φροντίζουμε  και να μην ξεχνάμε…
Ένας γλάρος ξεχάστηκε κι ακούμπησε το χαμηλό κάγκελο του τείχους «μας». Κι ύστερα πέταξε μακριά, στη θάλασσα. Ήταν  σαν να πήρε μαζί του όλη τη θύμηση , όλα τα άσχημα  κι έμεινε πάλι το σήμερα, τα παιδιά, τα παιχνίδια , η ζωή που δεν σταμάτα ποτέ…

ΠΗΓΕΣ
  * Η Τελευταία περίοδος της πολιορκίας του Μ. Κάστρου, Νίκου Σταυρινίδη , Ηράκλειο 1979
 Χάνδαξ – Ηράκλειο, Στέφ. Ξανθιουδίδη ,Ιστορικά σημειώματα, 1927
Ο κρητικός πόλεμος, Χρυσούλα Τζομπανάκη, Ηράκλειο 2008
Το Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη,Ηράκλειο,2000
Κρητικά Χρονικά, τόμος πρώτος, 1947
Αρχεία Βικελαίας Δημ. Βιβλιοθήκης Ηρακλείου
Φωτ.Αρχείο Μηνά Γεωργιάδη

Ελένη Μπετεινάκη είναι εκπαιδευτικός 
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 6 Οκτωβρίου 2014 :http://www.patris.gr/articles/269896#.VDP4g1fVK6F
και στο cretalive.gr στις 4 Οκτωβρίου 2014  :http://www.cretalive.gr/history/view/h-thriambeutikh-eisodos-tou-kioproulh-ston-erhmo-chandaka-stis-4-oktwbriou/195582

Τα παραμύθια του Σαββάτου!



…προτείνει, γράφει, παρουσιάζει και σχολιάζει η Ελένη Μπετεινάκη*

Ποιος είπε πως οι σύγχρονοι παραμυθάδες δεν τολμούν να αγγίξουν πρότυπα και παλιές ιδέες ; Μπορούν και τα καταφέρνουν περίφημα , ακόμα κι αν η ηρωίδα είναι η πιο διάσημη τούτου του κόσμου των παραμυθιών. Για όλα υπάρχει μια δεύτερη εκδοχή. Για όλους τους φόβους υπάρχει λύση. Κι αν αγαπάτε πολύ τα παραμύθια που μοιάζουν με εκείνα τα παλιά, τα πολύ μαγικά, η πριγκίπισσα Κουμ Κουάτ κι ο Νεράντζης ο Λεμονόκαρδος θα σας γοητεύσουν και θα βοηθήσουν οι καληνύχτες των παραμυθιών να γεμίσουν με όνειρα που θα ζουν όλοι καλά κι εμείς  ακόμα καλύτερα.

Μη φοβάσαι Κοκκινοσκουφίτσα, Βασίλης Κουτσιαρής,(εικον : Θέντα Μιμηλάκη) εκδ. Κόκκινη Κλωστή Δεμένη

Την ιστορία της κοκκινοσκουφίτσας την γνωρίζουμε όλοι . Ψυχολόγοι, ερευνητές έχουν αποδώσει ένα σωρό νοήματα στο πασίγνωστο παραμύθι. Νέοι συγγραφείς, τολμούν να το αγγίξουν και να δώσουν την δική τους ερμηνεία και εξήγηση φτιάχνοντας από την αρχή ένα παραμύθι καινούργιο που βοηθά τα παιδιά να αντιμετωπίσουν τους φόβους τους. Η κοκκινοσκουφίτσα του Βασίλη, αναρωτιέται, προβληματίζεται, φοβάται. Δείχνει την αδυναμία της, δεν διστάζει να βάλει τα κλάματα και να παραδεκτή τον πανικό και τον φόβο της. Απλά, καθημερινά γεγονότα  στην σχολική ζωή μπορεί να έχουν ένα αίσιο τέλος αν αλλάξουν λίγο τα πράγματα και αν τα δούμε από άλλη σκοπιά ή αν τολμήσουμε να ξεπεράσουμε  τα παρωχημένα.
Ομολογώ δύσκολο το εγχείρημα να γράψεις οτιδήποτε για μια τέτοια ηρωίδα που είναι τόσο διάσημη , ωστόσο η ιδέα και το αποτέλεσμα  της νέας αυτής εκδοχής που δίνεται σαν παράσταση  θεάτρου για μικρά παιδιά είναι πάρα πολύ καλή. Το βιβλίο έχει την τύχη να είναι  εικονογραφημένο από την Θέντα η οποία για μια ακόμη φορά μεγαλουργεί.
Μια ιστορία με καλό τέλος που θα φέρει όμορφα συναισθήματα σ όποιο παιδί και αν την ακούσει.

Η πριγκίπισσα Κουμ Κουάτ και τα κλεμμένα χαμόγελα, Λίνα Μουσιώνη, (εικον: Μαιρήλια Φωτιάδου), εκδόσεις Ελληνοεκδοτική

Μια φορά κι έναν καιρό, εκείνα τα χρόνια τα παλιά που τα παραμύθια ήταν γεμάτα πριγκίπισσες, βασιλιάδες, δράκους , πρίγκιπες και μαγικά αντικείμενα, ζούσε ή καλύτερα δημιουργήθηκε και η  ιστορία της Κουμ Κουάτ. Ήταν μια όμορφη πριγκιποπούλα που έβγανε κάθε πρωί στον ολάνθιστο κήπο της φορώντας απλά αλλά παράξενα ρούχα που ήταν φτιαγμένα κι έμοιαζαν μόνο με χαμόγελα. Τα χαμόγελα γέμιζαν τον κόσμο κάθε μέρα κι ήταν διαφορετικά ανάλογα την ώρα και την περίσταση, μόνο που κανένα τους δεν ήταν αληθινό! Ένα πρωί όλα τα χαμόγελα εξαφανίστηκαν από την ντουλάπα της Κουμ Κουάτ και η θλίψη γέμισε την ψυχή της και το παλάτι. Όσο κι αν προσπάθησε ο πατέρας της ο βασιλιάς Περγαμούντος να την κάνει να χαμογελάσει ξανά δεν κατάφερε τίποτα. Ούτε με δώρα ούτε με άλλα ψεύτικα χαμόγελα κι η χώρα βυθίστηκε στην μελαγχολία. Τότε ένα παλικάρι, μαθητευόμενος κηπουρός του παλατιού ο Νεράντζης ο Λεμονόκαρδος  και εγγονός της μάγισσας Φράπα Φρουστ , θα τολμήσει να βοηθήσει την πριγκίπισσα. Θα βρει που είναι τα χαμόγελα κι εκεί που θα συναντήσει τον δράκο Πικροβόλη θα βρει μια έκπληξη. Αλλά αυτό θα το διαβάσετε εσείς…
Η μαγεία τούτου του παραμυθιού είναι δεδομένη .Μια ιστορία με καλό τέλος αφού η κάθαρση έρχεται μ ε τον πιο όμορφο  τρόπο, γεμάτη  ονόματα μυρωδάτα  και  αστεία πολύ για τα παιδιά. Σαν τους την διηγηθείτε,  θα δείτε μάτια διάπλατα και στόματα ορθάνοικτα και θα καταλάβετε πως κι οι σύγχρονοι παραμυθάδες σαν την Λίνα μας  μαγεύουν και δημιουργούν ατμόσφαιρες που μόνο στα καλά παραμύθια συναντάς .

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός 
Δημοσιεύτηκε στις 4 Οκτωβρίου 2014 στο Cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/culture/view/ta-paramuthia-tou-sabbatou45/195588