Το παραμύθι της βροχής

Κυριακή 19 Ιουλίου 2015

Στου Προφήτη Ηλία…



Tης Ελένης Μπετεινάκη

Tι απ ΄όλα είναι τούτος ο Άγιος, ο Προφήτης, ο Τρομέρος Αι Λιάς; Ταξιδευτής, Βροντερός, Κεραυνοβόλης, Νεφοκράτορας, Ανελέητος… Όποιος και όσα κι αν του προσάπτουν ένα είναι σίγουρο. Πως ζει και περπατά στις κορφές των λόφων και των βουνοκορφών και πως γιορτάζει στην καρδιά του καλοκαιριού  στις 20 Ιουλίου. ..
Μέρες καύσωνα συνήθως στα μέρη μας. Μέρες των  ώριμων φρούτων, των λιάτικων σταφυλιών, του κλεισίματος του κύκλου της φωτιάς που ξεκίνησε με τα Αναστενάρια κορυφώθηκε στις εξαγνιστικές πυρές του Αϊ Γιάννη και κλείνει με τις μεγάλες φωτιές στα ψηλά βουνά. Οι θρύλοι κι οι παραδόσεις θέλουν τον Ηλία, ναύτη, θεό, μάντη, έφορο της βροχής και των ανέμων, Άγιο και Προφήτη.
Λέει μια από τις παραδόσεις πως «…οι βροχές και τα αστροπελέκια απ’ αυτόν γίνονται. Ξαπλώνει στα σύννεφα και κοιμάται, όταν είναι να καλοσυνέψει ο καιρός. Μα όταν είναι για νερό, τρέχει με την άμαξά του στον ουρανό και γι αυτό βροντάει ...Όταν βροντάει, είναι που με το πύρινο αμάξι του κυνηγάει τη Λάμια να τη σκοτώσει, για να μην καταστρέψει τα σπαρτά των ανθρώπων. Οι αστραπές που πέφτουνε τότες είναι οι πύρινες σαϊτιές του να την λαβώσει…». Λέγανε πάλι πως πάνω στην πύρινη ή πέτρινη άμαξά του, ο  Ήλιος ήταν ο τροχός του και ο Γαλαξίας ο δρόμος του. Τον χειμώνα  μετακινιόταν με έλκηθρο. Και η  μέρα που γιόρταζε την έλεγαν « Ημέρα της βροντής » και αυτό γιατί σήμαινε το τέλος του καλοκαιριού για πολλούς λαούς.

Και σαν καλοκαίρευε και ξαφνικά  αρχινούσε τις βροντές, τις καταιγίδες και τους κεραυνούς τότε  προκαλούσε πυρκαγιές.  Έτσι του έδωσαν τα προσωνύμια   «Τρομερός» ή «Ανελέητος».

«Στα χωράφια περπατά και τη σίκαλη γεννά»… ο Αι Λιάς  ο « Τρομερός »

Η ρήση αυτή ανήκει στους Σλάβους που τιμούσαν τον Προφήτη Ηλία σαν δικό τους άγιο. Και σαν προστάτη της σοδειάς που την φυλάει από τα πονηρά πνεύματα. Τον σέβονταν γιατί αν θύμωνε τότε η χώρα όλη πλήττονταν στην ξηρασία ή το χαλάζι.
Η εκκλησία μας πάλι την ημέρα τούτη που ο Ήλιος βρίσκεται στον Αστερισμό του Κυνός όρισε να γιορτάζεται μια από τις πιο φλογερές μορφές της Βίβλου.
Ένας άλλος μύθος λέει πως ο Προφήτης Ηλίας ήταν ναυτικός. Ταξίδευε χρόνια πολλά κι είχε γνωρίσει όλον τον κόσμο από την μια του άκρη ως την άλλη και κάποτε κουράστηκε. Θέλησε τότε να κατοικήσει σ’ ένα μέρος που οι άνθρωποι δεν ήξεραν τίποτα για την θάλασσα. Πήρε λοιπόν ένα κουπί και  άρχισε να πηγαίνει σε διάφορα μέρη. Ρωτούσε όποιους συναντούσε τι ήταν αυτό που κρατούσε. Όσο του απαντούσαν «κουπί» τραβούσε ψηλότερα, μέχρις που έφτασε στην κορυφή ενός βουνού που του απάντησαν πως κρατούσε «ξύλο». Τότε κατάλαβε πως σ' αυτό το μέρος δεν γνώριζαν τίποτα για την θάλασσα κι έτσι ο άγιος έμεινε μόνιμα εκεί. . Μύθος που έχει τις ρίζες του σε εκείνον του Οδυσσέα  που παρακινείται από τον Τειρεσία, σαν σκοτώνει τους μνηστήρες να τραβήξει όσο πιο ψηλά μπορεί και σαν θα φτάσει σε μέρος που δεν γνωρίζουν από καράβια ή κουπί να το μπήξει στη γη και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα.

Πάνω στον Γιούχτα , τούτο το ιερό βουνό,  που στους πρόποδές τους είναι κτισμένες οι Αρχάνες, λένε πως υπήρχε ιερός βωμός από τα πανάρχαια χρόνια αφιερωμένος σε μια χθόνια θηλυκή θεότητα, πρόγονο της μινωικής θεάς των φιδιών. Στον βωμό αυτόν μέσα στο Ιερό Κορυφής βρεθήκαν στάχτες και αναθήματα κι αργότερα όταν άλλαξε μορφή η λατρεία  το Ιερό αυτό και σε σύνολο δύο από τις κορυφές του ανθρωπόμορφου βουνού , αφιερώθηκαν στον Προφήτη Ηλία που αγαπήθηκε σαν Άγιος των Βουνών.
Μια τρίτη παράδοση θέλει τον Προφήτη Ηλία να ταυτίζεται με τον Ήλιο. Ηλίας - Ήλιος μια συνήχηση μεταξύ αρχαιότητας και χριστιανισμού. Στην αρχαιότητα ο Ήλιος ταυτιζόταν με τον Δία, που ως θεός των μετεωρολογικών φαινομένων λατρευόταν πάνω στις βουνοκορφές. Επειδή λοιπόν ο Ήλιος, όταν ανατέλλει, φαίνεται να ανεβαίνει λαμπρός από τις κορυφές που φωτίζει πρώτες με τις ακτίνες του, αλλά και επειδή ταυτίστηκε με τον θεό που σηκώνει την κακοκαιρία στη διάρκεια των καταιγίδων, θεωρήθηκε ότι η λατρεία και του Αγίου  ή Προφήτη Ηλία θα γινόταν στις κορυφές των βουνών.
Την παραμονή του Αϊ Λιά γινόταν δέηση στον προφήτη γιατί οι ζέστες πια ήταν ανυπόφορες , η λεγόμενη Περπερούνα για να ρίξει μια βροχή να δροσιστούν. Το έθιμο ήθελε να στολίζουν  με πράσινα χόρτα ένα κορίτσι ορφανό που το πήγαιναν στο ποτάμι και έβρεχαν τα ρούχα τους και στη συνέχεια χόρευαν όλοι μαζί και τραγουδούσαν.
…Θέ μου βρέξε μια βροχή, μια βροχή μια σιγανή, μια βροχή καλή βροχή.
Σε πολλά ξωκλήσια επίσης επειδή πίστευαν πως και τούτος ο Προφήτης προστάτευε από αρρώστιες γινόταν περισχοινισμός δηλαδή περιτύλιξη της εκκλησίας με κέρινο νήμα αλλά και του ασθενή ή τύλιγαν το κεφάλι του με στάχυα  και έτσι έφευγε ο πόνος.

Όλοι οι μύθοι και τα έθιμα είναι οργανωμένα γύρω από μια και μόνο παράκληση : « Κι ο Αη Λιας στον ουρανό …για να ρίξει ο Θεός νερό…»

Τούτη τη μέρα πολλά γίνονταν τα παλιά τα χρόνια και πολλά δεν γίνονταν. Πρώτα απ' όλα δεν δούλευαν στα χωράφια τους οι γεωργοί, ούτε στ’ αλώνια, ούτε στους λαχανόκηπους.
Το μόνο που έκαναν ήταν να ξυπνήσουν νωρίς το πρωί οι γεωργοί και να τρέξουν στο λιόφυτο με τις ελιές τους. Εκεί μέχρι να βγει ο ήλιος και να ανέβει ίσαμε ένα καντάρι, ήθελαν να « πετρώσουν» τα ελαιόδεντρα,γιατί πίστευαν πως την ημέρα του Προφήτη Ηλία γέμιζαν λάδι οι καρποί των ελιών. « Πετρώνοντας» λοιπόν το δέντρο κατά κάποιο μαγικό τρόπο το προστάτευαν μέχρι την ημέρα της συγκομιδής του πολύτιμου καρπού. Άλλη πάλι εκδοχή για την αργία της δουλειάς της ημέρας μας περιγράφει η  γνωστή η ιστορία με το «Βουλισμένο Αλώνι» στον παλιό εθνικό δρόμο Ηρακλείου - Ρεθύμνης με την εντυπωσιακή δολίνη (βαθιά λακκούβα, που σχηματίζεται, κατά κανόνα, από την υπονόμευση του εδάφους σε κάποια σημεία σε περιοχές με ασβεστολιθικά πετρώματα). Λένε πως ένα αλώνι υπήρχε εκεί που σήμερα βρίσκεται το βούλιασμα. Ο ιδιοκτήτης του επέμενε να αλωνίζει την ημέρα του Προφήτη Ηλία ενώ ήξερε πως ήταν πολύ μεγάλη γιορτή και ο άγιος θα θύμωνε. Ξαφνικά η γη υποχώρησε συμπαρασύροντας τον ίδιο, το ζευγάρι του, τα στάχυα και φυσικά το αλώνι...
Τα παρατηρήματα τούτη την μέρα επίσης πολλά. Συνήθιζαν οι άνθρωποι να παρατηρούν το μεσημέρι τον ουρανό, αν ήταν καθαρός ο χειμώνας θα ήταν μαλακός, αν είχε σύννεφα, θα ήταν βαρύς. Οι βοσκοί παρατηρούσαν πως πλάγιαζε ο σκύλος της μάντρας. Αν ήταν γυρισμένος προς τον βορρά είχαν βαρυχειμωνιά ενώ αν ήταν κατά τον νότο ο χειμώνας θα ήταν ελαφρύς. Οι κοπέλες πάλι έβγαιναν στην εξοχή και μάζευαν αγριολούλουδα από σαράντα διαφορετικά είδη, τραγουδώντας. Έπλεκαν στεφάνι και το ‘βαζαν το βράδυ κάτω από το μαξιλάρι τους και έτσι έβλεπαν στον ύπνο τους ποιον άνδρα θα παντρευτούν.

«...Εμείς πάλι περιμέναμε το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, πάνω στο λόφο, στο μικρό εκκλησάκι. Μέρες πριν ετοιμαζόμαστε, είχαμε πολλή δουλειά να κάνομε. Έπρεπε να κατέβουμε κάτω στον ποταμό, στον Κάτω Μύλο εκεί που ζούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά και φοβόμασταν γιατί είχαμε ακούσει πως έπαιρναν τη λαλιά όσων συναντούσαν. Όμως μόνο εκεί θα βρίσκαμε τα καλάμια που έπρεπε να είναι ξερά, με ρόζους, για να μπορούν εύκολα να χαραχτούν. Τρέχαμε γρήγορα στο μικρό πλυσταριό να ξεκινήσουμε την συναρμολόγηση. Κόβαμε κάθε καλάμι περίπου σαράντα εκατοστά και στην κορυφή του κάναμε δυο τρύπες και περνούσαμε ένα σύρμα που έδενε στρουφιχτά. Λίγο πριν το δέσιμο είχαμε έτοιμα τα πολύχρωμα χαρτιά, διπλωμένα με απίστευτη τέχνη και με προσοχή κόβαμε από την παλιά καρέκλα της μάνας μου αυτήν με το πλαστικό δέσιμο σαν μακαρόνι που ‘χε κόκκινο ή κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα μικρά κομμάτια και τα περνούσαμε στο σύρμα για να ‘χει απόσταση από το χαρτί και να μπορεί να γυρίζει με τον αέρα.
Τέχνη ήθελε κι αυτό το τόσο απλό παιχνίδι, ο «σβούρος», έτσι τον λέγαμε ή «μύλος». Αργότερα η λέξη τούτη χάθηκε και όλοι τον έλεγαν ανεμόμυλο. Ύστερα παίρναμε ένα μεγάλο καλάθι και το γεμίζαμε με όλα όσα είχαμε φτιάξει. Μέρες κρατούσε η «δουλειά», όλα μας τα πρωινά δουλεύαμε και σαν έφτανε η παραμονή του προφήτη Ηλία μιας και ήξερα πια να γράφω και να διαβάζω έφτιαχνα την ταμπέλα. «Σβούρος μικρός, 1 δραχμή - Σβούρος μεγάλος, 2 δραχμές.» Την άλλη μέρα από το ξημέρωμα περιμέναμε τον θείο Μιχάλη να μας βάλει πάνω στο γαϊδούρι και να ανηφορήσουμε για το πανηγύρι. Πουλούσαμε όλη μας την πραμάτεια κι ύστερα η μάννα μας, μας έκοβε μια φλούδα πεπόνι του καθενός γιατί ήταν η μέρα που γιόρταζε τούτο το φρούτο και καθόμασταν πάνω στο φρεσκοασπρισμένο πεζούλι και τρώγαμε χαρούμενοι κοιτάζοντας γύρω μας τα πιο μικρά παιδιά που κρατούσαν τους δικούς μας τους σβούρους και προσπαθούσαν να τα βρουν με τον άνεμο μήπως και γύριζαν. Κι ήταν τα πρόσωπά τους φωτεινά, τα μάτια τους γελούσαν, εμάς όπως έλεγε ο πατέρας μου γελούσαν και τα μουστάκια μας. Θα μουν δεν θα ‘μουν εφτά χρόνων κείνο το καλοκαίρι αλλά εγώ νόμιζα πως ήμουν «μεγάλη» γιατί όταν κάναμε τη μοιρασιά με τον αδελφό μου το μερίδιο μου ήταν πάνω από 20 δραχμές, κι ήταν αρκετό σαν γυρίζαμε πίσω στο χωριό να σταματήσουμε στο περίπτερο και να αγοράσω την αγαπημένη μου «Μανίνα», περιοδικό αποκλειστικά για κορίτσια εκείνη την εποχή... Ήταν 20 Ιουλίου 1973... Την επόμενη χρονιά δεν ανεβήκαμε στο εκκλησάκι, μείναμε με τους σβούρους μας να τους κοιτάμε σαν χαμένοι. Είχε κηρυχτεί η επιστράτευση και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε γιατί είχαν συμβεί όλα αυτά ...
Ναι, έναν χρόνο μετά στις  20 Ιουλίου 1974,μείναμε με την απορία στο πρόσωπο μας κι ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι γεμάτο με τον κόπο ενός μήνα, με νέα σχέδια και σχήματα. Όλα έτοιμα για το πανηγύρι. Όμως από τα χαράματα η αναστάτωση ήταν απερίγραπτη… Μόνο που δεν ήταν για να φύγουμε για το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία …Ο πατέρας μας είχε φύγει για το παντοπωλείο όπου επικρατούσε μια αλλόκοτη εικόνα. Ουρές οι άνθρωποι, από τις 6.00 το πρωί , γέμιζαν τσάντες με πράγματα. Κι όλοι συζητούσαν με μια φοβερή ανησυχία στα πρόσωπά τους. «Πόλεμος» ήταν η λέξη που ξεχωρίσαμε και ο φόβος μας παρέλυσε τα πόδια. Την ίδια στιγμή μέσα σε πολύ λίγη ώρα άδειαζαν τα ράφια του καταστήματος κι έβλεπα μόνο τους ασβεστωμένους τοίχους… Και τότε αντήχησε εκείνο το κουδούνισμα από το τηλέφωνο που όσα  χρόνια και αν περάσουν θα μείνει  πάντα στ αυτιά μου... Σε ελάχιστα λεπτά ο πατέρας έπρεπε να φύγει. Είχε κηρυχθεί γενική επιστράτευση κι έπρεπε να παραδώσει και το φορτηγό μας στον στρατό. Ούτε σκέψη πια για το πανηγύρι… ούτε σκέψη για τίποτα… Δεν ξέραμε, δεν καταλαβαίναμε καλά και κανείς δεν μπορούσε να μας εξηγήσει τι ακριβώς θα γινόταν σε λίγες ώρες ή την επόμενη μέρα. Θυμάμαι σαν να ΄ταν χθες …το φορτηγό σαν έστριψε στην  κατηφόρα και χάθηκε από τα μάτια μου. Καθόμουν στο πεζούλι, μπροστά στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του μαγαζιού και κοίταζα… Κρατούσα έναν από τους σβούρους μου και τον φυσούσα να γυρίσει …κι ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού ήθελε κι εκείνο να βρει το δρόμο του για όλα όσα συνέβαιναν και πιο πολύ για τον μπαμπά μου που για πρώτη φορά μας άφηνε μόνους και όπως έλεγε δεν ήξερε πότε θα μας έβλεπε ξανά… Για μένα ήταν ήδη ένας ήρωας …ανήμερα του Προφήτη Ηλία σαράντα ένα χρόνια πρίν...»*

ΠΗΓΕΣ:

« Τα καλοκαιρινά», Λουκάτος Δ., Αθήνα 1981
«Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας », Μέγας Γ.Α. Αθήνα 1956
«Ο Ήλιος κατά τους δημώδεις μύθους», Πολίτης Ν.Γ. Αθήνα 1975
«Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη» , Νίκος Ψιλάκης, Καρμάνωρ, 2005
*«Λόγια του αέρα», Μπετεινάκη Ελένη Ιδ. Συλλογή διηγημάτων, 2014
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
Cretalive.gr
Δημοσιεύτηκε στις 20 Ιουλίου 2015 στο Cretalive.gr  :  http://www.cretalive.gr/opinions 

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Τα παραμύθια του Σαββάτου…!



…Γράφει, σχολιάζει και παρουσιάζει η Ελένη Μπετεινάκη*

Ποιος είναι ο πρόσφυγας, ποιος είναι ο « ξένος», ποιος ορίζει την ψυχή ενός παιδιού; Τα σύνορα, η αγωνία, η απώλεια, το μίσος, το θάρρος, η φιλία, η συμπόνια, η αγάπη; Ποιος ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα ρούχα ή τα παπούτσια τους; Ξέρω τις απαντήσεις , όλοι μας το κάνουμε συχνά… Περισυλλογή, αναθεώρηση  απόψεων και για αφυπνίσεις συνειδήσεων « μιλούν »τα σημερινά παραμύθια του Σαββάτου. Γιατί η ζωή μπορεί κι η ίδια να γίνει παραμύθι, αν δεν της βάζουμε ταμπέλες και δεν την κρίνουμε επιφανειακά, αλλά ψάξουμε πίσω από την εικόνα, εκεί βαθιά στην ψυχή του καθενός. 

Σκληρό καρύδι, Ελένη Σβορώνου, εικ : Ευαγγελία Γουτιάνου, εκδ. Καλειδοσκόπιο

Αϊσέ είναι το όνομα ενός εννιάχρονου κοριτσιού. Ενός κοριτσιού « πρόσφυγα» από το Αφγανιστάν και τούτο το όνομα στη δική μας γλώσσα σημαίνει …Ζωή! Εκείνη όμως επιμένει να την φωνάζουν Αϊσέ, γιατί έτσι θυμάται, υπάρχει, νοσταλγεί  και κατά κάποιον τρόπο είναι σαν να ζει  την δική της τη χώρα, την δική της πατρίδα. Η Αϊσέ είναι « σκληρό καρύδι » γιατί άντεξε τον ξεριζωμό, την απώλεια, αντέχει την φτώχεια, την κοροϊδία των συμμαθητών της, τις απότομες και αναπάντεχες αλλαγές που ήρθαν στην ζωή της. Η Αϊσέ έχει όνειρα, σαν όλα τα παιδιά του κόσμου, έχει όμως και φωνή και σκέψη και ελπίδα. Είναι η φωνή της δικής μας συνείδησης, η φωνή του κάθε παιδιού που αναγκάζεται να μεγαλώσει γρήγορα και ξαφνικά. Είναι η φωνή εκατομμυρίων παιδιών προσφύγων  σ΄ ολόκληρο τον κόσμο.
Στο βιβλίο της Ελένης Σβορώνου, η Αϊσέ μιλάει με χιούμορ, με παράπονο, με ελπίδα και με πίκρα . Μια κραυγή η ζωή της για μας. Για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους «ξένους». Το παράδειγμα της δασκάλας της, της κ. Περσεφόνης, οδηγός και για τη δική μας ζωή, τη δική μας συμπεριφορά.  Είναι άνθρωποι τούτοι οι « ξένοι » σαν όλους εμάς, σαν τα δικά μας παιδιά. Κι έχουν συναισθήματα, ανάγκες, κι όνειρα για την ζωή τους.
Γιατί όπως λέει, μοναδικά η συγγραφέας «…ακόμα και τα σκληρά καρύδια έχουν μέσα τους μαλακή ψίχα. Ή αλλιώς έχουν ένα δάκρυ που το συγκρατούν με αξιοπρέπεια. Εμείς  -συμμαθητές, δάσκαλοι, γείτονες και συμπολίτες –μπορούμε να το κάνουμε να κυλήσει και από δάκρυ να γίνει ποτάμι ή γέλιο. Αρκεί να  το θελήσουμε και να το πιστέψουμε…».
Μοναδικό βιβλίο ως προς το θέμα του. Κραυγή και αγωνία. Ελπίδα και θάρρος. Γραμμένο σαν να  διηγείται η ίδια η Αϊσέ ακούμπα πιότερο στη δική μας ψυχή. Ίσως  από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί στο είδος του. Απλό, συγκινητικό, αφυπνιστικό και με εικονογράφηση της Ευαγγελίας Γουτιάνου, λιτή, όπως του ταιριάζει, χωρίς στολίδια, αλλά μόνο με χρώμα, απλές γραμμές , ικανή όμως για να δώσει ένα πολύ πολύ δυνατό αποτέλεσμα.
Ελένη, σε ευχαριστούμε για αυτό το βιβλίο, όπως λες κι εσύ, για τούτο το γλύκισμα. Όλοι όσοι θελήσουν να το γευτούν, τους υπόσχομαι πως αξίζει γιατί έχει τόσο απλά  υλικά, που όλοι τα έχουμε μέσα μας , και που χρειάζονται μόνο τη δική μας θέληση, τη δική μας αγάπη και φροντίδα για να πετύχει η συνταγή και να είναι η ζωή όλων πολύ πολύ καλύτερη.

Περισσότερα για το βιβλίο δείτε εδώ : http://kaleidoscope.gr/skliro-karydi.html
 
Για παιδιά από 8 χρονών…

Μυστήριο στην αυλή, Εύα Κασιάρου, εκδόσεις Κέδρος

Ο Νάσος είναι ένα μικρό εντέχρονο αγόρι, που ζει στην άκρη μια πολιτείας , σε ένα σπίτι με αυλή και με έναν πάτερα που δεν του χαλάει χατίρι αλλά και που δουλεύει σκληρά για να τον μεγαλώσει. Η μητέρα του δεν είναι πια σ΄αυτήν τη ζωή κι ο Νάσος με υπευθυνότητα και θάρρος προχωράει το δικό του ..δρόμο. Ένα πρωινό, που ο πατέρας του έχει φύγει νωρίτερα για τη δουλειά του, βρίσκει σχεδόν αναίσθητο την αυλή τους τον ταχυδρόμο της πόλης. Ειδοποιεί την αστυνομία και αμέσως μετά μια παράξενη ιστορία αρχίζει να ξετυλίγεται.
Πολλά πράγματα, άγνωστα για τους γνωστούς του κυρ Θανάση, του ταχυδρόμου, έρχονται στο  φως, ένα μυστήριο καλύπτει όλη αυτή την ιστορία. Και η περιπέτεια αρχινά… Ποιος είναι ο Μαύρος Λύκος, τι είχε συμβεί στο παρελθόν, τι ακριβώς είναι οι λυκάνθρωποι; Είναι άνθρωποι, είναι  ζώα; Πρέπει να αποδεχόμαστε το διαφορετικό ή να το αποδοκιμάζουμε και να το κρίνουμε αυστηρά μόνο;  Ποιος ορίζει τις αξίες, την αξιοπρέπεια, την ευτυχία του κάθε ανθρώπου; Ποια είναι η στάση μας απέναντι σε κάθε ιδιόμορφο πλάσμα;  Κι όλα αυτά και πολύ περισσότερα ξετυλίγονται μέσα στο βιβλίο της Εύας Κασιάρου που διαβάζεται με μια ανάσα… Πλοκή, απίστευτες εξελίξεις, μυστικά που φανερώνονται, αξίες, τόλμη, θάρρος και πάνω απ΄ όλα αξιοπρέπεια. Ένα βιβλίο που εκτός το « μυστήριο» που το καλύπτει από την αρχή ως το τέλος δημιουργώντας ένταση, παλμό και αγωνία μιλάει για συναισθήματα και συμπεριφορές.  Ειλικρίνεια, θάρρος, αγάπη και φιλία αναδύονται με τον καλύτερο τρόπο. Δείχνει πόσο σπουδαίο είναι στην ζωή να μην βάζουμε ταμπέλες, να μην κρίνουμε αλόγιστα αλλά να απλώνουμε κάποιες φορές το χέρι μας σε ανθρώπους που η ζωή δεν τους ευνόησε ιδιαίτερα. Τότε πολλά μπορούν να συμβούν που θα κάνουν κι εμάς ευτυχισμένους.
Τρυφερή ιστορία, με έντονο το « αστυνομικό δαιμόνιο», συναρπαστική διήγηση και πλοκή και πολλά δυνατά μηνύματα. Μυστήριο στην αυλή, αλλά και στη ζωή, στη ζωή που συχνά έχει εκπλήξεις κι όμορφες στιγμές εκεί που δεν τις περιμένεις.
Μια ιστορία που συναρπάζει από την αρχή μέχρι το τέλος κι όπως λέει και ο δικός μου εντεκάχρονος γιός… « …είδες που εμείς τα παιδιά ξέρουμε καλύτερα κι αισθανόμαστε ποιο εύκολα τα μυστήρια; Άσε που σκεφτόμαστε πιο απλά… με την ψυχή μας! »

Για παιδιά από 11 χρονών!

*Η Ελένη Μπετεινάκη  είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στις 18 Ιουλίου 2015 στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/culture

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

Η Αγιά Μαρίνα της Βόνης, το μεγαλύτερο πανηγύρι της Κρήτης… !



R.Benhaeddin, Αρχές 20ου αι. Βόνη, Αγιά Μαρίνα

Της Ελένης Μπετεινάκη*

Λένε πως  στις 17 του Ιουλίου, της Αγίας Μαρίνας, είναι ώριμα τα σταφύλια και τα σύκα… Έτσι κάθε χρόνο τούτη την ημέρα  βγαίνουν  όλοι στην εξοχή , στ’ αμπέλια και στα περιβόλια. Ειδικότερα τα παλιότερα χρόνια που τα έθιμα και οι δοξασίες είχαν περισσότερο την τιμητική τους , εκεί που υπήρχαν  μεγάλες συκιές  πίστευαν πως τα παράξενα φύλλα τους και οι ώριμοι τούτη τη μέρα καρποί τους,  τις νύχτες με φεγγάρι για όλους όσους ξενυχτούσαν στην εξοχή, έπαιρναν μορφή και άλλοτε γινόταν μάγισσες , άλλοτε νεράιδες ή φοβέρες νυχτερίδες που τρόμαζαν τους περαστικούς ή τους λάτρεις του ξάστερου ουρανού,  καθώς κουνιόταν με το πρώτο αεράκι που συντρόφευε τις νύχτες του πιο καυτού μήνα του καλοκαιριού. Η Αγιά Μαρίνα λένε ακόμη, πως προστάτευε από τα βλαπτικά ζωύφια γι αυτό και γινότανε αγιασμός και ραντισμός των σπαρτών από τα σκαθάρια και τα άλλα «έχνη» που γέμιζαν τα χωράφια ανήμερα της γιορτής της.

Το όνομα της λένε, έχει να κάνει με αυτό που συμβολίζει μιας κι είναι προστάτιδα των καχεκτικών παιδιών και « μάραινε» τα εξανθήματα από την ευλογιά!

Νίκησε τον ίδιο τον «διάβολο» μέσα στο κελί της, στα 15 της χρόνια, φυλακισμένη λόγω της χριστιανικής της πίστης από τον ίδιο τον Έπαρχο Ολύβριο που ήθελε να την κάνει γυναίκα του κι από τότε σε πολλά μέρη θεωρούσαν  «τους όφιδες πως ήταν τούτοι οι διάολοι» και στις εικόνες τις λατρευτικές της την έχουν πάντα να κρατάει ένα σφυρί και να ετοιμάζεται να τον χτυπήσει…
Αγιά Μαρίνα, Βόνη το μεγαλύτερο πανηγύρι της Κρήτης , τα πιο παλιά χρόνια τουλάχιστον…
Πολλές οι θύμησες, ανάκατες σκέψεις και λέξεις για τούτη τη  μεγάλη γιορτή. Ίσως δεν είμαι η ειδικότερη να μιλήσω για τούτο το πανηγύρι, αλλά είναι τόσες οι ιστορίες  και τα ακούσματα που σκέφτηκα πως πρέπει κι αυτά …να μοιραστούν! Μακρινό το χωριό της Βόνης από το δικό μου, αλλά εκείνα τα χρόνια της δικής μας αθωότητας  ακόμα κι εμείς είχαμε  έντονες τις  εικόνες της προετοιμασίας των ημερών. Είχαμε ακούσει τόσα πολλά, μας είχαν πει πως σε εκείνο το πανηγύρι τα παιχνίδια που πουλούσαν ήταν μοναδικά. Θέλαμε τόσο πολύ να πάμε κι εμείς… άλλωστε ήταν το in και το must του καλοκαιριού. Κι έτσι  μια χρονιά τα καταφέραμε. Με οργανωμένο σχέδιο, με αλάνθαστα επιχειρήματα, όπως εκείνο που έπιανε πάντα, πως επιτέλους είχαμε δικά μας χρήματα να αγοράσουμε ότι ακριβώς θέλαμε …Εγώ ένα βραχιολάκι με καταγάλανες  χάνδρες στη μέση, που το είχε ήδη αγοράσει από την προηγούμενη χρονιά η καλύτερη μου φίλη ,από το ίδιο  πανηγύρι, και ο αδελφός μου ένα μικρό αυτοκίνητο αστυνομικό με τηλεχειριστήριο που έπαιρνε μπαταρίες… Πρωτόγνωρο παιχνίδι και αυτό! Κι έτσι ανεβήκαμε όλοι στην καρότσα  του φορτηγού του πατέρα μου , στρώσαμε και μια κουβέρτα να μην μας κτυπάει τα γόνατα το σίδερο , πήραμε και δυο τρεις γειτόνισσες με τις καρέκλες τους και όλα τους τα χρυσαφικά στολισμένες και μόλις βράδιασε …ξεκινήσαμε.

 Κανονική σουρεάλ ή φολκλορική εικόνα της Ελλάδας των  ‘70ς.

Σαν φτάσαμε κοντά στο χωριό, κατάλαβα το λόγο που ο πατέρας μου δεν ήθελε να έρθουμε. Απίστευτος κόσμος, σκόνη και φασαρία που βάραιναν ακόμα πιο πολύ την ατμόσφαιρα. Μας είπαν  να αφήσουμε το αυτοκίνητο πολύ μακριά γιατί υπήρχε κίνδυνος μποτιλιαρίσματος και ας μην ήταν τόσα πολλά πια τα τροχοφόρα εκείνης της εποχής. Εντύπωση τεράστια μας είχε κάνει το πόσα πολλά άλογα  και γαϊδούρια  υπήρχαν παντού και όλα στολισμένα με  κιλίμια και χαλιά. Με χάνδρες τεράστιες και φυλακτά στο λαιμό και κάτι σαν καλύπτρες στα μάτια τους. Γούρλωνα τα δικά μου, σαν να μάζευα τις εικόνες της εποχής χωρίς να γνωρίζω το γιατί … Η πορεία μας προς την εκκλησία αργή και λίγο κουραστική. Το ύψος των χρόνων μου δεν μου επέτρεπε να βλέπω ακριβώς τι γινόταν μπροστά μου, μύριζα όμως και άκουγα. Μύριζα καπρικό,  - δάφνη, λεμόνι και ψημένο κρέας - που τρυπούσε τη μύτη με τ΄ αρώμά του. Κι άκουγα, αναστεναγμούς και ψίθυρους από γυναίκες που προχωρούσαν δίπλα μας γονατιστές, σέρνοντας το βάρος ενός τάματος  και μεγάλες σακούλες γεμάτες άρτους… Άλλοι άνθρωποι ξυπόλυτοι, χωρίς να τους νοιάζει ο χωματόδρομος, τα αγκάθια ή  οι πέτρες. Μεγάλο το τάμα… δύσκολες οι ώρες που θα ΄χαν ζήσει. Δεξιά κι αριστερά, μέσα στα χωράφια παρέες μεγάλες αθίγγανων, προσέλκυαν το ενδιαφέρον και την απορία μας. Τούτες οι πολύχρωμες φασαριόζικες οικογένειες είχαν τόσα πολλά στολίδια πάνω τους που τους κοίταζα με δέος και θαυμασμό, γιατί νόμιζα πως αυτοί είχαν προλάβει να πάρουν όλα εκείνα τα πολύτιμα στολίδια που πουλιόντουσαν στο πανηγύρι κι ίσως να μην έφταναν για εμάς…
Βιαζόμασταν να φτάσουμε να ανάψουμε εκείνο το κερί στη χάρη Της, να δούμε όλα εκείνα τα παράξενα που είχαμε ακούσει. Λέγανε πως όταν έταζαν ένα παιδί στην Αγία Μαρίνα, που ήταν λίγο καχεκτικό και αρρωστιάρικο,  για να  γίνει καλά το έντυναν με μαύρα ρούχα για σαράντα μέρες κι ύστερα τα άφηναν στο μοναστήρι κρεμασμένα στην εικόνα της,  για τους φτωχούς. Κι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία σαν εκπλήρωναν το δικό τους  τάμα, αφήναν άραφτα μαύρα υφάσματα στην εκκλησιά για την ενδυμασία των καλογριών, να τα ράψουν εκείνες με τον ειδικό τρόπο που ήξεραν. Υπήρχαν  ρούχα κι εκείνο το βράδυ… Τα είδα με τα μάτια μου. Όμως το πιο παράξενο, το πιο φοβερό ήταν εκείνο το βάζο με το μικρό φίδι μέσα, που έκρυβε μια απίστευτη ιστορία. Την ιστορία της τσιγγάνας που  έφτασε στην εκκλησία με φοβερούς πόνους στην κοιλιά και σαν προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα της Αγίας , μέσα από την κοιλιά της έφυγε τούτο το μικρό ερπετό κι όλοι μίλησαν για θαύμα αφού εκείνη έγινε καλά… Ταριχεύθηκε  το φίδι κι έμεινε εκεί… να θυμίζει, να αφυπνίζει μυαλό- ψυχή και σώμα …ίσως!
Δέος για όλες τούτες τις ιστορίες, καπνός  από λιβάνι και κερί παντού μέσα στη μικρή εκκλησία, τάματα γεμάτη η εικόνα, και γύρω και παντού πατερίτσες και μπαστούνια. Και σε ένα θάλαμο λίγο πιο έξω …. Κι ύστερα πήγαμε να  πάρουμε το άγιασμα που έδιναν σε μικρά μπουκαλάκια και λέγανε πως ήταν επίσης θαυματουργό. Έτρεχε από μια πηγή που υπήρχε από τα βάθη των αιώνων, πολύ πριν κτιστεί η εκκλησία και τώρα ήταν κλεισμένη μέσα στο ιερό, και είχε λέγανε υπερφυσικές δυνάμεις τούτο το νερό  με όποιον ερχόταν σε επαφή... Εκείνη τη νύχτα μετά τα μεσάνυχτα, ξαπλωμένοι όλοι στην καρότσα του φορτηγού και επιστέφοντας κατάκοποι στο χωριό, η γιαγιά μου, μας είπε μια από τις φοβέρες ιστορίες που ήξερε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Μιλούσε για  μια γριά Χριστιανή, σαν πολλές στα γύρω χωριά της Αγιά Μαρίνας που πήρε το άγιασμα τούτο και αφού το ανακάτεψε  με λάδι και αλεύρι  ετοίμασε να φτιάξει ψωμί. Δεν χρειαζόταν προζύμι  γιατί αυτή η ζύμη φούσκωνε από μόνη της. Εκείνη το άφησε όλη νύχτα , να το δει το πρωί ο Τούρκος Αγάς να πειστεί. Αυτός όμως δεν κρατήθηκε, πήγε κρυφά, σήκωσε την πετσέτα που ήταν σκεπασμένο και τότε είδε πως είχε φουσκώσει τόσο πολύ που χύνονταν από παντού. Προσπάθησε να το πετάξει και να φτιάξει ο ίδιος καινούργιο όμως δεν τα κατάφερε… Κι έτσι πείστηκε για τις θαυματουργές  ιδιότητές του.
Η ώρα είχε περάσει. Εμείς αναμέναμε την μεγάλη στιγμή της αγοράς των πολυπόθητων παιχνιδιών μας. Κι αφού βρήκαμε τα στολίδια και τα αυτοκίνητα των ονείρων μας για μια ακόμα φορά τρέξαμε στην ουρά, να περιμένουμε τις περίφημες μαντινάδες με ζάχαρη , της μιας δραχμής, οι δέκα. Ήταν έθιμο αυτό του Αγίου Παντελεήμονα, των Κουνάβων ,αλλά  ο κύριος που τις πουλούσε, ήταν εκεί, κι εμείς αδύνατον να αντισταθούμε στην φοβερή λιχουδιά του καλοκαιριού. Ο προϋπολογισμός μας είχε εξανεμισθεί, αλλά όπως γίνεται πάντα …σε εκκλησία ήμασταν άλλωστε,  το θαύμα  φανερώθηκε μπροστά μας. Όχι δέκα αλλά είκοσι πήρε στον καθένα μας  η μάννα μας κι έτσι εκτός όλα τα άλλα θαυμαστά που συνέβησαν  εκείνο το βράδυ,  σίγουρα για μας τούτο το πανηγύρι ήταν το καλύτερο και μεγαλύτερο που είχα πάει στην μέχρι εκείνη στιγμή της ζωής μου....

Λένε πως ο κόσμος που πήγαινε για προσκύνημα την παραμονή κι ανήμερα έφτανε συχνά και τους εκατό χιλιάδες … Τώρα έχω χρόνια να πάω …όμως πάντα ένα κεράκι στη Χάρη Της φροντίζω να υπάρχει κάπου για  μένα, εμάς …τα όμορφα χρόνια της πρώτης νιότης μας!

Χρόνια σας πολλά!

ΠΗΓΕΣ :
*Λόγια του Αέρα, Συλ. Διηγημάτων, Ελένη Μπετεινάκη,2014

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 17 Ιουλίου 2015 :http://www.cretalive.gr/opinions

Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

Zητούνται επειγόντως τζιτζίκια…



Ζητείται επιτέλους το καλοκαίρι μας!


Της Ελένης Μπετεινάκη*

Πρώτη φορά που αναζητώ επίμονα αυτόν τον ήχο… Συνδεδεμένος με όλα τα καλοκαίρια μου στο χωριό. Κάθε μεσημέρι , μόλις ξαπλώναμε για εκείνη την καλοκαιριάτικη «σιέστα» …γινόταν χαμός. Λες κι είχαν συμφωνήσει όλα μαζί να τραγουδούν, αυτόν τον μονότονο μοναδικό σκοπό για να μην μας αφήσουν ούτε μια στιγμή …ξέγνοιαστους.
Ναι, καλά το καταλάβατε… για τα τζιτζίκια μιλάω… Μα να μην έχω ακούσει φέτος , ούτε ένα; Σήμερα βγήκα στο κήπο κι άρχισα να ψάχνω τα κλαδιά των δέντρων. Δεν μπορεί, είπα, κάπου θα είναι, κάτι θα τα φόβισε… Μήπως οι γάτες της γειτονιάς; Ο Παρλαπίπας, ο κεραμιδόγατος, θα φταίει… τα τρόμαξε με τα άγρια γουργουρητά του και χάθηκαν… Κι αν,αν δεν είναι αυτός ο λόγος; Α!… ίσως να ήθελαν παιχνίδι…. Κρυφτό θα παίζουν με τους φίλους τους και για αυτό κάνουν τόση ησυχία… Δεν μπορεί, αναρωτήθηκα , όλο και κάποιο « πουκάμισο» θα έχουν αφήσει, κάπου θα υπάρχει  κάποιο σημάδι….
Είπαμε δύσκολο καλοκαίρι το φετινό, άγρια η θάλασσα, ο αέρας  δεν ησυχάζει ούτε στιγμή, αγρίεψε και η ψυχή μας. Μα τα τζιτζίκια, τι σχέση έχουν μ΄αυτό,  που πήγαν; Μήπως κάποιος  τους είπε πως δεν τα αγαπάμε. Κοντεύει να φτάσει στα μέσα του ο Ιούλης, τα καρπούζια γίνανε κατακόκκινα, τα πεπόνια ωρίμασαν επιτέλους , μα τα τζιτζίκια πουθενά…Και μετά σκέφτηκα πως ούτε μυρμήγκια έχω δει πουθενά φέτος… Τέτοια εποχή ολόκληρες στρατιές έκαναν γραμμές ατελείωτες στα σκαλοπάτια, στο σαλόνι… στον κήπο για ένα τόσο δα μικρό, ψιχουλάκι…
-Λες; είπα. Λες να φταίει εκείνος ο παραμυθάς ο Αίσωπος που τα ΄βαλε με τον Μέρμηγκα και τον Τζίτζικα κι εκείνα άλλαξαν το ρόλο τους και αποφάσισαν να μην εμφανιστούν πουθενά;
-«Τεμπέληδες μας λέτε, θα σκέφτηκαν  τα τζιτζίκια… ε, λοιπόν κι εμείς δεν θα τραγουδήσουμε φέτος».
 Κι εκείνα τα μικρά τα μυρμηγκάκια  που πήγαν ; Μια ζωή δουλεύουν, μια ζωή τρέχουν να προλάβουν, να μαζέψουν, να αποταμιεύσουν, να μην τους λείψει κάτι από προμήθεια… Και τώρα τι έγινε ξαφνικά; 

Πως άλλαξαν έτσι οι νόμοι κι οι κανόνες της φύσης, πως ήρθανε τα πάνω κάτω…

Τι να συμβαίνει …ώρες ολόκληρες, μέρες και νύχτες αναρωτιέμαι… Έψαξα παντού. Πίσω από πέτρες, κάτω από τις γλάστρες με τον βασιλικό και τα γεράνια, στις κουφάλες των ελιών, στα βιβλία… στο ιντερνέτ. Ναι, εκεί πια τα βρίσκεις και τα μαθαίνεις όλα. Μπήκα στα πιο διάσημα sites, στις πιο ενημερωμένες σελίδες ανά τον κόσμο με φιλοζωικές οργανώσεις και απόψεις , σε blogs, μέχρι και στις αγγελίες για χαμένα « πράγματα». 

Και τότε έμεινα άφωνη… Έψαχνε τόσος πολύς κόσμος …τα « δικά μας »τζιτζίκια…  Όλοι είχαν μια άποψη, μια κουβέντα να πουν, άλλοι φώναζαν, τσακώνονταν, άλλοι προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τούτη την εξαφάνιση   με πιο επιστημονικούς όρους , κάποιοι έκλαιγαν  και μερικοί ευτυχώς πολύ λίγοι, γελούσαν και χαίρονταν. Μάλλον δεν είχαν καταλάβει όλο αυτό που συνέβαινε και πόσο μεγάλο πρόβλημα ήταν για όλον τον κόσμο τούτη η κατάσταση.  Στις πιο διάσημες εκπομπές ήταν το θέμα της ημέρας. Μια στρατιά ανθρώπων , κάθε ηλικίας, επαγγέλματος, φύλου, επιπέδου, εθνικότητας. Όλος ο κόσμος ήταν αναστατωμένος… Φωτογραφίες παντού …Βίντεο, αναλύσεις …Τζιτζίκια σε κάθε στιγμή της ζωής τους, από την ώρα που γεννήθηκαν…

Κι η αγωνία μεγάλωνε, κι οι συζητήσεις πλήθαιναν και δυνάμωναν …κανείς όμως δεν έπαιρνε την ευθύνη, κανένας δεν γνώριζε τι ακριβώς είχε συμβεί και τι θα γινόταν με το καλοκαίρι μας…
Γιατί όλος αυτός ο πανικός, όλο αυτό το κλίμα είχε ξεκινήσεις από τούτο το μικρό κι αθώο έντομο του δικού μας καλοκαιριού  …και που ίσως τελικά η λύση να ήταν πιο απλή απ΄ όλα όσα έλεγαν… Ίσως απλά να μην ήταν ακόμα η ώρα για την μεγάλη του πρεμιέρα, την  Έξοδο του στην εξοχή… Ίσως για μια και μοναδική φορά να είχε κουραστεί και απλά να ήθελε κι εκείνο να αποκαταστήσει την  παραπληροφορημένη φήμη του που τόσα χρόνια το ονόμαζε …Τεμπέλη! Ίσως να ήθελε για πρώτη φορά όλους τους ανθρώπους ενωμένους να ασχοληθούν λίγο παραπάνω μαζί του γιατί ένοιωθε πως το είχαν ξεχάσει… Ίσως …

Ωστόσο ένοιωσα πως κάτι έπρεπε να κάνω κι εγώ κι έτσι έγραψα παντού σε όσες γλώσσες ήξερα , ακόμα και σε εκείνη των παραμυθιών, μια μικρή αγγελία :

Παρακαλώ, ζητούνται  επειγόντως τζιτζίκια… Ζητείται επιτέλους το καλοκαίρι μας!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στις 15 Ιουλίου 2015 στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/opinions