Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Για το όνειρο, την δύναμη της αγάπης ...



Τα παραμύθια του Σαββάτου …γράφει η Ελένη Μπετεινάκη*

Πόσο κοστίζει η αγάπη; Που μπορεί να φτάσει το όνειρο, η σκέψη, η ψυχή. Και αν όλα είναι μέσα μας κι αν η ζωή ανταμείβει μόνο τους τολμηρούς;  Ναι, όλες οι ιστορίες και τα παραμύθια το γράφουν. Όποιος τολμά νικά ακόμα και το θάνατο. Μικρά βήματα στην αρχή, μικρές οι νίκες αλλά όσο μεγαλώνουμε , αντρειεύει η ψυχή, η μπόρεση, το πάθος. Η φτώχεια γεννά « κουστούμια χαράς», η αγάπη σε όλες τις φάσεις της ζωής μεγαλουργεί, ο μύθος μπλέκει το ακατόρθωτο με την ψυχή και το  όνειρο γεννιέται εκεί στην άκρη του ουρανού,  όταν συναντιούνται όλα τα χρώματα, οι σκέψεις και η ομορφιά του να ζεις έστω και για μια στιγμή, για μια πτήση χωρίς φτερά…

Ο Αρλεκίνος, Ζωρζ  Σαρή, ( εικ. Νικόλας Ανδρικόπουλος),εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ

Είναι η  τελευταία Κυριακή της Αποκριάς κι όλοι χαρούμενοι τραγουδούν, χορεύουν και χαίρονται το καρναβάλι. Ή  σχεδόν όλοι. Ένα μικρό αγόρι κοιτάει το ξέφρενο πανηγύρι από το παράθυρο του σπιτιού του κι είναι πολύ λυπημένο. Ο πατέρας του  έχει πεθάνει, η μητέρα του ξενοδουλεύει για τον μεγαλώσει κι εκείνο δεν έχει τι να φορέσει για να κατέβει με τους φίλους του στη μεγάλη πλατεία. Κι όπως παρακολουθεί από ψηλά, ξεχωρίζει ανάμεσα σ΄όλους εκείνους τους μασκαράδες η φιγούρα μιας μικρής μπαλαρίνας…
Η  μητέρα του μην μπορώντας να τον βλέπει τόσο λυπημένο τον παίρνει  από το χέρι και τον οδηγεί στην παλιά σοφίτα. Εκεί ανάμεσα στα άχρηστα αντικείμενα , στη σκόνη και τις αράχνες ανακαλύπτει κρυμμένα μικρά πολύχρωμα κουρελάκια. Είναι αυτά που με περισσή αγάπη η κυρία Φαντασία, η μητέρα του, θα τα μεταμορφώσει σε μια πανέμορφη αποκριάτικη στολή. Την μία και  μοναδική στολή  που θα κερδίσει τις εντυπώσεις, πολλούς φίλους, και την καρδιά του μικρού κοριτσιού. Μα πάνω απ όλα  μια καλύτερη ζωή σ’ όλη την οικογένεια του μικρού μασκαρά, του μικρού Αρλεκίνου !
Ένα βιβλίο, στάση ζωής… Όλα τα συναισθήματα πλεγμένα σαν το γαϊτανάκι των αποκριών. Λύπη, απόγνωση, απογοήτευση, υπομονή, καρτερικότητα, αγάπη, εμπιστοσύνη. Θάρρος και δύναμη, ντροπή και μοναξιά αλλά και μπόλικη χαρά και ικανοποίηση όταν  τα μαγικά χέρια της Φαντασίας μεταμορφώνουν τα πάντα. Ύμνος στην μητρική αγάπη, στη μάννα, που ακούραστη πάντα, βρίσκει τρόπο να προσφέρει αγόγγυστα οτιδήποτε θα φέρει το χαμόγελο. Μια πολύ σπουδαία συγγραφέας, η Ζωρζ Σαρή, κατάφερε να μαγέψει με την ιστορία της μικρούς και μεγάλους και με την βοήθεια του μοναδικού  εικονογράφου Νικόλα Ανδρικόπουλου, τούτη η μορφή του Αρλεκίνου να χαραχτεί για πάντα στο μυαλό όλων... Ίσως η πιο χαρακτηριστική εικόνα της Απόκριας που χρόνια συντροφεύει όλες τις μέρες της χαρά ς και του κεφιού και που θα συνεχίσει  για πολλά ακόμα.
Ψάχνοντας λίγο την ιστορία συναντάμε τον Αρλεκίνο  σαν ένα πρόσωπο της  κωμωδίας  που υπηρετεί συνήθως τον Πανταλόνε, τον Ντοτόρε, αλλά και τον Καπιτάνο , ενώ κατά την εξέλιξη της Κομέντια ντελ άρτε είναι από τους βασικότερους χαρακτήρες. Έχει προγόνους του τους δούλους του Αριστοφάνη (Ξανθιά στους Βατράχους), του Πλαύτου, του Τερέντιου, τους βυζαντινούς μίμους, αλλά και τους ακροβάτες και τους θαυματοποιούς του Μεσαίωνα.Το γυναικείο ανάλογο του Αρλεκίνου, και αρκετές φορές συμπρωταγωνίστριά του επί σκηνής, είναι η Κολομπίνα.
Πρόσωπο και στη συνέχεια της κωμωδίας του 18ου αι. Ήταν ο βασικός πρωταγωνιστής σε πολυάριθμες γαλλικές και ιταλικές κωμωδίες, σε μπαλέτα και παντομίμες. Το όνομά του προέρχεται πιθανότατα από το Αliclninο, που αναφέρει ο Δάντης στη "Θεία Κωμωδία", και το οποίο ήταν όνομα διαβόλου και γι αυτό και τον λένε  "μικρό διάβολο". Κατά την παράδοση, ο Αρλεκίνος ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Ενσάρκωνε τον τύπο του πάντα πεινασμένου και ανόητου υπηρέτη, με το πολύχρωμο από τα πολλά μπαλώματα κοστούμι.

Για παιδιά από 4 χρόνων…

Οι Στυμφαλίδες  Όρνιθες, Μαρία Αγγελίδου, εικ: Ίρις Σαμαρτζή, εκδ. Μεταίχμιο

Εκείνα τα χρόνια τα πολύ παλιά από την αρχή σχεδόν του κόσμου υπήρχαν  λογιώ λογιώ πουλιά κι άλλα πετούμενα που ήταν μυριάδες. Κι  όλα τα ζώα ακόμα κι οι θεοί τα  λάτρευαν κι ήθελαν κι είχαν φτερά  να τριγυρνούν στις ερημιές και τα πέρατα του κόσμου. Εκείνον ακόμα τον καιρό τα νερά έπαιζαν το πιο σημαντικό ρόλο στη ζωή ανθρώπων, ζώων και όλων των έμψυχων πραγμάτων. Τα νερά, σαν ζωντανοί οργανισμοί,  που λέγανε παραμύθια… Η αλμύρα έλεγε ιστορίες θαυμαστές. Τα ποτάμια τις πιο τραγουδιστές και οι λίμνες τις πιο παλιές.Τα πουλιά ήθελαν τόσο πολύ να «γεύονται» όλες αυτές τις ιστορίες που ακόμα κι αυτά που δεν πατούσαν στη γη, άκουγαν τα ποιήματα της βροχής στα σύννεφα. Κι εκείνες των λασπόνερων ήταν οι πιο φωτιστικές οι …μαύρες. Εκεί σύχναζαν και τις άκουγαν τα πιο τρομακτικά πουλιά. Τέτοια ήταν κι οι Όρνιθες οι Στυμφαλίδες που ζούσαν σε εκείνη τη λίμνη που ζωή δεν υπήρχε πια, δεν άφησαν. Άρχισαν τότε  να κυνηγούν τους ανθρώπους για να χορτάσουν τη μανία και την πείνα τους.  Αφορμή έψαχνε  ο Ευρυσθέας  και αναθέτει έναν ακόμα άθλο στον Ηρακλή,  πιστεύοντας  πως ίσως, επιτέλους, να γλίτωνε οριστικά και από αυτόν. Όμως ο Ηρακλής βρήκε τρόπο να απαλλαγεί μια για πάντα ο τόπος από τα άγρια όρνια και η λίμνη να συνεχίσει να λέει τις ιστορίες της, εκείνες τις παλιές με άλλη ομορφιά πια και άλλη …ψυχή.
Γνωστός , πασίγνωστος ο πέμπτος άθλος του Ηρακλή. Όμως τούτη η γραφή  της Μαρίας Αγγελίδου για μια ακόμα φορά μας αφήνει άφωνους. Μια καινούργια ιστορία, ένα μυθολογικό παραμύθι που όμοιό του δεν έχει γραφτεί ποτέ πριν. Κι όλο αυτό γιατί έδωσε μια  άλλη διάσταση στο μύθο και στο νερό, στα ποτάμια, τις λίμνες και …τα πουλιά. Μια ποιητική και διαφορετική προσέγγιση γεμάτη απίστευτες εικόνες και φαντασία που είναι  σαν να διαβάζεις και τούτον τον άθλο πρώτη φορά. Κι είναι τυχερά τα παιδιά που θα έρθουν σε επαφή με τη μυθολογία μέσα από τέτοια κείμενα γιατί θα μάθουν πολλά και διαφορετικά πράγματα, και  θα νοιώσουν συναισθήματα πρωτόγνωρα για το νερό που κυλάει, για τις ιστορίες που λέγονται για την ίδια τη ζωή. Γεμάτη εικόνες, λόγια και λέξεις τούτη η νέα και ζωντανή ιστορία, που ανακατεύει  καλά  τα αδύνατα και παρά τις έντονες  καταστάσεις,  στο τέλος αγαλλιάζει και ημερεύει η ψυχή όπως παρηγορεί πάντα ένα καλό παραμύθι . Απίστευτο λεξιλόγιο, πλοκή και διάσταση ή σύλληψη μιας διαφορετικής εκδοχής του μύθου. Μαθαίνει, αναζητά, νοιώθει και φαντάζεται το μυαλό και η ψυχή. . Μια ιστορία που επίσης μοναδικά εικονογραφεί όπως και όλες τις προηγούμενες της Μαρίας Αγγελίδου, η Ίρις Σαμαρτζή. Απλά και ζωντανά, έντονα και πολύ ξεχωριστά σκίτσα, πλέον αναγνωρίσιμα ως προς το ύφος και τη σφραγίδα μιας πολύ σπουδαίας εικονογράφου που ξέρει να σέβεται το κείμενο και να του δίνει μια άλλη διάσταση μέσα από τα πινέλα της, ανεβάζοντας τον πήχη  της ιστορίας ακόμα πιο ψηλά.
Ένας μύθος που μπορείς να « παίξεις» μαζί του για να ανασυντάξεις τις γνώσεις σου μες από το υλικό που επιμελήθηκε η Μαρία Γονιδάκη, στο τέλος του βιβλίου.

Το μυρμήγκι και η πεταλούδα, Λουδοβίκος των Ανωγείων, εικ: Νίκος Γιαννόπουλος, εκδ. Σαββάλας

« Όταν το μυρμήγκι συνάντησε την πεταλούδα με τα ολομέταξα φτερά, η ζωή του άλλαξε για πάντα. Από την επόμενη στιγμή άρχισε να ονειρεύεται ουρανό»
Πως ακουμπά κανείς το όνειρο; Πόσο ψηλά μπορεί να σε φτάσει η αγάπη; Πόσο κουράγιο, δύναμη, και τόλμη θέλει ένα μικρό, ασήμαντο μα εργατικό μυρμήγκι να φτάσει ίσαμε  εκεί που δεν μπορεί; Κι αυτή η σκέψη που τριγυρίζει το μυαλό, εκείνο το σαράκι που τρώει την ψυχή σαν φυτρώσει ο σπόρος της αγάπης πότε ημερεύει, πότε χαίρεται, πότε σταματά να συλλογάται;  Ένα μυρμήγκι και μια πεταλούδα. Η ζωή κι ο θάνατος μπλεγμένα σαν σε όνειρο. Το πέταγμα του ενός ζωή, αλλαγή, μεταμόρφωση, κορύφωση. Το αντάμωμά του με τον άλλο, θέλημα απίθανο, ανύψωση και  μπόρεση που μόνο η ψυχή μπορεί να καταφέρει. Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων γνωστός τραγουδοποιός  σε ιστορίες αγάπης και παρηγοριάς μέσα από τα μοιρολόγια του, γραφεί τούτη τη φορά ένα παραμύθι για παιδιά εξυμνώντας το όνειρο, την τόλμη, την ίδια τη ζωή. Την αξία που έχει η διαδρομή της σαν ακλουθεί βήματα αργά, σταθερά και σίγουρα κι έρθει μια στιγμή που όλα θα αλλάξουν. Μια στιγμή που συναντάς το ταίρι σου ίσως, την ψυχή σου, τη δύναμη που δεν ήξερες πως είχες μέσα σου και θες να κατακτήσεις και να καταφέρεις τα πάντα. Που η σκέψη μεγαλουργεί και ξεπερνά κάθε όριο που έχεις βάλει στη ζωή σου και θες να φτάσεις  άπιαστο, το ακατόρθωτο, το πιο απίθανο.
Μια πτήση χωρίς φτερά. Με το μυαλό, το σώμα, τη δύναμη της αγάπης. Που λες αξίζει μια τόση δα στιγμή στη ζωή που θα σημαίνει για σένα τα πάντα. Θα σημαίνει πως γεύτηκες, είδες, ένοιωσες τα πιο θαυμαστά του κόσμου, τα πιο θαρραλέα, τα πιο δύσκολα. Σκέψεις και συναισθήματα που γεννά ο έρωτας, η αγάπη και η επιθυμία προς το άγνωστο, το μη λογικό, το άπιαστο. Πόσο αξίζει μια ζωή χωρίς εξάρσεις, δοκιμές και ας είναι μοιραίες, λάθη και  όνειρα; Τι μένει στο τέλος , τι  αναζητάς, τι γεύτηκες αν δεν  βγάλουν φτερά τα όνειρα να σε απογειώσουν κι εσένα;
Αλληγορικό, ποιητικό και υπέροχο τούτο το παραμύθι. Γεμάτο  ελπίδα και ζωή και ας θέλει τα τολμήματα του, τα μεγάλα του βήματα να είναι μοιραία. Σκέψεις, προβληματισμοί και γενναίες  πράξεις. Ουσία και δύναμη για μια ζωή που λες …άξιζε το πέρασμα της!
Μια ιστορία για παιδιά και όχι μόνο που εικονογραφεί ο Νίκος Γιαννόπουλος με έντονο χρωματισμό, ονειρικό και απόλυτα ταιριαστό.
Μια ιστορία που απολαμβάνουν τα παιδιά και με την φωνή και με τη μουσική του Λουδοβίκου κι αν τα ρωτήσεις τι τους μένει από τούτη την υπέροχη αφήγηση θα σου πουν:

«…Μιλεί για το Θεό, για την ψυχή, για την αγάπη. Μας λέει πως γεννιούνται οι πεταλούδες.  Μας μαθαίνει πώς να βγάζουνε φτερά οι σκέψεις μας, μας κάνει να ονειρευόμαστε.
Κι όπως είπε ο πιο μικρός στην τάξη μας …μας μαθαίνει να σκαρφαλώνουμε πολύ ψηλά, να ακουμπάμε τον ουρανό.
Ρώτησα τότε τα παιδιά πως ακουμπά κανείς τον ουρανό;
Κι απάντηση όπως πάντα αφοπλιστική… Με την σκάλα της  σκέψης, κυρία, και με πολλές καρδιές τη μια πάνω στην άλλη!..»


*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός




Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

H Νεράιδα Σερπαντίνα και ο πρίγκιπας Κομφετί ζωντανέψανε στα «παραμύθια του Σαββάτου"

Με μια κόκκινη, μια πράσινη και μια κίτρινη κλωστή, με σκέψεις και συναισθήματα πολλά ζωντάνεψε μια ιστορία αγάπης που χάνεται στα βάθη των αιώνων και στην Χώρα της Φαντασίας . Μια ιστορία για δυο …παιδιά που γεννήθηκαν μια φορά σε ένα παράξενο και μαγικό  δάσος. Μια νεράιδα με  κατακόκκινα μαλλιά σαν το χρώμα της δυνατής φωτιάς, μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια στο χρώμα της θάλασσας και μάγουλα πιο κόκκινα κι από τις φράουλες την Άνοιξη που δεν μπορούσε να χορέψει …Κι ένα  αγόρι, ένα πρίγκιπας μικρός  που όλη την μέρα έφτιαχνε φανταστικές μάχες και πότε γινόταν ιππότης, πότε πειρατής κι ήθελε σαν μεγάλωνε, να γύριζε τον κόσμο και αφού γνώριζε όσα πιο πολλά μπορούσε να βασιλέψει  στην πολιτεία που θα διάλεγε η καρδιά του.
Η Μάγισσα Χαλάστρα όμως είχε άλλη γνώμη και μέσα  από δοκιμασίες πολλές οι δυο νέοι, ο πρίγκιπας Κομφετί και η νεράιδα Σερπαντίνα θα βρεθούν  ευτυχώς ξανά και η χαρά, το κέφι η και οι μασκαράδες θα γεμίσουν την ψύχη όλων  και την πόλη των Ονείρων τους!

Ένα παραμύθι της Ελένης Μπετεινάκη για την αγάπη, την τρελή Αποκριά, τις δοκιμασίες της ζωής, μα πιο πολύ για το κέφι, τη χαρά και τη διασκέδαση όλων των ημερών που διαρκούν οι γιορτές των Αποκριών. Κι όλα αυτά συνέβησαν  το Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017 στις 12.00 το μεσημέρι στο βιβλιοπωλείο «Δοκιμάκης», στα «Παραμύθια του Σαββάτου!»

Ίσως τελικά η Σερπαντίνα κι ο Χαρτοπόλεμος να υπήρξαν στα αλήθεια  κι όχι μόνο στην πιο μαγική Χώρα των Παραμυθιών. Όλοι ήταν εκεί ζωντανά ,ο Βασιλιάς  Καρνάβαλος, η μάγισσα  Χαλάστρα, η βασίλισσα Τιμή, ο Πιερότος ο Β΄ και  φυσικά η νεράιδα Σερπαντίνα και ο πρίγκιπας Κομφετί!

Και έφτιαξαν τις μάσκες τους τα παιδιά και γέμισε χαρτάκια πολύχρωμα ο κόσμος όλος


Ίσαμε την επόμενη φορά, το ερχόμενο Σαββάτο στις 25 του Φλεβάρη, που ένας άλλος πρίγκιπας θα ζωντανέψει σε ένα ακόμα παραμύθι  της Ελένης Μπετεινάκη: «Ο πρίγκιπας Χαρταετός στο νησί του Πηγαινέλα».













Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Οι Απόκριες στο Παλιό Κάστρο!

Της Ελένης Μπετεινάκη

Πως γιορταζόταν άραγε οι Απόκριες στο Μεγάλο Κάστρο στις αρχές του 20ου σε μια πόλη που είχε  πάντα  παράδοση στα γλέντια, στους χορούς, στα «σαλόνια» και στις μασκαράτες. Καρναβάλι γινόταν πάντα και οι άνθρωποι γλεντούσαν και διασκέδαζαν μέχρι το πρωί σε γνωστά και μη στέκια της εποχής. Στον Τσεπανέ σημερινή Λότζια,στο ζαχαροπλαστείο του Ρεγγινάκη, στο καζίνο του Ροϊδη από τα παλιότερα στέκια, στο Πουπέ ή Σαβόϊ, στο ξενοδοχείο « Κνωσσός », στο κέντρο Μινώα μεταγενέστερα , στον κινηματογράφο Απόλλων και σε τόσα άλλα  μέρη , συνέβαιναν απίστευτες « κωμικές » βραδιές.
Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα που με τόση γλαφυρότητα περιγράφει ο Μανώλης Δερμιτζάκης, ο μπαρμπέρης ποιητής του Μεγάλου Κάστρου που έζησε στην πόλη από τις αρχές του 1900 μέχρι και το 1965.
«…Από όλες όμως τις γιορτές που οι Καστρινοί εορτάζανε εκείνο τον καιρό με περίσσιο κέφι και όρεξη ήταν οι τρεις Κυριακές της Μεγάλης Αποκριάς.
«Τις Μεγάλες Αποκρές κουζουλαίνονται κι οι γρες». Και έτσι πουτο ’λεγεν η παραμιά, οι Καστρινοί την τηρούσανε με πίστη. Κάθε βράδυ, στις χειμωνιάτικες νύχτες του Φλεβάρη,μαζεμένοι πότε στο ένα φιλικό πότε στο συγγενικό σπίτι, μαζεμένοι εκεί όλοι με τα αποκριάτικα φαγώσιμά τους, καθισμένοι σε κοινό τραπέζι μικρομέγαλοι, ετρώγανε κι επίνανε με όρεξη ξετελεύοντας μετά το φαγοπότι τους τα αποκριάτικα παιγνίδια και τους χωρατάδες τους. Έτσι, καθώς είπανε, «τσι Μεγάλες Αποκρές κουζουλαίνονται κι οι γρες».
Καθώς αποκλείουνταν κάθε παρεξήγησις, τα λογής-λογής παιχνίδια, οι χωρατάδες με τα νιόματα και τα καθαρογλωσσίδια εδίνανε κι επαίρνανε . Έτσι, άκουες σε κάθε σπίτι που αποκρεύανε συγγενείς και φίλοι μαζί να λέγουνε:
«Ποιος μπορεί να πει “ψωμί Kολυβδοψώμι ψωμί Kολυβοντάς”;»
 Ένας-ένας με τη σειρά έπρεπενα το ’λεγε σωστά το καθαρογλωσσίδι. Όποιος δεν τα κατάφερνε και του μπερδεύουνταν η γλώσσα και από το καθαρογλωσσίδι έβγαινε αλλιώτικο το νόημα, εκτός από τα γενικά γέλια από την αδεξιότητά του, έτρωγε και μερικές κατεβατές με την πετσέτα που στο κάτω μέρος της ήταν δεμένη σε κόμπο.
«Ποιος μπορεί να πει» έλεγεν άλλος, «“ανεσήκωσε την πλάκα κι ανε με βρεις από κάτω,ανε μη, διγάδισέ με”;»
Τα ίδια επάθαινε κι εκείνος που δεν θα μπορούσε να ’βγαζε το παραπάνω καθαρογλωσσίδι σωστό. Από τις παραπάνω κυρώσεις εξαιρούνταν μονάχα οι βαρεμένες, από φόβο μη λάχαινε και αποβέλνανε! Το φαγοπότι με τα παιγνίδια και τα χωρατά άρχιζε από τις ώρες του βραδινού δείπνου και ετελείωνε ως τις πολύ προχωρημένες ώρες της νύχτας. Της δε τελευταίας Κυριακής ώς το ξημέρωμα της Καθαρής Δευτέρας.
Έτσι ετελείωναν οι τρεις Κυριακές της Μεγάλης Αποκριάς, που εσημείωνε και ο Καζαμίας στα φύλλα του με τους 12 μήνες του χρόνου μαζί με τις γιορτές και τις σαρακοστές του, που οι θεοφοβούμενοι Χριστιανοί εκείνου του καιρού παρακολουθώντας εξέρανε πότε έπρεπε να νηστεύανε και πότε θα καταλούσανε τον οίνον και το έλαιον. Απ’ αυτούς βέβαια τους Καστρινούς που θα μπορούσανε να κρατούσανε τον Κανόνα.
Στο μέρος όμως που εκαίγουνταν το πελεκούδι τις τρεις Κυριακές της Αποκριάς στην όρεξη, στο κέφι και στη χαρά ήταν το τσαρσί της Πλαθιάς Στράτας. Εκεί μαζεμένο όλο το Κάστρο,οι χριστιανοί μικρομέγαλοι με τις φαμιλιές τους, καθισμένοι στα πεζοδρόμια από το ένα μέρος και το άλλο, στους καφενέδες του Γιώργη του Αμουτζά, του Νικολή του Σελάτου, του Καλόγνωμου και του Σαρχιανού, περιμένανε τις απογευματινές ώρες που θα περνούσανε οι μασκαράδες, εκείνοι που πηγαίνανε να βραβεύουνταν από το κομιτάτο. Η επιτροπή ετούτη, ορθή πάνω στο μπαλκόνι του μεγάλου Μαγατζέ του Aρμένη  υφασματοπώλη Βαρζακιάν, του πατέρα του σημερινού ιδιοκτήτη κυρίου Αβέτ, εμοίραζε τα βραβεία  σ’ εκείνα τα Μασκαράτα που εθεωρούσε πιο πετυχαιμένα στο σκοπό τους, που αποτελούνταν από χρηματικά ποσά. Ώσπου να ’ρχουνταν  η ώρα της παρελάσεως, των Μασκαράδων οι φωνές, τα τραγούδια, οι χτύποι από τις λατέρνες και τις πήλινες  τουμπελέκες, μαζί με τις καντάδες των λιμοκοντόρων εκείνης της εποχής με τις κιθάρες και τα μαντολίνα τους εγεμίζανε την αγορά. Πάνω όμως από όλη τούτη τη φασαρία, ακούγουνταν  ο Μοσκοκούζουλος ο Γιώργης ο Γκιουνγκιούλας. Με τα γκαρίσματα που έκανε, ίδιος γάιδαρος, εκλειούσε με τις γκαριξιές του το φινάλε του πολύβοου τόνου που σκορπούνταν στον αέρα του τσαρσού από το καστρινό πλήθος.
Από τις κυριακάτικες Απόκριες που δεν εξέχασαν ποτέ οι παλαιότεροι από τους Καστρινούς ήταν εκείνες του 1908-1909, με τα μοναδικά γέλια που έκανε το πλήθος και την ομαδική χαρά και το κέφι που εσκόρπισε το Μασκαράτο του καστρινού γλεντζέ με την μποέμικη και φιλοσοφημένη ψυχολογία του.
Ο Ράδος ο Μαλεβιζώτης –θέλοντας να σατίριζε τον Μιχελιδάκη, τον αρχηγό του κόμματος των Μπατζάκηδων, για μιαν υπόσχεσή του στους ψηφοφόρους του τον καιρό που είχε κερδίσει τις εκλογές με τις 78 βουλευτικές έδρες που πήρε ο κυβερνήτης του νησιού στα Χανιά,και δεν είχε εκτελέσει: την υπόσχεση ότι θα ’κανε το σιδερόδρομο Ηρακλείου-Μεσαράς– {έτσι}, ο καστρινός γλεντζές, για πείσμα του και βγάζοντας το άχτι που ένιωθαν οι Μεσαρίτες για τον αρχηγό των Μπατζάκηδων, που εξακολουθούσαν να έρχουνταν  με τα γαϊδαρομούλαρά τους στη χώρα με όλες τις ταλαιπωρίες που είχε ένα τόσο μακρινό ταξίδι!Ο Ράδος οΜαλεβιζώτης πλήρως τους ικανοποίησε την αποκριάτικη εκείνη Κυριακή του 1908.
Πηγαίνοντας στα χάνια του Κάστρου, επήρε όσους γαϊδάρους εβρήκε σ’ αυτά, τουςέδεσε τον ένα οπίσω από τον άλλο, εφόρεσε στον πρώτο μια χάρτινη μαύρη καμινάδα ίδια με του τρένου, και έγραψε πάνω σ’ ένα χαρτί «Σιδηρόδρομος Μεσαράς»!...
Εφώναξε τον Γιώργη τον Γκιουγκιούλα, [που] ζεύτηκε μπροστά του γαϊδαροσυρμού τραβώντας τον πρώτο γάιδαρο, [και] με τις γκαριξιές του επήρε το δρόμο απότο Μεϊντάνι για την Πλατιά Στράτα.
Με τα γκαρίσματα του Γιώργη του Γκιουγκιούλα, όλοι οι γαϊδάροι του συρμού γκαρίζοντας ακολουθούσανε τον Γκιουγκιούλα και τον Ράδο, που κρατούσε το πανό με την επιγραφή «Σιδηρόδρομος Μεσαράς». Κατεβαίνοντας το τσαρσί, εσταμάτησε κάτω από το μπαλκόνι που ήταν το κομιτάτο που έδινε τα βραβεία. Έτσι, του Ράδου ο κόπος δεν πήγε χαμένος. Η επιτροπή τού ’δωσε το πρώτο βραβείο μέσα στη γενική επιδοκιμασία του τσαρσού στις φωνές, τα γέλια και τα χάχανα του πλήθους. Παίρνοντας ο Ράδος τους γαϊδάρους του με τον Γιουγκιούλα, έφυγε κι αυτός τελείως ικανοποιημένος.
Μαζί με τον Ράδο τον Μαλεβιζώτη, εκείνη την αποκριάτικη Κυριακή η επιτροπή του κομιτάτου έδωσε βραβείο και σ’ εκείνους τους δυο που επαράστηναν ο ένας τον αρχαίο Έλληνα και ήρωα Αχιλλέα και ο άλλος τον Έχτορα. Εκείνος που επαράσταινε τον Αχιλλέαεπάνω στο κάρο το στολισμένο με χρωματιστές κόλλες, φορώντας τη Μεγαλόπρεπη περικεφαλαία και τη φανταχτερή αρχαία στολή του και με το μακρύ κοντάρι στο χέρι ετραβούσε  ξαπλωμένο ολόγυμνο πάνω σε μια τάβλα οπίσω από το άρμα εκείνον που παράσταινε τον Έκτορα, το φονιά του αγαπημένου φίλου του Αχιλλέα Πάτροκλου.
Η επιτροπή έδωσε επίσης βραβείο σε έναν που ολόγυμνος κι αυτός στο κάρο, πεσμένος ανάσκελα πάνω σε πέτρες επαράσταινε τον Προμηθέα, που η οργή του αφέντη που όριζε το θεοκατοίκητο βουνό, τον Όλυμπο, ετιμώρησε με τον τόσο γνωστό άγριο τρόπο τον άμυαλο θεό, που δίχως τη βουλή του παντοκράτορα Δία επήγε να δώσει ο ζευζέκης στους χωριάτες τη φωτιά να ψήνανε την μπομπότα τους!!
Και ναι μεν τα γυμνά του στήθια δεν τα ξέσκιζε να ’τρωε τα πνευμόνια εκείνου που ήταν ξαπλωμένος στο κάρο το ξαγριωμένο όρνιο που ήταν καρφωμένο στο περβάζι του κάρου, γιατί ήταν ψόφιο και μπαλσαμωμένο· τον έκοψε όμως η πνευμονία μετά μερικές μέρες, όπως ακούστηκε στην Πλαθιά Στράτα. Την ίδια τύχη είχε κι εκείνος που επαράσταινε τον Έκτορα, και έτσι και οι δυο εγλυτώσανε από τα βάσανα του Μάταιου τούτου κόσμου.
Έτσι ετελείωνε η κάθε τελευταία Κυριακή της Αποκριάς με τα λογής-λογής Μασκαράτα της, τις φωνές, τα γέλια και τα τραγούδια, που εκρατούσαν ώς στην Καθαρή Δευτέρα, την ώρα που εσήμαινε η Μεγάλη καμπάνα του Αγίου Μηνά για τον πρώτο εσπερινό της εβδομάδας, που άρχιζε η Μεγάλη Σαρακοστή με το τροπάρι που έψελνε στη Μεγάλη εκκλησία (το «Κύριε των Δυνάμεων, μεθ’ ημών γενού») ο καλλίφωνος ψάλτης κωνσταντινοπολίτης Βαλαβάνης.
 
ΠΗΓΕΣ:
 
Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο, Μανώλης Δερμιτζάκης, εκδ. Δοκιμάκης
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
Εφημερίδα ΕΛΠΙΣ, 14 Φεβρουαρίου 1908
Οι σπουργίτες των πεζοδρομίων, Δημήτρης Σάββας, εκδ. Δοκιμάκης
"Λες και ήταν χθες! Μνήμες ... από το παλιό Ηράκλειο, Δημήτρης Σάββας
zhtunteanagnostes.blogspot.gr
perastekosme.blogspot.gr

Δημοσιεύτηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2017 στο Cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/culture/

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Έρωτας, αγάπη, Όνειρα. Τρεις λέξεις που σημαίνουν Ζωή, συστατικά των πιο μεγάλων ιστοριών...



Τα « Παραμύθια του Σαββάτου » …γράφει η Ελένη Μπετεινάκη*

Έρωτας, αγάπη, Όνειρα. Τρεις λέξεις που σημαίνουν Ζωή, συστατικά των πιο μεγάλων ιστοριών που γράφονται με οδηγό την φαντασία και το συναίσθημα. Παραμύθια που ΄ναι γεμάτα αρώματα και γεύσεις αλλοτινών καιρών. Παραμύθια που μαλακώνουν την ψυχή, που ΄ναι  βάλσαμο σε δύσκολους καιρούς, που ερωτεύονται , ονειρεύονται και προσπερνούν εμπόδια. Εμπόδια που συχνά βάζουν γονείς στα θέλω και τα μπορώ, αλλά που όταν η ψυχή επιμένει και δεν λογαριάζει μίζερα μπορεί να τα  καταφέρει, όλα!

Ρόσνα και Μοζαμέλ, Χριστίνα Φραγκεσκάκη, εκδ. Πατάκη

Ρόσνα είναι το όνομα μιας κοπέλας που ζούσε κάποτε στην μακρινή Ανατολή, και σημαίνει φως! Κι ήταν το φως που την ακολουθούσε από την ώρα που γεννήθηκε. Ήταν αναπόσπαστο  μέρος του εαυτού της,  ήταν η σκιά της κι ήταν χρυσή.  Και ξεχώριζε ….κι όλοι ήθελαν να πάρουν λίγο από το φως , τη λάμψη της. Και τα χρόνια περνούσαν κι εκείνη συνέχιζε να σκορπιέται κι όλοι μάζευαν χρυσόσκονη για τα μαλλιά, τα ρούχα, τα αστέρια. Ώσπου ένα όνειρο άλλαξε τη ροή της ζωής της Ρόζας, της ιστορίας. Η μορφή ενός άνδρα που συναντά ίσως κανείς μόνο στα παραμύθια, πήρε το φως το ολόχρυσο και το έκανε γκρίζο για πολύ καιρό. Τόσο όσο να συναντηθούν στ αλήθεια οι δυο ψυχές και όλο το φως να φωλιάσει για πάντα στην καρδιά τους.
Που να ψάξει κανείς να βρει την αγάπη; Οδηγίες χρήσεως ή χάρτης δεν έχουν τυπωθεί ακόμα! Κι είναι δύσκολος πολύ ο δρόμος με ανηφοριές και κατηφοριές αλλά ένας πολύτιμος κρυφός οδηγός είναι πάντα εκεί. Μια σπίθα στην αρχή, έρωτα τον λένε που μεγαλώνει, φουντώνει και γίνεται πυρκαγιά που αν και νομίζεις πως σε καίει ,ακόμα κι αν γίνει γκρίζα στάχτη , δεν καταστρέφει τα πάντα… Ημερεύει, κατασταλάζει  και  σιγοκαίει αιώνια, και τότε ενηλικιώνεται και γίνεται …Αγάπη. Σαν τούτη την μοναδική ιστορία… αγάπης της Ρόσνας και του Μοζαμέλ. Ένα βιβλίο μικρό σε σχήμα, με χρώμα βαθύ μπορντό του πάθους,, και πολύτιμο. Κεντημένο βελονιά βελονιά με χρυσή κλωστή από την ολόχρυση σκιά της Ρόσνας. Από το φως που δεν κρύβεται, που όλοι θέλουν να έχουν μέσα τους, γύρω και ας το εκπέμπουν άλλοι. Μια ιστορία μαγική, όπως τα παραμύθια της Ανατολής, τις χίλιες και μια νύχτες του κάποτε, ζωντανεύουν ξανά μέσα από τούτη την υπέροχη ιστορία της Χριστίνας Φραγκεσκάκη. Μύριες οι εικόνες της Ανατολής, μύρια τα αρώματα, τα συναισθήματα,, οι σκέψεις. Ένα τόσο μικρό κείμενο με μια δύναμη που το κατατάσσει στα  μεγάλα ή και μεγαλειώδη. Λόγος απλός, μεστός και γεμάτος ποίηση, ομορφιά  και …αγάπη. Αγάπη για τον άλλο, για τον εαυτό σου .Αυτογνωσία και δόσιμο ολοκληρωτικό. Όπως είναι ο έρωτας, η αγάπη, η λάμψη που η ίδια σε καίει και η ίδια σε ζωντανεύει  ξανά από τις στάχτες σου.
Μια αιώνια ιστορία αγάπης. Αγάπης μοναδικής για το καθένα, που αναζητιέται ανάμεσα  σε πολλούς και φτάνει ίσαμε   τα πέρατα του κόσμου, να βρεις  το όνειρο, την ελπίδα, τη λύτρωση κι ίσως  να τα ψάχνεις για μια ζωή ολόκληρη, Μιας  Αγάπης που ημπόρει τελικά  να βρίσκεται δίπλα μας αλλά να μην τη βλέπουμε για πολύ καιρό. Αναζήτηση, δρόμοι, μονοπάτια, βουή και κόσμος που συντροφεύουν  το δρόμο, τη ζωή όλων. Η Ρόσνα είναι εκείνη η χρυσή προσδοκία, το ταξίδι, το όνειρο που γίνεται αλήθεια κι ο Μοζαμέλ είναι το κίνητρο, ο λόγος, ο σκοπός της αλλαγής, της ζωής που εκπληρώνει τις επιθυμίες. 

Να τη διαβάσετε την ιστορία, να το πείτε αυτό το παραμύθι και στα παιδιά σας. Να το διαβάστε ξανά και ξανά να γεμίσει εικόνες   και φως η ψυχή, μικρών και μεγάλων! Η αγάπη δεν έχει ηλικία, το φως και οι ιδέες πρέπει να μοιράζονται απλόχερα σε όλους!

Ζητείται άλογο για αμαζόνα, Λίνα Μουσιώνη, εικ: Ναταλία Καπατσούλια, εκδ. Μεταίχμιο

Όταν υπάρχει ένα μαγαζί που το λένε « Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» καταλαβαίνει κάποιος πως ίσως κάτι μπορεί  να συμβεί με τις παραγγελίες του; Όχι, δεν είναι  πιτσαρία, αλλά κατάστημα παιχνιδιών που εποχιακά πουλάει  αποκριάτικες στολές. Έτσι λοιπόν έπαθε την πιο κόκκινη και φοβερή λαχτάρα η Δανάη. Πάνω που είχε πείσει  την αγωνίστρια  μαμά της να της αγοράσει επιτέλους μια στολή πριγκίπισσας που εκείνη δεν ήθελε με τίποτα, έγινε εκείνο το μοιραίο λάθος.  Έτσι αφού μπέρδεψαν τις παραγγελίες, στο κατάστημα,  στη  γιορτή τους σχολείου ντύθηκε ιππότης ή όπως την «βάφτισε » η μαμά της …Αμαζόνα της Φωτιάς. Πάει το όνειρο, χάθηκε κι ήρθε η γκρίνια, ο θυμός, η ντροπή και …ο Άρης. Ο Άρης που φορούσε μια στολή πορτοκαλί, με στέμμα χρυσαφένιο, σαν της πριγκίπισσας Ηλιαχτίδας…. Μα ,ναι, ήταν η  δική της στολή!
Και τότε όλα άλλαξαν. Η Δανάη κι ο Άρης γέλασαν πολύ με αυτήν την παράξενη συνάντηση θυμός μαλάκωσε και μια φιλία αναπτύχθηκε ανάμεσα στα δύο παιδιά!
Νέα ιστορία από την Λίνα Μουσιώνη. Απολαυστική, με μπόλικο χιούμορ, έξυπνη και …αποκριάτική. Στο πνεύμα των ημερών η Λίνα γράφει  μια ιστορία « οικογενειακής τρέλας», όπως συμβαίνει κάποιες φορές  σε κάθε …σπίτι. Μάνα και κόρη,  μια σχέση μοναδική που θέλει τη μητέρα με τον «καλό» της λόγο, την δυναμική και υπεροχή της,  να αποτρέπει τα θέλω και τα σχέδια της κόρης. Η συνωμοσία όμως όλων των υπολοίπων μερικές  φορές λυγίζουν το Φρούριο – Αγωνίστρια Μητέρα και τότε θαύματα μπορούν να συμβούν. Αν όμως η τύχη δεν είναι με το μέρος σου και «κοιμηθεί» εκείνη την μια και μοναδική στιγμή που θες κάτι τόσο πολύ αλλά το σύμπαν ξεχνά να συνωμοτήσει, τότε  τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά.
Καταπληκτική ιστορία, με μια ανάσα διαβάζεται και αυτή. Μια ανάσα και αρκετά χαμόγελα για τα παθήματα που φέρνει η ζωή, η τύχη, ένα λάθος. Ένα λάθος που μπορεί να  αποβεί μοιραίο στη ζωή, όπως το σύνηθες «κάθε εμπόδιο για καλό» και να αλλάξουν όλα …προς  το καλύτερο. Μια ιστορία που πάλι αγγίζει το θέμα των στερεότυπων. Δεν υπάρχουν πράγματα που κάνει μόνο ένα κορίτσι ή μόνο ένα αγόρι. Η ζωή θέλει ίσες ευκαιρίες και ίσα δικαιώματα ακόμα και σε …επιθυμίες.  Γεμάτη συναισθήματα και έξυπνες ιδέες η ιστορία τούτη. Μιλεί για την φιλία, για τους  γονείς που πάντα επιμένουν, για τους παππούδες και τις γιαγιάδες που επίσης πάντα …σώζουν στα δύσκολα. Πλούσιο λοιπόν σε  λέξεις , έννοιες και εικόνες. Εικόνες που επίσης ζωντανεύει  και αποτυπώνει η Ναταλία Καπατσούλια. Η Ναταλία με το μοναδικό της στυλ και τα έντονα χρώματα  εικονογραφεί άλλη μια αξέχαστη ιστορία και φυσικά πετυχαίνει στο έπακρο. 

Και προσοχή η ιστορία δεν είναι  μόνο για τις Απόκριες… Αυτό ήταν μόνο η αφορμή!

Όνειρα, Φεϊ Χάνσον, εκδ. Ψυχογιός

Όλα τα παιδιά έχουν όνειρα. Και απορίες έχουν, πολλές. Και ερωτήσεις για τα πιο απίθανα πράγματα. Τα όνειρα όμως του μικρού αγοριού στο βιβλίο της Φέι Χάνσον είναι στ΄ αλήθεια  …παντού. Στο δρόμο για το σχολείο, στο φρεσκοκομμένο γρασίδι, περιμένοντας το σχολικό, στις πινακίδες των δρόμων, στο μάθημα της φυσικής. Και σαν φτάνει ή ώρα των εικαστικών το λευκό χαρτί γεμίζει πια με όλη την αστείρευτη φαντασία του…
Ονειρικό το βιβλίο με απίθανη εικονογράφηση. Βιβλίο ονείρων με λόγια λίγα και εικόνες πολλές που όμως «περιγράφουν» τα όνειρα σαν να έχουν γραφτεί  χιλιάδες λέξεις. Ένα βιβλίο για την φαντασία που δεν σταμάτα πουθενά, που κάνει όλα τα άσχημα όμορφα, που μεταμορφώνει τις ανησυχίες, τις πίκρες , τις ακατανόητες συμπεριφορές των άλλων. Ένα βιβλίο γεμάτο χρώμα και πίστη στην ψυχή. Την ψυχή που συχνά κάνει παρέα στα όνειρα και στους συννεφοκατασκευαστές. Στην φαντασία που πλάθει νέα όνειρα, απίθανες γεύσεις, που ζωντανεύει τα ακούνητα, τα άσχημα και τα απίθανα.
Δώστε ένα λευκό χαρτί σε ένα παιδί και μόλις το αφήσετε ελεύθερο θα δείτε την φαντασία του να μεγαλουργεί. Όπως τα όνειρα που δεν σταματούν ποτέ, που στην αθώα ζωή του είναι  διάφανα κι όλα έχουν σχήμα , χρώμα και γεύση . Και ζωντανεύουν και τρέχουν και πηδούν και πετάνε τα γήινα και χαμηλώνουν τα ουράνια. 

Ένα βιβλίο ,λοιπόν για τα όνειρα, για την φαντασία που κανένας δεν πρέπει να  σταματά σε κανέναν, πόσο μάλλον σε ένα παιδί…

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός και απευθύνεται σε όλους!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

δημοσιεύτηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2017 στο Cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/culture/ta-paramythia-toy-sabbatoy-42