Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

5.13΄ Άκριβώς, Μιχάλης Τζανάκης,Βιβλιοπωλείο " Δοκιμάκης '' Παρασκευή 13 Απριλίου 2013



«5.13΄ Ακριβώς»... Μια ιστορική νουβέλα του Ηρακλειώτη συγγραφέα  - φιλόλογου Μιχάλη Τζανάκη.




Η παρουσίαση του βιβλίου ξεκίνησε στις 20.45 ακριβώς στον φιλόξενο χώρο του βιβλιοπωλείου « Δοκιμάκης » .



« Ήτανε μια φορά μάτια μου», το τραγούδι που ξεκίνησε την βραδιά κι όλοι μας  μεταφερθήκαμε σε ένα κλίμα μιας άλλης εποχής. Κόσμος πολύς, ξεχείλιζε από παντού. Φίλοι , γνωστοί ή απλά λάτρεις των βιβλίων έσπευσαν να ακούσουν, να δουν, να νοιώσουν, να μυρίσουν ίσως, λίγο από κείνη την αύρα του που ήθελε να σε παρασύρει σε άλλους καιρούς , μακρινούς αλλά πάντα οικείους κι ας μην τους είχες ζήσει ο ίδιος ποτέ . Ένα οδοιπορικό στην Κρήτη  που ξεκινά από τις κορφές του Ψηλορείτη, τα χιονισμένα Λευκά όρη, την αρμύρα και τη γαλήνη του Κρητικού πελάγου , τους κάμπους της Μεσσαράς και την οροσειρά των Αστερούσιων  για παραπάνω από έναν αιώνα, που περνά μέσα από έντονες περιόδους όχι μόνο της Κρητικής αλλά και της ελληνικής ιστορίας .

Η Ρένα Παπαδάκη, Δ/ντρια της Έρα Ηρακλείου μίλησε πρώτα με ένα λόγο λιτό, κατανοητό και γεμάτο συναίσθημα. Με μικρές αναφορές στο κείμενο του Μιχάλη μας έδωσε το ερέθισμα να διαβάσουμε το βιβλίο, όχι μόνο γιατί θα βρούμε πράγματα που ίσως κι εμείς να τα έχουμε βιώσει μέσα από  τα γράμματα και τα σεντούκια απ΄τα κειμήλια των δικών μας προγόνων, αλλά και γιατί γνωρίζει καλά τον συγγραφέα και τον δικό του ψυχικό κόσμο που τόσο απλά μας περιέγραψε. Τόνισε χαρακτηριστικά διαβάζοντας ένα κομμάτι από το βιβλίο πως :



« …  Τελικά η ζωή των ανθρώπων και των 
λαών, στηρίζεται και εξαρτάται από τα μεγάλα «ναι» και τα μεγάλα « όχι » και είναι εκείνα αυτά που τροφοδοτούν τη μεγάλη σπουδή που λέγεται Ιστορία και σπρώχνει με ορμή την ανθρωπότητα μπροστά. Χωρίς τις μεγάλες καταφάσεις και αρνήσεις, δε θα είχαν δουλειά γραφιάδες, λογοτέχνες, καλλιτέχνες, ιερείς, άγιοι και δολοφόνοι…».

Συγκίνηση, έρωτας, πάθη, μυστικά, μίση, συγκρούσεις, συμφέροντα, ανάγκες, μυρωδιές, μνήμες, αινίγματα, αναστοχασμοί, πόλεμος, πολιτική, προσωπικές επιθυμίες, απρόβλεπτες συνέπειες, υπερβολές, τιμή, όνειρα και πάνω απ όλα το παιχνίδι της αναζήτησης για την έντονη ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει και ν΄ αγαπηθεί , είναι  τα υλικά    της συγγραφής  τούτου του βιβλίου.



Τη σκυτάλη πήρε η Μαρία Αγγελιδάκη φιλόλογος κι αυτή όπως κι ο συγγραφέας. Ανέλυσε χωρίς να αποκαλύψει τα δυνατά σημεία του βιβλίου με την δική της διεισδυτική ματιά τα γεγονότα και τα άπειρα συναισθήματα που σου προκαλεί η ανάγνωσή του.

Χαρακτηριστικά είπε : « …Πρόθεσή μου είναι ο καθένας αναγιγνώσκοντας, να ανακαλύψει την ιστορία μαζί με τον αφηγητή …και να πραγματοποιήσει το ίδιο με αυτόν, ταξίδι στο χρόνο που θα τελειώσει, ίσως, όπως και του αφηγητή, τα ξημερώματα …»



Μια ιστορία λοιπόν που ξεκινάει σχεδόν με το ρολόι σταματημένο στις 5.13΄ πρώτα λεπτά ακριβώς, με μια ερωτική επιστολή του παππού στην αγαπημένη του Άννα… και καθώς αυτή εξελίσσεται έχεις την αίσθηση   ότι περπατάς μαζί με τους ήρωες στα σοκάκια του χωριού, σταματάς μπροστά στις αυλές των σπιτιών τους  με τις ανθισμένες γλάστρες, μυρίζεις τις μυρωδιές της Άνοιξης, τους λεμονανθούς, το βασιλικό, τη λεβάντα, τον έρωντα,  ακούς τις αναστάσιμες καμπάνες, αισθάνεσαι τον αέρα να σου χαϊδεύει το πρόσωπο, νοιώθεις την υπερβολή του Κρητικού άντρα σ όλες τις πτυχές της ζωής του στο μίσος, στο γλέντι, στην τιμή μα πάνω από όλα στην αγάπη.

Δυό τα χρώματα που επικρατούν στο βιβλίο το κόκκινο και το μαύρο άρρηκτα δεμένα με τον θάνατο … « …Μόλις κοκκίνιζε η Κρήτη , αμέσως οι γυναίκες ‘’μαύριζαν’’ » .

Τελειώνοντας την παρουσίαση της η κ. Αγγελιδάκη είπε : Το βιβλίο αυτό  αποτελεί ένα  ύμνο στην αξία της μνήμης ενάντια στη λήθη, σε μία κρίσιμη στιγμή που η Ιστορική μνήμη και η αλήθεια καλούνται  να συμβάλλουν για την αποτροπή επανάληψης των ιστορικών λαθών .Ο αφηγητής αισθάνεται το χρέος βαρύ, όχι μόνο προς τους οικογενειακούς  προγόνους του,  αλλά προς όλη την Ιστορία της φυλής.  Βλέπει τους προγόνους να τον κοιτούν και να του λένε, για να επαναλάβω το λόγο του Ελύτη,   «Εμείς το Χρέος μας το κάμαμε… εσείς να δούμε τώρα»

Και τότε ένα ακόμη τραγούδι ακούστηκε και πλημμύρισε όλο το χώρο … « Άννα, μην κλαις », στίχοι του Μπέρτολτ Μπρέχτ. Τον λόγο πήρε ο ίδιος ο συγγραφέας, τονίζοντας πως το τραγούδι αυτό αν και γράφτηκε περίπου πριν από 70 χρόνια και για άλλους λόγους, είναι ένα τραγούδι που ακούγεται το ίδιο και σήμερα , σαν να γράφτηκε για τούτην  εδώ την εποχή , για όλα αυτά που βιώνουμε σήμερα όλοι μας… Στάθηκε κι αυτός στις δύο λέξεις : Μαύρο και κόκκινο…

Συγκίνηση πολύ είχε η βραδιά, θύμησες και αναπολήσεις . Γεμίσαμε κι εμείς με πολλά συναισθήματα και σκέψεις για την ιστορία που ηθελημένα και μη γράφουμε τώρα και που κάποια στιγμή , ίσως μετά από πολλά πολλά χρόνια , ένα δικό μας πρωτόγραφο να ναι η αφορμή για κάποιον να ξετυλίξει και τούτο το κομμάτι των γεγονότων και της ιστορίας ενός τόπου που όσα και να έχει περάσει πάντα στο τέλος τα καταφέρνει κι ας  έχει  πληγωθεί !

Με το υπέροχο κρασί  « Πρόφαση » που προσφέρθηκε από τα « Κρασιά Ταμιωλάκης » για όλους εκείνο το βράδυ της Παρασκευής, υψώνω ξανά το ποτήρι μου κι εύχομαι να ναι καλοτάξιδο το βιβλίο , να βρει τη θέση που του ανήκει και στον Μιχάλη Τζανάκη που είναι ένας υπέροχος άνθρωπος να συνεχίσει να κάνει πάντα, όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα που κάνει και γράφει …










(Ελένη Μπετεινάκη)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου