Το παραμύθι της βροχής

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Στυλιανός Αλεξίου… O σοφός της Κρήτης, της Ελλάδας ολόκληρης, γέννημα, θρέμμα τούτης της πόλης του Ηράκλειου, έφυγε σαν  σήμερα , πριν δυο χρόνια στις 12 Νοεμβρίου 2013.

Η βιογραφία του είναι λίγο πολύ γνωστή, με όνομα βαρύ στους λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης, και όχι μόνο, γιος του ποιητή Λευτέρη Αλεξίου και εγγονός του συνονόματου Στυλιανού Αλεξίου καθώς και ανιψιός της Γαλάτειας και Έλλης Αλεξίου. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1921. Αρχαιολόγος, Διευθυντής του Μουσείου Ηρακλείου (1962-1977), αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, του Γερμανικού Ινστιτούτου και Επίτιμος Διδάκτωρ των πανεπιστημίων Padova, Αθηνών και Κύπρου.
Αρχαιολογικές εργασίες του: Η επέκταση και έκθεση του Μουσείου Ηρακλείου, η ίδρυση των Μουσείων Χανίων και Αγίου Νικολάου, το βιβλίο Μινωικός Πολιτισμός, οι ανασκαφές και δημοσιεύσεις Κατσαμπά, Λεβήνος, Απολλωνίας (Αγίας Πελαγίας).
Συγκεντρωτικές εκδόσεις μελετών του: Μινωικά και Ελληνικά, Δημώδη Βυζαντινά, Κρητικά Φιλολογικά, Ποικίλα Ελληνικά.
Ανακάλυψε τους υστερομινωικούς τάφους του Λιμένους Κνωσού και τους πρωτομινωικούς θολωτούς τάφους της Λεβήνος (Λέντα).
Στο μουσείο Ηρακλείου δημιούργησε μια νέα πτέρυγα και την αίθουσα της Συλλογής Γιαμαλάκη. Ίδρυσε τα μουσεία Χανίων και Αγίου Νικολάου. Δημοσίευσε πολλές εργασίες σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Πραγματοποίησε φιλολογικές μελέτες και εκδόσεις έργων («Έρωτόκριτος», «Απόκοπος», «Βοσκοπούλα«, «Διγενής Ακρίτας», «Σολωμός»), καθώς και μελέτες σχετικές με την κοινωνία, τη ζωή και τον πολιτισμό της Κρήτης στο ΙΕ' - ΙΖ' αι. και σε συνεργασία με τη Μάρθα Αποσκίτη, οι εκδόσεις της Ερωφίλης, των Ιντερμεδίων της, και του Κρητικού Πολέμου του Τζάνε Μπουνιαλή.
Ωστόσο καλύτερη θύμηση για σήμερα ίσως να είναι κάποια δικά του κείμενα που περιγράφει ανθρώπους από το οικογενειακό και το φιλικό του περιβάλλον, καθώς και γεγονότα που συνέβησαν στην πόλη που έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του…

Γράφει, λοιπόν, για τον πατέρα του Λευτέρη Αλεξίου…

«…Τον Αύγουστο του 1898, εξαγριωμένοι Τουρκοκρητικοί έσφαξαν διακόσιους περίπου από τους χίλιους Χριστιανούς που υπήρχαν τότε στο Ηράκλειο. Από την περιπέτεια αυτή σώθηκε η οικογένεια του Στυλιανού Μιχ. Αλεξίου Ο προβλεπτικός λόγιος εκδότης είχε στείλει τη σύζυγο και τα παιδιά του Γαλάτεια, Ραδάμανθυ, Λευτέρη , Έλλη, στην Αθήνα. Σώθηκε και ο ίδιος, αν και ήταν ένας από τους στόχους των Τουρκοκρητικών επειδή είχε αναλάβει τη διεύθυνση του Τελωνείου.
Όταν η τάξη αποκαταστάθηκε με την αυτόνομη « Κρητική Πολιτεία », οι Αλεξίου ξαναγύρισαν στο Ηράκλειο. Εκεί τελείωσε ο Λευτέρης το γυμνάσιο.Σ τς αρχές της δεκαετίας του 1910 βρίσκεται στην Αθήνα σπουδάζοντας φιλολογία και μένοντας στο σπίτι της αδελφής του Γαλάτειας και του Νίκου Καζαντζάκη, τον οποίο ιδιαίτερα θαυμάζει σαν οδηγό και διδάσκαλο. ( Αργότερα θα τον αρνηθεί).
Το καλοκαίρι του 1911 η συντροφιά, και ο Βάρναλης, παραθέριζε στον τόπο καταγωγής των Αλεξίου, το χωριό Κράσι με τον τεράστιο αιωνόβιο πλάτανο, τις μεγάλες, αέναες βρύσες και τα πλατιά πλακόστρωτα που οδηγούσαν προς τον πλάτανο, τη δόξα του χωριού. Μια επιγραφή εντοιχισμένη σήμερα στις βρύσες διατηρεί τη μνήμη αυτών των παλαιών ημερών. Από κει με άλογα, ανέβαιναν τις μέρες των πανηγυριών στη Μονή της Κεράς και στο Λασίθι με τους αναρίθμητους ανεμόμυλους. Ο Βάσος Δασκαλάκης, ο μεταφραστής Χάμσουν, κυνηγούσε με το δίκαννο τα βουνά.
Στον Α ΄Παγκόσμιο Πόλεμο ο Αλεξίου υπηρετεί στο στρατό στη Μακεδονία και στα 1916 τελεί τους γάμους του στο Ηράκλειο με τη νεότατη Αμαλία, απόγονο σφακιανών οπλαρχηγών  Βουρδουμπάδων. Μετά το 1922 αναδημιουργεί το τυπογραφείο του πατέρα του, όπου και εκδίδει ως το 1936 ορισμένα πεζά και έμμετρα έργα του, και το πολύ καλό προσωπικό περιοδικό Κάστρο, με ποιήματά του, με μεταφράσεις Ευρωπαίων ποιητών και με αξιόλογες κριτικές για τον Καζαντζάκη, για τον υπερρεαλισμό κ.α …
Είχε διαμορφώσει ένα «Studio» στο Ηράκλειο, δηλαδή το γραφείο, τη βιβλιοθήκη και τη συλλογή δίσκων του, στην οδό Αργυράκη 3, δίπλα στο τυπογραφείο Αλεξίου. Οι τοίχοι διακοσμήθηκαν με ζωγραφιές του Καλμούχου. Σύχναζαν στο « Studio», το ζεύγος Καζαντζάκη, η Έλλη και ο σύζυγός της Βάσος Δασκαλάκης, ο Μάρκος Αυγέρης, ο ιταλός αρχαιολόγος Dοro Levi,ο διευθυντής του Μουσείου Ηρακλείου Σπύρος Μαρινάτος, οι κρητικοί ποιητές Δημάκης και Δικταίος και, στα 1940, ο αμερικανός συγγραφέας Henry Miller που θα γράψει το « Studio», στον Κολοσσό του Μαρουσίου, «…ότι εκεί σώζονταν, όπως στα παλιά μοναστήρια, όλα όσα είχε δημιουργήσει  σε ποίηση  και σε  μουσική η πολιτισμένη Ευρώπη!...».

Για την Γαλάτεια και τον Νίκο Καζαντζάκη…
“…Στα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα, λίγο μετά τον πόλεμο, πριν εγκαταστασθεί ο Καζαντζάκης στο εξωτερικό, πήγαινα, μαζί με τη Γαλάτεια, μιαν ορισμένη μέρα της εβδομάδας, στο σπίτι της κρητικής οικογένειας Ανεμογιάννη, κοντά στο Μουσείο, όπου έμενε ο Καζαντζάκης όταν βρισκόταν στην Αθήνα. Εκεί, ένας κύκλος θαυμαστών και θαυμαστριών του, παρόντος και του ίδιου, διάβαζαν μεγαλοφώνως Οδύσσεια. Σε ορισμένα σημεία διέκοπταν και άρχιζαν διάλογο για το τι άραγε εννοούσε ο συγγραφέας. Ο Καζαντζάκης άκουγε σιωπηλός καπνίζοντας την πίπα του.
-Μα γιατί δεν ρωτούν τον ίδιο; απορούσε γελώντας η Γαλάτεια.
Αργότερα μετέφερε, παραλλαγμένη, τη σκηνή αυτή στο σχετικό με τον Καζαντζάκη μυθιστόρημά του.
Στη λογοκρατούμενη Γαλάτεια φαινόταν υπερβολικό το ότι οι άνθρωποι, ιδίως οι καλαμαράδες, μπορούν να γίνουν “σωτήρες Θεού”, Salvatores Dei! Η ίδια και ο κύκλος της, Βάρναλης, Αυγέρης και άλλοι, παρεξενεύονταν και για τον τρόπο ζωής του Καζαντζάκη μέρα - νύχτα στο γραφείο διαβάζοντας και γράφοντας. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης είχε διηγηθεί στη Γαλάτεια ότι στο Παρίσι στα 1907, η Γαλλίδα σπιτονοικοκυρά του τον ανάγκαζε με φωνές να σηκωθεί από την καρέκλα και να βγει έξω για έναν περίπατο.
Παρά τις αντιρρήσεις της, η Πετρούλα - Γαλάτεια, δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται για τον Πέτρο Ψηλορείτη. Η όμορφη, πανέξυπνη και ολοζώντανη αυτή γυναίκα δεν είχε κρατήσει αντίτυπα των βιβλίων της, ούτε τις κριτικές και τις επιστολές που της έγραφαν! Στο συρτάρι της υπήρχαν μόνο γράμματα του Καζαντζάκη (που δημοσιεύθηκαν αργότερα) και περιέργως το αυτόγραφο Ριμάριό του, ευρετήριο ομοιοκαταληξιών. Έπειτα από μιαν επίσκεψή της στην Αίγινα στα 1940, η Γαλάτεια εδημοσίευσε ένα αξιόλογο διήγημα, νοσταλγικό της ζωής της με τον Καζαντζάκη, σχεδόν ερωτικό, χωρίς βέβαια να τον αναφέρει ονομαστικά. Το βιβλίο της «Άνθρωποι και υπεράνθρωποι» δεν είναι όμως αντικειμενικό, και το ίδιο ισχύει για την Έλλη Αλεξίου στο «Για να γίνει μεγάλος». Με περισσότερη κατανόηση είδε τον «Ασυμβίβαστο», στο ομώνυμο έργο της, η δεύτερη σύζυγός του, Ελένη Σαμίου, που αναπαύεται τώρα κοντά του στον Προχαμώνα Martinengo στο Μεγάλο Κάστρο.
Τα αισθήματα των Αλεξίου για τον Καζαντζάκη ήταν από τη μια πλευρά θαυμασμός για την προσωπικότητά του, και από την άλλη, κριτική, συνήθως άδικη, για το έργο και τη φιλοσοφία του. Σχολίαζαν την ουτοπία του για την ίδρυση “θρησκείας”. Ωστόσο, παλαιότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ‘20, ο πατέρας μου Λευτέρης Αλεξίου, ήταν ένας από τους λίγους “πιστούς” της νέας “θρησκείας”. Μας πληροφορούν σχετικώς γράμματα του Καζαντζάκη από το Βερολίνο στον επίσης “πιστό” Παπαστεφάνου (ορθόδοξο ιερέα που ζούσε στην Αμερική). Ο Καζαντζάκης του ανήγγειλε ότι “ιδρύει τις πρώτες εκκλησίες”, προβλέπει “αγώνες”, μαρτύρια” και “μιαν οικουμενική σύνοδο!”. 
Ένας τέταρτος πιστός που θα μετείχε στη Σύνοδο, ο Μιχάλης Αναστασίου, πρωτεξάδελφος του Αλεξίου, ζητούσε από τον Καζαντζάκη “επιστολές”, που θα διαβάζονταν στον κύκλο των οπαδών στο Ηράκλειο (όπως οι Επιστολές του Παύλου στις πρώτες χριστιανικές εκκλησίες). Πολύ νεανικά όλα αυτά, αν και ο Καζαντζάκης, γεννημένος κατά το Μητρώο Ηρακλείου στα 1881, ήταν πια σαράντα. Ο Αλεξίου εδημοσίευσε και ένα θεατρικό έργο, Ηρακλής και Ομφάλη (1926), εμπνευσμένο από το καζαντζακικό κήρυγμα εγκατάλειψης της μικρής ζωής. Λίγο αργότερα πέρασε σε επικριτικές θέσεις απέναντι στον Καζαντζάκη. Οι Αλεξίου αρνήθηκαν έναν άνθρωπο που είχαν αγαπήσει στα νιάτα τους και στον οποίον όφειλαν πολλά.
Σημαντική στη ζωή και στη σκέψη του Καζαντζάκη ήταν η τάση απελευθέρωσης από τα βιβλία, από τα κιτάπια όπως τα έλεγαν περιφρονητικά στην παλιά Κρήτη. Ηθελε να μην είναι “χαρτοπόντικας” και “μουτζουρωτής χαρτιών”, όπως ο ίδιος γράφει στο Βιος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά. Η στροφή του προς μια “ζωή δράσης” εκδηλώνεται στο μυθιστόρημα αυτό. Ο πραγματικός Γιώργης Ζορμπάς ήταν Ελληνας της τότε Γιουγκοσλαβίας. Δισέγγονός του είναι ο σήμερα αγαπητός στους νέους, πρόωρα χαμένος τραγουδιστής Παύλος Σιδηρόπουλος. Η κόρη του Ζορμπά Αναστασία, είχε παντρευτεί τον αδελφό του πατέρα μου, τον Ραδάμανθυ. Ζούσε στο Ηράκλειο και ο αδελφός της Μανώλης Ζορμπάς. Είχαν άλλη μιαν αδελφή, τη Φιλία. Ακόμη στη δεκαετία του 1950 περίμεναν κάποιαν αποζημίωση για περιουσιακά στοιχεία του πατέρα τους στην Γιουγκοσλαβία. (Ο Λευτέρης Αλεξίου είχε γνωρίσει τον Ζορμπά και έλεγε ότι ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος). Συνεργάστηκε με τον Καζαντζάκη σε μιαν άτυχη επιχείρηση ανθρακωρυχείου στην Πραστοβά Μάνης, στην ουτοπική προσπάθεια του συγγραφέα να “αλλάξει ζωή”.
Ένα γνώρισμα του Καζαντζάκη ήταν η έλλειψη ευθιξίας. Σπάνιο αυτό στη μικρόψυχη εποχή μας, όπου η υπόδειξη παραδρομής ή η διατύπωση μιας διαφορετικής γνώμης αποτελεί “αιτία πολέμου”…».

Ο Στυλιανός Αλεξίου έφυγε πλήρης ημερών στα 92 του χρόνια !

ΠΗΓΕΣ:
Εφημερίδα Πατρίς
Κείμενα Φιλίας και μνήμης, Στυλιανός Αλεξίου, εκδ. Δοκιμάκης, 2010
www.cretalive.gr

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 12 Νοεμβρίου 2015: http://www.cretalive.gr/history

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Άγιος Μηνάς …Ο Προστάτης του Μεγάλου Κάστρου!



Tης Ελένης Μπετεινάκη*

Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, μια μεγάλη, λαμπρή γιορτή για το Μεγάλο μας Κάστρο. Μια γιορτή  για τον Καβαλάρη Άγιο Μηνά με την άσπρη γενειάδα που πάντα είναι εκεί, στα καλά, στα άσχημα, στα δύσκολα. Μια εκκλησία από τις πιο επιβλητικές. Κτισμένη σε εκείνο τον κήπο του Αγά… πλημυρισμένη και τούτη από μύθους και ιστορίες. Και δίπλα η μικρή ταπεινή εκκλησία που γνώρισε αίμα, πόνο, θαύματα για αιώνες!

Άγιος Μηνάς …Ο Προστάτης μας …. Aν μπεις μέσα και κοιτάξεις ψηλά από το λίγο φως που μπαίνει από τους φεγγίτες θαρρείς  πως  νοιώθεις  μέσα σου εκείνη τη μυστική σχέση που χεις με το Θεό, την συνάντηση μαζί  Του, μέσα από μια αχτίδα φωτός που  διαχέεται παντού και  φτάνει κι ακουμπάει την ψυχή σου. Μπροστά μπροστά  η πιο λαμπρή Του εικόνα, κι απ΄έξω στην μεγάλη αυλή, όπως κοιτάς από την αριστερή  πλευρά, βλέπεις το μικρό εκκλησάκι και αυτό αφιερωμένο στη χάρη Του. Κι εμείς οι ταπεινοί, φθαρτοί θνητοί γεμάτοι θύμησες και δέος. Δύο εκκλησίες, θεόρατες στα μάτια μου, περήφανη που ζω κι εγώ στο Μεγάλο μας Κάστρο, που περπατώ αυτόν τον δρόμο που κάποτε Καβαλάρης Εκείνος έσωζε τους Χριστιανούς από βέβαιο θάνατο… 

«… ‘Αγιε Μηνά μου, καλησπερούδια σου! …Σήκωσε μ΄ ευλάβεια τα μάτια, είδε, από την άκρα του δρόμου φάνηκε μέσα στο σκοτάδι να φεγγοβολάει, καβάλα στο χρυσοχάμουρο ντορή του με το κόκκινο κοντάρι ακουμπισμένο στον ώμο, με τα ψαρά του κοντόσγουρα  γένια, με την ασημένια διχτάτη  αρμάτα του, ο λεβεντόγερος προστάτης του Μεγάλου Κάστρου, ο Αι-Μηνάς. Έκανε κι απόψε τη βόλτα του. Κάθε μεσάνυχτα, την ώρα που ΄ναι χαμένη στον ύπνο η πολιτεία, ο Αι-Μηνάς κατεβαίνει αθόρυβα από το κόνισμά του, παίρνει σβάρνα τα μουράγια, διαβαίνει στις ρωμέικες γειτονιές, αν έχουν ξεχάσει καμίαν πόρτα ανοιχτή, τη σφαλνάει, αν κανείς χριστιανός είναι άρρωστος κι είναι φωτισμένο το παραθύρι του, στέκεται και παρακαλάει το Θεό να τον γιάνει. Μάτι ανθρώπου δεν έχει τη δύναμη να τον δει, μονάχα τα σκυλιά κουνούν τις ουρές τους, κι από τους ανθρώπους δύο μονάχα σε ολάκερη την πολιτεία: Ο Μπαρμπαγιάννης ετούτος κι η Εφεντίνα Καβαλίνα, ο παρακούζουλος  χότζας. Κι άμα τελέψει τη βόλτα του, χαράματα πια, γυρίζει πάλι στο κόνισμά του, και κανένας δε θα καταλάβαινε τι μυστήρια γίνουνται την πάσα νύχτα, αν δεν έβρισκε ο καντηλανάφτης ο Μούρτζουφλος, το πρωί που πάει να συγυρίσει την εκκλησιά, το άλογο του Αι-Μηνά ιδρωμένο…» Καπετάν Μιχάλης, Νίκος Καζαντζάκης

Μέρα γιορτής η 11η του Νοέμβρη κάθε χρόνο! Είναι  η γιορτή του Αγίου που από τα πολύ παλιά χρόνια τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Κάνοντας μια αναδρομή στο χρόνο θα δούμε πως εξελίχθηκε η ιστορία και των δύο εκκλησιών που φέρουν το όνομά  του από τα χρόνια των Ενετών ως τις μέρες μας.

Πόσο παλιά είναι η εκκλησία του Αγίου Μηνά, η μικρή,  είναι γεγονός που παραμένει άγνωστο. Στους καταλόγους των εκκλησιών από τον G.Gerola  και του χειρόγραφου καταλόγου του Ιερέα Κομητά, που ήταν Έλληνας, καθώς και από τοπογραφικούς  χάρτες του έτους 1667 αναφέρεται πως το κτίσμα υπήρχε και την περίοδο της Ενετοκρατίας. Δύσκολο να βρει κανείς στοιχεία και  μόνο μια φαγεντιανή πλάκα με έγχρωμη διακόσμηση που βρισκόταν εξωτερικά του ναού μαρτυρούσε  το γεγονός και την χρονολογία ύπαρξης του. Στους καταλόγους των Ενετών βέβαια φέρει το όνομα S.Maria dicte Pandanasso, δηλαδή εκκλησία της Παναγιάς της Παντάνασσας με χρονολογία 1548. Το ένα κλίτος ήταν αφιερωμένο στην Παναγία και μάλιστα η πεποίθηση από τις λιγοστές πληροφορίες που διασώζονται είναι  πως ο ναός υπήρχε και πριν το 1548. Τα τελευταία έτη της Ενετικής κυριαρχίας αναφέρεται και το όνομα Agios Minas idest S.Menas . Πιστεύεται πως ήταν δίκλιτος ναός  αφιερωμένος στους δύο παραπάνω αγίους .Ωστόσο υπάρχει και η εκδοχή-ιστορία του  Άγιου Μαρτίνου που λατρευόταν στην ίδια εκκλησία, και   που τα σωζώμενα αρχεία  θέλουν να τον γιορτάζουν στον Χάνδακα από τότε που οι Ενετοί κατέκτησαν το νησί δηλαδή από τον 13ο αιώνα. Ο Σαν Μαρτί όπως τον αποκαλούσαν « μοιάζει » με τον Αι Γιώργη τον Μεθυστή γιατί  την ημέρα της γιορτής του από τον Μεσαίωνα ακόμα οι Δυτικοί άνοιγαν τα βαρέλια τους και δοκίμαζαν το νέο κρασί . Γλέντια πολλά γίνονταν τότε, τραγούδια, πανηγύρια και ξεφαντώματα  γέμιζαν την πόλη. Λένε πως από τον 14ο αιώνα η γιορτή είχε αφομοιωθεί πλήρως από τους κατοίκους όλης της Κρήτης και από τους επόμενους αιώνες καθιερώθηκε επίσημα την 11η Νοεμβρίου.
Η σχέση των δύο αυτών Αγίων της Εκκλησίας, καθολικού και Ορθόδοξου  έχει να κάνει με την γνωστή  κατά την περίοδο της ενετοκρατίας  συντεχνία των Βαρελάδων του Χάνδακα.

Γράφει η Ιστορικός Αγγελική Πανοπούλου σε μια έρευνά της  :

«…Στα 1617 οι βαρελοποιοί του Χάνδακα καταφέρνουν να αποκτήσουν στέγη , μιας και συνηθιζόταν όλες οι συντεχνίες εκείνη την περίοδο να έχουν την δική τους ιδιόκτητη εκκλησία προκειμένου να συγκεντρώνονται τα μέλη τους. Παραχωρείται λοιπόν σε αυτούς η εκκλησία της Παναγίας της Παντάνασσας, η οποία ανήκε στα αδέλφια Γιώργη, Νικολό και Μανέα  Μουζουράκη με τον όριο να κρατήσουν το κτητορικό  δικαίωμα καθώς και το δικαίωμα εκλογής εφημέριου της εκκλησίας.
Δείτε πως συνδέεται τώρα αυτή η λεπτομέρεια με τον Άγιο Μηνά. Ο δίκλιτος ναός που στεγάστηκε η συντεχνία ήταν ο σημερινός  Μικρός Άγιος Μηνάς.  Αυτό που σώζεται από τότε είναι  μόνο μια  διακοσμητική επιγραφή και το τόξο ενός παραθύρου, η ίδια ξανακτίστηκε. Οι υποχρεώσεις της συντεχνίας ήταν την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα να τελούν μια λειτουργιά και να ανάβουν μια λαμπάδα στον τάφο της οικογένειας Μουζουράκη καθώς και την ημέρα της γιορτής του Αγίου Μηνά να στέλνουν μια λαμπάδα στα σπίτια των ιδιοκτητών.

Η Αγγελική Πανοπούλου συμπληρώνει: « Η απόκτηση της εκκλησίας – έδρας αφιερωμένης σε ένα ορθόδοξο άγιο σηματοδότησε μια σημαντική αλλαγή στην ιστορία της συντεχνίας των βαρελάδων του Χάνδακα. Σταδιακά από την χρονιά αυτή και ύστερα, στο μεγαλύτερο μέρος των πηγών ως προστάτης – άγιος συντεχνίας αναφέρεται ο Άγιος Μηνάς και όχι ο Άγιος Μαρτίνος. Ο Ορθόδοξος άγιος καβαλάρης επικράτησε τελικά του καθολικού. Η εύκολη επικράτησή του είχε σχέση με το επάγγελμα των βαρελοποιών το οποίο ασκούσαν Κρητικοί και όχι Βενετοί.»

Είναι επίσης γνωστό πως λείψανα του Αγίου Μαρτίνου φυλάσσονταν στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Τίτου στον Χάνδακα από το 1446 και σαν αργία η 11η Νοεμβρίου ορίστηκε από το 1519 για όλους τους υπαλλήλους και τεχνίτες.

«…Το Μεγάλο Κάστρο δεν ήταν παρά ένα μπουλούκι σπίτια, μαγαζιά και στενοσόκακα, στριμωγμένα σ' ένα ακρογιάλι της Κρήτης, μπροστά από ένα ακατάπαυστα αγριεμένο πέλαγο κι οι ψυχές που το κατοικούσαν δεν ήταν ακέφαλο ή πολυκέφαλο ρέμπελο τσούρμο από άντρες και γυναικόπαιδα που σπατάλευαν όλο τους τον αγώνα στις καθημερινές έγνοιες του ψωμιού, του παιδιού, της γυναίκας. Άγραφτη, αυστηρή τάξη τους κυβερνούσε, κανένας δε σήκωνε αντάρτικο κεφάλι στο σκληρό απάνω του νόμο. Κάποιος πάνω από το κεφάλι του έδινε προσταγές. Ολάκερη η πολιτεία ήταν ένα φρούριο, η κάθε ψυχή ήταν κι αυτή ένα φρούριο αιώνια πολιορκούμενο κι είχε καπετάνιο ένα Άγιο, τον Άγιο Μηνά, τον προστάτη του Μεγάλου Κάστρου...".Αναφορά στο Γκρέκο, Ν. Καζαντζάκης
 
Κι ερχόμαστε στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Όπως ήδη γνωρίζουμε μετά  το 1669, ο Χάνδακας  περνάει στα χέρια των Τούρκων και ο Φεζίλ Αχμέτ Κιοπρουλής Πασάς μπαίνει σε μια έρημη πόλη που το χριστιανικό στοιχείο έχει σκορπίσει. Όσοι ναοί δεν έχουν ερειπωθεί ή καταστραφεί γίνονται τζαμιά και ο χριστιανικός κόσμος που θα αρχίσει στα επόμενα χρόνια να επανέρχεται, θα έχει σαν μόνο ναό του για τα θρησκευτικά του καθήκοντα τον Άγιο Ματθαίο και θα παραμένει έτσι τα πρώτα 65 χρόνια μετά την άλωση του Χάνδακα από τους Τούρκους. Λένε πως τον μικρό Άγιο Μηνά, το κτίσμα που υπήρχε τότε το μετέτρεψαν σε στάβλο. Ακολούθησαν πλήθος γεγονότων ωσότου η εκκλησία μπορέσει ξανά να « λειτουργήσει » σαν χριστιανικό ναός.  Πέρασε καιρός και μητροπολίτης τοποθετείται ο Γεράσιμος Λετίτζης από το χωριό Βενεράτο στα 1725. Ένα φιρμάνι έρχεται από την Κωνσταντινούπολη να κτίσει μια εκκλησιά. Και ως εκ θαύματος θα λέγαμε,οι Τούρκικες αρχές του επιτρέπουν να επισκευάσει την παλιά εκκλησία του αγίου Μηνά και με αρκετά εμπόδια, παρεμβάσεις και απειλές να καταφέρει, να γίνουν τα εγκαίνια του νέου Αγίου Μηνά και της Υπαπαντής  στις 10 Νοεμβρίου 1735.Από εκείνη την ημέρα μάλιστα ο Άγιος Μηνάς γίνεται πολιούχος της πόλης.  

Χαρακτηριστική είναι η μετάφραση του Φιρμανιού που στάλθηκε στον Ναϊλή Αβτουλλάχ Πασά και λέει : «…θέλει γίνει γνωστόν υμίν άμα τη αφίξει της παρούσης Υψηλής Αυτοκρατορικής Μου διαταγής, ότι ο έν τη νήσω Κρήτη Μητροπολίτης Γεράσιμος, υπέβαλεν εις τους πόδας του Υψηλού και πανένδοξου Αυτοκρατορικού Μου θρόνου αναφοράν, δι ης αναφέρει ότι εν τη συνοικία Κεχτουδά Βέη της πόλεως Ηρακλείου κείται οικία Βακουφική ήτις περιήλθεν είς αυτόν εκ του πατρός του από της εποχής της αλώσεως, εγκαταλειφθήσα τότε κατά την κατάλειψιν του φρουρίου ως εκκλησία…ως εγνώσθη και εξηκριβώθη καταλλήλως, η ειρημένη εκκλησία υπήρξεν εκ παλαι οίκος προσευχής και εκτελέσεως των ιεροτελεστιών των Χριστιανών… ».Αμέσως μετά την έλευση των εγκαινίων ο Μητροπολίτης Γεράσιμος έγινε στόχος αποτρόπαιων πράξεων των Τούρκων. Λέγεται πως δεκατέσσερις μέρες είχαν μόνο περάσει και τα ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου, ημέρα Τρίτη δέχτηκε επίθεση από όχλο Τούρκων, οι οποίοι έριξαν  πέντε πυροβολισμούς  και άγρια κτυπήματα "καδρέτων" στην Πύλη της Μητρόπολης την οποία άφησαν διάτρητη. Ο Μητροπολίτης μη έχοντας άλλον τρόπο να πολεμήσει τους άγριους Τούρκους άρχισε μαζί με τους κληρικούς που βρίσκονταν κοντά του δεήσεις στον Άγιο  και την ώρα της μεγάλης επίθεσης στην πόρτα ακούστηκε μια φωνή: «Τώρα θα μας πιάσουν». Οι Τούρκοι νομίζοντας ότι εκδιώκονταν από χιλιάδες χριστιανούς τράπηκαν σε φυγή και από τότε με εντολή του Πασά κανένας πια δεν επιτρεπόταν να προβεί σε οποιαδήποτε βάρβαρη πράξη κατά των Χριστιανών γιατί θα είχε βαρύτατη τιμωρία. Όσους μεθόδους κι αν χρησιμοποίησαν , όσες ύβρεις και αν εξαπέλυσαν το μόνο που κατάφεραν ήταν κατόπιν εξέτασης αιτημάτων των πιο φανατικών Οθωμανών, να βγει αυστηρότατη διαταγή που πλέον έδινε ποινή θανάτου και δήμευση περιουσίας σε όποιον εξέφραζε παράπονα για την εκκλησία του αγίου Μηνά και τη γειτνίασή της με το Μουσουλμανικό Τέμενος.

Είναι γνωστή επίσης η ιστορία με την μεγάλη σφαγή των Χριστιανών επισκόπων στον περίβολο του αγίου Μηνά στις 24 Ιουνίου του 1821, καθώς και εκείνη που συνέβη και θεωρείται ένα από τα θαύματα του Αγίου στις 18 του Απρίλη του 1826. Νύχτα της Αναστάσεως και η εκκλησία περιτριγυρίζεται από Βασιβουζούκους Τούρκους και στρατιώτες. Οι άοπλοι χριστιανοί δεν μπορούν να αντιδράσουν και τότε παρουσιάζεται ένας λευκογένης ηλικιωμένος αξιωματικός καβάλα σε ένα άλογο με ένα σπαθί στο χέρι του. Έμοιαζε πολύ στον αρχηγό των Τούρκων τον Αγιάν Αγά. Τον βλέπουν να ορμά κατά των Τούρκων και η οπισθοχώρηση αρχινά. Όταν διαλύθηκαν όλοι και εξακρίβωσαν πως ο Αγάς κοιμόταν αμέριμνος εκείνη την ώρα της επίθεσης στο κονάκι του κατάλαβαν την θαυματουργή επέμβαση του Αγίου και από τότε άρχισαν και σέβονται περισσότερο τη χάρη Του. Μάλιστα λέγεται πως το συμβάν αυτό είδε η Τούρκικη οικογένεια Τσαλικάκη και από τότε έστελναν στην γιορτή του κάθε χρόνο ένα ασκί λάδι και αποκαλούσαν τον Άγιο Μηνά «ο καλός μας γείτονας».

Κι η ιστορία συνεχίζεται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας με τον διακαή πόθο όλων των Χριστιανών του Μεγάλου Κάστρου για μια εκκλησιά μεγάλη που η φήμη και ο όγκος της να φτάσει σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Ήδη από τον μεγάλο σεισμό του 1856 η μικρή εκκλησία είχε υποστεί σοβαρές ζημιές. Και τότε την επιθυμία όλων και το όραμα των Χριστιανών του Μεγάλου Κάστρου έκανε πραγματικότητα ο Μητροπολίτης Κρήτης Διόνυσος Χαριτωνίδης από την Αδριανούπολη. Σε συνέλευση των μελών της Δημογεροντίας Ηρακλείου και άλλων φορέων και έξοχων προσώπων της εποχής,   ανήγγειλε επίσημα την πρόθεση ανέγερσης νέου ναού .Ήταν  στις 11 Νοεμβρίου 1861.  Ο επιβλητικός ναός του Αγίου Μηνά, ένας από τους μεγαλύτερους στην Ελλάδα, θεμελιώθηκε στις 25 Μαρτίου 1862 με εργασίες που προχώρησαν με γοργούς ρυθμούς και με την συνεισφορά χρηματικών ποσών και εθελοντικής εργασίας. Δόθηκαν αρκετά μεγάλα ποσά, χρυσά κοσμήματα, ενδύματα, ρούχα, δωρεές αστικών ακινήτων, ακόμα και σφάγια μικρά και μεγάλα, προκειμένου να «κληρωθούν» ή να πουληθούν για εύρεση χρηματικών πόρων. Μα λίστα πρωτοφανής ήταν η προσφορά από  τον Σουλτάνο Αβδούλ Αζίζ Χαν που ήθελε να δείξει τα φιλανθρωπικά του αισθήματα στους Ευρωπαίους και το ύψος του της δωρεάς του έφτασε τα 40.000 γρόσια. Και ο Σαϊτ Πασάς της Αιγύπτου, χώρας καταγωγής του Αγίου , 24.700 γρόσια.

Η θέση στην οποία χτίστηκε, λέγεται ότι υποδείχθηκε από έναν καλόγερο, νεωκόρου και φύλακα της μικρής εκκλησίας, που έμενε εκεί κοντά. Ο θρύλος λέει πως ο άγιος παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του υπέδειξε την εξαγορά ενός  ωραιότατου κήπου ενός Τούρκου. Ο καλόγηρος βρήκε τους Δημογέροντες και προεστούς άρχοντες της πόλης και τους διηγήθηκε το όραμά του κι εκείνοι μετέβησαν αμέσως στον κάτοχο του κήπου ο οποίος αρνήθηκε την πώληση. Το επόμενο βράδυ εμφανίστηκε και πάλι ο Άγιος Μηνάς στον καλόγηρο και του είπε πως θα έπρεπε να αγοραστεί ο κήπος με κάθε τίμημα. Ο Οθωμανός αρνήθηκε και πάλιν την πώληση και με τρόπο ειρωνικό τους είπε πως θα δεχόταν να δώσει τον κήπο του μόνο αν ο μεγάλος φοίνικας που είχε στη μέση του εκριζωνόταν και έπεφτε μόνος του στη γη χωρίς να πάθουν τίποτα τα άλλα δέντρα. Την επόμενη μέρα ενώ ακόμα κοιμόταν  αισθάνθηκε μιαν ισχυρή σεισμική δόνηση και την ίδια στιγμή είδε σαν σε όραμα τον ίδιο τον Άγιο Μηνά να του λέει να παραχωρήσει τον κήπο αν δεν θέλει να  στεναχωρηθεί από την απώλεια του γιού του που αιφνιδίως είχε αρρωστήσει εκείνο το πρωινό. Κάνοντας την πρωινή του βόλτα στον κήπο του βλέπει εκριζωμένο τον φοίνικα αρκετά μέτρα μακριά από το σημείο όπου ήταν η θέση του και θυμήθηκε  το βίαιο θρόισμα του ανέμου που συνόδευε τη σεισμική δόνηση που είχε νοιώσει το πρωί,  και τότε πείστηκε πως αυτό ήταν ένα θαύμα. Αμέσως, πούλησε στους Χριστιανούς την περιουσία του και  σε πολύ μικρότερο ποσό από αυτό που του είχε προσφερθεί  στην τελευταία τους συνάντηση.

Αρχιτέκτονας του ναού ήταν ο ηπειρώτης Αθανάσιος Μούσης, ο οποίος είχε αναλάβει επίσης τον Άγιο Τίτο και τους στρατώνες στην Πλατεία Ελευθερίας, το κτίριο που στεγάζει σήμερα την Περιφέρεια Κρήτης και τα Δικαστήρια.
Η ανοικοδόμησή του ναού σταμάτησε στη διάρκεια της επανάστασης του 1866 και συνεχίστηκε το 1883. Η προσπάθεια για την ανέγερσης του, σε τόσο δύσκολους καιρούς, υποστηρίχτηκε από όλους τους Καστρινούς με ενθουσιασμό.

Αναφέρεται στην εφημερίδα "Ηράκλειο" της εποχής εκείνης, ότι στο λιμάνι του Ηρακλείου έφτασε κάποτε ιστιοφόρο που μετέφερε οικοδομικά υλικά για το κτίσιμο του ναού. Ωστόσο η επιτροπή που είχε αναλάβει την ανέγερσή του, δεν είχε τα χρήματα για να πληρώσει εργάτες να μεταφέρουν τα υλικά από το καράβι στον τόπο της οικοδομής. Το γεγονός αυτό πληροφορήθηκαν οι μαθητές της πόλης, που με ενθουσιασμό προσφέρθηκαν να ξεφορτώσουν το καράβι και να μεταφέρουν τα υλικά. Στήθηκε έτσι μια ανθρώπινη αλυσίδα από το λιμάνι μέχρι τον Άγιο Μηνά, μεταφέροντας όλα τα υλικά με τα χέρια ή με την ράχη τους με τραγούδια και πολύ χαρά. Κι οι ιστορίες για το χτίσιμο του Μητροπολιτικού ναού συνεχίζονται κι είναι  πολλές,  δείχνοντας την διάθεση των Χριστιανών να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση μεταφέροντας με τετράτροχα αμάξια, μεγάλους ογκόλιθους από  το λατομείο που είχε στηθεί στον Ξηροπόταμο , μάρμαρα από το λιμάνι στους ώμους ή τα χέρια τους και με την εμψύχωση του Μπάρμπα Γιάννη Τζουαννάκη ή Τζαννετάκη, ο οποίος κρατώντας  ένα ξύλινο σπαθί και ένα σταυρό εμψύχωνε όλο τον κόσμο που βοηθούσε.  Η ιστορία, γράφει πάλι, ένα μικρό επεισόδιο με τον Μπάρμπα Γιάννη και τον Πασά  που ήθελε να παρουσιαστεί μπροστά του με το ξίφος του και στη διάρκεια της παρατήρησης αυτού, έσπασε, και εκείνος του δώρισε ένα αληθινό και με το φιρμάνι να μπορεί να  το φέρει μαζί του στις επίσημες εορτές των Φώτων και του Πάσχα.
Τα εγκαίνια του ναού έγιναν με μεγαλοπρέπεια στις 16 Απριλίου 1895.Ήταν Κυριακή των Μυροφόρων και  επί μητροπολίτη Τιμόθεου Καστρινογιαννάκη. Αν και η Κρήτη βρίσκονταν ακόμα υπό τουρκική κατοχή, οι γιορτές για τα εγκαίνια του Αγίου Μηνά κράτησαν 3 μέρες και ολόκληρη η πόλη  είχε γίνει αγνώριστη από τους στολισμούς και τον λαμπρό φωτισμό. Στην  εφημερίδα « Ηράκλειο » περιγράφεται όλη η ατμόσφαιρα της μεγάλης αυτής ημέρας « …Οι οφθαλμοί πάντων εκπληρούντο δακρύων χαράς…». Όλοι ήσαν παρόντες στην τελετή, Χριστιανοί και Τούρκοι, Άρχοντες, δημογέροντες, Πασάδες και ανώτατοι στρατιωτικοί.  Όλα είχαν ένα πανηγυρικό χαρακτήρα που περιγράφεται περίτρανα στις εφημερίδες. 

"Σπίτια, σοκάκια και τσαρσά τώρα μορφίσαν όλα,
τώρα που ξετελεύτηκε Αη Μηνάς στη χώρα.
Σαββάτ' αργά και Κυριακή η νύχτα ήτο μέρα
απού τα φώτα που 'φτανε και ρίκταν στον αέρα.
Λάμπες, φανάρια και κεριά, χρωματιστά κανδήλια
όλη η χώρα ήφεγγε σαν να 'τον μέρα ίδια"

« …Και ήτο το όντι λίαν μαγευτική η θέα της εορτάζουσας  πόλεως, ιδίως κατά την μεταξύ του Σαββάτου και της Κυριακής και την μεταξύ της Κυριακής και Δευτέρας νύχτα, καθώς ήσαν πλουσίως φωταγωγημέναι αι αψίδες και αι προσόψεις των οικιών και των καταστημάτων δια κανδηλίων και κηρίων και ενετικών φανών……
Η εκ δαφνών και μυρτιών διακόσμησις και η ανάρτησις διαφόρων εικόνων εις τας κεντρικοτέρας οδούς, εις τα επισημότερα καταστήματα και εις τα περίοπτα μέρη, ένθα εκυμάτιζον σημαίαι και κοσμητικαί ταινίαι και ήσαν τοποθετημέναι επιγραφαί πλαισιούμεναι υπό χρωματιστών πλαισίων και ποικίλων διακόσμων, διήγειρον την περιέργειαν…Στη συνοικία «Δερμιτζίδικα», πάνω σε μια αψίδα, που έιχε στηθεί εδώ, ήταν αναρτημένη επιγραφή μέσα στο πλαίσιο, που με χρυσά γράμματα έγραφε «Ζήτω  ο Κρήτης Τιμόθεος- Ζήτω οι κτήτορες του ναού του Αγίου Μηνά». Παρόμοια επιγραφή είχε αναρτηθεί επίσης σε μια από τις αψίδες που βρισκόταν στην αγορά « Μεϊντάνι», μπροστά από το κατάστημα του Γ. Κανετάκη…»    (Εφημερίδα Ηράκλειον)
Και οι περιγραφές της πόλης συνεχίζονται σε μεγάλα αφιερώματα  και λένε πως αφού τελείωσαν όλες οι διαδικασίες και οι επίσημοι επέστρεψαν στις έδρες τους , ο απλός λαός συνέχισε να πανηγυρίζει και να χορεύει σε πλατείες και δρόμους με τους ήχους της κρητικής λύρας.
Κι ο καιρός πέρασε, μεγάλα γεγονότα σημάδεψαν πάλι το νησί της Κρήτης ,μα ο Άγιος πάντα ήταν εκεί , βαθιά ριζωμένος στην πίστη και την  ψυχή του κόσμου. Στον 20ο αιώνα πια ο Άγιος συνέχισε να κάνει τα θαύματα του.Με καταγεγραμμένο εκείνο το φοβερό πρωινό του βομβαρδισμού της πόλης μας στις 23 Μαΐου του 1941.Είμαστε στις μέρες της περίφημης Μάχης της Κρήτης και η βόμβα που πέφτει  κοντά στον ναό δεν εξεράγει ποτέ…
Κι ύστερα θυμήθηκα άλλη μια ιστορία που λίγοι γνωρίζουν και  που έχει να κάνει με το όνομα Μηνάς, που στην πόλη που τον έχει προστάτη και πολιούχο ήταν  σπάνιο. Τον καιρό του τούρκικου ζυγού ήταν συνηθισμένο να αφήνουν τα νόθα παιδιά στα σκαλιά της εκκλησίας του Αγίου που τα φρόντιζαν οι άνθρωποι πού ήσαν εκεί και στα αγόρια έδιναν το όνομα Μηνάς. Έτσι για πολλά χρόνια, το όνομα αυτό, δήλωνε ότι αυτός που το έφερε ήταν νόθος, οπότε όλοι απέφευγαν να ονοματίσουν έτσι το παιδί τους…

Κι όλα αυτά τα θυμήθηκα ξανά σήμερα. Ένα κερί στη μικρή κι ένα στη μεγάλη εκκλησιά του Αγίου Μήνα. Αυτή είναι η δική μας προσφορά στη Χάρη Του. Κι ήρθα ξανά και κάθισα στο πεζούλι έξω, ώρα πολύ κι ήρθαν στο μυαλό μου όλα τα παραπάνω  και  με όλες αυτές τις θύμησες δεν κατάλαβα πόσο είχε περάσει η ώρα… Νύχτωνε και τα  φώτα της πλατείας άναψαν. Ένα σωρό παιδιά έπαιζαν κι έτρεχαν εδώ κι εκεί ανάμεσα στα περιστέρια που κυνηγούσαν να τα πιάσουν. Κι άλλα τα τάιζαν κι εκείνα μαζεύονταν μέσα σε ένα λεπτό, εκατοντάδες, δίνοντας μάχη για να αποκτήσουν ένα τόσο δα σπυρί. Το ρολόι κτύπησε επτά φορές…
Πήρα το ποδήλατο μου κι άρχισα να απομακρύνομαι… Κοντοστάθηκα για μια ακόμα φορά,  γύρισα και κοίταξα  την …μεγαλοπρέπεια του Ναού. Δεν ξέρω αν Του ταιριάζει στη ζωή και στο σέβας που του ΄χουμε όλοι αυτού του Αγίου, όμως είναι αλήθεια πως συχνά τον επικαλούμαστε στα δύσκολα. Κι εκείνος μοιάζει να είναι πάντα εκεί …Σαν να περπατά κάθε βράδυ στα τωρινά δρομάκια του Μεγαλόκαστρου, να σφαλίξει τις πόρτες, να μανταλώσει τις ψυχές να μην σκιάζονται κι ας μην έχει πια Ενετούς ή Τούρκους τούτη η πολιτεία. Έχει άλλους εχθρούς, άλλους θορύβους, άλλες εποχές, άλλες οι έννοιες μας…
Καλή σου Νύχτα Άγιε Μηνά μου…και Χρόνια μας  πολλά!

Πηγές :
-Απ όσα θυμούμαι το Παλιό Κάστρο , Μανόλης Δερμιτζάκης,εκδ. Δοκιμάκης
*Ο καπετάν Μιχάλης,Ν. Καζαντζάκη,εκδ. Ελένης Καζαντζάκη, 1974
-Αναφορά στον Γκρέκο, Νίκου Καζαντζάκη.
-Γεώργιος Συλαμιανάκης, "Άγιος Μηνάς" ,1939
Εφημερίδα Καθημερινή
Αγγελική Πανοπούλου, Ανακοίνωση στο ΙΓ΄Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης : Η αντίληψη του Χρόνου
Η καθημερινή ζωή, Η. Μαλτέζου
Οι επαγγελματίες του Χάνδακα ,Χ. Γάσπαρης, 1989
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
Αρχεία Βικελαίας βιβλιοθήκης Ηρακλείου
Αρχεία Μηνά Γεωργιάδη
Εφημερίδα Ηράκλειον, 20 Απριλίου 1895.
Cretalive.gr

Δημοσιεύτηκε στις 10 Νοεμβρίου 2015 στο Cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/history 

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

« Τα παραμύθια του Σαββάτου…»



Γράφει  η  Ελένη Μπετεινάκη*

Κι επέστρεψαν  «Τα παραμύθια του Σαββάτου», πιστά στο εβδομαδιαίο ραντεβού τους. Και τι δεν είδαν, διάβασαν κι άκουσαν όλες αυτές τις μέρες. Ταξίδεψαν πολύ στη χώρα των βιβλίων και της φαντασίας κι έφτιαξαν και χίλια δυο άλλα καλούδια που θα τα δούμε σιγά σιγά …

Και σήμερα μπήκαν στην ιστορία της Αρασέλης, στην ιστορία της μουσικής και συνάντησαν χίλιες δυο περιπέτειες κι αγωνίες για τη ζωή , για το σκοπό της για την ομορφιά του ταξιδιού που δεν σταμάτα ποτέ. Κι έφτασαν σε μια μικρή πολιτεία με χαρισματικούς ανθρώπους, απλούς κι αγαπημένους, σαν εκείνο τον μικρό ακούραστο τσαγκαράκο που δεν έχασε ποτέ τη διάθεση του για δημιουργία, εργασία και κέφι για την ίδια τη ζωή. Κι ύστερα βρέθηκαν στη χώρα του μικρού Δράκου Ναπολέων και ένοιωσαν την αδικία, τον εκφοβισμό, τη φιλία και την αγάπη. Κι είδαν τη δύναμη να επιστρέφει, το θάρρος να θεριεύει και τη φωνή να νικάει τη σιωπή όταν δυναμώνει και πρέπει να ακουστεί σε όλον τον κόσμο!

Οι μουσικές  της Αρασέλης, Ελένη Γκίκα, εικ: Σάντρα Ελευθερίου, εκδ. Καλέντης

Πάντα συμβαίνει όταν γεννιέται μια καινούργια ζωή. Πάντα ακούγεται μια μουσική που προετοιμάζει το δρόμο , άλλοτε δυνατή, άλλοτε γρήγορη, άλλοτε απαλή και σε κάποιους δεν σταματάει ποτέ. Έτσι και στη ζωή της Αρασέλης, που από εκείνη την πρώτη στιγμή είχε το χάρισμα. Το χάρισμα της μελωδίας του βιολιού που θα την συντρόφευε σε όλη της τη ζωή. Κάθε κίνηση, κάθε σκέψη, κάθε τι που περνούσε και χάνονταν στο χρόνο ήταν δεμένο με τη μουσική από αυτό το βιολί. Ώσπου κάποια στιγμή, σαν μεγάλωσε,το κορίτσι, ένοιωσε πως τούτο το θείο δώρο είχε αρχίσει  να την πνίγει. Θέλησε να φύγει μακριά, να ψάξει και να βρει απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και πάνω από όλα να βρει τον εαυτό της. Το ΄πε και το ΄κανε η Αρασέλη και χάθηκε ανάμεσα στον …κόσμο κι έγινε ένα με τη βουή των ανθρώπων μήπως και καταφέρει να σωπάσει εκείνη η μουσική που υπήρχε πάντα στα αυτιά, στην ψυχή , στο μυαλό της. Να ξεφύγει από τη μοίρα της…
Και συνάντησε άλλους ανθρώπους, απλούς, καθημερινούς μα και παράξενους. Κι άκουσε, είδε, ένοιωσε και τις δικές τους ζωές. Κι αναρωτήθηκε, κι έψαξε να δει τι έκρυβαν μέσα τους, πίσω από τις λέξεις, τις πράξεις, τις ζωές τους. Θαύμασε έναν ζωγράφο που της μίλησε για τη μαγεία της δικής του ζωγραφιάς, έναν σοφό που της χάρισε μια σελίδα από τα αμέτρητα βιβλία που είχε διαβάσει. Κι η Αρασέλη είδε πάλι τον εαυτό της μέσα από αυτούς… Κι ένας παραμυθάς της θύμισε το δικό της παραμύθι κι ένα ακόμα για κάποιο παιδί που άρχισε πια να γίνεται σκοπός της δικής της ζωής. Θέλησε τότε να φτάσει ίσαμε τα πέρατα του κόσμου για να βρει τούτο το παιδί…
Και το ταξίδι ως το μαγικό βουνό ήταν μακρύ, δύσκολο και παράξενο , γεμάτο εμπειρίες, αλλόκοτα πλάσματα της φύσης και της φαντασίας. Και κάποια στιγμή το βρήκε,  εκεί στην κοιλάδα με τα Μυστικά… Ένα παράξενο παιδί μα τόσο οικείο σε όλους μας…
Μια θαυμαστή ιστορία ενός κοριτσιού, του κάθε κοριτσιού που αναζητά τον εαυτό του, τις απαντήσεις στα ερωτήματα της ζωής . Μια μοναδική ιστορία της Ελένης Γκίκα… Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σε τούτο το βιβλίο; Κείμενο ή εικόνα; Το κείμενο ταξιδιάρικο, μαγικό, γεμάτο από μόνο του εικόνες, γεμάτο αλήθειες και τροφή για σκέψη.
Μια ιστορία για την μουσική, για την ίδια τη ζωή με όλες τις περιπέτειες και τα ταξίδια της. Μια αιώνια αναζήτηση που όλοι μας κάνουμε  για να καταλάβουμε που ανήκουμε, ποιος είναι ο σκοπός και προορισμός της ζωής μας… Μια ιστορία για μεγάλους και παιδιά με υπέροχη εικονογράφηση από την Σάντρα Ελευθερίου. Χρώματα,εικόνες και μορφές που σε ταξιδεύουν  πραγματικά και φανταστικά σε ένα παραμύθι σαν εκείνα τα παλιά, γεμάτο έμπνευση, ιδέες και πολύ σημαντικά μηνύματα.
Ένα ταξίδι σε μονοπάτια δύσκολο αλλά και οικεία για τους μεγάλους και ανεξερεύνητα μα μαγικά  για τους μικρούς φίλους των …παραμυθιών!

Για παιδιά από 6 χρονών!

Τα μαγικά χέρια του τσαγκαράκου, Μαριέττα Κόντου, εικ: Γιώργος Δημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο

Μια μικρή πολιτεία, κούτσικη τόσο που ακόμα και στο χάρτη δύσκολα την έβρισκες. Μια πολιτεία όμως με ψυχή κι ας είχε λίγους κατοίκους. Είχε κάτι που την έκανε διάσημη. Έναν  μικρό τσαγκάρη που η τέχνη των μαγικών χεριών και η νοικοκυροσύνη  του έφτασε ίσαμε τα πέρατα του κόσμου. Μα πιο πολύ έφτασε εκείνο το ένα και μοναδικό του χάρισμα, η καλοσύνη και η αγάπη που έβαζε σε κάθε ζευγάρια από τα παπούτσια που έφτιαχνε, είτε ήταν παλιά, είτε καινούργια. Ήταν μυστικό τούτο το υλικό κι όποιος τον ρωτούσε έλεγε πως αν θέλει κι εκείνος ένα ζευγάρια παπούτσια έπρεπε να του κρατά « κάτι δικό του, χρήσιμο κι αγαπημένο…». Ώσπου μια μέρα έγινε κάτι που άλλαξε τη ζωή όλων στη μικρή πολιτεία και πιο πολύ εκείνου του ένα και μοναδικού τσαγκάρη της. Απέναντι ακριβώς από το παπαμυθοπάπουτσο μαγαζί στήθηκε ένα τεράστιο κτίριο με την επιγραφή « Γρήγορο παπούτσι». ‘Όλα εκεί εκτός από πολύ …γρήγορα, ήταν και εύκολα. Κι άνθρωποι, όπως συμβαίνει πάντα …ξέχασαν το μικρό μαγαζί, κι έτρεξαν στο καινούργιο, το μεγάλο …το εύκολο! Όμως ο καιρός περνάει κι έχει γυρίσματα πολλά… Οι αξίες δεν χάνονται ποτέ κι έτσι κάτι δεν πήγαινε καλά στο μεγάλο μαγαζί  των παπουτσιών. Η ευκολία και η …γρηγοράδα δεν είχαν καμιά σχέση με την τέχνη, το μεράκι, την αντοχή και …την ψυχή!
Έτσι ο μικρός τσαγακάρακος που ποτέ δεν σταμάτησε να δουλεύει ακόμα κι όταν όλοι τον άφησαν  μόνο του, είχε ήδη φροντίσει σαν του κτύπησαν την πόρτα ξανά, να μην αφήσει κανέναν τους …χωρίς παπούτσια!
Και τότε όλοι κατάλαβαν το μυστικό του : «…μόνο ο άνθρωπος μπορεί σε αυτό που φτιάχνει να βάζει υλικά που η μηχανή δεν έχει: αναμνήσεις, γέλιο, χαρά, φροντίδα,σκέψεις τρυφέρες και ευχές πολλές…!»
Μια τρυφερή καληνύχτα από μια νέα και ταλαντούχα συγγραφέα την Μαριέττα Κόντου. Μια ιστορία γεμάτη αλήθειες, γεμάτη ανθρωπιά, υπομονή, θέληση, αγάπη και πείσμα για ότι πιστεύει κάποιος και προσπαθεί ποτέ να μην το αλλοιώσει ο χρόνος. Μια ιστορία με όπλο της την μαγική συνταγή της δημιουργίας σε κάθε «έργο» της ζωής του ανθρώπου. Ένα παραμύθι που σε κάνει να σκεφτείς, να αναρωτηθείς για τον κόσμο γύρω σου. Για εκείνα τα μεγάλα, τα έτοιμα, τα πολύχρωμα, τα φανταχτερά καταστήματα που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια στη ζωή όλων, αφήνοντας συχνά στην άκρη  τη γειτονιά, το μεράκι, την ψυχή, την υπερηφάνεια και την καλοσύνη των μικρών αυτοδημιούργητων ανθρώπων που παραμερίστηκαν. Μια ιστορία, ακόμα, γεμάτη αγάπη,  σκέψη, σοφία και αξίες που τελικά ο χρόνος δεν τις αφήνει να ξεχαστούν!
Η εικονογράφηση του βιβλίου είναι από τον Γιώργο Δημητρίου , λιτή, έντονη όπως χρειάζεται και όπως ταιριάζει σε μια τόσο τρυφερή καληνύχτα!

Για παιδιά από 5 ετών!

Ο δράκος Ναπολέων, Χρήστος Δημόπουλος, εικ  :Νικόλας Ανδρικόπουλος, εκδ. Ψυχογιός

Συνήθως οι δράκοι είναι τρομεροί και φοβεροί. Όλοι, ή μάλλον όχι όλοι. Ο Ναπολέων είναι λίγο διαφορετικός. Είναι ένα μικρό δρακάκι που πηγαίνει στην πρώτη τάξη του Δημ. Σχολείου, είναι αδύνατος πολύ και κοντός. Μπορεί να υστερεί λίγο στην ανάπτυξή του , όμως ήταν πρώτος στα παιχνίδια και τις σκανταλιές. Η καινούργια του ζωή ξεκινά την ώρα που για πρώτη φορά μπαίνει στο κατακόκκινο σχολικό του λεωφορείο. Σαν φτάνει στην τάξη του πια, αν και όλοι τον γνωρίζουν, κανένας δεν θέλει να καθίσει δίπλα του στο θρανίο. Έτσι μένει μόνος του μέχρι που …η αργοπορημένη Ιωσηφίνα μπαίνει γρήγορα μέσα στην τάξη. Φουριόζα όπως είναι βρίσκει θέση  δίπλα του και αυτό θα είναι  η αρχή μιας μεγάλης αλλαγής στη ζωή του μικρού δράκου. Βρίσκει νόημα στη ζωή του και σαν αποφασιστικός που ήταν πάντα, προσπαθεί με κάθε τρόπο να γίνει φίλη του η Ιωσηφίνα. Βάζει σε εφαρμογή ένα σχέδιο, να της φτιάξει μια γραφή με ένα μικρό λουλούδι αλλά την πιο ακατάλληλη στιγμή, όλα καταστρέφονται χάρις στον Αρθούρο, που φέρνει γέλια στο πρόσωπο της μικρής δράκαινας και λύπη στη ζωή του Ναπολέοντα. Απογοητεύεται αρχικά. Ο εκφοβισμός από τον Αρθούρο συνεχίζεται για δύο ακόμα φορές και ο Ναπολέων είναι πολύ λυπημένος και μόνος. Η Ιωσηφίνα που ξέρει και βλέπει, τον παροτρύνει κάποια στιγμή να μιλήσει σε έναν μεγαλύτερο για όλα όσα συμβαίνουν στο σχολείο. Ο Ναπολέων συμφωνεί, αποκτά το θάρρος που του λείπει και σαν πει το πρόβλημά του όλοι οι μεγαλύτεροι θα τον ακούσουν και θα πάρουν την ανάλογη …θέση! Η ζωή του θα αλλάξει προς το καλύτερο  κι όλα θα γίνουν όπως πρέπει κι όπως αρμόζει στους μικρούς θαρραλέους δράκους και …στα παιδιά!
Μια υπέροχη ιστορία για τον παιδικό εκφοβισμό σε πολύ τρυφερές ηλικίες , για την φιλία, την « παιδική » αγάπη και τη σχολική ζωή. Ο Χρήστος Δημόπουλος  γράφει  ένα παραμύθι τόσο σύγχρονο με ήρωα έναν δράκο. Ένα δράκο που στα μάτια των παιδιών είναι  ένα φοβερό θεριό που δεν φοβάται κανέναν. Κι όμως κι εκείνος νοιώθει τελικά  φόβο και βιώνει την μοναξιά και την απόρριψη. Ένα σύγχρονο πρόβλημα στα περισσότερα σχολεία που συνήθως δεν συζητιέται. Κι αυτό είναι  ένα μήνυμα που προσπαθεί να δώσει τούτη η ιστορία. Να μην κρύβεις τόσο μεγάλα μυστικά, να μην αποξενώνεται κανένα παιδί. Να έχει τη δύναμη, το θάρρος, την τόλμη να πει το πρόβλημά τους, σε γονείς, δασκάλους, φίλους. Τότε μόνο βρίσκει κάποιος την άκρη, όταν το μοιραστείς, όταν μιλήσεις, τότε το πρόβλημα αρχίζει να …εξαφανίζεται!
Μέσα από τον Ναπολέοντα βλέπουμε εκατοντάδες παιδιά που δεν τολμούν να πουν λέξη από ότι βιώνουν καθημερινά, στο σχολείο, στο δρόμο στις πιο ανυποψίαστες παρέες. Κι είναι τούτη η ηλικία από τις πιο ευάλωτες , τις πιο τρυφερές και τις πιο δύσκολες στη διαχείριση κρίσεων, προβλημάτων και συναισθημάτων.
Ένα παραμύθι λοιπόν τόσο ξεχωριστό με καλό τέλος όπως όλα τα παραμύθια γεμάτο νοήματα, ιδέες για λύσεις και παροτρύνσεις .Ένα παραμύθι υπογεγραμμένο από ένα πολύ αγαπημένο συγγραφέα και άνθρωπο μικρών και μεγάλων, καθώς και από ένα πολύ σπουδαίο εικονογράφο τον Νικόλα Ανδρικόπουλο. Ένας δράκος συμπαθής, ζωντανεμένος από τα πινέλα του κ. Ανδρικόπουλος και την πένα του κ. Δημόπουλου. Με υπέροχα χρώματα λοιπόν, σχεδιασμένος έτσι ώστε να μην τρομάζει, να γίνεται συμπαθητικός από την πρώτη στιγμή και να έχει τον χαρακτήρα και τη φιγούρα που αγαπούν τα παιδιά, ιδιαίτερα τα πιο αδύναμα!
Άλλωστε κι εγώ σαν ρώτησα τα δικά μου παιδιά που ενθουσιάστηκαν με την ιστορία και με τους δύο δημιουργούς της, τη γνώμη τους για τον Ναπολέων, μου είπαν πως κάποιες φορές έχουν νοιώσει σαν αυτόν πως «πάντα» θα μιλούν για ότι τους συμβαίνει  και πως κι αυτός έχει τελικά αδυναμίες και προβλήματα, αλλά και φίλους, όπως …εμείς τελικά.  

Για παιδιά από 5 ετών!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στις 7 Νοεμβρίου 2015 στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/culture