Το παραμύθι της βροχής

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Ήρθανε τα Φώτα…Φύγανε τα καλικάντζαράκια μου…

Της Ελένης Μπετεινάκη

Το ξημέρωμα ανοίξανε όλα τα μυστικά περάσματα!

Κάθε χρόνο σαν σήμερα μετρώ τις αφίξεις και τις απώλειες, κάτι σαν απουσιολόγιο και την νύχτα της Παραμονής των Φώτων  αναπολώ, αποχαιρετώ και χαμογελώ πλατιά για την υπέροχη διαδρομή των παραμυθοιστοριών και …παραμυθοκαλικάντζαρων.


Τα παρατηρούσα πολύ προσεκτικά κι αθόρυβα χθες βράδυ  

Καθισμένη στη γωνιά του καναπέ μου με την μια άκρη των ματιών στον κήπο και την άλλη στα χριστουγεννιάτικα βιβλία που έπρεπε να επιστρέψουν στο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης έβλεπα την αναστάτωσή τους…

Μια χαρμολύπη να πω την αλήθεια την ένιωθα.  Τόσα κάναμε μαζί και τόσες μέρες. Τόσα ταξίδια, εκατοντάδες παιδιά, δεκάδες εμφανίσεις.

Κάποια βιάζονταν, μπερδεύονταν, κουτρουβαλούν και προσπαθούσαν να τελειώσουν με τις τελευταίες  τους σκανταλιές. Μόλις το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα  έτρεξαν να προλάβουν το ένα και μοναδικό άνοιγμα της γης για μπορέσουν να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Για λίγες μόνο ώρες και ίσα ίσα μέχρι το ξημέρωμα θα πρέπει όλα να είχαν  τακτοποιηθεί...Αλλιώς με την αγιαστούρα του ο παπάς …θα τους εξαφάνιζε παντελώς!

Σηκώθηκα και κοίταξα κάτω από το δέντρο κι είδα πως είχε μαζευτεί η γνωστή συμμορία και ο καθένας χωμένος στις σκέψεις του…

Ο Τρακατρούκας μάζευε τα μολύβια του. Τον είδα που έχωνε στις τσέπες του τα εισιτήρια από τα ταξίδια του. Παντού είχε βρεθεί και φέτος! Αθήνα, Καλαμάτα, Χαλκίδα, Κυπαρισσία, Ρόδο, Χίο, Μάλια, Ηράκλειο… Προσεκτικά έχωνε μέσα στο σάκο του αναμνήσεις,  και ένα μικρό πακέτο με πολύχρωμες κορδέλες ( του το χάρισα την Πρωτοχρονιά) με τη συμφωνία να το ανοίξει μόνο σαν βρισκόταν στο δικό του σπίτι. (Του ΄χα βάλει μέσα μικρά αντικείμενα από τα καινούργια παραμύθια που είχαν κυκλοφορήσει όλη τη χρονιά που πέρασε, ξέρετε, σαν συγγραφέας πια κι ο ίδιος, να τα έχει να εμπνευστεί).

Ο Πι και ο Φι ήταν χαρούμενοι. Ανατυπώθηκαν οι ιστορίες τους ξανά και φέτος είχαν κι εκείνοι ταξιδέψει πολύ στα ίδια μέρη κι ίσως και σε ένα δυο άλλα που δεν το έμαθα.  Δίπλα ακριβώς ο Εδώ και ο Αλλού  χαμογελαστοί  και χορτάτοι. Πολυταξιδεμένοι επίσης, με νέα εμφάνιση στην καινούργια ανατύπωση αλλά κι επειδή η κ. Χριστίνα φέτος τους είχε αφήσει μια τεράστια πιατέλα με κουραμπιέδες και μελομακάρονα αποκλειστικά για αυτούς, δεν πίστευαν την τύχη τους. Δεν άφησαν ούτε ψίχουλο.


Η νεραΐδα πάλι των καλικάντζαρων, η κατάλευκη Άχνη, τους έλεγε να βιαστούν. Έπρεπε σχεδόν αθόρυβα να αναχωρήσουν σε λίγες ώρες και να κρατήσουν για ανάμνηση ό, τι όμορφο έζησαν. Έτσι αρχίσανε να ψαχουλεύουν …

Ο Εδώ είχε χώσει στην πίσω τσέπη του παντελονιού του ένα τεράστιο μπισκότο από το ζαχαροπλαστείο του κυρ Ηλία. Γνωστός κοιλιόδουλος και λαίμαργος όπως ήταν, τι άλλο να είχε πάρει μαζί του…

Ο Αλλού είχε κρατήσει ένα μικρό λαμπάκι που φώτιζε την γαλάζια μπάλα στο τέταρτο κλαδί του δέντρου, στο σπίτι του Αλέξανδρου.

Ο Πι ένα κατακόκκινο καμπανάκι με ένα υπέροχο ήχο που έπεσε από το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη! Ένα καρυδότσουφλο που στη μέση του είχε μια οδοντογλυφίδα για κατάρτι κι ένα μικρό γαλάζιο πανί που τον χωρούσε ίσα ίσα.

Ο Φι πάλι είχε κρατήσεις μια καραμέλα με ασημένιο περιτύλιγμα που του θύμιζε τα τόσα πακέτα που έβλεπε να κουβαλούν οι άνθρωποι μέσα σε μεγάλες τσάντες όλες αυτές τις μέρες αλλά και μια χάρτινη τσάντα φτιαγμένη από " άχρηστο υλικό " δηλαδή παλιές εφημερίδες και μέσα εκεί έβαζε ότι του είχε κάνει εντύπωση. Μα το πιο πολύτιμο απ’ όλα ήταν ένα  μικρό γυάλινο βαζάκι με χρυσόσκονη ...Κάθε βράδυ όταν περνούσε από τα σπίτια των παιδιών για να δει αν είχαν κοιμηθεί έπαιρνε λίγη από τα αγγελάκια, τις μπάλες, τα ελαφάκια, και όλα αυτά τα πράγματα που είχαν πασπαλιστεί απ’ αυτήν την μαγική σκόνη. Κάθε φορά που θα ήθελε να θυμηθεί κάτι από τον Απάνω Κόσμο θα έριχνε λίγη στον αέρα του Ζερζεβουτιού, του χωριού τους,   και θα ξαναζούσε κάτι από όλη την μαγεία αυτών των δώδεκα ημερών ...


Η ώρα περνούσε κι εγώ δεν ήξερα τι να κάνω για να τα αποχαιρετήσω …

Και τότε τους είδα να αγκαλιάζονται όλοι μαζί και να κοιτάνε προς το μέρος μου σηκώνοντας το ένα τους χέρι ψηλά για να με χαιρετήσουν.

Ο Τρακατρούκας έκανε ένα βήμα πιο μπροστά απ’  όλους και μου έδωσε ένα μικρό διπλωμένο χαρτί, με χέρια που τρέμανε. Έσκυψα και το πήρα, το άνοιξα προσεκτικά και χίλια γράμματα κι εικόνες άρχισαν να αιωρούνται στον αέρα. Τρελό χορό σαν να ΄χαν στήσει και σχημάτιζαν λέξεις πολύτιμες : Ευχαριστώ,  Χριστούγεννα, δώρο,  κουραμπιές, μελομακάρονο, στολίδι, καρδιά, χαρά, γέλιο και ονόματα, πολλά ονόματα. Κατάλαβα τι ήταν. Όλα τα ονόματα των παιδιών που τους αγκάλιασαν με την αγάπη τους, που τους καλοδέχτηκαν τα βραδιά στα σπίτια τους διαβάζοντας τα βιβλία τους,  ή στα μέρη που επισκέφθηκαν για να που τις ιστορίες τους…

Κοιτούσα σαν μαγεμένη. Ναι, ένα δάκρυ κύλησε γοργό στα μαγουλά μου. Τα αγαπημένα μου καλικαντζαράκια τα είχαν σκεφτεί όλα…

Στη στιγμή ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Είχαν εξαφανιστεί από μπροστά μου. Είχαν σχηματίσει μια ουρά μπροστά από την κουφάλα του ένατου δέντρου του κήπου μου κι ένα ένας πηδούσαν μέσα.

Ο Σταχτής εξαφανίστηκε πρώτος, μετά ο Κατράμης, ο Φιφής, η  Πιπίνα, η Λαλιώ, ο Πατατράκ, ο Πι, ο Φι, ο Εδώ, ο Αλλού. Ο Τρακατρούκας μπήκε τελευταίος.

Με κοίταξε με τα τεράστια μάτια του κι είδα την ευγνωμοσύνη, την συγκίνηση και την δική του χαρμολύπη.

Στην στιγμή εμφανίστηκε ο Βατρακούξ, ο αρχικλειδούχος των μυστικών περασμάτων και με δυο απανωτά κλικ κλείδωσε το μυστικό πέρασμα.  Έτρεξα στον κήπο, στο δέντρο αλλά τίποτα. Ούτε ίχνος, ούτε κάτι ξεχασμένο… ΤΙΠΟΤΑ!

Και τότε ακούστηκε μια ψιλή φωνούλα από το διπλανό δέντρο! Δεν πίστευα στα μάτια μου, μα πώς; Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία που θα την μάθουμε την επόμενη χρονιά!

Καλό σας ταξίδι αγαπημένα παραμυθοπαιδιά και καλή μας αντάμωση και πάλι του χρόνου!

Πάμε να μπούμε στο σήμερα και στην απλή καθημερινότητά μας…

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου