TuneList - Make your site Live

Το παραμύθι της βροχής

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

30 Σεπτεμβρίου 1856 …Ένας από τους μεγαλύτερους σεισμούς στον Χάνδακα και στην Κρήτη ολόκληρη!



Στα χίλια οχτακόσια έτος πενήντα έξη ηθέλησεν ο Κύριος το θάμμαν του να μπέψη
Σ’ τα εικοσιεννιά του Σεντεμπριού, ένα Σαββάτο βράδυ,
μέγας σεισμός εγείνηκε κ όυλος ο κόσμος βράζει.
Απού το μέρος τω Χανιώ έρχεται σα μελτέμι
Μέγας και τρομερός  σεισμός, ούλος ο κόσμος τρέμει.
Κ η θάλασς΄η  ακίνητη κι γι οχτώ ανέμοι.
Τρία λεφτά βοά η γης, καπνός ‘πο κάτω βγαίνει.
Χάνουνται χώραις και χωριά, σαν όντε χανετ΄ άστρο,
μα δεν υπόφερε καμιά σαν τον Μεγάλο Κάστρο.
Χαλούν τα μοναστήρια του χαλούν κι οι μιναρέδες… ( Δημοτικό ποίημα)

Ήταν 2.45 λίγο πριν ξημερώσει η Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου του 1856. Ένας φοβερός σεισμός, που σύμφωνα με τα γραπτά του Ελευθέριου Πλατάκη, στα Κρητικά Χρονικά, ήταν περίπου της κλίμακας των 7,7 ρίχτερ, ισοπέδωσε σχεδόν τον Χάνδακα.
Πολλά χωριά και πόλεις της Κρήτης ερήμωσαν. Ο Χάνδακας αναστέναξε βαριά για μια ακόμα φορά. Οι γραφές αναφέρουν πως εκτός από τα σπίτια και τις εκκλησιές που κατέρρευσαν σαν χάρτινα κτίρια σκοτώθηκαν πάνω  500 άνθρωποι και τραυματίστηκαν περίπου  600 γιατί η ώρα ήταν τέτοια που όλοι σχεδόν βρισκόντουσαν στα σπίτια τους και κοιμόντουσαν.
1866,Σχ.Α.Αλεξανδρίδη του Αγ. Φραγκίσκου
Κι άλλοτε το νησί είχε πληγεί από μεγάλους σεισμούς όπως την εποχή του Νέρωνος στα 66 μ.Χ., ή την εποχή του Δεκίου το 251 μ.Χ., με την καταστροφή  εκτός πολλών πόλεων και αυτή της Κνωσού. Σημαντικές καταστροφές έγιναν και με άλλους μεγάλους σεισμούς όπως αυτούς το 1303 και το 1508. Τούτος εδώ όμως είχε πολύ μεγάλη σημασία για του κατοίκους της Κρήτης και ιδιαίτερα του Χάνδακα γιατί ήταν ήδη πολύ ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες εξαιτίας των Τούρκων και της καθημερινής δυσχέρειας που ζούσαν ,ώστε ο σεισμός ήταν κάτι σαν ταφόπετρα πάνω τους και κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά.
Ο ιστορικός Νικόλαος Σταυράκης διηγείται και περιγράφει την μεγάλη καταστροφή του Χάνδακα λέγοντας πως από τα 3620 σπίτια του έμειναν όρθια μόνο τα 18 και οι φωτιές που ξέσπασαν σε διάφορα σημεία της πόλης συμπλήρωσαν την καταστροφή , καίγοντας ακόμα και καταστήματα στο Μεϊντάνι κι αλλού που ο αριθμός τους έφτασε τα 48. Ο μικρός ναός του Αγίου Μηνά υπέστη τέτοια καταστροφή που κρίθηκε ετοιμόρροπος , το ίδιο και η Μητρόπολη του Αγίου Τίτου που ονομαζόταν τότε Βεζίρ Τζαμί. Επίσης ο  παλιός ναός του Αγίου Φραγκίσκου το Χουγκιάρ Τζαμί ισοπεδώθηκε. Ο Ναός του Αγίου Τίτου  ξαναχτίστηκε αργότερα στα 1869 με διαταγή του Βεζύρη Ααλή –Πασά.  Κατέρρευσε κι ότι είχε απομείνει από το Δούκικο Ανάκτορο καθώς και  η θολωτή Πύλη Voltone από το κτίριο Ακτάρικα. Κανένας   δεν μπορούσε να υπολογίσει τον τεράστιο απολογισμό αυτής της τόσο μανιώδους καταστροφής.
Μεγάλες καταστροφές υπέστη και η ύπαιθρος. Χωριά όπως οι Βούτες σχεδόν κατεστράφησαν , αφήνοντας πίσω τους 42 νεκρούς  και εκατοντάδες τραυματίες .Ο σεισμός έγινε αισθητός με τραυματίες και καταστροφές και στον νομό Λασιθίου και των Χανίων.
Η πόλη του Χάνδακα είχε ήδη αναστενάξει για μία ακόμα φορά. Στο διάστημα τούτο ήταν  διοικητής της Κρήτης που είχαν διορίσει οι Τούρκοι ο περίφημος Βελής πασάς ,γεννημένος στα Χανιά  και γιός του Αλβανού Μουσταφά Ναϊλή Πασά,αποκαλούμενος "Γκιριτλής" . Ως γνωστόν είχε μέινιε παρα πολλά  χρόνια στην Κρήτη η  πρώτη του γυναίκα ήταν η  Ελένη Βολανάκη από τα Σκουλούφια Ρεθύμνου. Μνημόνευαν για αυτόν και  έλεγαν πως ήταν συνετός, σπουδαγμένος , πολύγλωσσος .Ήταν  επίσης πολύ σκληρός και δημιούργησε πολλές έχθρες και φόβους στους Χριστιανούς με την αμείλικτη στάση του απέναντί τους. Η δεύτερη μεγάλη δοκιμασία που περίμενε όλους ήταν σεισμός της 30ης Σεπτεμβρίου του 1856 που έκανε τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα.
Γράφει ο Στέφανος Ξανθουδίδης στα Ιστορικά του Σημειώματα για τον Χάνδακα  :

« Η πόλις της πρωίαν της 1ης Οκτωβρίου 1856 ήτο άμορφος όγκος λίθων  και ξύλων και χωμάτων και ευκολότερον  εβάδιζε τις δια μέσου των οικιών παρά δια των οδών, αι οποίαι είχον σκεπασθή τελείως»

Από τους επιφανείς Ηρακλειώτες που βοήθησαν τους πληγέντες της φοβερής αυτής καταστροφής ήταν ο Ανδρέας Καλοκαιρινός. Στα « Κρητικά Χρονικά » ο Στέργιος Σπανάκης αναφέρει : «… Υπέρ των θυμάτων του μεγάλου σεισμού της 30 Σεπτεμβρίου 1856, διέθεσεν εκ των αποθηκών του μεγάλην  ποσότηταν ενδυμάτων, αλεύρου, ελαίου και οίνου, εκτός των χρημάτων , τα οποία διένειμε αυτοπροσώπως. Εκάλεσε τα πληρώματα των εν τω λιμένι ελληνικών πλοίων και ειργάσθησαν  όλη την ημέραν υπέρ των παθόντων. Εχορήγησεν οικόπεδα και οικοδομήσιμον  ξυλείαν δια την κατασκευήν παραπηγμάτων. Διενήργησεν έρανον μεταξύ των ανταποκριτών του, συλλέξας και άλλα χρήματα δια τους σεισμοπαθείς. Δεν διέφυγε την οξυδέρκειάν  του, ούτε το ζήτημα της ρυμοτομίας της πόλεωνς, επ ευκαιρία των καταστροφών του σεισμού.  Συνέστησεν εις τον τότε Νομάρχην Βελή Πασάν και εκάλεσεν τον Άγγλο αρχιτέκτονα Λιονέρ, προς εκπόνησιν νέου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως , το οποίον όμως δεν άφηκαν να εφαρμοσθή οι μωαμεθανοί κάτοικοι …»
Ένα περιστατικό που αφορά τη ζωή και απόδραση  του τελευταίου Χαϊνη του Χάνδακα ή Μεγάλου Κάστρου, του Μιχαήλ Βλάχου, συνδέεται άμεσα με τον φοβερό σεισμό αφού την περίοδο εκείνη βρισκόταν φυλακισμένος μαζί με πολλούς άλλους στο Διοικητήριο. Σύμφωνα με το βιβλίο του ο Νικόλαος Σταυρινίδης : « Μιχαήλ Βλάχος , ο τελευταίος Χαϊνης με το τραγικό τέλος», λέει :

« …Ο Βλάχος ευρίσκετο τότες εις την Πράσινην λεγόμενη φυλακήν που έκειτο εις την αυλήν του Διοικητηρίου ( Πασσά την Πόρτα). Με την πρώτη δόνηση του σεισμού οι φρουροί της φυλακής εγκατέλειψαν τας θέσεις των. Οι φυλακισμένοι τότε εζήτησαν την βοήθεια του Βλάχου δια να τους σώση. Με την τεράστια μυϊκήν δύναμην που είχε κατόρθωσεν ούτος να αποσπαση τας σιδηράς  ράβδους ενός παραθύρου της φυλακής και από το γενόμενον άνοιγμα ήρχισαν οι φυλακισμένοι να εξέρχονται εις την αυλήν. Δεν είχον όμως εξέλθει όλοι όταν συνεπεία δευτέρας δονήσεως του σεισμού ήρχισεν να καταρρέη η στέγη του οικοδομήματος. Τότε ο Βλάχος δια του σώματος αυτού υπεστήριξε την καταρρέουσαν στέγη μέχρις ότου διεκπεραιώθησαν όλοι οι εγκάρθητοι εις την αυλήν. Επηκολούθησαν  δύο τελευταίαι  ισχυτόταται δονήσεις και το κτίριον της φυλακής  κατέρρευσεν εκ θεμελίων.Ο Βλάχος τότε και οι διασωθέντες εκ βεβαίου θανάτου φυλακισμένοι, ελέυθεροι  πλέον διεσκορπίσθησαν  εις την πόλιν του Ηρακλείου… »

Το αποτέλεσμα της σφοδρότατης αυτής σεισμικής δόνησης ήταν να υποστούν σημαντικές  βλάβες σε ολόκληρη την Κρήτη11.317 σπίτι από τα οποία τα 6.512 κατεστράφησαν ολοσχερώς. Ο  τελειωτικός αριθμός των νεκρών ανέβηκε στους 538 και των τραυματιών   637.

Κι απ΄ούλους  τση Χριστιανούς μία φωνή μόνο βγαίνει,
Την Παναγιά περικαλού μεσίστρια  να γένη
-Ω Παναγία Δέσποινα, κι ούλ ΄ είμεστα παιδιά σου
Κάμε την παρακάλεσι, που πιάνεται ο ριτζάς σου…
( Δημοτικό ποίημα για τον σεισμό του 1856)

ΠΗΓΕΣ:
Ελευθέριος Πλατάκης, Κρητικά Χρονικά ,τόμος Δ΄
Μιχαήλ Βλάχος , ο τελευταίος Χαϊνης με το τραγικό τέλος, Νικόλαος Σταυρινίδης
Λευτέρης Αλεξίου, Νέα Χρονικά, 1948
Ιστορία της Κρήτης, Ιωάννης Μουρέλος, τόμος 3ος,1934
Κρητικά Χρονικά , Στέργιος Σπανάκης, 1960
Χάνδαξ- Ηράκλειον, ιστορικά σημειώματα, Στέφ. Ξανθουδίδης ,1964
To Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000
cretalive.gr
Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, ένθετον πατριδογνωσία 2003,
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Έλλη Αλεξίου...Μια συγγραφέας, μια δασκάλα, μια αγωνίστρια !



Η Έλλη Αλεξίου πλησιάζει σχεδόν έναν αιώνα ζωής (94 ετών) όταν φεύγει από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1988. Γαλήνια και με το χαρακτηριστικό της χιούμορ αντιμετωπίζει το τέλος. «Είναι μια φυσική κατάσταση που δεν πρέπει να με ανησυχεί», λέει σε μια από τις τελευταίες τις συνεντεύξεις. «Γεννήθηκα, μεγάλωσα, πρέπει να πεθάνω. Aν  μου έλεγες ότι θα μείνω αθάνατη θα το έβλεπα σαν παράδοξο φαινόμενο. Nα μείνω αθάνατη να κάνω τι;»

Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1894 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στο Διδασκαλείο Ηρακλείου και για έξι χρόνια υπηρέτησε ως δασκάλα στο Γ' Χριστιανικό Παρθεναγωγείο και στη "Στέγη Μικρών Αδελφών". Το 1920 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά το γάμο της με το Βασίλη ή Βάσο Δασκαλάκη όπως τον αποκαλούσε ή ίδια. Ακολούθησε σπουδές Παιδαγωγικών και Φιλολογίας, όπου και διορίστηκε καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης διδάσκοντας 19 χρόνια. Συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση (ΕΑΜ Λογοτεχνών). Το 1945 μετέβη για σπουδές στη Σορβόννη, απ΄ όπου έλαβε δίπλωμα φωνητικής και γαλλικής, ενώ παράλληλα δίδασκε σε σχολεία της ελληνικής παροικίας αλλά της αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια και δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Από το 1949 μέχρι το 1962 διορίστηκε εκπαιδευτικός σύμβουλος για τα ελληνικά σχολεία των σοσιαλιστικών χωρών. Μετά από αναγκαστική προσφυγιά, λόγω των επανειλημμένων διώξεων που υπέστη από την ανάμιξή της σε προοδευτικά κινήματα, επέστρεψε στην Ελλάδα το 1962. Αργότερα όμως συνελήφθη και το 1965 βρέθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Στη συνέχεια ελευθερώθηκε και μετέβη στη Ρουμανία ως το 1966, οπότε και επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα. Με την επιστροφή της συνελήφθη με βάση βούλευμα εναντίον της που είχε εκδοθεί το 1952, δικάστηκε και απαλλάχθηκε. Έκτοτε και μέχρι το θάνατό της, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1988, αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Τα έργα της διακρίνονται για τον ποιητικό ρεαλισμό του ύφους καθώς και για τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό τους. Ανιψιός της ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ενώ η ίδια ήταν αδελφή της Γαλάτειας Καζαντζάκη, του Ραδάμανθυ Αλεξίου και του Λευτέρη Αλεξίου. Για πολλά χρόνια συζούσε με τον ποιητή Μάρκο Αυγέρη.
Για την Έλλη Αλεξίου έχουν γραφτεί πολλές σελίδες που αφορούν τη ζωή και το συγγραφικό της έργο και ταλέντο. Ανιψιός της επίσης είναι ο Καθηγητής Στυλιανός Αλεξίου, ένας από τους « Σοφούς» Έλληνες όπως τον αποκαλούσαν,  που σε μια πρόσφατη συγγραφική του έκδοση αναφέρει τις δικές του μνήμες από την αγαπημένη του θεία. Γράφει  σχετικά :

*…Τα καλοκαίρια παραθερίζαμε μαζί με τον Βάσο και την Έλλη στο χωριό των παππούδων ν μας, στο Κράσι κάτω από την κορυφή της Σελένας, κοντά στο οροπέδιο Λασιθίου. Μας πήγαιναν αργά αυτοκίνητα, από μισοχαραγμένους δρόμους που περνούσαν μέσα από λιόφυτα και ρεματιές με πικροδάφνες. Από ένα σημείο και μετά μας περίμεναν ζώα και μας ανέβαζαν σιγά σιγά στο χωριό , μέσα από ατ βουνά που μύριζαν από άγρια βότανα….
Το Κράσι, από τον καιρό που παραθέριζαν εκεί όλοι μαζί , ο Καζαντζάκης , ο Βάρναλης, ο Αυγέρης, η Γαλάτεια , η Έλλη, είχε πάρει μια παράξενη αίγλη. Ονόματα που δέσποζαν στην Αθήνα, είχαν γίνει οικεία στους γεμάτους καλοσύνη και εξυπνάδα Κρασανούς. Τους έβλεπαν, παραξενεμένοι λίγο, να τριγυρίζουν χωρίς λόγο στα βουνά, τους άκουγαν με κάποια απορία να συζητούν ώρες, τους έβλεπαν να διαβάζουν πολύ και αν γράφουν, και τους ρωτούσαν με ανησυχία « Αν πιστεύουν κι αυτοί στο Θεό »
…η Έλλη διάβαζε στη μικρή ηρακλειώτικη  συντροφιά των συγγενών και των φίλων, κομμάτια από το βιβλίο που έγραφε: Το τρίτο χριστιανικό παρθεναγωγείο. Μας έλεγε για τα φτωχά κορίτσια του σχολείου όπου είχε διδάξει, με τους άπλυτους ή φαγωμένους από τους ψύλλους λαιμούς, που τους στόλιζαν δυο τρεις γυάλινες χάντρες περασμένες  σ ένα κορδόνι βρώμικο.» Ήταν μωρά πέντε η  έξι χρονών, έγραφε, αφημένα στην τύχη τους, δίχως καμίαν επίβλεψη …Απουσιάζει η Γεωργία και τη ρωτάς γιατί δεν ήρθε χθες. –Δεν ήρθα, γιατί η μάνα μου με είχε κουκουλωμένη στο στρώμα  και μου ΄πλυνε τα ρούχα μου! ».
« Βλέπεις τη Φανή που φορά  μονάχα ένα παπούτσι και γίνεσαι ανήσυχη. Που να το χασε άραγε το άλλο: - Αυτής , κυρία, δεν είναι δικό της το παπούτσι. Σκάλιζε στα σκουπίδια και το βαλε. Και λέει πως το ΄χασε το άλλο, μα λέει ψέματα».
Η νεαρή δασκάλα προσπαθούσε να βοηθήσει, όσο μπορούσε τα πλάσματα αυτά.» Είχα πατέρα βιβλιοπώλη. Είχαμε στο μαγαζί ένα σωρό σπασμένες, ραγισμένες πλάκες  άχρηστες , ένα σωρό σπασμένα κονδύλια  που δεν πουλιούνταν .Κουβάλησα όλα τούτα τα κομμάτια τις πλάκες και τα σπασμένα κονδύλια στο σχολείο, τα φύλαξα στο συρτάρι της έδρας και βόλευα τα παιδιά. Μόνο πως δεν έβλεπες στα χεράκια τους ( κι αν ένα προς ένα γύριζες όλα τα θρανία) ούτε ένα ολόκληρο, σωστό κοντύλι, ούτε μια γερή πλάκα με το ξύλινο κάδρο της, ούτε ένα σφουγγαράκι. Φτύνανε και σβήνανε… Τα ίδια τους τα σύνεργα δεν βοηθούσαν.»
Πηγαίναμε συχνά στον εσπερινό στο μοναστήρι της Κεράς. Ακούγαμε το « Φως ιλαρόν» ενώ ατ χελιδόνια έμπαιναν κι έβγαιναν από τα παράθυρα της παλιάς εκκλησίας. Καθίζαμε στην ταράτσα του μοναστηριού κι ο Κοσμάς ο ηγούμενος μας κερνούσε ρακή και καρπούζι. Ο ήλιος είχε βασιλέψει και βλέπαμε μια ατέλειωτη διαδοχή από κορυφογραμμές γαλάζιες και ρόδινες , πολύ μακριά, ως πέρα στον Ψηλορείτη.
Στα 1940 ο πόλεμος ήρθε, και κράτησε για την  Ελλάδα δέκα χρόνια! Από τους παλιούς φίλους μας στο τέλος άλλοι είχαν σκοτωθεί, άλλοι τουφεκιστεί, άλλοι πεθάνει, άλλοι αυτοκτονήσει, άλλοι είχαν  χαθεί .Οι ανόητες πολιτικές διαμάχες απομάκρυναν και την Έλλη, έξω από την Ελλάδα για πολλά χρόνια. Την ξαναείδα το 1962, όταν γύρισε για την κηδεία της Γαλάτειας. Όλα είχαν περάσει, όσα νομίζαμε πως ήταν αιώνια Βλέπαμε μάλιστα πως είχαν διαρκέσει πολύ λίγο. Όμως η Έλλη ήταν τώρα ακόμη πιο  αγαπητή, πιο όμορφη. Τα γελαστά της μάτια  ήταν τώρα πιο φωτεινά. Είχε γράψει και άλλα βιβλία. Και χιλιάδες νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, τη διάβαζαν και την αγαπούσαν »*


Πηγές  :
Εφημερίδα Ελευθεροτυπία
Εφημερίδα Έθνος
Wikipedia.org
*Αποσπάσματα από το βιβλίο): Κείμενα Φιλίας και Μνήμης, Στυλιανός Αλεξίου,  Εκδ. Δοκιμάκης, 2010

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Μια φορά κι έναν καιρό … μια μαύρη Παρασκευή, 27 του Σεπτέμβρη 1669, στο Μεγάλο Κάστρο…



Της Ελένης Μπετεινάκη

Τούτη τη φορά πήρα το ποδήλατό μου κι ανηφόρισα στα  Tείχη  του Ηρακλείου… 

Λένε πως είναι μοναδικό μνημείο σ΄όλη την  Ευρώπη, που σώζεται ολόκληρο, που «μιλάει», αντέχει και πλάθει ιστορίες  για πράγματα που έγιναν κάποτε και σημάδεψαν για πάντα την ιστορία, τους ανθρώπους, τα κτίρια , τον πολιτισμό της πόλης μας.
 Aν και ο Σεπτέμβρης πήγαινε να τελειώσει, η ζέστη δεν έλεγε να υποχωρήσει . Σουρούπωνε και τα χρώματα τ’  ουρανού ήταν υπέροχα. Εκεί ψηλά μπορούσε κανείς να αγναντεύει όλο το Μεγάλο Κάστρο, τη θάλασσα  και την Ντία απέναντι. Ένα αεράκι φυσούσε κι έφερνε μυρωδιές, αρώματα, θύμησες και εικόνες. Εικόνες μιας πολύπαθης πόλης. Σαν αστραπή ένοιωσα για λίγο το χρόνο να γυρίζει πίσω και χίλια δύο να ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μου σαν ταινία .Όλοι εκείνοι οι κατακτητές , Βυζαντινοί, Άραβες, Γενουάτες, Ενετοί πέρασαν από μπροστά μου.
Τούτοι οι τελευταίοι  εδραιώθηκαν πολλά χρόνια και έγινε το λιοντάρι σύμβολο της πόλης. Άκουγα το βρυχηθμό του σήμερα, άγριο, ανήσυχο πολύ σαν λαβωμένο, θεριό πραγματικά ανήμερο που δεν μπορούσε να επιτεθεί άλλο από τις αμέτρητες πληγές του. Λυπημένο ήταν κι εκείνο, δεν ήθελε  τούτη την καινούργια κατάκτηση, τούτη την καινούργια παράδοση στους νέους « αφέντες». Ένα κάστρο απόρθητο ήταν ο Χάνδακας. Για 22 ολόκληρα χρόνια προσπαθούσαν οι Τούρκοι να τον κάνουν δικό τους και τα κατάφεραν. Νόμισα πως έβλεπα εκείνα τα τελευταία  γαλιόνια να πλέουν στο πέλαγος, πέρα μακριά κοντά στο μικρό ξερονήσι  κι άκουγα τον τελευταίο θρήνο. Ψυχές που αναγκάζονταν να φύγουν για άλλες πατρίδες κουβαλώντας ότι μπορούσαν, αφήνοντας έρημο τούτο το Κάστρο, μόνο του, να υποδεχτεί τη νέα του μοίρα.
Σαν σήμερα πριν  από 345 χρόνια!… έμελλε να ‘ ναι η αποφράδα μέρα που όλα τα κλειδιά της καστρόπολης   δόθηκαν στους Τούρκους, μιας πόλης που ελάχιστα πράγματα είχαν μείνει να δει κάποιος. Ερείπια, βρωμιά, σκουπίδια και λιγοστοί  άνθρωποι που δεν κατάφεραν ή δεν ήθελαν να φύγουν, έμειναν να υποδεχτούν τον Μεγάλο Βεζύρη, τον Αχμέτ Κιοπρουλή με το προσωνύμιο Φεζίλ, δηλαδή Δίκαιος, να μπαίνει θριαμβευτής στην πόλη φάντασμα, στο αλλοτινό κόσμημα των Ενετών και της Μεσόγειου...
Και τότε θυμήθηκα εκείνο το παραμύθι που λέω και στα παιδιά κάθε χρόνο μιας κι εμείς φιλοξενούμαστε πάνω στο τείχος κοντά στην Πύλη του Μόλου κι εκείνη της  Σαμπιονάρα. Μόνο που  τούτη η ιστορία συνέβη στ ΄αλήθεια κάποτε κι όλα τα μάτια ανοίγουν διάπλατα περιμένοντας ν΄ ακούσουν για το φοβερό θεριό που πάλευε χρόνια κάτω από την αυλή μας… 

Μια φορά κι έναν καιρό … μια μαύρη Παρασκευή, 27 του Σεπτέμβρη 1669, στο Μεγάλο Κάστρο, την Candia, τον Χάνδακα, την πόλη που όλοι ήθελαν να έχουν, που της άλλαζαν ονόματα  κι όσες φορές κι αν  κατακτήθηκε, ερήμωσε, πληγώθηκε, κατάφερε να ορθοποδήσει, να αντέξει και να υπάρχει μέχρι σήμερα.
Και μπήκανε οι θύμησες και τα βιβλία στο μυαλό μου …και συνέχισα την βόλτα μου να νοιώσω, να πατήσω τούτα τα μέρη που τόσο πολύ « κτυπήθηκαν » κάποτε… Σαν να μου φάνηκε πως είδα εκείνη την λευκή σημαία στον Προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα… σημάδι ειρήνης μέχρι να τελειώσουν οι διαπραγματεύσεις… κι ύστερα απόλυτη σιωπή και ένα βουβό κλάμα από άρχοντες κι απλούς ανθρώπους….
Κι αφήκαν δίχως άνθρωπον την χώραν σφαλισμένην
κι ουδένα πράγμα ζωντανό μέσα δεν απομένει…

Φωτ: Μπετεινάκη Ελένη
Κοίταξα από την έξω πλευρά των τειχών και μου φάνηκε πως αντίκρυσα, σαν μέσα σε ένα σύννεφο, και ας μην έφτανε μέχρι εκεί, το μάτι, από το τόσο τσιμέντο,  εκείνη την άλλη  πολιτεία την οθωμανική, στη νότια πλευρά, στη Φορτέτσα, με τα πεντακόσια πέτρινα σπίτια,  τα σαράγια και  τα χαμάμ το Inadiye ή Κale-I Cedit ή Νέα Κάντια .Εκεί και το τζαμί του Σουλτάνου Ιμπραχήμ κι άλλα έξι πιο πέρα. Κι άστραφταν τα χρυσομέταξα υφάσματα κι οι μιναρέδες. Υπήρχαν, λένε, 160 χώροι λατρευτικοί στην πόλη και στα άλλα τρία ορμητήρια έξω από τα τείχη του δικού μας Χάνδακα. Και παραπέρα στους λόφους  κι απέξω απ τα δικά του τείχη  εφτά χιλιάδες σπίτια, πέντε σχολειά, και δυο χιλιάδες καταστήματα κι ένα σωρό καφενέδες και χάνια. Και πιο κοντά στο δικό μας το Κάστρο , ένας απέραντος στρατός με σκηνές  και σπίτια εκεί δίπλα στη θάλασσα και πιο πολύς κόσμος εδώ. Λένε πως 3.000 αριθμούσαν τα μαγαζιά τους κατά μήκος δυο μεγάλων δρόμων, που χάραξαν και οδηγούσαν στο απόρθητο κάστρο του Χάνδακα και πάλι σαράγια με χαμάμ και πόρτες από κυπαρισσόξυλα. Μποστάνια και περιβόλια και τριανταφυλλιές που σε μεθούσαν με τ΄ άρωμά τους και  μια τεράστια αγορά ζώων και δημητριακών. Απίστευτη η φασαρία και το παιδομάνι. Άλλες μυρωδιές από τούτη την μεριά, άλλος κόσμος, άλλες συνήθειες και χρώματα ,άλλες φωνές, μιλήματα, έθιμα και τραγούδια. Μια ζωντανή πόλη, παράξενη κι αλλόκοτη. Και συνέχιζαν το σκάψιμο των χαρακωμάτων, των λαγουμιών μόνο που σήμερα κάτι πλανιόταν στον αέρα… Ήταν  σαν να ΄χαν γιορτή . Επιτέλους θα κατάφερναν να μπουν στο Κάστρο , που για χάρη του είχαν απαρνηθεί τα δικά τους σπίτια.  Άλλοι έσκαβαν σαν μέσα σε λαγούμια, άλλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι εδώ κι εκεί, μάζευαν ότι μπορούσαν, δεν ήξεραν τι θα αντίκριζαν, δεν ήξεραν…
Από την μέσα μεριά των τειχών μια απίστευτη ηρεμία. Σχεδόν ψυχή δεν ακουγόταν… τίποτα δεν είχε  μείνει , μόνο ερείπια, πέτρες , σωροί από σκουπίδια και μικροαντικείμενα που …ξεχάστηκαν.
Ήταν μια άσχημη μέρα …

Κάστρο και που΄ν΄οι πύργοι σου και τα καμπαναριά σου…

«…Την Παρασκευή 1 Τζεμαζιέλεβελ του 1080  ( Σεπτεμβρίου 1669),νωρίς το απόγευμα, οι άπιστοι παρέδωσαν στον αντιπρόσωπο του πολυχρονεμένου, τον πορθητή του Χάνδακα , Φεζίλ Αχμετ Πασά τα έξι χιλιάδες εξακόσια έξι κλειδιά από το κάστρο ,τις αποθήκες πολεμοφοδίων, το θησαυροφυλάκιο και τις αποθήκες προμηθειών …».
Έτσι αναφέρει ο Τούρκος Εβλιά Τσελεμπί στην περιγραφή του για την παράδοση της πόλης στους Τούρκους.  Ήταν 27 Σεπτεμβρίου του 1669 . Μια μέρα πριν ύστερα από 465 χρόνια κατοχής και 22 χρόνια πολιορκίας το λάβαρο του Αγίου Μάρκου κατεβαίνει οριστικά από το φρούριο του Χάνδακα .
Γράφει ο Νικόλαος Σταυρινίδης πως τα μεσάνυχτα της 26ης Σεπτεμβρίου του 1669 οι Ενετοί κατέβασαν και τον πελώριο Σταυρό που είχαν στήσει στα 1648 στο πιο ψηλό μέρος του φρουρίου στο Πύργο του Μαρτινέγκο . Ο σταυρός αυτός είχε στηθεί  σε ανάμνηση μιας άλλης μεγάλης νίκης των Ενετών κατά των Τούρκων  πάλι από προδοσία που παραλίγο τότε να πέσει στα χέρια των Τούρκων και ο Χάνδακας. Και παρακάτω συμπληρώνει  πως κατά την παράδοση των 83 κλειδιών των δημοσίων κτιρίων της Πολιτείας και του φρουρίου  μέσα σε ένα ασημένιο πιάτο και πιθανόν και όλων των άλλων που λέει ο Τσελεμπί, ο Κιοπρουλής έριξε 600 δουκάτα μέσα στο καπέλο του Βενετσάνου απεσταλμένου και από 400 για τους δύο συνοδούς του. Την ίδια στιγμή φόρεσε στους δύο συνεργάτες του , Παναγιωτάκη Νικουσίου και Καρακουλάκ Αχμέτ Αγά πολύτιμους μανδύες  για τις υπηρεσίες που προσέφεραν για τους όρους της ειρήνης. Μέσα στους επίσημους που παραβρέθηκαν για την παραλαβή ήταν ο μικρός αδελφός του Κιοπρουλή, Μουσταφάς Μπέης και ο Ανδρέας Μπαρότσης , ο προδότης του Μεγάλου Κάστρου, προφανώς για να εισπράξει το τίμημά του. 

Δάκρυα συγκίνησης και χαράς λένε πως έχυσαν οι επίσημοι πηγαίνοντας να φιλήσουν την άκρα του μανδύα του Κιοπρουλή…

Η τελετή παράδοσης έγινε πάνω στο εξωτερικό προπύργιο του Αγίου Πνεύματος, τον μικρό προμαχώνα δηλαδή του Αγίου Ανδρέα με θέα τη θάλασσα…
Ξέρουμε πως οι Τούρκοι είχαν δώσει σαν περίοδο χάριτος δώδεκα μέρες στους Ενετούς, ή και λίγο παραπάνω αν ο καιρός δεν βοηθούσε,  να μαζέψουν τα υπάρχοντά τους και να φύγουν . Ο Morosini είχε την πρόνοια να μην αφήσει στην πόλη τα αρχεία του « Βασιλείου της Κρήτης ». Σύμφωνα με την συνθήκη που είχε υπογραφεί ,από τις 6 του Σεπτέμβρη, όλα συσκευάστηκαν και φορτώθηκαν σε πέντε πλοία. Τρία από αυτά έφτασαν στον τελικό τους προορισμό, την Βενετία. Πολλά πολύτιμα σκεύη, άμφια, ιερά λείψανα,  εικόνες όπως αυτή της Παναγιάς της Μεσοπαντίτισσας, αλλά  και ξακουστών ζωγράφων ,του Τιντορέτο, του Βερονέζε και άλλων, έφυγαν, αρκετά μακριά, χωρίς επιστροφή. Ακόμα και ο  μεγάλος μπρούτζινος αετός που χρησιμοποιούσαν σαν αναλόγιο στην εκκλησία των Φράγκων του Αγίου Σαλβαδόρου ή Βαλιδέ τζαμί όπως το ονόμασαν αργότερα οι Τούρκοι. Τα περισσότερα σκεύη και  πράγματα μεταφέρθηκαν στα νησιά του Ιονίου από διάφορους ιδιώτες και τις συντεχνίες του Μεγάλου Κάστρου.
Επτακόσια χρόνια κτυπούσε η καρδιά της Χριστιανοσύνης στο Μεγάλο Κάστρο και τώρα οι εκκλησίες θα γίνονταν τζαμιά και παντού θα κτίζονταν  μιναρέδες. Ο μουεζίνης θα ακουγόταν πέντε φορές την ήμερα  και στίχοι από το Κοράνι θα ακούγονταν πια παντού.
Πύλη Σαμπιονάρα
Σαν τέλειωσε η τελετή της παράδοσης των κλειδιών στον Κιοπρουλή, αυτός με τη σειρά του τα έδωσε στον αρχηγό των Γενίτσαρων Αβδουρραχμάν Αγά  με την διαταγή να μην επιτρέψει σε κανέναν άλλον  να μπει μέσα στην πάλη ούτε να ανέβει στα τείχη αν δεν εκκενωθεί τελείως από τους Βενετσιάνους. Το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου φεύγει από τον Χάνδακα και ο τελευταίος Χριστιανός Γερμανός Αξιωματικός ο Χριστόφορος Ντεγκενφέλδ .
Ο Τσελεμπί, πάλι,  γράφει πως έμειναν στο φρούριο δύο Έλληνες παπάδες, μια γυναίκα και οι Εβραίοι και στα απογραφικά κατάστιχα της περιόδου του Κρητικού Πολέμου αναφέρεται πως τελικά στον Χάνδακα παρέμειναν μετά την παράδοση και πλήρωσαν κεφαλικό φόρο δεκατρείς Έλληνες και είκοσι δύο Εβραίοι.
Λίγο αργότερα, μετά από την οριστική εκκένωση της πόλης, ο Κιοπρουλής αποφασίζει να στείλει ιδιόχειρο γράμμα στον Σουλτάνο για την χαρμόσυνη αυτή είδηση της παραλαβής της. Λένε πως η απάντηση  του Σουλτάνου ήταν γραμμένη με χρυσό μελάνι τοποθετημένη μέσα σε μια πολύτιμη θήκη και τα δώρα που στάλθηκαν στον Κιοπρουλή ήταν δύο βαρύτιμα σπαθιά με αδαμαντοκόλλητα θηκάρια, πολλής μεγάλης αξίας και ένα καφτάνι που το φορούσε ο ίδιος . Δεν ξέχασε να στείλει δώρα και στους επτά μπέηδες αντίστοιχα καφτάνια και γούνες.
Ο Κιουπρουλής μόλις τελείωσε η τελετή παράδοσης πήγε να δει την μητέρα του που έμενε στη Φορτέτσα, στο κάστρο του Ινάντιε , την μεγάλη Αισέ  Χανούμ. Με δάκρυα στα μάτια τον αγκάλιασε και τον παρακάλεσε να την αφήσει να  πάει στην Μέκκα μαζί με τον μικρότερο γιό της τον  Μουσταφά Μπέη για να ευχαριστήσουν τον Ύψιστο για την μεγάλη νίκη που τους χάρισε. Στη συνέχεια έγιναν μεγάλες γιορτές που κράτησαν  επτά μερόνυχτα . Η θριαμβευτική είσοδος του Κιοπρουλή στο Μεγάλο Κάστρο γίνεται έξι μέρες μετά στις 4 Οκτωβρίου 1669 με μεγάλη τελετή στην εκκλησία του αγίου Φραγκίσκου που από κείνη την ήμερα κυμάτιζε στο ψηλό κωδωνοστάσιο  της η σημαία της ημισελήνου και η εκκλησία μετονομάστηκε σε Μουσουλμανικό Τέμενος  του Σουλτάνου Μεχμέτ του Δ΄(Χιουνκιάρ Τσαμισί). 
Η Ενετοκρατία στην Κρήτη είχε τελειώσει  μαζί και το τελευταίο οχυρό της Χριστιανοσύνης . Η Καντιγιέ  όπως μετονόμασαν τον Χάνδακα οι Τούρκοι ήταν μια πόλη που χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να ξαναβρεί τους ρυθμούς της. Τα ερείπια που παρέλαβε  ξανάχτισαν χιλιάδες χριστιανικά χέρια με υποχρεωτική εργασία  ώστε  να ξαναγίνει κατοικήσιμη.
Κι όπως λέει ο μεγάλος Ρεθεμνιώτης ποιητής Μαρίνος   Τζάνε Μπουνιαλής:
Ω Κάστρο μου περίδοξο,τάχατες όσοι ζούνε
τάχατες να σαι κλαίσινε και να σ΄ αναζητούνε,
έπρεπε ούλοι οι Καστρινοί μαύρα για να βαστούσι
να κλαίγουσι  καθημερινό κι όχι να τραγουδούσι,
άντρες, γυναίκες και παιδιά και πάσα κορασίδα
να δείχνουν πως εχάσασι τέτοιας λοής πατρίδα.

Συνέχισα την βόλτα μου… Εδώ ψηλά, όλα δείχνουν ένα άλλο πρόσωπο μιας πόλης κουρασμένης και πολύ τσιμεντένιας… «Περπάτησα»  έναν ένα  τους προμαχώνες, τα δρομάκια. Άγιος Ανδρέας, Βηθλεέμ, Μαρτινέγκο. Κι ύστερα προχώρησα, έφτασα μέχρι την Νέα πια Πύλη του Ιησού …Χαμογέλασα από χαρά αυτή τη φορά... Άλλαξαν κι εδώ τα πράγματα. Κατέβηκα κι είδα ξανά την Πύλη του Αγίου Γεωργίου κι έφτασα μέχρι την κάτω μεριά κοντά στη θάλασσα εκεί στην ολοκαίνουργια πια Πύλη Σαμπιονάρα. Κοίταζα τον παραλιακό δρόμο , τα αυτοκίνητα, τα φώτα, τους ανθρώπους που περπατούσαν βιαστικοί στο πεζοδρόμιο. Θέλησα να περάσω απέναντι σε εκείνη την μικρή σφραγισμένη Πύλη που ελάχιστοι προσέχουν και οδηγούσε κι αυτή, κάποτε, μέσα στην πόλη. Ξεχάστηκα κι η δυνατή κόρνα ενός αυτοκινήτου με την απαραίτητη χειρονομία και « Γαλλική διάλεκτο» του οδηγού ,για την απροσεξία μου να περάσω χωρίς να ελέγξω , με επανέφεραν στο σήμερα…
…Η ζωή συνεχίζεται , κανονικά, σκέφτηκα… Ποιος νοιάζεται για θύμησες …
Άλλωστε έχουν περάσει μόνο 345 χρόνια… σαν σήμερα !

ΠΗΓΕΣ:
Ο Κρητικός Πόλεμος, Χρυσούλα Τζομπανάκη , Εκδ. Χρ. Τζομπανάκη, 2008
Ανδρέας Μπαρότσης, ο προδότης του Μεγάλου Κάστρου, Κρητικά Χρονικά , Ηράκλειο
Η τελευταία περίοδος της πολιορκίας του Μ. Κάστρου,Νικ. Σταυρινίδη, 1979
Χάνδακας, η πόλη και τα τείχη, Χρυσούλα Τζομπανάκη, ΕΚΙΜ 1996
Αρχεία Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου
Φωτ. Αρχείο Μηνά Γεωργιάδη
Ο Κρητικός Πόλεμος, Μαρίνου  Ζάνε Μπουνιαλή, εκδ. Αγαθ. Ξηρουχάκη 1908
Οδοιπορικό στην Ελλάδα ( 1668-1671) Εβλιά Τσελεμπί, Εκάτη 2005

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 27 Σεπτεμβρίου 2014 :http://www.cretalive.gr/history/view/h-zwh-sunechizetai-kanonikapoios-noiazetai-gia-thumhses/194110