Το παραμύθι της βροχής

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Κάποτε στο Ηράκλειο ήταν μια Πλαθιά Στράτα ...



 (επιμέλεια κειμένων :Ελένη Μπετεινάκη)
Ήταν κάποτε ένας  φαρδύς και  μακρύς δρόμος, η Πλαθιά Στράτα,  που έσφυζε από ζωή από εκείνα τα  χρόνια τα παλιά των Τούρκων και πιο παλιά, στων Ενετών ακόμα. Λίγο πριν ξημερώσει άρχιζε η  κίνηση που σταματούσε αργά το βράδυ. Όλα ήταν  εδώ , τα τσαγκαριά, τα τερζίδικα, τα γιαμαλίδικα, τα μπακάλικα, τα μπαρμπεριά, τα παπουτσίδικα, τα παπλωματάδικα, τα χρυσοχοεία, τα ντουκιάνια, τα μαγέρικα, τα καφενεία, τα χάνια. Μα μήπως έτσι δεν είναι και σήμερα; Μόνο που τώρα έχει και αυτοκίνητα, κίνηση, φασαρία και καυσαέρια  στον πιο πλατύ δρόμο που ονομάζεται πια  λεωφόρος Ανδρέα και Μαρίας Καλοκαιρινού…

Κάπως έτσι την περιγράφει κι ο Νίκος Καζαντζάκης στον Καπετάν Μιχάλη :
"…Η Πλατιά Στράτα (η Πλαταία Στράτα των Βενετών) ήταν μια από τις δύο βασιλόφλεβες του μεγαλόκαστρου. Ξεκινούσε από των Χανιών την Πόρτα δυτικά και έφτανε στου Λαζαρέτου την Πόρτα, όπου ήταν η μεγάλη πλατεία, οι Τρεις Καμάρες και ο μπαξές του Πασά, ένα ξύλινο κιόσκι μέσα σε μια τούφα κατασκόνιστα δέντρα, όπου κάθε Παρασκευή έπαιζαν οι νιζάμηδες μουσική. Η άλλη βασιλόφλεβα έκοβε σταυρωτά την πρώτη, κινούσε από την Καινούρια Πόρτα κατά νότου και κατέβαινε ως το λιμάνι. Στη σταύρωση ήταν το Μεϊντάνι, η καρδιά της πολιτείας. Στην Πλατιά Στράτα βρίσκονταν τα στιβανάδικα, τα γυαλάδικα, τα εμπορικά, οι ρωμαίικοι καφενέδες, οι σπετσαρίες. Τα μαγαζιά κολλητά το ένα στο άλλο έπιαναν ψιλή κουβέντα, οι νοικοκύρηδες, καλφάδες και παραγιοί έκαναν χωρατάδες, πείραζε ο ένας τον άλλον, κουτσομπόλευαν και σκούσαν στα γέλια. Κάθε σαββατόβραδο το κέφι κόρωνε".

Ο Μανόλης Δερμιτζάκης, ο « Μπαρμπέρης ποιητής», όπως τον ονόμασε ο αείμνηστος Μανώλης Καρέλλης είχε το μπαρμπεριό του στην αρχή της σημερινής οδού Στυλιανού Γιαμαλάκη. Ίσως με τον γραφικό τρόπο της μοναδικής του γραφής είναι ο καλύτερος αφηγητής τούτου του δρόμου της Πλαθιάς Στράτας για να « πάρουμε » κι εμείς τις μυρωδιές και τις γεύσεις από μια εποχή και μια πολιτεία όπως την έζησε αυτός στις αρχές του 20ου αιώνα . Γραφεί λοιπόν για τον πιο εμπορικό δρόμο του Μεγάλου Κάστρου…
«…ήμαστε στην αρχή του τσαρσού της Πλαθιάς Στράτας… Από κει συνεχίζοντας την κατηφοριά, επιάναμε το τσαρσί του Σιβρί Τσεσμέ ή Καμαράκι , στη γωνιά που ήταν η σπετσαρία του Σωκράτη του Χανιωτάκη· στο μάκρος πιάνοντας και το Γενί Τζαμί, ετελειώναμε το δρόμο ερχομένοι στη Χανιώπορτα.
…Και τώρα, καθώς θα ξεκινήσομε για το τσαρσί της Πλαθιάς Στράτας απ’ το πάνω μέρος που στέκαμε, περπατώντας θα περνούσαμε τα ντουκιάνια του δενδροφυτευμένου δρόμου, με ακακίες, και θα φτάναμε ώς τη σπετσαρία του Σωκράτη του Χανιωτάκη. Από τα ντουκιάνια αυτά της μιας και της άλλης μεργιάς, οι ντουκιαντζήδες  επουλούσαν τις πραμάθειες τους, έμποροι και τεχνίτες, στους ερχομένους από τα χωργιά, τους Μαλεβιζώτες, Μεσαρίτες και Μυλοποταμίτες. Στην Πλαθιά Στράτα κανένας Τούρκος δεν είχε ντουκιάνι.

Το τσαρσί αυτό ήταν αποκλειστικό κέντρο των Χριστιανών, τόσο τον καιρό της τουρκοκρατίας, όσο και τον καιρό της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας. Ο καθένας μουστερής από το χωργιό είτε και Καστρινός που είχε ανάγκη από στιβάνια θα τα πουσούνιζε από τα μεγάλα τζαγκαργιά της βορινής Oεργιάς του τσαρσού, του Φωτάκη, του Καρέλλη, του Μουντράκη,κι ακόμη από άλλους τζαγκάρηδες στο ίδιο τσαρσί που επουλούσανε τα στιβάνια τους.
Εκείνος πάλι ο Μουστερής που είχε ανάγκη να ντύνουνταν θα πουσούνιζε ή θα ’δινε παραγγελιά στους τερζήδες να του ’φτιαχναν το μεϊτανογέλεκο, τη βράκα ή το χιαλβάρι μαζί με το καπότο, ράσινο ή τσόχινο, στου Πετράκη του Νικολή, στου Συλαμιανού, στου Φραγκιαδάκη, στου Εκκλησιάδη ή του Τριγύρη και του Παντουβάκη. Σ’ αυτά τα τερζίδικα θα ’δινε την παραγγελιά του, που θα του παραδίδανε καλοραμμένη από τσόχα ακριβή ή και από πανί δίμιτο μπλάβο. Εκείνος πάλι που είχε ανάγκη από πανικά, ο Σαρατσόπουλος, ο Χριστοφοράκης, ο Μιχαήλος ο Τσαχάκης και οι αρμένηδες γιαμαλήδες Μαδανιάν, Παπαζιάν, Αβακιάν και ο ντόπιος γιαμαλής Καπνιστός είχαν και του δίνανε ό,τι είδους μπασουμά εγύρευε να ντύνουνταν η γυναίκα ή η θυγατέρα του.
{…………..}
Ο αρραβωνιαστικός πάλι εκείνος που ήθελε χρυσαφικά για την αρραβωνιασμένη κοπελιά ντου θα παράγγερνε τσι μαλαματοκαπνισμένους αμπρακάμους, για το λαιμό την κολαΐνα, τσι καμπάνες, τα σκουλαρίκια για τ’ αφτιά, τα μανίλια μαζί και τα δαχτυλίδια τα χρυσά, θα ’δινε παραγγελιά να του ξετέλευαν στα κουγιουμουτζίδικά τους ο Αθανάσιος Σπανουδάκης, ο Ξυλούρης, ο Λαδιανός, ο καπετάν Γιάννης Πολυξίγκης, ο Τζεδάκης, ο γερο-Πελεκίδης και ο Καλογεράκης.
{………………}
Όσοι πάλι είχαν ανάγκη από φαώσιμα, από μπακαλιάρο παστό, φρίσσες καπνιστές κι από ό,τι άλλο είδος μπακαλικής εζητούσανε. Μαζί με το σαπούνι, ο Καρούζος, ο Χριστοδουλάκης, ο καπετα-Μιχάλης ο Ψωμής (ο πατέρας του Νίκου του Καζαντζάκη), ο Κωστής ο «Χωργιάτης», με το παρατσούκλι του κι αυτός, με τον αγιο μυριανό Δαμιανάκη, στα ντουκιάνια τους είχανε να δίνανε στο μουστερή ό,τι είδος μπακαλικής ήθελε — ως και του Βελεγράκη. Στην ίδια γραμμή που ήταν το τζαγκάρικο του Αλέξανδρου Καρέλλη, ήτανε και το μπακάλικο μαζί με το χάνι του Νικολάου Κακουδάκη, που πάντα με τσι φωνές του εξεσήκωνε το τσαρσί ως είχε να ’κανε με τον ανιψό του Γιάννη, που αργούσε να κατέβαινε από τον οντά κοσκινίζοντας ολοένα κριθάρι να τάιζε τσι γαϊδάρους, που, λησμονώντας να τους έριχνε γέμι, γκαρίζοντας κι αυτοί διαμαρτύρονταν για την αδιαφορία του Γιάννη.
{………………}
Στου Χανιωτάκη τη σπετσαρία έβλεπε κανείς τον Γιώργο τον Κατεχάκη, αξιωματικό τότε της Κρητικής Πολιτοφυλακής, και τον Απολλόδωρο τον Μελισσείδη, γιατρός και τούτος του τάγματος των Πολιτοφυλάκων, με τον διευθυντή του Πανάνειου Νοσοκομείου Μηλιαρά, που καθισμένοι εκεί εσυζητούσαν πάντα τα δικά τους.

Εκεί ο σπετσέρης Χανιωτάκης, ορθός οπίσω από το τεζιάκι της σπετσαρίας του, όλο και άλεθε με το πέτρινο γουδόχερο στο κάτασπρο παχύ πορσελάνινο γουδί τα γιατρικά που ήταν να ’δινε για τσ’ αρρωστάρηδες.
Στο Τσαρσί της Πλαθιάς Στρατας ήταν όλα τα μαγέρικα σαν σώνονταν οι δουλειές κι ο Δερμιτζάκης συνεχίζει: «… Αν ύστερα από το γιόμα που θα ’κανε του μύριζε και κανένας καϊμακλής καφές, στην ίδια γραμμή απάνω και κάτω τση Πλαθιάς Στράτας, στου Σαρχιανού, του καλού χορευτή με τα μαύρα γένια, το σπαστό φέσι, το τσόχινο χιαλβάρι και τα μαύρα στιβάνια, εκεί θα του εσέρβιρε τον καφέ ο Σαρχιανός μαζί με το ναργιλέ, αν ήτανε θεργιακλής ζητώντας του και τούτο. Πιο κάτω ήτανε και οι άλλοι καφενέδες, του Καλόγνωμου, του Σελάτου, και παρακάτω του Γιώργη του Αμουτζά, με του Μεντά τον καφενέ δίπλα από τη σπετσαρία του Χανιωτάκη.
Έτοιμος τώρα να ’φευγε για το χωριό του ο καθένας ερχομένος στη χώρα για πουσουνιές, πηγαίνοντας στο χάνι του Μαριδάκη, του Ντυλισανού και του Λογιάδη, φορτώνοντας στο γάιδαρό του τα πουσούνια του, έφευγε για το χωριό του.
Άλλες εικόνες, άλλες θύμησες, αλλοτινοί καιροί… που κάποιες φορές πρέπει να μαθαίνουν και οι τωρινοί Καστρινοί !


ΠΗΓΕΣ :
Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο, Μανώλης Δερμιτζάκης, Εκδ. Δοκιμάκης
«H ονομασία των οδών στην εντός των τειχών πόλη », Ευγενίας Λαγουδάκη – Σασλή, εφ. ΠΑΤΡΙΣ

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 26 Μαρτίου 2015 : εδώ !

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Tα «Παραμύθια του Σαββάτου» …



...Γράφει και παρουσιάζει  η Ελένη Μπετεινάκη*

Μέρες παραμυθιών, μέρες αφηγητών, μέρες κουκλοθέατρων είναι γεμάτο το τελευταίο δεκαήμερο του Μάρτη. Μέρες ιστοριών για μικρά και μεγάλα παιδιά. Σήμερα τα « παραμύθια  του Σαββάτου» είναι αφιερωμένα σε λίγο μεγαλύτερα παιδιά και …στους γονείς τους. Είναι βιβλία και ιστορίες που θίγουν πολύ σοβαρά θέματα της εποχής γραμμένα από ανθρώπους με ιδιαίτερες ευαισθησίες, απόψεις και γραφές…
Είναι ιστορίες ανθρωπιάς, αυτοεκτίμησης, θάρρους και δύναμης. Είναι ιστορίες καθημερινότητας, των διπλανών μας που εύκολα κτυπούν και την δικά μας πόρτα. Είναι ιστορίες που αν και μικρές βγήκαν σεργιάνι στον μεγάλο μας κόσμο να μιλήσουν εκτός από την εφηβεία και τα προβλήματα της, για ασυμφωνίες χαρακτήρων, για Γνώση, Σοφία και Αγάπη, για μια μικρή Τελεία που ψάχνει την …Ζωή και ένα μοναδικό ανήφορο του Εγώ να συναντήσει τον Θεό…

Το παλιόπαιδο, Αγγελική Δαρλάση(εικ: Ίρις Σαμαρτζή), εκδ. Πατάκη

Ήταν κάποτε ένα παιδί που μεγάλωσε με ελάχιστα χάδια και φιλιά, με λίγο φαί και κάποια τραγούδια. Φορώντας ένα γκρίζο τεράστιο και δανεικό παλτό που η μάννα του του είχε πει πως σαν έφτανε να τον χωράει  κανονικά, ίσως να γινόταν κάποιος και ίσως και να αντάμωνε την ευτυχία. Εκείνο το παιδί κοίταζε πάντα τα άστρα και τον ουρανό και περίμενε… Κι η ευτυχία αργούσε και εκείνο επειδή όταν πεινούσε ,δεν είχε που να κοιμηθεί ή έπαιζε με τα παρατημένα παιχνίδια άλλων παιδιών, του κόλλησαν   το όνομα «Παλιόπαιδο».Το αποδέχτηκε σχεδόν ξεχνώντας  το πραγματικό του όνομα. Κάποτε μπήκε σε μια συμμορία εκείνη του Ραούλ ή « Τίγρη» κι ένοιωσε κι εκείνο πως επιτέλους ανήκε κάπου. Κι όταν άλλαξε το γκρίζο του παλτό με ένα μπλε μπουφάν ή μάννα δάγκωσε τα χείλη και τα αστέρια παρέμειναν βουβά κι εκείνο το παιδί πείσμωσε και θύμωσε ακόμα πιο πολύ.  Όμως σαν φτάσει μια στιγμή που νομίζεις πως έχει φτάσει πολύ χαμηλά κάτι συμβαίνει κι όλα μπορούν να ανατραπούν. Τα αστέρια μέσα από της χαράς τα δάκρυα θα αρχίσουν να χορεύουν από μια νέα συνάντηση στο δρόμου του που θα του ξαναφέρει το πραγματικό του όνομα και μια ολοκαίνουργια ζωή. Κι όλα αυτά με τη δύναμη της μουσικής, ενός  βιολιού κι ενός  ανθρώπου που μπόρεσε να καταλάβει τι έκρυβαν τα μεγάλα λαμπερά μάτια , σαν κάρβουνα, του Φέλιξ. Και το γκρίζο παλτό πια θα είναι χαρούμενο και τα αστέρια ακόμα πιο λαμπερά στον ουρανό …κι η ζωή θα γίνει όμορφη ξανά.
Μια μοναδική ιστορία για την φτώχεια, την μοναξιά, την λύπη, το θυμό και την απογοήτευση. Την ίδια στιγμή μια ιστορία για την δύναμη του εαυτού μας, για την μουσική, την τέχνη και τον πολιτισμό και την ανθρωπιά.  Για την τύχη που μπορεί να αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου μα και για γεγονότα που συμβαίνουν στ΄ αλήθεια και είναι κάποιες φορές ακόμα και δίπλα μας. Μια υπέροχη γραφή από την Αγγελική Δαρλάση , ποιητική, μοναδική, και καθηλωτική. Ένα βιβλίο με την υπογραφή και της Ίρις Σαμαρτζή που με τις εικόνες της δείχνει όλη την απλότητα, το βάθος, την πίκρα μα και την χαρά αυτής της τόσο προσεγμένης ιστορίας της Αγγελικής.
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου υπάρχει μια σημείωση για να γνωρίσουμε το El Sistema Που νομίζω πως αξίζει τον κόπο να παραθέσουμε για να γνωρίσει ο κόσμος τούτο το όραμα που έγινε πράξη και η μουσική έσωσε ζωές !

«Λίγα λόγια για το El Sistema (Το Σύστηµα): Χρόνια πριν, στο Καράκας, ένας µουσικός και οικονοµολόγος, ο Χοσέ Αντόνιο Αµπρέου, ονειρεύτηκε πως η µουσική θα µπορούσε να αλλάξει τη ζωή φτωχών και περιθωριοποιηµένων παιδιών. Αποφάσισε να ζήσει το όνειρό του: το 1975, µαζί µε εθελοντές δασκάλους και µια πρώτη οµάδα 11 παιδιών, φτιάχτηκε η πρώτη ορχήστρα. Το σχέδιό του, που υιοθετήθηκε αµέσως και υποστηρίζεται έκτοτε από τις κυβερνήσεις της Βενεζουέλας, γνωστό ως Εl Sistema, δεν είναι µόνο ένας διαφορετικός τρόπος εκµάθησης µουσικής, αλλά ένα ισχυρό όπλο ενάντια στην παιδική και νεανική εγκληµατικότητα, ενάντια στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισµό. Ο σπόρος έχει σήµερα ως «καρπούς» πάνω από 150 παιδικές και νεανικές ορχήστρες – 90 από αυτές συµφωνικές. Πάνω από 500.000 παιδιά σ’ ολόκληρη τη Βενεζουέλα είναι µέλη κάποιας ορχήστρας. Όπως επίσης «καρπός» του El Sistema είναι και η Simon Bolivar Orchestra, η παγκοσµίου φήµης συµφωνική ορχήστρα της Βενεζουέλας. Οι αρχές του El Sistema εφαρμόζονται τώρα πια σε πάνω από 50 χώρες ανά τον κόσµο. Το El Sistema είναι ένα όραµα που έγινε πράξη, βίωµα, ζωή, αποδεικνύοντας πως η µουσική… σώζει.»

Για παιδιά από 9 έως 12 ετών

Άκου το ρυθμό, Μαρία Ρουσάκη, εκδ. Κέδρος

Τούτο το βιβλίο θα έπρεπε να βρίσκεται  στις περισσότερες  βιβλιοθήκες των εφήβων γιατί μιλεί για το πιο σύγχρονο και καυτό πρόβλημα των σημερινών νέων που ακόμα και στις μέρες μας αποτελεί ταμπού και μοιραία οδηγεί σε παράλογες πράξεις και αποφάσεις. Η βασική ηρωίδα του είναι η Χριστιάννα, ένα κορίτσι προικισμένο με χαρίσματα μεν αλλά με ατυχίες στην ζωή. Με πληγωμένη παιδική ηλικία, από μια μάννα που είναι  απούσα και ένα πατέρα σχεδόν αδιάφορο θα πέσει θύμα του εφηβικού, παράφορου έρωτα που όμως δεν προφυλάσσεται και την οδηγεί σε ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Το  όνειρό της είναι ο χορός όμως τώρα όλα αλλάζουν… Η Χριστιάννα είναι μια πρωταγωνίστρια που δεν μιλάει σχεδόν καθόλου στο βιβλίο, μιλούν για αυτήν 5 φίλοι και συμμαθητές. Ένα πολύ δυνατό μυθιστόρημα που περιγράφει κατά κάποιον τρόπο  σχέσεις γονέων με τα παιδιά τους, συμπεριφορές και αλήθειες που δεν αντικρίζουμε εύκολα. Μιλάει για προβλήματα και σχέσεις εφήβων, για φιλίες και έρωτες μα πάνω από όλα για ισορροπίες που κλονίζονται . Μιλάει για λάθη που διορθώνονται και άλλα που δεν μπορούν. Μιλάει για αλήθειες, για αληθινές φιλίες και για πράγματα που ζούμε κι εμείς σαν γονείς και μας ίσως μας βοηθήσει ακόμα και  να αναθεωρήσουμε απόψεις.
Η Μαρία Ρουσάκη έχει γράψει ένα μυθιστόρημα που συγκλονίζει με τις διαφορετικές απόψεις και στάσεις των  ηρώων της πιάνοντας ακριβώς το ρυθμό όχι μόνο του χορού της Χριστιάννας αλλά της εποχής μας καθώς και των ανησυχιών των νέων ανθρώπων. Αποδοχή, απογοήτευση, χαρά, πίκρα, έρωτας. Ανάκατα και έντονα συναισθήματα, όπως είναι όλα στην εφηβεία που χαρίζουν στιγμές αγωνίας και περισυλλογής.

Για νέους από 14 ετών 

Μικρές Ιστορίες για το μεγάλο μας κόσμο, Δήμητρα Πυργελή,(εικ: Δήμητρα Ψυχογιού)εκδ. Παρρησία

Κι όμως είναι μια απλή λέξη. Μια λεξούλα τόση δα, με έξι γράμματα που σεργιάνισε ώρες, μέρες, μήνες και χρόνια μέσα σε λεξικά και σε ζωές. Κι ήρθε η στιγμή να αλλάξει όνειρο και πορεία… Μια λέξη που σε  άλλους φέρνει τρόμο και σε άλλους ανακούφιση και χαρά. ΧΩΡΙΖΩ το όνομά της κι η ιστορία λέει όταν αποφάσισαν οι δύο νέοι , μεσήλικες πια να την…χωρίσουν….ο κύριος Χωρ και η κυρία Ιζω άνοιξαν τα φτερά τους  και γνώρισαν καινούργιες περιπέτειες και δρόμους και ζωές. Κι όταν συναντιόντουσαν καμιά φορά καμάρωνε ο ένας για την εξέλιξη του άλλου κι είχαν πάντα αγάπη μέσα τους και σεβασμό γιατί κάποτε έζησαν μαζί ένα όνειρο και δεν ξέχασαν …
Έχουν απορίες η Γνώση, η Σοφία και η Αγάπη; Φαίνεται πως έχουν γιατί ήταν απόβραδο σαν συναντήθηκαν κι αποφάσισαν να κάνουν ένα μεγάλο τα ξίδι, ίσαμε τα πέρατα του κόσμου τούτου, να δουν, να γνωρίσουν, να μάθουν, να νοιώσουν. Άραγε τι πήρε στις αποσκευές της η καθεμιά και ποιος τις αναζήτησε;
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα παλιό δερματόδετο βιβλίο, μια τόση δα μικρή τελεία που βρίσκοντας τρόπο, χώρο και αφορμή να ξεγλιστρήσει ακολούθησε το όνειρό της και γνώρισε εκείνο το ανάποδο λιγνό τρίγωνο… Μια ιστορία μοναδική όπως και αυτή η ένωσή τους…
Κι αυτό είναι το πιο παράξενο καφενείο. Ένα καφενείο με θαμώνες, συγγραφείς, ποιητές, μελετητές και εραστές του ουρανού και της φύσης. Μια μέρα η ατμόσφαιρα βάρυνε πολύ. Μάλωσαν το ΕΓΩ με το ΕΣΥ. Ο λόγος; Το ΕΓΩ ήθελε να συναντήσει το Θεό… Όλοι άρχισαν να καταφθάνουν στο καφενείο και οι συζητήσεις να παίρνουν φωτιά… Ώσπου εμφανίστηκε εκείνη η αρχοντογυναίκα, η Πειθώ! Εκείνη « Τα » ήξερε όλα… Όλη την προσπάθεια του ΕΓΩ, τον δύσκολο ανήφορο, το πείσμα του που από μικρό τον έκανε να μην τα παρατάει  με τίποτα ούτε όταν έφθασε στην πιο ψηλή κορυφή… Κτύπησε την πόρτα του Θεού πολλές φορές, όμως απόκριση δεν πήρε. Μόνο τότε κατάλαβε πως ήταν μόνο ένας κόκκος σκόνης, ασήμαντος και ο προσδιορισμός του στον κόσμο απόκτησε νέο νόημα και υπόσταση…
Τέσσερεις μοναδικές ιστορίες από την Δήμητρα Πυργελή, μια σύγχρονη παραμυθού, μια κοπέλα που αγαπά πολύ τα παραμύθια, τις ιστορίες, τα παιδιά και γενικά τον άνθρωπο. Κάθε εβδομάδα δύο φορές εκπέμπει ζωντανά από το Ράδιο Ξάνθη 93,5 FM και με την μοναδική της χροιά στη φωνή, μας κρατάει συντροφιά με ιστορίες, βιβλία και παραμύθια στους απανταχού ακροατές σ όλο τον κόσμο.
Οι «μικρές της ιστορίες» απευθύνονται περισσότερο σε « μεγαλύτερα » παιδιά κι είναι μικρά διαμάντια στην δική μας καθημερινότητα. Ιστορίες που ζητούν αναγνώστες και που διαβάζονται ξανά και ξανά, δίνοντας άλλες διαστάσεις σε έννοιες και λέξεις. Μια έκδοση απλή, λιτή και με μια σπουδαία ασπρόμαυρη εικονογράφηση της Δήμητρας Ψυχογιού  που όσοι την γνωρίζουμε, ξέρουμε την ποιότητα και τις εξαίσιες εικόνες της που είναι σαν πίνακες ζωγραφικής μιας άλλης εποχής.
Δήμητρα  και Δήμητρα πολύ σας ευχαριστούμε για τούτο το δώρο γιατί η εποχή μας έχει ανάγκη τις καλές ιστορίες, τα αισιόδοξα μηνύματα και ανθρώπους που να πιάνουν σε βάθος σύγχρονα θέματα και με μοναδικό τρόπο να τα παρουσιάζουν σε μας σαν…παραμύθια!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

20 Μαρτίου ...και είναι η Παγκόσμια ημέρα Αφήγησης…



 Μια ιστορία θα σας πω …Μια φορά κι έναν καιρό !

Tης Ελένης Μπετεινάκη*

«… Ένας μύθος λέει ότι το παραμύθι είναι πλάσμα ζωντανό που μοιάζει με πουλί. Έχει φτερά και πετά στον τόπο και στο χρόνο. Κάποια στιγμή έρχεται και κάθεται στον ώμο σου κι εσύ τότε  δύο πράγματα μπορείς να κάνεις : Να το διώξεις ή να το αφηγηθείς…»


Σήμερα είναι μια μέρα ξεχωριστή. 20 Μαρτίου και είναι η Παγκόσμια ημέρα Αφήγησης…

Μια μεγάλη γιορτή που όμως παραμένει άγνωστη κι ίσως αδιάφορη για τους περισσότερους. Κι όμως αν κάποιος ρωτήσει  έναν έναν από μας εκεί βαθιά στην ψυχή του αν θα ήθελε να ξανακούσει εκείνες τις ιστορίες που έλεγε τα βράδια των παιδικών μας χρονών η γιαγιά ή ο παππούς, όλοι θα ανατρέξουμε σε όμορφες στιγμές. Όλοι θα σκεφτούμε  με πολύ νοσταλγία εκείνα τα χρόνια. Θυμάμαι κι εγώ, πως κάθε απόγευμα  περιμέναμε να δύσει ο ήλιος, να νυχτώσει, να βγει το πρώτο αστέρι στον ουρανό και να τρέξουμε όλοι κάτω στην αυλή της  και με χίλια παρακάλια, δήθεν, να της ζητήσουμε να αρχίσει τις ιστορίες. Ιστορίες που δεν καλοθυμάμαι πια, αλλά νοσταλγώ τις ώρες εκείνες που όλα ζωντάνευαν και έπαιρναν μια μορφή ξεχωριστή, παρέα με φεγγαρόλουστες νύχτες. Δράκοι, νεράιδες, μάγισσες, βασιλόπουλα, μαγεμένα δάση, πουλιά και λουλούδια γίνονταν  γίγαντες και έφταναν ίσαμε τον ουρανό. Και μύριζε η αυλή αγιόκλημα  και ανακατεύονταν  τα αρώματα με τις λέξεις και την ησυχία της νύχτας που διέκοπτε μόνο η φωνή της γιαγιάς κι ένας γκιώνης πότε πότε με την παράξενη δική του φωνή μας δήλωνε την παρουσία του. Εγώ πάλι καθισμένη σε εκείνο το πεζούλι που ήταν ολόασπρο από τον ασβέστη με ένα μικρό μαξιλάρι για προσκέφαλο, άκουγα μαγεμένη ώσπου να με πάρει ο ύπνος… Και νόμιζα πως σαν τέλειωναν οι ιστορίες, έφευγαν κι ανέβαιναν πάνω ψηλά, γίνονταν αστέρια που έμεναν εκεί και κάθε βράδυ τα πεφταστέρια που κατέβαιναν  στη γη  γίνονταν παραμύθια!
Το χειμώνα πάλι μαζευόμασταν γύρω από το μαγκάλι όλοι μαζί κι οι μεγάλοι άρχιζαν τις δικές τους ιστορίες κι όσο  έκαιγε η φωτιά και άναβε  η πυρήνα, οι σπίθες που πετιόντουσαν παντού γίνονταν σπόρος έμπνευσης, που τις σκεπάζαμε με ένα αλουμινόχαρτο να μην φύγουν.Και έπαιρναν μορφή και ζωντάνευαν μέσα από τον καπνό, θεόρατα κάστρα και στρατιώτες και πρίγκιπες κι ήταν σαν  να τους  βλέπαμε αχνά, και παραδιδόμασταν στη μαγεία των παραμυθιών που τόσο όμορφα ήξεραν όλοι να διηγούνται  …ίσαμε να έρθει εκείνη η γλυκεία νύστα και να κοιμηθούνε αυτοί καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα!
Τι είναι όμως η αφήγηση; Εκτός τις εκτενείς διηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων μας, είναι μια τέχνη που δεν χρειάζεται γνώσεις, παρά μόνο ταλέντο στην ομιλία, στο λόγο και στην έκφραση. Χρειάζεται εκείνη την  χαμηλή φωνή που σε καθηλώνει , σε παρασέρνει και σε μεταφέρει σε κόσμους άλλους, φανταστικούς .
Η αφήγηση είναι παλιά όσο κι ο λόγος. Ιστορίες, μύθοι, θρύλοι, λαϊκά παραμύθια, έχουν μεταφερθεί από γενιά σε γενιά μέσω της προφορικής αφήγησης η οποία συνδέεται με την κοινωνικότητα των ανθρώπων, όταν τα βράδια μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά για να διηγηθούν τις εμπειρίες της ημέρας.
Οι παραμυθάδες ή αφηγητάδες ήταν σχεδόν ηλικιωμένοι άνθρωποι και τους βρίσκει κανείς από τα αρχαία χρόνια. Ο Ηρόδοτος για παράδειγμα περιλαμβάνει στην Ιστορία του παραμύθια, ο Αριστοφάνης  αναφέρει τον Φιλέψιο , σαν επαγγελματία παραμυθά και ο Αριστοτέλης αναφέρεται στις περίφημες « τροφούς τε και μητέρας» που έπρεπε να αφηγούνται παραμύθια στα παιδιά. Ο Πλούταρχος και ο Στράβων αναφέρονται στους μύθους σαν τα πιο ευχάριστα ακούσματα των παιδιών. Στην βυζαντινή περίοδο  αν και οι πληροφορίες σχετικά με αυτό το θέμα είναι ελάχιστες, γνωρίζουμε πως υπήρχαν οι μίμοι που διασκέδαζαν τους άρχοντες με ιστορίες. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας πάλι ο ρόλος των παραμυθάδων ήταν πρωταγωνιστικός. Ήταν αυτοί που διέσωσαν και καλλιέργησαν την προφορική παράδοση όχι μόνο στον ελληνικό χώρο αλλά και στην Ανατολή και στη Δύση: «Τα παραμύθια ακούγονταν στα μακρινά ταξίδια των καραβανιών, στα ταξίδια της θάλασσας από ναυτικούς, στα βουνά και στους κάμπους από τσοπάνηδες, σε επίσημες ή απλές συγκεντρώσεις, σε νυχτέρια, στις βεγγέρες κοντά στο παραγώνι του τζακιού, σε σπεροκαθίσματα…».*
Σήμερα σπανίζουν οι άνθρωποι που ξέρουν να διηγούνται παραμύθια ή να πλάθουν δικές τους ιστορίες. Εκείνα τα χρόνια ίσως και να ήταν η ψυχή ενός χωριού, μιας πολιτείας. Άνθρωποι που αισθάνονταν έντονη μέσα τους την ορμή για διήγηση, όπου κι αν βρίσκονταν και συχνά απρόσκλητοι ξεκινούσαν τις διηγήσεις και μάζευαν γύρω τους άγνωστους που τους άκουγαν με προσοχή… Οι αφηγητάδες εκείνων των εποχών δεν ήταν πλούσιοι άνθρωποι. Αφηγούνταν ιστορίες για να βγάλουν το ψωμί τους. Ίσως μάλιστα μερικές φορές να ήταν επαίτες, αλήτες, πλανόδιοι μικροπωλητές, αυτόκλητοι προσκυνητές ή ακόμα και άστεγοι άνθρωποι. Ήταν οι λεγόμενοι περιπλανώμενοι ή λαϊκοί αφηγητάδες που κανόνα η φωνή τους άλλαζε ανάλογα με το φύλο την ηλικία, τον τόπο καταγωγής τους ,το είδος της ιστορίας, το περιεχόμενο και την ώρα της αφήγησης. Είχαν μια αυτοπεποίθηση και ηρεμία τέτοια που αν και κάποιες φορές διηγούνταν φρικώδεις σκηνές ήξεραν να διατηρούν ένα κλίμα εμπιστοσύνης και ασφάλειας. Ας μην ξεχνάμε επίσης πως ένα παραμύθι ακούγεται διαφορετικά, ανάλογα το χρωματισμό και τη χροιά της φωνής. Το ίδιο παραμύθι αλλάζει  όταν λέγεται από τη γιαγιά και ακούγεται αλλιώς όταν λέγεται από τον παππού. Πιο γλυκιά η φωνή της γιαγιάς ενώ είναι πιο τραχιά η φωνή του παππού. Βασικό ρόλο στην αφήγηση παίζουν ακόμα οι κινήσεις των χεριών και η έκφραση του προσώπου. Τα χέρια, βασικό εργαλείο, συμμετέχουν στην πορεία και εξέλιξη μιας ιστορίας, μιλούν δραματοποιούν, διευκρινίζουν γεγονότα, σιωπούν και πανηγυρίζουν.

Ο αφηγητής δεν ήταν  ηθοποιός, δεν έριχνε  ποτέ το βλέμμα τους στους θαυμαστές τους . Πάντα κοίταζε τα χέρια του και τη φωτιά. Τα χέρια που προηγούνταν των λέξεων και την φωτιά που ήταν σαν « αέναη » θάλασσα. Οι αφηγητάδες της φωτιάς, όπως αποκαλούνταν, καθώς μιλούσαν έπαιζαν μαζί της. Έπαιζαν με τη σκιά που σχηματίζονταν στον απέναντι τοίχο. Ήξεραν να αναζωπυρώνουν το κούτσουρο στην πιο δραματική στιγμή του παραμυθιού και να μαζεύουν σιγά σιγά τη  στάχτη σαν μια ιεροτελεστία. Ακολουθούσε μια σιωπή, μια περισυλλογή, βασικό και αυτό χαρακτηριστικό των αφηγητάδων, το να μπορούν να μιλάνε με τον εαυτό τους. Και αυτό γιατί τούτη η δύσκολη τέχνη που κρύβει την « σιωπή των λόγων» έπαιρνε άλλη διάσταση  σαν ξεκινούσε το παραμύθι και λέγαν  πως οι καρδιές των παρευρισκομένων χτυπούσαν στον ίδιο ρυθμό.
Λέγανε μάλιστα πως καλός αφηγητής ήταν εκείνος που είχε στόμα γλυκό σαν αλάτι, που αφηγούνταν χωρίς να κάνει μια λέξη λάθος.
« Το παραμύθι δεν μπορεί να ανθίσει παρά στη μοναξιά…» γι αυτό και οι αφηγητάδες που αναζητούσαν τη γαλήνη ήταν μόνοι ή μοναχικοί άνθρωποι. Όλη αυτή η προφορική παράδοση μετέφερε πλήθος πολιτιστικών στοιχείων και συχνά για να τονίσουν την σπουδαιότητά  της  την παρομοίαζαν με « …το λάδι που περιέχει τα λόγια .Αυτό το λάδι δεν εξατμίζεται σαν νερό, αν το  χύσουμε στη γη, θα διακρίνουμε τα ίχνη του και την επόμενη μέρα…».

Σήμερα λοιπόν η μέρα είναι αφιερωμένη σ όλους εκείνους τους παλιούς παραμυθάδες ή αφηγητές αλλά και στους νεότερους. Είναι η λεγόμενη World Storytelling Day, που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 20 Μαρτίου. Η Παγκόσμια Ημέρα Αφήγησης έχει τις ρίζες της στην εκδήλωση αφήγησης Η Ημέρα όλων των Παραμυθάδων, που διοργανώθηκε για πρώτη φορά στη Σουηδία, στις 20 Μαρτίου 1991. Η εκδήλωση αυτή ονομάστηκε “Alla berattares dag” (Όλη την ημέρα παραμυθάδες), έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και απέκτησε φανατικούς υποστηρικτές που διέδωσαν την ιδέα. Από εκεί έφτασε μέχρι το Περθ της Αυστραλίας όπου το 1997 αφηγητές συντόνισαν μια μεγάλη Γιορτή των Ιστοριών διάρκειας 5 εβδομάδων. Το 2001 ξεκίνησε το σκανδιναβικό δίκτυο αφήγησης Ratatosk και η εκδήλωση εξαπλώθηκε από τη Σουηδία, στη Νορβηγία, τη Δανία, τη Φινλανδία και τη Λιθουανία. Το 2003, έφτασε μέχρι τον Καναδά και άλλες χώρες, οπότε η εκδήλωση έγινε γνωστή διεθνώς ως Παγκόσμια Ημέρα Αφήγησης. Το 2005 είχε μια σπουδαία κορύφωση στις 20 Μαρτίου με γεγονότα σε 25 χώρες σε 5 ηπείρους. Από τότε, τέτοιου είδους εκδηλώσεις άρχισαν να γίνονται σε πολλά μέρη του κόσμου καθιερώνοντας το θεσμό.
Στην Ελλάδα η Παγκόσμια Ημέρα Αφήγησης γιορτάστηκε για πρώτη φορά το 2010…
Όσο και αν έχουν μειωθεί οι παραμυθάδες στον κόσμο ολάκαιρο και ειδικότερα στα μέρη μας εξαιτίας της τηλεόρασης , του υπολογιστή, της αποξένωσης των μεγάλων πόλεων, της γενικότερης κατάστασης που ζουν  οι σύγχρονοι άνθρωποι, ας μην ξεχνάμε την σπουδαιότητα  που προσφέρει μέσα στην ίδια την οικογένεια πρώτα και ύστερα στο ευρύτερο μας περιβάλλον η αφήγηση μιας μικρής έστω ιστορίας. Τα οφέλη για ένα μικρό παιδί ειδικότερα, είναι πολλαπλά. Είναι μια ευκαιρία συγκέντρωσης όλων των μελών αλλά και ένας τρόπος μάθησης και ανταλλαγής κάποιες φορές απόψεων  σε χώρους όπως είναι τα σχολεία, τα θέατρα κ.α. που πάνω από όλα προσφέρει την χαρά και την μαγεία της ίδιας της ιστορίας.
Και αν δεν υπάρχει εκείνο το μαγικό χάρισμα σε μας τους ίδιους,  ας αναζητήσουμε ανθρώπους που το έχουν,  δάσκαλο ή παραμυθά σύγχρονο, γιατί το παραμύθι και ειδικότερη η αφήγηση που έχει αυτήν την μοναδική αμεσότητα με τον άλλο, είναι αναγκαίο συστατικό της ζωής για την καλλιέργεια του λόγου και της φαντασίας. Είναι  παρηγοριά κι ελπίδα κι όπως κάποτε είχε πει ο Νέστορας Μάτσας:
« Εν αρχή, λοιπόν το παραμύθι, δίψα κι ανάσα του ανθρώπου , ανάγκη και διέξοδος, ελπίδα και χίμαιρα… Στην πείνα, στο φόβο, στο θάνατο το παραμύθι ρίχνει βάλσαμο, στην πιο σκοτεινή δοκιμασία ρίχνει φως, στα πιο αποπνικτικά τείχη ανοίγει παράθυρο στον ουρανό…».
Κι όσο για μας τους δασκάλους που καλούμαστε όσο κι αν δεν είμαστε καλοί αφηγητές πολύ συχνά να πούμε ιστορίες, ας το κάνουμε όσο πιο συχνά γίνεται, γιατί έχουμε τούτο το εύπλαστο ακροατήριο αλλά και  το μαγικό εφόδιο διάδοσης της γνώσης και της χαράς, κι ας θυμηθούμε μια  σύγχρονη συγγραφέα παιδικών βιβλίων που είχε επίσης πει:
«…Το καλύτερο μάθημα γίνεται με τα παραμύθια… Σ΄ αυτό συμφωνούν όλοι οι παιδαγωγοί του κόσμου… ».( Γαλάτεια  Σουρελή)
Χρόνια πολλά λοιπόν στους αφηγητές, χρόνια πολλά στις ιστορίες και τα παραμύθια!

ΠΗΓΕΣ:
*Λαϊκό παραμύθια και παραμυθάδες στην Ελλάδα, Βασίλης Αναγνωστόπουλος, Κώστας Λιάπης, εκδ. Καστανιώτης
Η δύναμη των παραμυθιών, Ζορζ Ζαν, εκδ. Καστανιώτης
Τέχνη και Τεχνική του Παραμυθιού, Β.Δ. Αναγνωστόπουλος, εκδ. Καστανιώτης
Ελάτε να διαβάσουμε παραμύθια, Γαλάτεια Σουρελή, εκδ. Ψυχογιός
Η γοητεία των παραμυθιών,Μπρούνο Μπετελχαϊμ, εκδ. Γλάρος
Πώς να διηγούμαστε ένα παραμύθι, Πάολα Σανταγκοστίνο, εκδ. Καστανιώτη
Sanshmera.gr

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 20 Μαρτίου 2015 : εδώ!