Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Tα παραμύθια του Σαββάτου...

...Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη*



Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που θες να είναι μόνο παραμύθια. Κι αυτές το ξέρουν πως γεμίζουν την ψυχή  και το μυαλό και δίνουν μια δυνατή σπρωξιά στα σύννεφα και κατεβαίνουν στη γη και κάθονται πάνω σε στέγες, σε ψυχές  και παίρνουν ζωή και τότε  καταλαβαίνεις ποιες είναι  οι αληθινές. Έχουν άρωμα διαφορετικό σαν αγιόκλημα που γεμίζει τις αυλές και τον αέρα τα καλοκαίρια και φέρνουν θύμησες και μνήμες από τα χρόνια τα δύσκολα, τα αλησμόνητα. Και τότε μπλέκονται πιο πολύ οι αλήθειες με τα παραμύθια και τους μύθους κι ένα σωρό αγάλματα, μυθικά τέρατα και ιστορίες ζωντανεύουν και διηγούνται τη ζωή, τα « κρίματα » και τις αλησμόνητες μέρες!
  
Όταν έφυγαν τα αγάλματα, Αγγελική Δαρλάση, εκδ. Μεταίχμιο

Η Αγγελίνα ένα κορίτσι που μιλάει με τα αγάλματα. Ένα κορίτσι που σαν παιχνίδι σχεδόν από την ώρα που γεννήθηκε είχε …τα αγάλματα. Ήταν οι κούκλες , οι φίλοι, η ζωή της ολόκληρη, αφού κι οι δυο γονείς της δούλευαν μέσα στο αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας. Ένα κορίτσι που γεννήθηκε με ένα « καταραμένο » χέρι  και δεν γινόταν εύκολα αποδεκτή από « κανονικούς » ανθρώπους. Κι όμως δεν το έβαλε κάτω ποτέ. Ένα κορίτσι που διαλέγει σαν φίλο του τον Τίκο, ένα αγόρι που επίσης κανείς δεν συμπαθεί γιατί φορεί γυαλιά με πολύ χονδρούς φακούς  κα ιη εξωτερική του εμφάνιση δεν επιτρέπει στους «ίδιους- κανονικούς» ανθρώπους να τον δεχτούν. Οι δυο φίλοι ζουν τη δική τους περιπέτεια ανάμεσα σε μυστικά και βόλτες με έναν κοινό σκοπό και στόχο. Να σωθούν ότι αγαπούν περισσότερο στη ζωή τους, τα αγάλματα, αρχαία και νέα. Και η κοινή τους πορεία διανύεται μέσα στο κλίμα του πολέμου, του φόβου και της αγωνίας τους αύριο. Και θεριεύει η φιλία τους και μαθαίνουν κι οι δύο από τους απλούς ανθρώπους ιστορίες και δράματα που φέρνει ένας πόλεμος, ένας ξεριζωμός , μια προσφυγιά. Κι είναι δεμένη η ζωή τους με κούκλες κι αγάλματα και των γονιών τους όπως της μητέρας της Αγγελίνας , όπως όλων των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν  στην ιστορία.
Κι είναι σαν πολλές ιστορίες να μπλέκονται  και παραμύθια και φωνές μαρμάρινων αγαλμάτων να ανακατεύονται, να νοιώθουν, να υποφέρουν και να σωπαίνουν. Κι είναι κι εκείνο το ένα και μοναδικό άγαλμα της Αγγελίνας, ο πιο καλό της φίλος, ο γίγαντας που χώθηκε βαθιά μέσα στη γη κι  εμείς το μάθαμε από μια φωτογραφία που πάρθηκε εκείνη την μία και μοναδική στιγμή και το κορίτσι του΄ πε τις τελευταίες του λέξεις πριν τον σκεπάσει το χώμα: « Κρύψε καλά τα αστέρια, θλιμμένε γίγαντα, αγέρωχε πρίγκιπά μου. Φύλαξε τα τώρα καλύτερα από ποτέ. Γιατί τώρα πλησιάζει το σκοτάδι. Μόνο όταν ξαναβγείς στο φως τότε…Μόνο τότε να τα δώσεις πίσω στον ουρανό…»
Και εκείνα  τα ακροκεράμα τα σύγχρονα, έγιναν σπουδαία στα μάτια των παιδιών κι έπρεπε να κρυφτούν γιατί θα είχαν μέσα τους, πάνω τους αναμνήσεις και εικόνες μια ζωής που την έζησαν και δεν ήθελαν να ξεχάσουν. Κι ο Τίκο είναι ίσως ο πιο σπουδαίος ήρωας αυτής της ιστορίας που θέλησε να τα σώσει αυτά τα  σύγχρονα αγάλματα και το πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή. Τη ζωή που η Αγγελίνα δεν ξέχασε ποτέ μέσα στο  μικρό τσίγκινο κουτί μπισκότων που ΄ταν κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί. Οι θησαυροί που γεμίζουν την ψυχή και  το μυαλό με θύμισες και πολύτιμες μυρωδιές αλλοτινών χρόνων.
Πάντα με συγκινούσαν οι ιστορίες που βασίζονταν σε αληθινά γεγονότα. Πόσο μάλλον όταν αφορούν  τον τόπο μας και ιδιαίτερα θέματα όπως εκείνα της διαφύλαξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς . Τούτη η ιστορία της Αγγελικής Δαρλάση βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Τούτο το βιβλίο είναι από μόνο του μια πηγή, και ας έχει μυθιστορηματικά στοιχεία, της νεώτερης ιστορίας του τόπου μας. Κρύβει όλο τον φόβο, την αγωνία, την αγάπη απλών καθημερινών ανθρώπων που δεν ζήτησαν ποτέ τα εύσημα να σώσουν ότι πιο πολύτιμο είχε  η Αθήνα εκείνες τις δύσκολες ώρες του 1941 όταν ο πόλεμος είχε ξεσπάσει και από στιγμή σε στιγμή οι Γερμανοί θα την καταλάμβαναν. Στιγμές από το βιβλίο με απόλυτη συγκίνηση για τους άγνωστους ήρωες. Στιγμές που σε κάνουν να ανατρέξεις στην Ιστορία που έχει γραφτεί και να δεις πόσα πολλά πράγματα έγιναν κάτω από τόσες δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες που ίσως και να αγνοούμε. Μια ιστορία για αυτόν τον κόσμο τον μαγικό των αγαλμάτων που πάντα παραμένουν βουβά αλλά δεν σταματούν ποτέ μόνο με την παρουσία τους να μας διδάσκουν. Μια ιστορία τέλος που μας κάνει να αναλογιστούμε συμπεριφορές μας  απέναντι  σε ανθρώπους που ένα φυσικό τους  «ελάττωμα »  δεν μειώνει τη δύναμη της ψυχής, το θάρρος, την αγάπη για την πατρίδα τους, για το ωραίο που δείχνουν το μεγαλείο της ψυχής και του Έλληνα.
Αγγελική, για μια ακόμα φορά μας μιλάς για μια ιστορία πολέμου ή καλύτερα για τους αφανείς ήρωες μιας τραγωδίας  με τόση συγκίνηση και τρυφερότητα.  Υπάρχει η φλόγα της ευθύνης, του χρέους, της πίστης για πράγματα σπουδαία που με κίνδυνο ακόμα και της ίδιας της ζωής, έγιναν. Κι είναι  ύμνος στη φιλία, στην αφοσίωση, στην λαχτάρα για ζωή αυτή η ιστορία. Κι είναι ο Τίκο ένα από τα χιλιάδες θύματα ενός πολέμου άδικου, λες και υπάρχουν δίκαιοι πόλεμοι … Κι είναι ο γρύπας, το σύμβολο της δικής μου πόλη σήμερα, η αιτία για μια μυθοπλασία μοναδική που κρύβει όλο το σπαραγμό της αθλιότητας των ανθρώπων που διαλύουν ζωές ανεξέλεγκτα για το τίποτα. Κι είναι η ζωή της Αγγελίνας, η ζωή που ξαναγεννιέται  μέσα από τις στάχτες της και δίνει την αισιοδοξία της επόμενης μέρας. Γιατί όπως γράφεις σε κάποιο σημείο του βιβλίου :
« Δεν κλείνεις τα μάτια όταν σε κοιτάζουν κατάματα τα αστέρια. Δεν κλείνεις τα αυτιά στη μουσική του κόσμου ».
Ένα βιβλίο τρυφερό, γεμάτο ζωή κι ας έχει μυρωδιές θανάτου. Ένα βιβλίο πολύ συγκινητικό και γεμάτο εικόνες που κάποιοι τις έζησαν στ΄ αλήθεια. Γεμάτο ψυχή, αγάπη , περίσσια δύναμη και μνήμες από ζωές που κατακερματίστηκαν αλλά ύψωσαν και πάλι τα ανάστημα τους. Ένα βιβλίο γεμάτο πηγές και έρευνα, αγάπη για τον πολιτισμό, την πατρίδα και τα ιδανικά. . Ένα βιβλίο για μια ιστορία που αξίζει να μην ξεχαστεί ποτέ!

Κι εδώ το κείμενο του Κώστα Πασχαλίδη για «Τα θαμμένα αγάλματα του πολέμου» που αντλεί τα νήματα της ιστορίας της Αγγελικής Δαρλάση όπως λέει η ίδια στο τέλος του δικού της βιβλίου: http://www.lifo.gr/mag/features/3704
 
Στη σκιά των Κενταύρων, Κώστας  Πούλος, εικ :Σοφία Παπαδοπούλου, εκδ. Μεταίχμιο 

Άλλη μια ιστορία από την μυθολογία μας . Άλλη μια εξομολόγηση ενός μυθικού τέρατος που όλοι γνωρίζουμε πως είχε σώμα ανθρώπου από τη  μέση και πάνω  και αλόγου από την μέση και κάτω. Μια ιστορία διασκευασμένη  ή μάλλον  γραμμένη διαφορετικά με το ύφος και την ματιά του Κώστα Πούλου,  που μας θυμίζει πως το γένος των Κενταύρων αν και η μυθολογία τους κατατάσσει στα τέρατα και στα «κακά» πλάσματα της, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Κι όπως συμβαίνει και στην ζωή σε όλους τους κανόνες υπάρχουν πάντα εξαιρέσεις. Έτσι μαθαίνουμε για την γέννεσή τους, για τους καυγάδες και  τις μάχες τους με τους Λαπίθες, την  Κενταυρομαχία, και την εξορία των μυθικών αυτών πλασμάτων στην Πελοπόννησο. Την ίδια στιγμή ανακαλύπτουμε ξανά πόσους ήρωες βοήθησε, δίδαξε και γαλούχησε ο Χείρωνας, ένας Κένταυρος καλός και σοφός. Αλλά και για τον  Φόλο  που ήταν  φίλος του Ηρακλή και βρήκε τραγικό τέλος από τον ίδιο τον ημίθεο, κατά λάθος. Τέλος κι ο ίδιος  ο Ηρακλής λαβώθηκε θανάσιμα από δώρο Κένταυρου  που του χάρισε η Διηάνειρα χωρίς  να το ξέρει.
Μυθολογία και παραμύθι μπλέκονται πάλι και στόχο έχουν να φωτίσουν, να διδάξουν και να μας θυμίσουν ιστορίες λίγο ξεχασμένες που μιλούν για δύναμη, φόβο, χαρά, αγωνίες και περιπέτειες. Για ραδιουργίες και κατορθώματα θεών , ημίθεων και τεράτων. Για πλάσματα που δεν μας είναι τόσο γνωστά και γίνονται οικεία, κι ίσως και να απομυθοποιούνται σας αποκτούν « ανθρώπινη λαλιά» και διηγούνται  τις περιπέτειές τους. Σαν πλάσματα που νοιώθουν, αδικούνται, ζουν και προσπαθούν να διεκδικήσουν μια θέση στην καρδιά των ανθρώπων και ας είναι …τέρατα. Αξιόλογη και πολύ προσεγμένη η ιστορία του Κώστα Πούλου που ολοκληρώνεται από την πολύ έντονη και ζωντανή εικονογράφηση της Σοφίας Παπαδοπούλου. 

Ένα ακόμη μυθολογικό παραμύθι με εκπαιδευτικές δραστηριότητες που αξίζει να αναζητήσουμε!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιελυτηκε στις 6 Φεβρουαρίου 206 στο :http://www.cretalive.gr/culture

H σχολική ποδιά πηγαίνει στο μουσείο!



Ήταν 6 Φεβρουαρίου 1982…

Κι η  σχολική ποδιά  γίνεται πια έκθεμα για μουσείο!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Τούτη την ιστορία της έχω γράψει ξανά. Την κουβαλώ στη ζωή μου όπως τόσες και τόσες αναμνήσεις από τα χρόνια της δικής μας αθωότητας. Τότε που τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Το σχολείο, οι δάσκαλοι, οι άνθρωποι, τα συστήματα και οι νοοτροπίες. Την θυμάμαι συχνά,γιατί για μας η σχολική ποδιά ήταν ένα σύμβολο. Ήταν μια ολόκληρη εποχή που χάθηκε κι ας μην το καταλαβαίναμε τότε πως ήμασταν μέρος της…ιστορίας. Τότε νοιώσαμε πως κερδίσαμε μια ελευθερία που θα έκανε καλύτερη τη ζωή μας. Οι ιστορικοί και οι μελετητές ξέρουν αν έγινε έτσι . Εγώ απλά αναπολώ τα χρόνια που φύγαν τόσο γρήγορα!
...Ήταν ένα χειμωνιάτικο πρωινό που θα μπορούσε να έμοιαζε με  όλα τα προηγούμενα. Αν και ψιλόβρεχε είχε μια άλλη αίσθηση .Η απόφαση της νέας τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και του Υπουργού Παιδείας Λευτέρη Βερυβάκη, λιτή και σύντομη. Η σχολική ποδιά δεν ήταν πλέον υποχρεωτική.

6 Φεβρουαρίου 1982! Στις ειδήσεις των 9 το προηγούμενο βράδυ η αναγγελία ήταν  πολύ σημαντική. Κάτι σαν να λέμε μια μικρή φράση που ξεκινούσε μια μεγάλη επανάσταση :
 « Από αύριο 6ην Φεβρουαρίου καταργείται η σχολική ποδιά για τις μαθήτριες  στα ελληνικά σχολεία». Θυμάμαι το βλέμμα της μητέρας μου και την έκπληξη  μαζί με απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. « Και  τώρα τι θα κάνουμε, πως θα το καταντήσουνε έτσι το σκολειό !»…Εγώ πάλι δεν τόλμησα να μιλήσω, αλλά ήμουν πολύ, πολύ χαρούμενη. Επιτέλους θα έβαζα ό,τι ήθελα, θα ήμουν « ελεύθερη» να φοράω παντελόνι που τόσο μου άρεσε , θα έβαζα στο σχολείο κι εκείνα τα κυριακάτικα ρούχα που δεν μπορούσα να φορέσω όλη την υπόλοιπη εβδομάδα. Όμως  τη χαρά ακολούθησε η σκέψη πως δεν είχα και πολλές επιλογές… Ποιός νοιαζόταν όμως , κάτι θα έβρισκα!
Παράξενη μέρα είχε ξημερώσει, ένα γλυκό μούδιασμα παντού, ένα αμυδρό χαμόγελο που ήθελε να γίνει πλατύ και να σκάσει ίσαμε την αυλή του σχολείου. Ξύπνησα  πρώτη απ΄ όλους στο σπίτι, νύχτα σχεδόν και άρχισα να ψάχνω την ντουλάπα μου. Κοίταζα, ξανακοίταζα, δύσκολο ν΄ αποφασίσω. Η ώρα περνούσε κι είχα αρχίσει να αγχώνομαι.
Δεν ήξερα τι να βάλω στο σχολείο. Ύστερα από πολύ σκέψη κατέληξα στη στολή της παρέλασης. Ένα άσπρο πουκάμισο και μια μπλε φούστα λίγο κάτω από το γόνατο, αθλητικά παπούτσια πάντα  με άσπρα σοσόνια. Χτένισα τα μαλλιά μου, όχι κοτσίδα σήμερα και κρύφτηκα πίσω από τις γρίλιες του παραθύρου. Το σχολείο ήταν πολύ κοντά στο σπίτι μου κι έτσι θα μπορούσα να τις δω όλες. Ήθελα να δω τι θα φορούσαν οι φίλες μου … κι ας ήταν μόλις 6 η ώρα …ξημερώματα. Είχα έναν φόβο …κάτι με κρατούσε …ήταν αλήθεια  άραγε, δεν θα ξανάβαζα ποτέ ποδιά, ποτέ;
Όσο περίμενα να περάσει ή ώρα σκεπτόμουν τα μούτρα των καθηγητών και του λυκειάρχη μας σαν κτυπούσε το κουδούνι και μαζευόμαστε το πρωί στην αυλή για προσευχή και τη γνωστή « κατήχηση». Σήμερα τι θα μας έλεγε , ποιαν θα κατσάδιαζε γιατί δεν φορούσε την  ποδιά της ;
Κι ή ώρα περνούσε …Και τότε άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα παιδιά. Όσο και να φαίνεται παράξενο η καρδιά μου κτυπούσε πολύ δυνατά και το στομάχι μου είχε σφιχτεί όπως εκείνες τις μέρες που γράφαμε διαγωνίσματα και δεν ήμουν σωστά προετοιμασμένη.
Και να μια δυο μαθήτριες  είχαν έρθει με την ποδιά τους. Μάλλον δεν θα είχαν  τηλεόραση ή δεν θα ήξεραν ακόμα τα νέα. Φοβήθηκα για μια στιγμή, λες, σκέφτηκα μήπως δεν άκουσα καλά, μήπως την πήραν πίσω την απόφαση ; Σε λίγο άρχισαν να καταφθάνουν οι «κολλητές  μου »… Ευτυχώς κι αυτές τη στολή της παρέλασης φορούσαν …ούτε να χαμε συνεννοηθεί ! Ίσιωσα το κορμί και βγήκα έξω από το δωμάτιο μου. Ο πατέρας μου με κοίταξε γεμάτος απορία…
Παρέλαση έχετε σήμερα ; Τι είναι αυτά που φόρεσες;»
Καταργήθηκε η ποδιά, μπαμπά, δεν θυμάσαι χθες βράδυ που το ΄παν στην τηλεόραση;»
Ρεζιλίκια, τι θα κάμουνε ακόμα… !» απάντησε κι έφυγε βιαστικός για το μαγαζί.
Άρχισα να ανηφορίζω προς το σχολειό, κυριολεκτικά τρέμοντας. Στην αυλή δεν άκουγες τίποτε άλλο παρά  αυτή τη συζήτηση. Και τότε εκείνο το πρωινό πάρθηκε η μεγάλη απόφαση. Την επόμενη μέρα όλες μαζί θα φορούσαμε στο σχολείο παντελόνι  κι έτσι δεν θα ξεχώριζε καμιά και δεν θα μπορούσε κανείς να μας βάλει τις φωνές. Έτσι κι έγινε μόνο που οι «συνέπειες» της εποχής ήταν αστείες και  απίστευτες.
Ο πιο αυστηρός καθηγητής δεν ήταν ο λυκειάρχης μας , ήταν εκείνος των μαθηματικών που με τη γνωστή του στάση να περπατά με τα χέρια δεμένα πίσω χαμηλά στην πλάτη του, μπήκε στην τάξη κι άρχισε να εξετάζει όλα τα κορίτσια μία, μία, όρθιες στον πίνακα , με το γνωστό ύφος και βλέμμα που σε έσκιζε στα δύο. Τα αγόρια κοίταζαν απορημένα και αμίλητα. Δεν ακουγόταν παρά μόνο όποιος μιλούσε να πει κάτι σχετικό με την άσκηση.  Φυσικά όλες είχαμε  ένα θεματάκι με τα μαθηματικά και κείνος δεν άντεξε …
Αλίμονο, άρχισε να φωνάζει, που να βρεθεί χρόνος για διάβασμα στο σπίτι , να φορέσετε όμως παντελόνια και να κάνετε τις ωραίες , είχατε χρόνο, σα δε ντρέπεστε…!».
Πέταξε όσο πιο μακριά μπορούσε την κιμωλία που κρατούσε κι έφτασε ίσαμε τον απέναντι τοίχο. Ο θόρυβος που έκανε τούτο δω το τόσο μικρό πραγματάκι σαν έπεφτε στο πάτωμα ήταν σαν να έγραφε η ιστορία με μεγάλα γράμματα στον τοίχο της ψυχής μας δυο λέξεις : «Ελευθερία …επιτέλους!» Ήμουν εγώ εκείνη τη στιγμή δίπλα στον πίνακα, με κατεβασμένο και λίγο λοξά γυρισμένο το κεφάλι κλείνοντας το μάτι στις υπόλοιπες… σαν μια παλιά ελληνική ταινία !
Με αφορμή αυτήν την επέτειο έψαξα στην βαλίτσα του παρελθόντος μου κάτω στην αποθήκη και βρήκα σήμερα το πρωί την τελευταία σκούρα μπλε ποδιά μου μαζί με ένα  τεύχος της « Μανίνας» και  μια άσπρη κορδέλα. Η ποδιά μου, «Τσεκλένης», ήταν με πιέτες και σκούρο μπλε χρώμα… Αμέσως ήρθαν στο νου μου όλα εκείνα τα χρόνια, η αυλή, το σχολείο, οι αγωνίες ,οι συμμαθητές και συμμαθήτριες, οι χαρές και οι λύπες μας. Οι καθηγητές , μαζί κι εκείνος που μού ‘λεγε συχνά πως «… να αρχίσεις να κεντάς, να φτιάχνεις από τώρα την προίκα σου, οι εκθέσεις σου είναι σαν αυτοτελή επεισόδια τρόμου, ούτε απέξω δεν θα δεις την πόρτα του πανεπιστήμιου…».
Μα πάνω απ΄ όλα θυμήθηκα πως όσο κι αν πολεμήθηκε η ποδιά, όσο και αν είπαν πως καλύτερα ήταν που καταργήθηκε γιατί δήλωνε την καταπίεση, την ιδρυματοποίηση και χίλια δυο άλλα κι από την άλλη μεριά αυτοί  που στάθηκαν απέναντι και φώναζαν πως αυτό δεν έπρεπε να συμβεί ,εγώ ένα έχω να πω.
Η σχολική ποδιά ήταν το σύμβολο μιας εποχής αλλιώτικης  που κουβαλούσε άλλες αξίες, άλλα πιστεύω κι άλλες φωνές. Σίγουρα όμως αυτό το μπλε χρώμα σκούρο ή ανοιχτό ήταν δεμένο με τα πιο όμορφα χρόνια της νιότης μας ..!

Έκλεισα τη βαλίτσα …και τις αναμνήσεις μου… άλλη φορά πάλι !

Δημοσιεύτηκε στις 6 Φεβρουαρίου στο:http://www.cretalive.gr/history..mouseio/303889

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Ζητούνται αναγνώστες… στις ιστορίες, τα παραμύθια και τα καλά βιβλία!



Της Ελένης Μπετεινάκη*

Πολυφίλητη, Νίκος Ψιλάκης, εκδ. Καρμάνωρ

Συνήθως γράφω την άποψη μου για παραμύθια και παιδικά βιβλία…

Τούτη τη φορά κάνω μια εξαίρεση γιατί αυτή η ιστορία που έχει πλαστεί με τα καλύτερα υλικά μιας μυθογραφίας θα ΄θελα πάρα πολύ να ήταν μόνο παραμύθι. Και είναι, σε ό,τι αφορά τους ήρωες και την πλοκή της υπόθεσης μα έχει και ρίζες αληθινές  και πληγές του παρελθόντος που ακόμα ίσως και να υπάρχουν και που πονάνε.
Μια εποχή από τις δυσκολότερες που έζησε ποτέ ο Χάνδακας, η  Candia…το Μεγάλο Κάστρο όπως μ΄ αρέσει να αποκαλώ καλύτερα την πόλη μας. Ο μεγάλος και αποκαλούμενος Κρητικός πόλεμος  ξεκίνησε το 1645 και ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβρη του 1669. Μια από τις μακροβιότερες πολιορκίες  πόλεων που έχουν καταγράφει στην Ιστορία και μια περίοδος που για τους Κρητικούς και ιδιαίτερα για τους κατοίκους του Χάνδακα ήταν ότι πιο χειρότερο έζησαν. Ήταν ο μεγάλος τους ξεσηκωμός, η προσφυγιά και η ερήμωση μιας πόλης που γνώρισε τόσα μεγαλεία, τέχνες, πολιτισμό και εμπόριο. 

Πολυφίλητη… λοιπόν. Μοναδική λέξη…  Σκέπτεσαι αμέσως πως σε γυναίκα απευθύνεται, γυναίκα που αγαπήθηκε πολύ, που ίσως και να ήταν ξακουστή. Κι όμως Πολυφίλητη μπορεί  και να΄ναι τούτη η πόλη που πολλοί την αγάπησαν, πολλοί την πόθησαν, την κατάκτησαν και την  πλήγωσαν με το δικό τους τρόπο. Κι όμως εκείνη επιβίωσε, όρθωσε για μια ακόμα φορά το σώμα της, σαν την περήφανη γυναίκα  και μπήκε μπροστά, και πάλεψε και σηκώθηκε κι ας έμενε ώρες, μέρες, χρόνια  στην σιωπή, σαν την Φραντζέσκα, την ηρωίδα του βιβλίου.
 Από τις πρώτες του σελίδες που διαβάζεις νοιώθεις πως τούτη η ιστορία θα΄χει πλανέματα πολλά, θα΄χει μορφές και ήρωες που σαν να τους έχεις συναντήσει κάποια στιγμή σε ένα από τα σοκάκια του Μεγαλόκαστρου. Νοιώθεις πως ζεις μαζί με όλους τους, ανασαίνεις  τον αέρα του μπαρουτιού, της πείνας, του κρύου, της θάλασσας.

Η Φραντζέσκα έζησε δυο φορές την προσφυγιά. Η πρώτη σαν έφυγε από τον ίδιο της τον τόπο εξαιτίας της κοινωνικής κατακραυγής για το νόθο παιδί της. Τότε που διάλεξε να έρθει στη Χώρα, στον Χάνδακα με τις μεγάλες καστρόπορτες που έκλειναν ερμητικά κάθε βράδυ για να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή. Που να ΄ξερε όμως πως τούτο το Κάστρο, αναστέναζε βαριά και θα την έκλεινε μέσα του, σχεδόν στα σπλάχνα του για 22 ολόκληρα χρόνια. Κι ας έφυγε για λίγο, μια μέρα μόνο και πουπάλι επέστρεψε στη μοίρα της! Εκεί,  θα μεγάλωνε μαζί του, μαζί κι ένα μωρό που διάλεξαν παρά την κακή της τύχη να ΄ναι η βυζάστρα του, αφού το δικό της είχε ορίσει η ίδια να έχει άλλη μοίρα. Τούτη η μοίρα όμως της έπαιξε πολλά παιχνίδια κι εκείνη δεν μίλησε ποτέ, μόνο κοίταζε με τα μάτια της ψυχής και της αγάπης, σχεδόν μέχρι το τέλος. Τύχη  ή μοίρα , φυλακή κι Ελευθερία για δυο ζωές που δέθηκαν τόσο και που μαζί τους περπατήσαμε κι εμείς… διαβάζοντας μια απίθανη ιστορία!
Μια ιστορία ή μπορεί και περισσότερες μέσα στην Καστρόπολη τα πιο δύσκολα και παράξενα χρόνια. Μια ιστορία που κρύβει έρευνα πολύ κι ας έχει τόσα « παραμύθια » μέσα της.
Τι να πρωτογράψει κανείς για τούτο το βιβλίο; Γεμάτο είναι με εικόνες, με μνήμες ή θύμησες για πράγματα που δεν έζησε κανένας από μας αλλά που ξέρει πως είναι μέσα του, στο αίμα του, στα χρόνια εκείνα που κάποιοι άλλοι άνθρωποι περπάτησαν στα ίδια χώματα που κι εμείς πατάμε σήμερα. Γράφει όλα όσα έχουν ειπωθεί, όλα όσα φαντάζεται ο καθένας που θέλει να μπορούσε να είχε ζήσει  εκείνο το διάστημα, εκείνες τις μέρες.

Ένα βιβλίο ταξίδι στο χρόνο, ένα ταξίδι στην ιστορία μέσα από ανθρώπους καθημερινούς, που έβλεπαν τον ήλιο σιγά σιγά να χάνεται …το λιοντάρι να μουγκρίζει και την ίδια στιγμή λαβωμένο να λυγίζει, να απομακρύνεται.

Περπάτησα πολύ σαν διάβασα το βιβλίο. Περπάτησα ξανά όλους τους τόπους που περιγράφει. Μέσα και έξω από τα τείχη, πάνω στα τείχη, στις Πύλες, τους δρόμους. Κατηφόρισα πολλές φορές τη Ρούγα Μαϊστρα,  έψαχνα τα μαγαζιά, τους πάγκους, τα γραφτά του Μανέα, τα αποκαΐδια από τις μπομπάρδες, τα χαλάσματα, τη σκόνη, τα ελάχιστα τρόφιμα, τα εργαλεία του χρυσικού, τα πινέλα του Αλέξιου. Άλλες φορές έφτανα μέχρι την Παναγία την Τριμάρτυρη και κάποιες άλλες,  ίσαμε την εκκλησιά του Αγίου Σαλβαδόρου. Κι ύστερα σταματούσα στην άκρη του λιμανιού και έφτανε το μάτι μέχρι τη Ντία. Κι έβλεπα τις βάρκες να ξεμακραίνουν και την Φραντζέσκα, την Εργινούσα, τον Γερώνυμο, τον Αυγουστή,  τον κυρ Λορέντζο να ΄ναι κει. Με μάτια βουρκωμένα, με στόματα αμίλητα, με κορμιά ασάλευτα από  πόνο, ζάλη, ρίζες και ξεριζωμούς.  Όλα ζωντάνεψαν με τούτη τη γραφή, όλα πέρασαν μπροστά από τα ματιά μου, σαν μια καλοδουλεμένη ταινία που έμοιαζε να την έχουμε ζήσει, κάπου, κάποτε…όλοι μας!

Νίκος Ψιλάκης ο συγγραφέας της Πολυφίλητης. Διάλεξε να γράψει  τούτη την τρανή  ιστορία μέσα από την ζωή μιας γυναίκας που έζησε την πίκρα, τον έρωτα, την καταδίκη, την μοναξιά, τη σιωπή, τον πόνο, τη στέρηση και την λύτρωση σε μια πόλη που της έμοιαζε.
Μια ιστορία που απλά είναι συγκλονιστική. Ο τόπος, ο χρόνος, η πλοκή και οι απίθανες περιγραφές σε κάνουν να το διαβάζεις ξανά και ξανά. Μαέστρος του λόγου, της εικόνας, λεξοπλάστης  και τεχνίτης μιας πολύ σπουδαίας γραφής που μας την δωρίζει αγόγγυστα και μας γεμίζει την ψυχή με εικόνες και στιγμές που χωρίς να έχουμε ζήσει, μοιάζει να ΄ναι δικές μας.  Ίσως από τις πιο συγκινητικές, αξιοπρόσεκτες,  και καλογραμμένες μυθιστορίες  που μας έχει δώσει η νεότερη ελληνική πεζογραφία τα  τελευταία χρόνια!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι εκπαιδευτικός

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 8 Φεβρουαρίου 2016 :http://www.cretalive.gr/opinions

Ο Λαχαπού, ένα λιοντάρι πρόσφυγας… ζωντανεύει στα Παραμύθια του Σαββάτου!



Η χώρα Kαμαμπού είναι στη ζούγκλα και ο Λαχαπού είναι ένας κάτοικος της, ένα μικρό λιοντάρι, που ζει και βασιλεύει εκεί, μαζί  με την οικογένεια και τους φίλους του. Την  ειρήνη και την ομορφιά της μικρής αυτής χώρας ζήλεψαν κάποιοι και μια μέρα έσπειραν παντού το κακό. Φωτιά, καπνοί ,θόρυβος πολύς ήταν η αιτία  που αναγκάστηκαν  να φύγουν όλοι τους πολύ μακριά Σαν πόλεμος να ξέσπασε στο μεγάλο δάσος και χάθηκαν όλα τα όμορφα και τα καλά κι αναγκάστηκε η οικογένεια του Λαχαπού που ευτυχώς σώθηκε, να φύγει σαν κυνηγημένοι πρόσφυγες…

Μια ιστορία της Εύας Κασιάρου  για το πρόβλημα της προσφυγιάς, τον φόβο, τον ξεριζωμό, τον ξενιτεμό, την περιπλάνηση, την  πείνα, τη φτώχεια, την συμβίωση και πάνω από όλα την  αποδοχή από τους άλλους και την  επιβεβαίωση.

Ο Λαχαπού από τη ζούγκλα της χώρας Καμαμπού θα ζωντανέψει στα « Παραμύθια του Σαββάτου» στο βιβλιοπωλείο Δοκιμάκης το Σάββατο 6 Φεβρουαρίου στις 12.00 το μεσημέρι ,με αφηγήτρια την Ελένη Μπετεινάκη

Να είστε όλοι εκεί, για ένα παραμύθι τόσο σύγχρονο και τόσο … «γνωστό » πια στις μέρες μας. Τούτο το μικρό λιοντάρι είναι αξιαγάπητο και ίσως προσπαθήσουμε κι μείς να φτιάξουμε μάσκες με την μορφή του…

Μα πάνω απ όλα θα μάθουμε κι εμείς πώς να αγαπάμε τους …διαφορετικούς ανθρώπους, να τους αποδεχόμαστε και να τους σεβόμαστε!

Κούκλα : Το κουμπί και το βελόνι ( δια χειρός Εύης Αλμπαντάκη)