TuneList - Make your site Live

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

«Στα χωράφια περπατά και τη σίκαλη γεννά»… ο Αι Λιάς ο « Τρομερός »



Της Ελένης Μπετεινάκη

Η ρήση αυτή ανήκει στους Σλάβους που τιμούσαν τον Προφήτη Ηλία σαν δικό τους άγιο. Και σαν προστάτη της σοδειάς που την φυλάει από τα πονηρά πνεύματα. Τον σέβονταν γιατί αν θύμωνε τότε η χώρα όλη πλήττονταν στην ξηρασία ή το χαλάζι.

20 Ιουλίου,η μέση του καλοκαιριού, της κάψας, των ώριμων φρούτων, των λιάτικων σταφυλιών, του Αϊ Λιά του βροχερού, του βροντερού, του κεραυνοβόλη και του νεφοκράτορα, του Προφήτη Ηλία των ψηλών κορφών, των ξωκλησιών, του κλεισίματος του κύκλου της φωτιάς που ξεκίνησε με τα Αναστενάρια κορυφώθηκε στις εξαγνιστικές πυρές του Αϊ Γιάννη και κλείνει με τις μεγάλες φωτιές στα ψηλά βουνά. Οι θρύλοι κι οι παραδόσεις θέλουν τον Ηλία, ναύτη, θεό, μάντη, έφορο της βροχής και των ανέμων, Άγιο και Προφήτη.

Λέει μια από τις παραδόσεις πως «…οι βροχές και τα αστροπελέκια απ’ αυτόν γίνονται. Ξαπλώνει στα σύννεφα και κοιμάται, όταν είναι να καλοσυνέψει ο καιρός. Μα όταν είναι για νερό, τρέχει με την άμαξά του στον ουρανό και για αυτό βροντάει ...Όταν βροντάει, είναι που με το πύρινο αμάξι του κυνηγάει τη Λάμια να τη σκοτώσει, για να μην καταστρέψει τα σπαρτά των ανθρώπων. Οι αστραπές που πέφτουνε τότες είναι οι πύρινες σαϊτιές που ρίχνει στη Λάμια ο άγιος…». Λέγανε πάλι πως πάνω στην πύρινη ή πέτρινη άμαξά του ο  Ήλιος ήταν ο τροχός του και ο Γαλαξίας ο δρόμος του. Τον χειμώνα πάλι μετακινιόταν με έλκηθρο. Και η  μέρα που γιόρταζε την έλεγαν « Ημέρα της βροντής » και αυτό γιατί σήμαινε το τέλος του καλοκαιριού για πολλούς λαούς.
Και αν αρχινούσε τις βροντές, τις καταιγίδες και τους κεραυνούς ίσως να προκαλούσε πυρκαγιές. Tον ονόμασαν λοιπόν  « Τρομερό » ή « Ανελέητο».

Η εκκλησία μας πάλι την ημέρα τούτη που ο Ήλιος βρίσκεται στον Αστερισμό του Κυνός όρισε να γιορτάζεται μια από τις πιο φλογερές μορφές της Βίβλου.

Ένας άλλος μύθος λέει πως ο Προφήτης Ηλίας ήταν ναυτικός. Ταξίδευε χρόνια πολλά κι είχε γνωρίσει όλον τον κόσμο από την μια του άκρη ως την άλλη και κάποτε κουράστηκε. Θέλησε τότε να κατοικήσει σ’ ένα μέρος που οι άνθρωποι δεν ήξεραν τίποτα για την θάλασσα. Πήρε λοιπόν ένα κουπί και  άρχισε να πηγαίνει σε διάφορα μέρη. Ρωτούσε όποιους συναντούσε τι ήταν αυτό που κρατούσε. Όσο του απαντούσαν «κουπί» τραβούσε ψηλότερα, μέχρις που έφτασε στην κορυφή ενός βουνού που του απάντησαν πως κρατούσε «ξύλο». Τότε κατάλαβε πως σ' αυτό το μέρος δεν γνώριζαν τίποτα για την θάλασσα κι έτσι ο άγιος έμεινε μόνιμα εκεί. . Μύθος που έχει τις ρίζες του σε εκείνον του Οδυσσέα  που παρακινείται από τον Τειρεσία, σαν σκοτώνει τους μνηστήρες να τραβήξει όσο πιο ψηλά μπορεί και σαν θα φτάσει σε μέρος που δεν γνωρίζουν από καράβια ή κουπί να το μπήξει στη γη και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα.

Πάνω στον Γιούχτα , τούτο το ιερό βουνό,  που στους πρόποδές τους είναι κτισμένες οι Αρχάνες λένε πως υπήρχε ιερός βωμός από τα πανάρχαια χρόνια αφιερωμένος σε μια χθόνια θηλυκή θεότητα, πρόγονο της μινωικής θεάς των φιδιών .Στον βωμό αυτόν μέσα στο Ιερό Κορυφής βρεθήκαν στάχτες και αναθήματα κι αργότερα όταν άλλαξε μορφή η λατρεία  το Ιερό αυτό και σε σύνολο δύο από τις κορυφές του ανθρωπόμορφου βουνού , αφιερώθηκαν στον Προφήτη Ηλία που αγαπήθηκε σαν Άγιος των Βουνών.

Μια τρίτη παράδοση θέλει τον Προφήτη Ηλία να ταυτίζεται με τον Ήλιο. Ηλίας - Ήλιος μια συνήχηση μεταξύ αρχαιότητας και χριστιανισμού. Στην αρχαιότητα ο Ήλιος ταυτιζόταν με τον Δία, που ως θεός των μετεωρολογικών φαινομένων λατρευόταν πάνω στις βουνοκορφές. Επειδή λοιπόν ο Ήλιος, όταν ανατέλλει, φαίνεται να ανεβαίνει λαμπρός από τις κορυφές που φωτίζει πρώτες με τις ακτίνες του, αλλά και επειδή ταυτίστηκε με τον θεό που σηκώνει την κακοκαιρία στη διάρκεια των καταιγίδων, θεωρήθηκε ότι η λατρεία και του αγίου Ηλία θα γινόταν στις κορυφές των βουνών.
Την παραμονή του Αϊ Λιά γινόταν δέηση στον προφήτη γιατί οι ζέστες πια ήταν ανυπόφορες , η λεγόμενη Περπερούνα για να ρίξει μια βροχή να δροσιστούν. Το έθιμο ήθελε να στολίζουν  με πράσινα χόρτα ένα κορίτσι ορφανό που το πήγαιναν στο ποτάμι και έβρεχαν τα ρούχα τους και στη συνέχεια χόρευαν όλοι μαζί και τραγουδούσαν.
…Θέ μου βρέξε μια βροχή, μια βροχή μια σιγανή, μια βροχή καλή βροχή.
Σε πολλά ξωκλήσια επίσης επειδή πίστευαν πως και τούτος ο Προφήτης προστάτευε από αρρώστιες γινόταν περισχοινισμός δηλαδή περιτύλιξη της εκκλησίας με κέρινο νήμα αλλά και του ασθενή ή τύλιγαν το κεφάλι του με στάχυα  και έτσι έφευγε ο πόνος.
Όλοι οι μύθοι και τα έθιμα είναι οργανωμένα γύρω από μια και μόνο παράκληση : « Κι ο Αη Λιας στον ουρανό …για να ρίξει ο Θεός νερό…»

Τούτη τη μέρα πολλά γίνονταν τα παλιά τα χρόνια και πολλά δεν γίνονταν. Πρώτα απ' όλα δεν δούλευαν στα χωράφια τους οι γεωργοί, ούτε στ’ αλώνια, ούτε στους λαχανόκηπους. Είναι γνωστή η ιστορία με το «Βουλισμένο Αλώνι» στον παλιό εθνικό δρόμο Ηρακλείου - Ρεθύμνης με την εντυπωσιακή δολίνη (βαθιά λακκούβα, που σχηματίζεται, κατά κανόνα, από την υπονόμευση του εδάφους σε κάποια σημεία σε περιοχές με ασβεστολιθικά πετρώματα). Λένε πως ένα αλώνι υπήρχε εκεί που σήμερα βρίσκεται το βούλιασμα. Ο ιδιοκτήτης του επέμενε να αλωνίζει την ημέρα του Προφήτη Ηλία ενώ ήξερε πως ήταν πολύ μεγάλη γιορτή και ο άγιος θα θύμωνε. Ξαφνικά η γη υποχώρησε συμπαρασύροντας τον ίδιο, το ζευγάρι του, τα στάχυα και φυσικά το αλώνι...

Τα παρατηρήματα τούτη την μέρα επίσης πολλά. Συνήθιζαν οι άνθρωποι να παρατηρούν το μεσημέρι τον ουρανό, αν ήταν καθαρός ο χειμώνας θα ήταν μαλακός, αν είχε σύννεφα, θα ήταν βαρύς. Οι βοσκοί παρατηρούσαν πως πλάγιαζε ο σκύλος της μάντρας. Αν ήταν γυρισμένος προς τον βορρά είχαν βαρυχειμωνιά ενώ αν ήταν κατά τον νότο ο χειμώνας θα ήταν ελαφρύς. Οι κοπέλες πάλι έβγαιναν στην εξοχή και μάζευαν αγριολούλουδα από σαράντα διαφορετικά είδη, τραγουδώντας. Έπλεκαν στεφάνι και το ‘βαζαν το βράδυ κάτω από το μαξιλάρι τους και έτσι έβλεπαν στον ύπνο τους ποιον άνδρα θα παντρευτούν.

«...Εμείς πάλι περιμέναμε το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, πάνω στο λόφο, στο μικρό εκκλησάκι. Μέρες πριν ετοιμαζόμαστε, είχαμε πολλή δουλειά να κάνομε.

Έπρεπε να κατέβουμε κάτω στον ποταμό, στον Κάτω Μύλο εκεί που ζούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά και φοβόμασταν γιατί είχαμε ακούσει πως έπαιρναν τη λαλιά όσων συναντούσαν. Όμως μόνο εκεί θα βρίσκαμε τα καλάμια που έπρεπε να είναι ξερά, με ρόζους, για να μπορούν εύκολα να χαραχτούν. Τρέχαμε γρήγορα στο μικρό πλυσταριό να ξεκινήσουμε την συναρμολόγηση. Κόβαμε κάθε καλάμι περίπου σαράντα εκατοστά και στην κορυφή του κάναμε δυο τρύπες και περνούσαμε ένα σύρμα που έδενε στρουφιχτά. Λίγο πριν το δέσιμο είχαμε έτοιμα τα πολύχρωμα χαρτιά, διπλωμένα με απίστευτη τέχνη και με προσοχή κόβαμε από την παλιά καρέκλα της μάνας μου αυτήν με το πλαστικό δέσιμο σαν μακαρόνι που ‘χε κόκκινο ή κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα μικρά κομμάτια και τα περνούσαμε στο σύρμα για να ‘χει απόσταση από το χαρτί και να μπορεί να γυρίζει με τον αέρα.

Τέχνη ήθελε κι αυτό το τόσο απλό παιχνίδι, ο «σβούρος», έτσι τον λέγαμε ή «μύλος». Αργότερα η λέξη τούτη χάθηκε και όλοι τον έλεγαν ανεμόμυλο. Ύστερα παίρναμε ένα μεγάλο καλάθι και το γεμίζαμε με όλα όσα είχαμε φτιάξει. Μέρες κρατούσε η «δουλειά», όλα μας τα πρωινά δουλεύαμε και σαν έφτανε η παραμονή του προφήτη Ηλία μιας και ήξερα πια να γράφω και να διαβάζω έφτιαχνα την ταμπέλα. «Σβούρος μικρός, 1 δραχμή - Σβούρος μεγάλος, 2 δραχμές.» Την άλλη μέρα από το ξημέρωμα περιμέναμε τον θείο Μιχάλη να μας βάλει πάνω στο γαϊδούρι και να ανηφορήσουμε για το πανηγύρι. Πουλούσαμε όλη μας την πραμάτεια κι ύστερα η μάννα μας, μας έκοβε μια φλούδα πεπόνι του καθενός γιατί ήταν η μέρα που γιόρταζε τούτο το φρούτο και καθόμασταν πάνω στο φρεσκοασπρισμένο πεζούλι και τρώγαμε χαρούμενοι κοιτάζοντας γύρω μας τα πιο μικρά παιδιά που κρατούσαν τους δικούς μας τους σβούρους και προσπαθούσαν να τα βρουν με τον άνεμο μήπως και γύριζαν. Κι ήταν τα πρόσωπά τους φωτεινά, τα μάτια τους γελούσαν, εμάς όπως έλεγε ο πατέρας μου γελούσαν και τα μουστάκια μας. Θα μουν δεν θα ‘μουν εφτά χρόνων κείνο το καλοκαίρι αλλά εγώ νόμιζα πως ήμουν «μεγάλη» γιατί όταν κάναμε τη μοιρασιά με τον αδελφό μου το μερίδιο μου ήταν πάνω από 20 δραχμές, κι ήταν αρκετό σαν γυρίζαμε πίσω στο χωριό να σταματήσουμε στο περίπτερο και να αγοράσω την αγαπημένη μου «Μανίνα», περιοδικό αποκλειστικά για κορίτσια εκείνη την εποχή... Ήταν 20 Ιουλίου 1973... Την επόμενη χρονιά δεν ανεβήκαμε στο εκκλησάκι, μείναμε με τους σβούρους μας να τους κοιτάμε σαν χαμένοι. Είχε κηρυχτεί η επιστράτευση και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε γιατί είχαν συμβεί όλα αυτά ...

Ναι, έναν χρόνο μετά στις  20 Ιουλίου 1974 …μείναμε με την απορία στο πρόσωπο μας κι ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι γεμάτο με τον κόπο ενός μήνα, με νέα σχέδια και σχήματα. Όλα έτοιμα για το πανηγύρι. Όμως από τα χαράματα η αναστάτωση ήταν απερίγραπτη…Μόνο που δεν ήταν για να φύγουμε για το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία …Ο πατέρας μας είχε φύγει για το παντοπωλείο όπου επικρατούσε μια αλλόκοτη εικόνα. Ουρές οι άνθρωποι, από τις 6.00 το πρωί , γέμιζαν τσάντες με πράγματα. Κι όλοι συζητούσαν με μια φοβερή ανησυχία στα πρόσωπά τους. «Πόλεμος» ήταν η λέξη που ξεχωρίσαμε και ο φόβος μας παρέλυσε τα πόδια. Την ίδια στιγμή μέσα σε πολύ λίγη ώρα άδειαζαν τα ράφια του καταστήματος κι έβλεπα μόνο τους ασβεστωμένους τοίχους…και τότε αντήχησε εκείνο το κουδούνισμα από το τηλέφωνο που όσα  χρόνια και αν περάσουν θα μείνει  πάντα στ αυτιά μου... Σε ελάχιστα λεπτά ο πατέρας έπρεπε να φύγει. Είχε κηρυχθεί γενική επιστράτευση κι έπρεπε να παραδώσει και το φορτηγό μας στον στρατό. Ούτε σκέψη πια για το πανηγύρι…ούτε σκέψη για τίποτα…Δεν ξέραμε , δεν καταλαβαίναμε καλά και κανείς δεν μπορούσε να μας εξηγήσει τι ακριβώς θα γινόταν σε λίγες ώρες ή την επόμενη μέρα. Θυμάμαι σαν να ΄ταν χθες …το φορτηγό σαν έστριψε στην  κατηφόρα και χάθηκε από τα μάτια μου. Καθόμουν στο πεζούλι, μπροστά στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του μαγαζιού και κοίταζα…Κρατούσα έναν από τους σβούρους μου και τον φυσούσα να γυρίσει …κι ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού ήθελε κι εκείνο να βρει το δρόμο του …για όλα όσα συνέβαιναν …και πιο πολύ για τον μπαμπά μου που για πρώτη φορά μας άφηνε μόνους …και όπως έλεγε δεν ήξερε πότε θα μας έβλεπε ξανά…Για μένα ήταν ήδη ένας ήρωας …ανήμερα του Προφήτη Ηλία σαράντα χρόνια πρίν...»*

ΠΗΓΕΣ:

« Τα καλοκαιρινά», Λουκάτος Δ., Αθήνα 1981
«Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας », Μέγας Γ.Α. Αθήνα 1956
«Ο Ήλιος κατά τους δημώδεις μύθους», Πολίτης Ν.Γ. Αθήνα 1975
«Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη» , Νίκος Ψιλάκης, Καρμάνωρ, 2005
*«Λόγια του αέρα», Μπετεινάκη Ελένη Ιδ. Συλλογή διηγημάτων, 2013
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ



Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Τα παραμύθια του Σαββάτου!



…γράφει, προτείνει, παρουσιάζει και σχολιάζει η Ελένη Μπετεινάκη*

Όταν τα μεγάλα γεγονότα γίνονται βιβλίο, οι συνειδήσεις μας αφυπνίζονται περισσότερο. Περιβάλλον, φύση, καταστροφές, διατάραξη της ζωικής αλυσίδας. Πλεκτάνες, κέρδος , δόξα και χρήμα. Καταστάσεις και λέξεις που ακούμε , δυστυχώς, συχνά στις μέρες μας . Αλλά και επιμονή, πείσμα και έντονες φιλίες. Φιλίες που κανείς δεν μπορεί να σταματήσει ή να σβήσει γιατί τα παιδιά σκέφτονται τον κόσμο μας διαφορετικά. Δυο πολύ δυνατά βιβλία για παιδιά και νέους αλλά και για όσους συνεχίζουν να σκέφτονται σαν έφηβοι …


Η λευκή απεργία των ροζ φλαμίνγκο, Βασίλης Παπαθεοδώρου,( εικ. Πέτρος Μπουλούμπασης ), εκδ. Καστανιώτη

Μια γυναίκα, μια παράξενη μορφή,  μια γριά μάγισσα ή μήπως μια νεαρή κοπέλα με καταξάνθα μαλλιά. Μήπως η Φύση η ίδια που λυπάται, υποφέρει ή χαίρεται από τις πράξεις των ανθρώπων. Ένα ολόκληρο οικοσύστημα που βυθίζεται, καταστρέφεται και διαταράσσεται στην όμορφη πόλη - υγροβιότοπο Καμάργκ. Κι όλα αυτά προς χάριν του χρήματος και της δόξας, της εξουσίας και της απληστίας. Όμως η φύση πάντα ακολουθεί  τους δικούς της νόμους, έχει τη δική της φωνή κι είναι αυτή που εκδικείται ή προειδοποιεί όταν οι άνθρωποι υπερβαίνουν τον εαυτό τους. Οι ήρωες της ιστορίας γνωστοί από το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας. Είναι η Λίντσεϋ και ο Πωλ αλλά και τρία παιδιά που οι οικογένειές τους μισιούνται μόνο που εκείνα δεν γνωρίζουν αυτήν την λέξη και κάνουν παρέα κρυφά. Είναι και η απέραντη οικογένεια των χιλιάδες φλαμίνγκο που ζουν κοντά στις αλυκές της πόλης που τρέφονται με γαρίδες και εκεί ανάμεσα στα « βουνά » από αλάτι, γεννούν το ένα και μοναδικό αυγό τους. Κι όταν οι αλυκές θα πάψουν να υπάρχουν γιατί έτσι αποφάσισαν οι άνθρωποι του κέρδους  και φτιάχνουν ένα ξενοδοχείο το « Καμάρι της Καμάργκ » ολόκληρο το οικοσύστημα θα καταστραφεί. Οι απλοί πολίτες θα χάσουν τις δουλείες τους και θα γεμίσουν με υποσχέσεις και ψεύτικα λόγια. Μέσα σε λίγες μόνο μέρες τα φλαμίνγκο θα μετοικήσουν και η πανέμορφη μικρή πόλη θα γεμίσει νυχτερίδες, κουνούπια, ποντίκια, φίδια και …στρατιώτες με όπλα. Όλα θα ερημώσουν, φόβος και πανικός παντού. Και φυσικά οι αρρώστιες θα κάνουν την εμφάνισή τους. Η «παράξενη » γυναίκα που θα φορτωθεί όλα τα « κρίματα » των ανθρώπων και θα κινδυνέψει να αφανιστεί, θα δώσει τη δική της ερμηνεία και συμβουλή  για τη λύση του τεράστιου προβλήματος που ξεπήδησε στην πάλαι ποτέ ειρηνική και όμορφη μικρή πόλη. Μια φράση που θα ακούσουν μόνο τα παιδιά…

Αγωνία στο έπακρο, πλεκτάνες, μυστήριο και δυνατές σχέσεις, σχέσεις φιλίας και συνεργασίας σε ένα πολύ δυνατό βιβλίο για παιδιά και μεγάλους. Μια αφήγηση μοναδική και μια ιστορία όπως όλες του Βασίλη Παπαθεοδώρου που συγκινεί, δίνει τροφή για σκέψη και προβληματισμό αλλά και τέρπει την ψυχή σαν αφήνεις τον εαυτό σου στην απόλαυση της ανάγνωσης.
 « Πουτ Πουτ Πουτ »…τρεις λέξεις, ένα ροζ φλαμίνγκο, μια οικοιστορία σαν σενάριο μιας ταινίας που θα μπορούσε να είναι ένα από τα πιο δυνατά θρίλερ…Συγκλονιστικό!

Αμίλητη Αγάπη, Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου (εικ. Κατερίνα Χοδουλού), εκδ. Πατάκης

Μια αχώριστη παρέα τριών παιδιών. Εφηβικοί έρωτες και παντοτινές φιλίες. Η ζωή στα μαθητικά χρόνια με όλα της τα προβλήματα, τις αγωνίες αλλά και τις χαρές. Μια ιστορία που εξελίσσεται στον σύγχρονο κόσμο με πρωταγωνιστή τον Θέμη, έναν πανέξυπνο νέο που όμως η ζωή το θέλησε να ζει πάνω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι. Αυτό δεν θα τον εμποδίσει να εξελιχθεί και να ζει μια απόλυτα φυσιολογική κατάσταση, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του. Θα βοηθήσει πολύ σε ακραίες καταστάσεις που συχνά, δυστυχώς, συναντούμε στα σημερινά σχολεία. Καταστάσεις βίαιες απέναντι σε πιο αδύναμα παιδιά, τη λεγόμενη σχολική βία, τον αποκλεισμό  και τον ρατσισμό. Θα δώσει προτάσεις και λύσεις και ο ίδιος θα καταφέρει πράγματα που ίσως να μην έκαναν παιδιά που δεν είχαν το δικό του κινητικό πρόβλημα.
Βιβλίο άρρηκτα δεμένο με την εφηβική φιλία αλλά και με τον έρωτα. Τον  έρωτα που φοβάται να φανερωθεί σ αυτήν την ηλικία , μήπως και υπάρχει απόρριψη αλλά που σαν « ειπωθεί» γίνεται ακόμα δυνατότερος και συχνά παντοτινός. Ο Θέμης , η Όλγα, η Ειρήνη, ο Γρηγόρης και οι τρεις « Νταήδες» συνθέτουν ένα υπέροχο νεανικό μυθιστόρημα κατάλληλο για εφήβους και μεγάλους, ύμνο στην φιλία, στον έρωτα και στην αντιμετώπιση δυσκολιών. Γραμμένο με μαεστρία και πλοκή τέτοια που μόνο οι πολύ μεγάλοι συγγραφείς ξέρουν. Κι εμείς ξέρουμε επίσης πόσο πιο δύσκολο είναι να γράφει κανείς βιβλία για παιδιά και νέους .
 Γιατί όπως πολύ όμορφα λέει  η κ. Λότη στο βιβλίο της :
« Τα παιδιά τις νοιώθουν τις λέξεις. Είναι απαλές ; Σκληρές; Στρογγυλές; Αιχμηρές; Τα παιδιά τις γεύονται τις λέξεις. Είναι γλυκές; Αλμυρές; Ξινές; Πικρές; Τα παιδιά τις μυρίζουν τις λέξεις. Οι λέξεις είναι η γύγη στ΄άνθη των πραγμάτων… Μπόρις Νόβακ».

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 19 Ιουλίου 2014  : http://www.cretalive.gr/culture/view/ta-paramuthia-tou-sabbatou34/179713

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

17 και 18 Ιούλιου 1821 … Η μάχη στο Ασκύφου!


H επανάσταση του 1821 είχε όπως ήταν φυσικό και την αντίστοιχη κινητοποίηση και στο νησί της Κρήτης . Κατόπιν σφοδρών μαχών και απαγχονισμών στο Μεγάλο Κάστρο και σε άλλες πολιτείες του νησιού κατά τον μήνα Ιούνιο, στους επόμενους δύο μήνες (Ιούλιο-Αύγουστο του ίδιου έτους) οι Τούρκοι οργάνωσαν και διεξήγαγαν τρείς στρατιωτικές εκστρατείες εναντίον των εμπολέμων Ελλήνων Κρητών. Και οι τρεις εκστρατείες των Τούρκων απέτυχαν να καταστείλουν την εξέγερση των ραγιάδων της Μεγαλονήσου. Ήξεραν πως η περιοχή των Σφακιών ήταν η πιο δύσβατη και η πιο δύσκολη στην κατάκτηση και πολιορκία της.
Ένα έγγραφο που σώζεται  από τα Σφακιά κι από εκείνη την περίοδο και γράφει στην Ιστορία του ο Θεοχάρης Δετοράκης μας δίνει απίστευτες  πληροφορίες για το μέγεθος των βιαιοπραγιών  : «…μας ήλθαν τόσα και τόσα κακά  στη δυστυχία από τους άθεους και άπιστους Αγαρινούς, τους εχθρούς μας, εις όλον το γένος μας, εις την άθλιαν Κρήτην όμως εγίνη πολύ κακόν εις τους Χριστιανούς βάζοντας αρχή από τους αρχιερείς και τους ιερείς, μοναχούς και λαϊκούς και αφάνησαν και εφόνευσαν όλους. Ηγουμένους των ιερών μοναστηρίων, ιερείς και μοναχούς και καθεξής όσους ηύραν άλλους εδιχοτόμησαν, άλλους από δύσβατους και εγκρεμνώδεις τόπους κατακρήμνησαν, τας ωραίας γυναίκας εκράτηξαν δια κακήν των επιθυμίαν, τα από μασθούς βρέθη εδιχοτόμουν, τα από εξ και επτά χρονών παιδιά τα ετούρκιζαν οι επάρατοι, φωτιά εις τας εκκλησίας… και άλλα τινά ανόσια έπραττον οι ανοσιουργοί βάρβαροι…».
Μια πρώτη εισβολή και συντριβή των Τούρκων στα Σφακιά γίνεται στις 14 Ιουλίου του 1821 . Ένας ολόκληρος στρατός Στρατός 12000 ανδρών, 8000 από το Ηράκλειο και 4000 από το Ρέθυμνο κατευθύνεται προς τα Σφακιά, και  διανυκτερεύουν  στα Αγκουσελιανά.
Πρωτοπαλλήκαρα και καπεταναίοι  στην πρώτη γραμμή. Ο Πωλογεωργάκης με λίγους άνδρες στις τοποθεσίες Αμυγδαλόπορο και Ασπροκεφάλι δίνει τις μάχες του όμως οι εχθροί είναι πολλοί και στην προσπάθεια του να ανακόψει την πορεία τους λίγο έλειψε να κυκλωθεί.
Στις 15 Ιουλίου οι Τούρκοι μπαίνουν στον Καλλικράτη χωρίς μάχη, οι αγωνιστές προσπαθούν να κρύψουν τις οικογένειες τους στις σπηλιές και το Μεγάλο φαράγγι.
Ο Καλλικράτης ερειπώνεται την επόμενη μέρα.
Στις 16 Ιουλίου δίδεται μάχη στη θέση Τυροκλάστη οι εχθροί χάνουν αρκετούς άνδρες αλλά και οι Σφακιανοί χάνουν τον ικανό πεντακοσίαρχο  Κωστόπουλο και τρεις μαχητές. Το χωριό  Ασφένδου παραδίδεται στις φλόγες.
Και πλέον την 17η Ιουλίου οι Τούρκοι έχουν φτάσει στο Ασκύφου. Εκεί  οι  καπετάνιοι Μανουσέλης, Δεληγιαννάκης, Μανουσογιαννάκης, Βουρδουμπάς, Πωλογεωργάκης και Πρωτοπαπαδάκης με σύνολο ανδρών γύρω στους 700 χτυπούνε τους εχθρούς από την μεριά της Στραβοράχης. Η μάχη κρατεί και την επόμενη μέρα 18 του Ιούλη. Το τέλος της θα βρει τους Τούρκους να φεύγουν έντρομοι από την μεριά του Κατρέ.  ΟΙ σκοτωμένοι τούρκοι ανέρχονταν σε 960 ψυχές. Στο μεταξύ είχε καταφθάσει και ο Τσελεπής δίνοντας τους το τελειωτικό χτύπημα. Ο Παπαδοπετράκης λέει ότι πήγε στο Κατρέ μετά 13 χρόνια και ακόμα τότε έβλεπε οστά  των εχθρών.
Η μάχη αυτή εκτός του ηθικού μέρους της, άφησε κατά τις εκτιμήσεις του Πρακτικίδη λάφυρα 500.000 γροσίων αφού για να σωθούν παρατούσαν όλες τις αποσκευές τους.
Οι μάχες συνεχίστηκαν καθ όλη τη διάρκεια του θέρους στα Κεραμειά, στον Αποκόρωνα και στη Μαλάξα. Οι αγάδες των χωριών αναγκάζονταν να ζητούν καταφύγιο στο φρούριο των Χανίων με συνθήκες άθλιες λόγω έλλειψης τροφίμων και εφοδίων… Η επανάσταση σ ολόκληρη την Κρήτη κράτησε δέκα χρόνια και ήταν φυσικό εξαιτίας και της ιδιαιτερότητας του εδάφους, ψηλά και δύσβατα βουνά αλλά και της γενναιότητας  των κατοίκων της…

Συνεχίζεται…
ΠΗΓΕΣ:
Ιστορία της Κρήτης, Θεοχάρης Δετοράκης, 1990
e.skakia.gr
wordpress.gr
http://zhtunteanagnostes.blogspot.gr/
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Επτά Μπαλτάδες ...και το κονάκι του Σαμή Μπέη που…ακόμα «ζει …!»



Της Ελένης Μπετεινάκη

Φωτ: Χρυσούλα Τζομπανάκη( Σαμή Μπέη Κονάκι)
Μια μεγάλη συνοικία,  ένα  ξεχωριστό κομμάτι  του Ηρακλείου με ένα όνομα που έχει ξεχαστεί… Ξεκινούσε από την σημερινή Πλατεία Ελευθερίας και προχωρούσε στις:  Δούκος Μποφώρ, Eπιμενίδου, Μαλικούτη ,Ιδομενέως , Πασιφάης … Επτά Μπαλτάδες… Όμορφα σπίτια, όμορφοι κήποι κι όλα σε μια στιγμή ισοπεδωμένα σχεδόν από τον μεγάλο σεισμό. Βυζαντινό τείχος, πύλες, μακάσια, μάχες, πολιορκίες , πειρατές , ενετοί, Τούρκοι… Το Χουγκιάρ Τζαμισί ή ο Ναός του Αγίου Φραγκίσκου το σημερινό αρχαιολογικό Μουσείο κι εκείνο το κονάκι του Σαμή Μπέη. Ένα τούρκικο σπίτι  με τις δικές του ιστορίες όπως όλα τα κτίρια που ερειπωμένα πια, εγκαταλελειμμένα στο χρόνο, ετοιμόρροπα στέκουν επικίνδυνα συχνά για να μας θυμίζουν όλα εκείνα τα χρόνια που δεν τα ζήσαμε αλλά που πάντα  παρά τις δυσκολίες θα γοητεύουν. Είναι τούτη η γειτονιά Αριάδνης και Πασιφάης γωνία που από το 1895 διέμενε  η οικογένεια  του Παναγιώτη και της Μαρίας Αλεπουδέλη και εκεί που στα 1911 γεννήθηκε  ο ένας από τους γιούς τους, ο Οδυσσέας Ελύτης.
Σαμή Μπέη Κονάκι Ιούλιος 2014 ( Μπετεινάκη Ελένη)
Ήταν μια πλούσια συνοικία μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα. Λουλούδια κι αυλές γεμάτη, μυρωδιές και χρώματα. Παράξενο όνομα για γειτονιά κι η ιστορία λέει πως οι Επτά Μπαλτάδες ή Πέλεκες, τους τοποθέτησαν οι Τούρκοι στο ανατολικό μέρος του τείχους και ήταν σημεία των Επτά Ορτάδων ή Ταγμάτων που σκοτώθηκαν κατά τις εφόδους την περίοδο της πολιορκίας του Μεγάλου Κάστρου. Όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι Πέλεκες αυτοί ήταν εκεί , σήμερα δεν υπάρχουν πια,  σώζονται  τέσσερεις που εκτίθενται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης.
και χρώματα.

Γράφει ο Μανόλης Δερμιτζάκης στο «Παλιό Κάστρο »: «…Στα σοκάκια ετούτου του μαχαλά από την γωνιά του Κουργιαλίδη ως τους 7 Μπαλτάδες έστεκαν τα μεγάλα κονάκια με τα καφασωτά κιόσκια των Τούρκων Μπεΐδων και Αγάδων μαζί με τα μεγαλόσπιτα των φανίσημων Χριστιανοκαστρινών. Ανάμεσα στα σοκάκια ετούτα ήτανε και δύο προξενεία: Το Γαλλικό με πρόξενο τον Ρόζενμπουχ με το κοκκινωπό του γενάκι στο πηγούνι, μεγαλέμπορα στο Βεζύρ Τσαρσί, και το Ιταλικό με πρόξενο τον Ιταλό Κόρπι που ήταν και καθηγητής στο Καστρινό Γυμνάσιο παραδίδοντας εκείνο τον καιρό το μάθημα της Γαλλικής αν δεν κάνω λάθος. Το κάτω μέρος όλων των σοκακιών ετούτου του μαχαλά έφτανε εις το Μικρό Λιμάνι έχοντας πίσω τους το Εγγλέζικο τηλεγραφείο και τη Φραγκοεκκλησιά…».

Εδώ βρισκόταν και το ονομαστό λατινικό μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου, στην θέση του σημερινού Αρχαιολογικού Μουσείου, που στη διάρκεια των αιώνων μετατράπηκε σε στρατώνες και αποθήκες. Το λέγανε και  Χουγκιάρ - Τζαμισί, και ο Ιωάννης Κονδυλάκης γράφει για αυτό : «…εσώζοντο μέχρι προ ολίγων ετών τα μεγαλοπρεπή ερείπια. Το τζαμίον τούτο ήτο ο περίφημος μητροπολιτικός ναός των Δυτικών, όστις ήτο συγχρόνως και μονή των Φραγκισκανών ης υπήρξε τρόφιμος ο Κρής πάπας Αλέξανδρος Εʼ. Αναφέρεται δε ότι εις τον ναόν τούτον επετρέπετο εις τον ορθόδοξον κλήρον να ιερουργή άπαξ του έτους, αλλά τούτο δεν φαίνεται πιθανόν. Τα ερείπια εξηφανίσθησαν, των λίθων και των μαρμάρων χρησιμοποιηθέντων εις άλλας οικοδομάς, και μόνον η λαϊκή παράδοσις αναφέρει ακόμη οτι “εκεί ήτο μια εκκλησιά με εκατό μιά πόρταις”…».

Το κονάκι του Σαμή Μπέη στην σημερινή Ιδομενέως στο νούμερο 17, ονομαστό. Κτίσμα της βαλκανικής αρχιτεκτονικής, γράφει η Χρυσούλα Τζομπανάκη .Ήταν κτισμένο σε μεγάλο διαμπερές οικόπεδο με το σύστημα πτερυγίων. Είχε αυλές , πηγάδι, χαμάμ και ήταν λιθόκτιστο και φυσικά όπως όλα τα οθωμανικά κτίσματα με ψηλό μεγάλο πετρόχτιστο αυλόγυρο, πράγμα που φαίνεται ακόμα και σήμερα.

Φωτ: Ελένη Μπετεινάκη ( Ιούλιος2014)
«…Η γειτονιά μας λεγόταν « Εφτά Μπαλτάδες… Απέναντι ακριβώς στην πόρτα μας υψωνόταν του Σαμή Μπέη το κονάκι. Πανύψηλοι τοίχοι το κυκλώνανε ένα γύρω και λίγο πιο κάτω από τη μεγάλη πόρτα του κονακιού υπήρχε ένα μικρό πορτάκι από όπου έμπαιναν και έβγαιναν οι υπηρέτριες του Μπέη και ένας φοβερός την θέαν Αράπης, που φορούσε ένα μικρό μάλλινο σκουφάκι στην κορφή του σγουρόμαλλου κεφαλιού του. Αν καμιά φορά τύχαινε να αντικρουστούμε μας γελούσε καλόκαρδα και άφηνε να φαίνεται ανάμεσα στα δύο του χείλια ένα απαίσιο μονάκριβο κατακίτρινο δόντι… Η μητέρα μου μας έστελνε από τη μεγάλη πόρτα του κονακιού. Μας άνοιγε μια όμορφη νεαρή δούλα με ξέσκεπο το γλυκό της πρόσωπο και αμέσως αντικρίζαμε ένα πελώριο τετράγωνο φωτεινό διάδρομο που στη μέση του είχε μια μαρμάρινη άσπρη σκάλα που φαινόταν να οδηγούσε στα πάνω πατώματα. Αριστερά είχε ένα άνοιγμα από όπου φαινόταν ένας απέραντος κήπος με σιντριβάνια και δεξιά μια πολύχρωμη τζαμαρία οδηγούσε στο ισόγειο του σπιτιού. Η δούλα προπορευόταν χτυπώντας τα μικρά της ξύλινα τσόκαρα και μεις καταχαρούμενοι, μα και με πολύ περιέργεια, την ακολουθούσαμε κρατώντας ο  ένας τον άλλο από το χεράκι. Μας έμπαζε σε μια πελώρια σάλα που είχε γύρω γύρω παράθυρα και σύντοιχα στα παράθυρα καναπέδες ατελείωτους με μαξιλάρες και μαξιλαράκια που έλαμπαν στα λευκά και κολλαρισμένα. Στη  μέση του καταφώτεινου αυτού σαλονιού ήταν μια στρογγυλή μαρμάρινη γούρνα γεμάτη νερό που μέσα του κολυμπούσαν χρυσόψαρα …Μετά μας έβγαζε στο θαυμαστό κήπο του σπιτιού που ήταν γεμάτος τριαντάφυλλα και γιασεμιά, μανόλιες και ιβίσκους. Τρία ψηλά σιντριβάνια πετούσαν ψηλά το νερό και ύγραιναν τους βασιλικούς και τις φτέρες που ήσαν γύρω – τριγύρω σε γλάστρες βαμμένες με κόκκινο ζωηρό χρώμα ..» ( Μαρίκα Φρέρη)

Σήμερα στέκει μοναχό, ετοιμόρροπο, εγκαταλελειμμένο από ανθρώπους και πολιτεία. Το κοιτάς και σκέφτεσαι την ιστορία του, την πάλαι ποτέ ζωντάνια του, νοιώθεις πως ακόμα μπορεί και να μυρίζουν τα τριαντάφυλλα. Είδα ένα ποντίκι χθες βράδυ…Τρέχοντας, προσπαθούσε να περάσει την μεγάλη ξύλινη πόρτα στο Νο 17… Χαμογέλασα, σκέφτηκα πως τόσοι άνθρωποι χάνονται, τόσες ιστορίες ξεχνιούνται και τούτες οι πέτρες κάποια στιγμή προς όφελος κάποιου άλλου κτιρίου, δρόμου ή παρκινγκ  θα γίνουν και πάλι μια άμορφη μάζα …Μια ακόμη θύμηση  που υπάρχει σήμερα και μιλάει για τούτη την γειτονιά είναι μια ξύλινη πινακίδα που τοποθετήθηκε, προφανώς από κάποιον ιδιώτη και λέει : 

Φωτ: Ελένη Μπετεινάκη ( Ιούλιος 2014)
Εφτά Μπαλτάδες, ονομασία περιοχής. Η ονομασία προήλθε από το ισχυρότερο φρούριο της ανατολικής Μεσογείου που άντεξε στην πιο παρατεταμένη πολιορκία που αναφέρει η παγκόσμια ιστορία 22 χρόνια! Τα εφτά γιανιτσαρικά τάγματα που πήραν μέρος στις μάχες έστησαν επάνω και δυτικά από τον  προμαχώνα τα σύμβολά τους, τους περίφημους Εφτά Μπαλτάδες…
΄Αλλοι καιροί… πολλές θύμησες …
Η βόλτα συνεχίζεται στα κονάκια του Μεγάλου Κάστρου, ίσαμε την άλλη φορά …  



Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr  στις 12 Ιουλίου 2014  :http://www.cretalive.gr/history/view/epta-mpaltades-...kai-to-konaki-tou-samh-mpeh-pouakoma-zei/178446

ΠΗΓΕΣ:
Χωρογραφία της Κρήτης, Ζαχαρία Πρακτικίδη, ΤΕΕΚ, 1983
Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο, Μανόλης Δερμιτζάκης, εκδ.Δοκιμάκης, 2008
Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου
Άγνωστες γωνιές στο Δήμο Ηρακλείου www.facebook.com/pages
history.heraklion.gr
Το Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000
Το Κάστρο μας, Μαρίκα Φρέρη, 1979
Χάνδαξ – Ηράκλειο, Ιστορικά σημειώματα Στεφ. Ξανθουδίδου, 1927