Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Ζητούνται αναγνώστες… στις ιστορίες, τα παραμύθια και τα καλά βιβλία!



Της Ελένης Μπετεινάκη*

Πολυφίλητη, Νίκος Ψιλάκης, εκδ. Καρμάνωρ

Συνήθως γράφω την άποψη μου για παραμύθια και παιδικά βιβλία…

Τούτη τη φορά κάνω μια εξαίρεση γιατί αυτή η ιστορία που έχει πλαστεί με τα καλύτερα υλικά μιας μυθογραφίας θα ΄θελα πάρα πολύ να ήταν μόνο παραμύθι. Και είναι, σε ό,τι αφορά τους ήρωες και την πλοκή της υπόθεσης μα έχει και ρίζες αληθινές  και πληγές του παρελθόντος που ακόμα ίσως και να υπάρχουν και που πονάνε.
Μια εποχή από τις δυσκολότερες που έζησε ποτέ ο Χάνδακας, η  Candia…το Μεγάλο Κάστρο όπως μ΄ αρέσει να αποκαλώ καλύτερα την πόλη μας. Ο μεγάλος και αποκαλούμενος Κρητικός πόλεμος  ξεκίνησε το 1645 και ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβρη του 1669. Μια από τις μακροβιότερες πολιορκίες  πόλεων που έχουν καταγράφει στην Ιστορία και μια περίοδος που για τους Κρητικούς και ιδιαίτερα για τους κατοίκους του Χάνδακα ήταν ότι πιο χειρότερο έζησαν. Ήταν ο μεγάλος τους ξεσηκωμός, η προσφυγιά και η ερήμωση μιας πόλης που γνώρισε τόσα μεγαλεία, τέχνες, πολιτισμό και εμπόριο. 

Πολυφίλητη… λοιπόν. Μοναδική λέξη…  Σκέπτεσαι αμέσως πως σε γυναίκα απευθύνεται, γυναίκα που αγαπήθηκε πολύ, που ίσως και να ήταν ξακουστή. Κι όμως Πολυφίλητη μπορεί  και να΄ναι τούτη η πόλη που πολλοί την αγάπησαν, πολλοί την πόθησαν, την κατάκτησαν και την  πλήγωσαν με το δικό τους τρόπο. Κι όμως εκείνη επιβίωσε, όρθωσε για μια ακόμα φορά το σώμα της, σαν την περήφανη γυναίκα  και μπήκε μπροστά, και πάλεψε και σηκώθηκε κι ας έμενε ώρες, μέρες, χρόνια  στην σιωπή, σαν την Φραντζέσκα, την ηρωίδα του βιβλίου.
 Από τις πρώτες του σελίδες που διαβάζεις νοιώθεις πως τούτη η ιστορία θα΄χει πλανέματα πολλά, θα΄χει μορφές και ήρωες που σαν να τους έχεις συναντήσει κάποια στιγμή σε ένα από τα σοκάκια του Μεγαλόκαστρου. Νοιώθεις πως ζεις μαζί με όλους τους, ανασαίνεις  τον αέρα του μπαρουτιού, της πείνας, του κρύου, της θάλασσας.

Η Φραντζέσκα έζησε δυο φορές την προσφυγιά. Η πρώτη σαν έφυγε από τον ίδιο της τον τόπο εξαιτίας της κοινωνικής κατακραυγής για το νόθο παιδί της. Τότε που διάλεξε να έρθει στη Χώρα, στον Χάνδακα με τις μεγάλες καστρόπορτες που έκλειναν ερμητικά κάθε βράδυ για να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή. Που να ΄ξερε όμως πως τούτο το Κάστρο, αναστέναζε βαριά και θα την έκλεινε μέσα του, σχεδόν στα σπλάχνα του για 22 ολόκληρα χρόνια. Κι ας έφυγε για λίγο, μια μέρα μόνο και πουπάλι επέστρεψε στη μοίρα της! Εκεί,  θα μεγάλωνε μαζί του, μαζί κι ένα μωρό που διάλεξαν παρά την κακή της τύχη να ΄ναι η βυζάστρα του, αφού το δικό της είχε ορίσει η ίδια να έχει άλλη μοίρα. Τούτη η μοίρα όμως της έπαιξε πολλά παιχνίδια κι εκείνη δεν μίλησε ποτέ, μόνο κοίταζε με τα μάτια της ψυχής και της αγάπης, σχεδόν μέχρι το τέλος. Τύχη  ή μοίρα , φυλακή κι Ελευθερία για δυο ζωές που δέθηκαν τόσο και που μαζί τους περπατήσαμε κι εμείς… διαβάζοντας μια απίθανη ιστορία!
Μια ιστορία ή μπορεί και περισσότερες μέσα στην Καστρόπολη τα πιο δύσκολα και παράξενα χρόνια. Μια ιστορία που κρύβει έρευνα πολύ κι ας έχει τόσα « παραμύθια » μέσα της.
Τι να πρωτογράψει κανείς για τούτο το βιβλίο; Γεμάτο είναι με εικόνες, με μνήμες ή θύμησες για πράγματα που δεν έζησε κανένας από μας αλλά που ξέρει πως είναι μέσα του, στο αίμα του, στα χρόνια εκείνα που κάποιοι άλλοι άνθρωποι περπάτησαν στα ίδια χώματα που κι εμείς πατάμε σήμερα. Γράφει όλα όσα έχουν ειπωθεί, όλα όσα φαντάζεται ο καθένας που θέλει να μπορούσε να είχε ζήσει  εκείνο το διάστημα, εκείνες τις μέρες.

Ένα βιβλίο ταξίδι στο χρόνο, ένα ταξίδι στην ιστορία μέσα από ανθρώπους καθημερινούς, που έβλεπαν τον ήλιο σιγά σιγά να χάνεται …το λιοντάρι να μουγκρίζει και την ίδια στιγμή λαβωμένο να λυγίζει, να απομακρύνεται.

Περπάτησα πολύ σαν διάβασα το βιβλίο. Περπάτησα ξανά όλους τους τόπους που περιγράφει. Μέσα και έξω από τα τείχη, πάνω στα τείχη, στις Πύλες, τους δρόμους. Κατηφόρισα πολλές φορές τη Ρούγα Μαϊστρα,  έψαχνα τα μαγαζιά, τους πάγκους, τα γραφτά του Μανέα, τα αποκαΐδια από τις μπομπάρδες, τα χαλάσματα, τη σκόνη, τα ελάχιστα τρόφιμα, τα εργαλεία του χρυσικού, τα πινέλα του Αλέξιου. Άλλες φορές έφτανα μέχρι την Παναγία την Τριμάρτυρη και κάποιες άλλες,  ίσαμε την εκκλησιά του Αγίου Σαλβαδόρου. Κι ύστερα σταματούσα στην άκρη του λιμανιού και έφτανε το μάτι μέχρι τη Ντία. Κι έβλεπα τις βάρκες να ξεμακραίνουν και την Φραντζέσκα, την Εργινούσα, τον Γερώνυμο, τον Αυγουστή,  τον κυρ Λορέντζο να ΄ναι κει. Με μάτια βουρκωμένα, με στόματα αμίλητα, με κορμιά ασάλευτα από  πόνο, ζάλη, ρίζες και ξεριζωμούς.  Όλα ζωντάνεψαν με τούτη τη γραφή, όλα πέρασαν μπροστά από τα ματιά μου, σαν μια καλοδουλεμένη ταινία που έμοιαζε να την έχουμε ζήσει, κάπου, κάποτε…όλοι μας!

Νίκος Ψιλάκης ο συγγραφέας της Πολυφίλητης. Διάλεξε να γράψει  τούτη την τρανή  ιστορία μέσα από την ζωή μιας γυναίκας που έζησε την πίκρα, τον έρωτα, την καταδίκη, την μοναξιά, τη σιωπή, τον πόνο, τη στέρηση και την λύτρωση σε μια πόλη που της έμοιαζε.
Μια ιστορία που απλά είναι συγκλονιστική. Ο τόπος, ο χρόνος, η πλοκή και οι απίθανες περιγραφές σε κάνουν να το διαβάζεις ξανά και ξανά. Μαέστρος του λόγου, της εικόνας, λεξοπλάστης  και τεχνίτης μιας πολύ σπουδαίας γραφής που μας την δωρίζει αγόγγυστα και μας γεμίζει την ψυχή με εικόνες και στιγμές που χωρίς να έχουμε ζήσει, μοιάζει να ΄ναι δικές μας.  Ίσως από τις πιο συγκινητικές, αξιοπρόσεκτες,  και καλογραμμένες μυθιστορίες  που μας έχει δώσει η νεότερη ελληνική πεζογραφία τα  τελευταία χρόνια!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι εκπαιδευτικός

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 8 Φεβρουαρίου 2016 :http://www.cretalive.gr/opinions

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου