Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Τα παραμύθια του Σαββάτου…



…γράφει η Ελένη Μπετεινάκη*

Κι είναι φορές που το όνειρο γλιστρά και φεύγει από τα σύννεφα κι έρχεται στη γη και παίρνει σάρκα και οστά και μεγαλώνει κι αντρειεύει και κατακτά τον κόσμο. Θέλει θάρρος, τόλμη, πίστη και εμμονή να γίνει ένα μικρό πράγμα …τεράστιο. Θέλει παραμύθι κι αλήθεια, θέλει γίγαντες και νάνους να συνδράμουν μέχρι το τέλος. Κι ίσως να μην υπάρχουν μαγικά ραβδιά αλλά μεγάλες ψυχές κι αντοχές  και στόχοι. Θέλει φαντασία περισσή που να μην την σκοτώσει κανείς.
Μύθοι, ιστορίες, μαθηματικά και όνειρα ανακατεύονται και φτιάχνουν βιβλία εξαιρετικά γεμάτα φαντασία, στόχους κι επιθυμίες. Βιβλία που γεμίζουν χρώμα και ζωή τις ψυχές μικρών και μεγάλων και φτιάχνουν την καθημερινότητα με ομορφιά και μαγεία!

Ο Σαυρής και η αριθμοσαλάτα, Ούτε Κράουζε, (μεταφ: Γιώτα Λαγουδάκου) εκδ. Μεταίχμιο

Ο Σαυρής είναι ένας μικρούλης δεινόσαυρος που πηγαίνει σχολείο , έχει μια πράσινη κασετίνα με χρωματιστά μολύβια, μια τσάντα που μυρίζει κλεισούρα , μια δασκάλα που τη λένε Φτερίτσα και όπως πολλά « παιδιά» ζορίζεται λίγο με τα μαθηματικά και τις εργασίες στο σπίτι. Κάποιες φορές τον βοηθούσε η μαμά του αλλά εκείνη την Τετάρτη ήταν μόνος του παρέα με μια αριθμοθάλασσα από πράξεις. Κι αρχίζουν τα διαλλείματα, τα παιχνίδια και η ώρα περνά με τις ασκήσεις του άλυτες. Την λύση θα τη βρει το αγαπημένο κατοικίδιο του Σαυρή ένας πρωτόγονος μικρός  ανθρωπάκος η Λούσι που με βοηθό όλα τα λαχανικά και τα τρόφιμα της κουζίνας θα μάθει στον αγαπημένο της φίλο την Πρακτική Αριθμητική. Πρόσθεση, Αφαίρεση, Διαίρεση με τον  πιο ευφάνταστο και βιωματικό τρόπο θα ζήσει ο Σαυρής, ο Σπίθας, ο Γκόργκο, η Σαυρούλα, ο Δολομίτης, ο Τρίκι. Οι ασκήσεις θα λυθούν, οι κοιλίτσες τους θα γεμίσουν, η κουζίνα θα αδειάσει  και η μαμά του Σαυρή από τον πολύ θυμό της για την εξαφάνιση όλων των τροφίμων από τη  κουζίνα θα αφήσει …νηστικούς το παιδί της και το  κατοικίδιό του. Στο διαγώνισμα όμως των μαθηματικών την επόμενη μέρα ο Σαυρής θα καταφέρει να κάνει όλες τις πράξεις  σωστά και φυσικά θα πάρει Άριστα. Και η περιπέτεια δεν σταματά εδώ. Συνεχίζεται και με το μάθημα της Ορθογραφίας που το έξυπνο κατοικίδιο- ανθρωπάκι έχει πάλι την πιο παράξενη λύση.
Ένα πρωτότυπο μάθημα μαθηματικών με ήρωες δεινόσαυρους και ανθρώπους που αν και αλλάζουν οι ρόλοι τους, η συμπεριφορά τους  είναι …ανθρώπινη. Το μάθημα των μαθηματικών είναι σχεδόν πάντα μια μεγάλη σπαζοκεφαλιά  και χρειάζεται τη λεγόμεη βιωματική μάθηση για να το κατανοήσει ένα παιδί. Πόσο μάλλον αν αυτό το παιδί είναι γιος …δεινοσαύρων. Τότε το μάθημα μπορεί να μετατραπεί σε ενα χορταστικό και άκρως βιωματικό δείπνο. Μια υπέροχη ιστορία του Ούτε Κράουζε με αρκετή δόση χιούμορ και σημερινής αλήθειας. Ένα βιβλίο για τα μαθηματικά, τους φίλους, τα … « κατοικίδια». Μια ιστορία χορταστκή , αστεία , ευρηματική και ευχαριστεί. Γ
Για όλους όσους ζορίζονται στα μαθηματικά μα και σε άλλα μαθήματα υπάρχει πάντα το παιχνίδι που είναι ένας δοκιμασμένος τρόπος  κατανόησης  δύσκολων εννοιών και …πράξεων.

Για μικρά παιδιά πρωτοσχολικής ηλικίας…

Ο μύθος της Αράχνης,Αντώνης Παπαθεοδούλου, εικ: Βασίλης Γρίβας, εκδ. Μεταίχμιο.

Ένας μύθος ιδιαίτερα αγαπητός αφού έχει να κάνει με μια από τις σπουδαιότερες «αρχαίες» τέχνες για τον άνθρωπο, την υφαντική. Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή με διάφορες εκδοχές και με πολλές απόψεις. Ωστόσο ένα είναι… σίγουρο, πως τούτην την τέχνη την κάτεχαν πολύ καλά και οι Θεοί και οι άνθρωποι εκείνα τα χρόνια τα παλιά. Η Αθηνά ήταν η « μητέρα » της Υφαντικής, άξια στον αργαλειό και κανένας δεν τολμούσε να την αμφισβητήσει . Η Αράχνη πάλι ήταν κόρη ορφανή από μάνα και  δεξιοτέχνης στον αργαλειό. Η φήμη της ήταν τέτοια που η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε μια γριά γυναίκα για να την πλησιάσει και να την γνωρίσει από κοντά. Η πρόκληση για την μικρή Αράχνη μεγάλη για την Θεά της Σοφίας και Τεχνών ακόμα μεγαλύτερη. Ποια από τις δύο θα υφάνει το πιο όμορφο υφαντό. Η εξέλιξη γνωστή. Η Αθηνά θα φτιάξει ένα περίτεχνο κέντημα με τα κατορθώματα των θεών και δικά της και η Αράχνη σκηνές από τη ζωή των Θεών που εξαπατούσαν τους θνητούς. Ήταν τόση η ομορφιά τούτου του εργόχειρου που η Αθηνά ζήλεψε και θεωρώντας ασέβεια το έργο της μικρής Αράχνης την μεταμόρφωσε στο γνωστό μας έντομο  που ποτέ δεν σταματά να υφαίνει τους πιο περίτεχνους  και μοναδικούς ιστούς της.
Διασκευές των μύθων της αρχαιότητας υπάρχουν δεκάδες. Όμως τούτη η σειρά του Μεταιχμίου ξεχωρίζει, όχι μόνο για την πλειάδα των συγγραφέων και εικονογράφων που την έχουν αγκαλιάσει αλλά και για το ύφος και το περιεχόμενό τους που παραμένει ασύγκριτο. Είναι τα Μυθολογικά παραμύθια, υπέροχος τίτλος επίσης, που έχει καταφέρει να δέσει τον μύθο, την ιστορία και το παραμύθι με ένα μοναδικό τρόπο.
Στο συγκριμένο βιβλίο ο Αντώνης  Παπαθεοδούλου  γράφει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο ή καλύτερα μας προσφέρει  απλόχερα την άλλη εκδοχή του μύθου κάνοντας μια αναφορά στις τέχνες και τις μεταμορφώσεις των Θεών. Με τρόπο απλό και πραγματικά περίτεχνο ξαναγράφεται  ένας πασίγνωστος μύθος που διαβάζεται απνευστί ίσαμε την τελευταία του λέξη. Είναι εκείνο το συναίσθημα που ενώ γνωρίζεις κάτι πολύ καλά κάτι,  θες να το διαβάσεις ξανά γιατί ξέρεις πως δεν θα είναι  όπως το έμαθες.
Εικονογράφος με εξαιρετική πένα ο Βασίλης Γρίβας. Μοτίβα σαν γεωμετρικά σχήματα επίσης με τέχνη περισσή και στο χρώμα και στη σύλληψη των σχεδίων.
Ξαναδιαβάστε την ιστορία και απολαύστε   εικόνα και κείμενο σε άλλη διάσταση!

Με εκπαιδευτικές δραστηριότητες σχεδιασμένες από την Μαρία Γονιδάκη

Παιδικά  Όνειρα, Μαρίνα Μιχαηλίδου – Καδή, εικ; Ντανιέλλα Σταματιάδη.εκδ. Πατάκη

Ήταν λοιπόν μια φορά κι ένα καιρό ένα κορίτσι που ονειρευόταν να ακουμπήσει τα  αστέρια κι 
ένα αγόρι που ήθελε να πετάει ψηλά σαν πουλί. Ένα άλλο κορίτσι που έκτιζε πύργους στην άμμο κι ένα αγόρι που έσκαβε βαθιά στη γη να βρει το θησαυρό που ονειρευόταν.
Και τα όνειρα γεννιόντουσαν κι οι άνθρωποι, οι «μεγάλοι» αποκάρδιωναν τους μικρούς , όμως τα παιδιά δεν τους έδιναν σημασία. Και μεγάλωσαν κάποια στιγμή και τα όνειρα τους γίνανε αστέρια, θησαυροί, πουλιά, πανύψηλα κτίρια, χαμόγελα κι ελπίδα για τον κόσμο…
Και ποιος δεν έχει ονειρευτεί να γίνει μεγάλος, σπουδαίος και ξεχωριστός όταν ήταν παιδί. Κι είναι τα όνειρα πολλές φορές παράτολμα κι άλλες φορές ακουμπούν την αλήθεια γιατί εμείς  το θέλουμε πολύ. Και αντιστεκόμαστε στα εκατοντάδες  ΜΗ και στις προτροπές και συμβουλές των άλλων. Γιατί κανείς  δεν είναι  ευτυχισμένος αν δεν κάνει αυτό που ο ίδιος έχει ποθήσει πολλές φορές από τα μικράτα του. Το όνειρο δεν έχει σύνορα, η καρδιά φτερουγίζει πάντα ψηλά  στα αστέρια και αν χαμηλώσει τότε η επιθυμία χάνεται, η μαγεία σταματά και η ζωή γίνεται κοινή, συνηθισμένη και χωρίς σκοπό. Ποίημα το βιβλίο της Μαρίνας Μιχαηλίδου – Καδή. Ποίημα και οι εικόνες βγαλμένες από σεντούκια αλλοτινών καιρών της Ντανιέλλας Σταματιάδη . Μόνο με τα όνειρα ζεις αληθινά και ταξιδεύεις. Μόνο με το όνειρο  καταφέρνεις το ακατόρθωτο και γι αυτό δεν πρέπει να το εγκαταλείπεις ποτέ.
Ένα βιβλίο αυτοεκτίμησης, εμπιστοσύνης στο εαυτό μας, στις ιδέες , τα όνειρα και τα πιστεύω μας. Ένα βιβλίο που καταργεί τα πρέπει των μεγάλων που κάνει το όνειρο και τη φαντασία ,πραγματικότητα. Θέλει δύναμη και πίστη να καταφέρεις να μην λυγίσεις από τον αρχικό σου στόχο, να μην επηρεαστείς  από τις «πολύτιμες συμβουλές» των μεγάλων, να μην παρεκκλίνεις ούτε για μια στιγμή από την δική σου επιθυμία και σκοπό. Ένα βιβλίο που δεν είναι  μόνο για παιδιά, είναι  περισσότερο για εκείνους τους μεγάλους που πέρασαν τα χρόνια και ξέχασαν το στόχο, το δρόμο και τα δικά τους όνειρα. Για να μην σταματούν την ορμή και τη φαντασία των δικών τους παιδιών, για να τα κάνουν καλύτερα σε έναν κόσμο που είναι γεμάτος υποχρεώσεις, απαγορεύσεις , δισταγμούς και χαμένες ελπίδες.
Αν σκοτώσεις το  όνειρο η πραγματικότητα θα χαθεί, η χαρά , η  απόλαυση και όλα τα μεγάλα που θέλουν θαρραλέους στη ζωή κι όχι τσαλαπατημένες ελπίδες και ψυχές.

Για παιδιά από 3 μέχρι 103 χρόνων!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Οκτώβριος, ο «πατέρας των σπόρων»!



Της Ελένης Μπετεινάκη

«…Πήρε λοιπόν η Χρωματούσα* τα πινέλα της κι βγήκε πολύ νωρίς απ ΄το σπιτάκι της σήμερα το πρωί. Ήθελε να προλάβει τον κυρ Ήλιο, σαν ξυπνούσε  να τον καλημερίσει πρώτη απ’  όλους, να του χαρίσει τα χρώματα του Οκτώβρη τα χρυσοκόκκινα. Όλη τη  νύχτα προσπαθούσε να βρει τις πιο ζωντανές και σπάνιες αποχρώσεις. Το μαγικό της τσουκάλι δεν σταμάτησε ούτε για μια στιγμή να βράζει λογιώ λογιώ τα φίλτρα και τα χρώματα. Κι είχε πια απλώσει στην παλέτα της τα ομορφότερα. Κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, ροζ και βαθύ γαλάζιο για να βάψει το όλο τον ορίζοντα της ανατολής. Κι αφού τους καλωσόρισε και τους δύο ανέβηκε  στα σύννεφα και καμάρωσε την πλάση ολόκληρη κι όπως εκείνα προχωρούσαν έκανε  άλλοτε  βουτιές στη θάλασσα  και άλλοτε πηδούσε  πάνω στα δέντρα και έβαζε  ασημένιο ή  χρυσό στα φύλλα τους. Σε άλλα πάλι συμπλήρωνε  κίτρινο, καφέ ή λίγο πράσινο. Και σαν τέλειωσε τη δουλειά της κρύφτηκε  πίσω από τους κορμούς τους για να χαρεί με τα παιχνίδια των παιδιών. Σήκωναν  ψηλά τα φύλλα τα πετούσανε  στον Αέρα κι εκείνος θέλοντας να πάρει μέρος  στο παιχνίδι τους φυσούσε  κάποιες φορές με όλη του τη δύναμη και ανακατεύονταν όλα, φτιάχνοντας ένα πολύχρωμο υφαντό της νεράιδας Γης κι ύστερα το άπλωνε παντού.
Σήμερα η Χρωματούσα ήταν χαρούμενη πολύ, ο Οκτώβρης έτρεχε φουριόζος να προλάβει  να μπει στην τάξη του με ένα σωρό καλούδια  φορτωμένος. Ήθελε να δείξει στα παιδιά τις μαγικές εικόνες που  του΄χε βάλει από βραδύς η μικρή μάγισσα στην τσάντα του για να  μάθει στα παιδιά όλες τις αποχρώσεις των γήινων χρωμάτων!..»**

Λένε πως τούτος ο μήνας είναι φτωχός στα καλούδια του, είναι όμως ο πιο πλούσιος στην ψυχή του. Είναι η έμπνευση του ποιητή, του ζωγράφου, είναι ο ύμνος της ομορφιάς, μα πάνω απ΄όλα είναι ο  προστάτης, ο φύλακας της ίδιας της Γης, γιατί κρύβει μέσα του τη ζωή, σκεπάζει και «κοιμίζει» τον σπόρο που θα τη γιομίσει με νέα βλαστάρια την Άνοιξη. Κι είναι γεμάτος δουλειές για τους γεωργούς τούτος ο μήνας. Δουλειές που δίνουν ζωή αφού ο Οκτώβρης είναι εκτός από τον  μήνα της σποράς και του οργώματος, του κατευόδιου από τα βουνά στα χειμαδιά και της άνθησης του πιο όμορφου φθινοπωρινού λουλουδιού του χρυσάνθεμου.

Τον αποκαλούν με πολλά ονόματα  Αϊ- Δημητριάτη, Bροχάρη, Σποριάτη, Σποριά, Σπαρτό , Μπρουμάρη, Σκοτεινό, Ομιχλώδη. Η γη γεμίζει φύλλα. Κυκλάμινα και  χρυσάνθεμα έχουν την τιμητική τους.
Μήνας αφιερωμένος στο όργωμα και τη σπορά, λόγω των βροχών του και της πιο μεγάλης και σπουδαίας εργασίας των γεωργών. Αν και η προετοιμασία του σπόρου, στη σπορά,  αρχίζει με τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού στις 14 του Σεπτέμβρη, ο Οκτώβρης θεωρείται ο «πατέρας» τούτης της σημαντικής δουλειάς  κι ας φτάνει μέχρι και τα Χριστούγεννα που οριοθετείται το τέλος της. Σε μια χώρα, όπως είμαστε  εμείς, με χιλιάδες παραδόσεις και έθιμα ήταν αδύνατον να μην δημιουργηθούν χίλιες δυο δοξασίες, μαντέματα και μαγικά μηνύματα για να δυναμωθεί ο σπόρος που θα πέσει στη γη για το πιο σημαντικό πράγμα της επιβίωσης των οικογενειών μέχρι και τις μέρες  μας.
Πως κατάφερναν όμως να έχουν την τύχη με το μέρος  τους τις παλιότερες εποχές; Με δύο τρόπους. Ο πρώτος ήταν με την προσφορά δώρου στα « θεία» , η «θεραπεία » όπως έλεγαν μέσω σεβασμού , κατάνυξης και προσευχής. Ο δεύτερος ήταν ο «μαγικός». Με μαγικές πράξεις , συνήθως παράλογες αλλά για όσους πίστευαν σ΄ αυτές απόλυτα λογικές. Τον Οκτώβρη έχουν ήδη ξεκινήσει τα πρωτοβρόχια. Αν δεν ποτιστεί η γη, η σπορά δεν μπορεί να ξεκινήσει κι αν  για κάποιους λόγους η βροχή αργεί τότε άρχιζαν τα κατά τόπους έθιμα που σκοπό  είχαν να εξαναγκάσουν τα «θεία» σε βοήθεια. Το πιο διαδεδομένο έθιμο ήταν αυτό της Περπερούνας που  πιο πολύ το επικαλούνταν την Άνοιξη αλλά αν υπήρχε ανάγκη γινόταν και το φθινόπωρο:

 « Ένα κοριτσάκι οκτώ – δέκα χρονών συνήθως φτωχό και ορφανό  το στόλιζαν τα άλλα κορίτσια με λουλούδια και πρασινάδα, έτσι ώστε σαν κι αυτό να πρασινίσουν οι κάμποι. Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν ένα παραδοσιακό τραγούδι και κάθε νοικοκυρά έβγαινε από το σπίτι της μ΄ ένα κανάτι και έχυνε πάνω στο κεφάλι της Περπερούνας νερό λέγοντας την ευχή – Καλή βροχή να δώσει ο θεός, όπως βρέχω κι εγώ την Περπερούνα . Στο τέλος έδινε η νοικοκυρά στο κοριτσάκι ένα νόμισμα ή ότι άλλο είχε,  για το καλό ».
 
Άλλο έθιμο ήταν εκείνο της χελώνας. Αν δηλαδή ο γεωργός σε περίοδο ανομβρίας έβρισκε στο δρόμο του μια χελώνα , τη γύριζε ανάσκελα και έβαζε πάνω στην κοιλιά της ένα μεγάλο σβόλο από χώμα. Η χελώνα αν δεν έβρεχε δεν θα μπορούσε να σηκωθεί μ΄αυτό το βάρος πάνω της και για αυτό θα έπρεπε κι εκείνη να παρακαλέσει τον Θεό γα βροχή. Σ΄ άλλα μέρη της Ελλάδας σκότωναν φίδια και τα έβαζαν ανάσκελα στα τρίστρατα ή τα κρεμούσαν στα δέντρα για να προσελκύσουν τα αρπαχτικά πουλιά που όταν πετούσαν χαμηλά σήμαινε πως έρχεται βροχή.

‘Έθιμα που σπάνια συναντάμε πια είναι και αυτά της προετοιμασίας του σπόρου. Ο πρώτος σπόρος του σταριού παρασκευαζόταν με μεγάλη επιμέλεια. Τον τοποθετούσαν σε ένα σάκο μαζί με βασιλικό, ρόδι, σκόρδο κι ένα ασημένιο νόμισμα ή δακτυλίδι. Ο βασιλικός χρησίμευε για να γίνουν το ίδιο πράσινα τα στάρια .Το ρόδι συμβόλιζε την ευφορία για να είναι  γεμάτο το σπίτι όλο το χρόνο, το σκόρδο ήταν για το κακό μάτι και το ασήμι έδειχνε την εξασφάλιση της καλής ποιότητας της σοδειάς. Όλα αυτά μαζί με λίγο σπόρο δένονταν σε ένα μικρό σποροσάκουλο με μια κόκκινη μεταξένια κλωστή και φυλάσσονταν σε ένα μέρος του σπιτιού μέχρι και το τέλος της σποράς. Η πρώτη μέρα που θα βγαίνε ο σπόρος από το σπίτι ήταν εξαιρετικής σημασίας. Δεν έδιναν ούτε  έπαιρναν χρήματα, δεν δάνειζαν ψωμί, αλεύρι ,αλάτι και φωτιά , πράγματα που έκλειναν μέσα τους τη δύναμη του σπιτιού. Οι νοικοκυρές το βράδυ έκαναν  πίτες με σπανάκι, λάχανο και άλλα χόρτα και σαν την  έβαζαν στο τραπέζι να την φάει όλη η οικογένεια εύχονταν « να φυτρώσουν γρήγορα τα στάχυα και να πρασινίσουν όπως τα χόρτα της πίτας.

Η μέρα που ξεκινούσε η σπορά έπρεπε να είναι Δευτέρα ή Τετάρτη ποτέ Τρίτη. Η σημαδιακή φράση που έλεγε ο γεωργός ήταν: « Ώρα καλή μας και καλά μπερεκέτια!», δηλαδή να χουμε πλούσια σοδειά!

Lowell Herrero
Αν η αρχή στο χωράφι γινόταν από κορίτσι ανύπανδρο έπρεπε να πει : « Μονάχη μου το σπέρνω και μ΄ άλλον θα το θερίσω (δηλ. θα παντρευτώ)». Δεν μπορούσε κάθε άνθρωπος να είναι ο Σπορέας .Χρειαζόταν τέχνη για να μην σκορπιστεί ο σπόρος αραιά ή πυκνά και σαν τέλειωνε την πρώτη του γύρα να ζέχνει τα βόδια για να « κάμει » το χωράφι. Όργωνε και έσπερνε τουλάχιστον 2 – 3 φορές έτσι ώστε ο πολύτιμος σπόρος να πάει παντού.
Επιστρέφοντας στο εορταστικό καλαντάρι ξεχωρίζουν οι γιορτές του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου στις 3 του μήνα, πολιούχος Άγιος των Αθηνών, του Αγίου Ιερόθεου στις 4 που επειδή κατά την παράδοση  αγαπούσε πολύ και ημέρευε  τα ζώα οι καθολικοί τον  έκανα προστάτη τους και έχουν ορίσει διεθνώς την ημέρα της μνήμης του σαν « Ημέρα Προστασίας των ζώων». Του Αγίου Λουκά στις 18 που έχει σαν σύμβολό του το ήρεμο βόδι. Για τον Άγιο  η παράδοση θέλει να έχει ζωγραφίσει την μορφή της Παναγιάς και μάλιστα Βρεφοκρατούσας με την παλιά τεχνική του κεριού σε τρείς εικόνες.  Λένε πως τη μία την παρέδωσε στην ίδια κι εκείνη ευχαριστήθηκε και τις  ευλόγησε κι έγιναν θαυματουργές. Μάλιστα του αποδίδουν πως πρώτος αυτός απεικόνισε του Αποστόλους. Η λαογραφία θέλει τούτη τη μέρα να θεωρείται ορόσημο για τη σπορά των κουκιών, όχι όμως την ημέρα της γιορτής του που θεωρείται αργία, αλλά την παραμονή ή την επομένη. Ο μύθος λέει πως κάποτε  ένας γεωργός που πήγε  να σπείρει καλαμπόκια την μέρα του Αγίου Λουκά έπιασε μια νεροποντή και όλη η σοδειά χάθηκε. Από τότε λένε πως είναι ο άγιος που « πνίγει τα καλαμπόκια». Τέλος οι γεωργοί μας πιστεύουν πως από τούτη τη μέρα ξεκινά το « μικρό καλοκαιράκι » και η γη θα στεγνώσει τόσο όσο χρειάζεται για τις επόμενες μέρες η σπορά τους. Στις 20 του μήνα είναι η γιορτή του Αγίου Γερασίμου που λατρεύεται στην Κεφαλονιά και φτάνουμε στην  πιο μεγάλη γιορτή του Αγίου Δημητρίου στις 26. Γιορτή που συνδέεται με την πόλη της Θεσσαλονίκης μιας και ο Άγιος Δημήτριος ήταν γέννημα, θρέμμα της συμπρωτεύουσας.

Την μέρα αυτή ανοίγονται συνήθως τα νέα κρασιά. Καλούν ένα παπά, σ΄ όλους τους αναπαραγωγικούς τόπους , να αγιάσει τα βαρέλια και αφού ευχηθεί, να δοκιμάσει πρώτος το νέο κρασί. Η μέρα αυτή είναι επίσης ορόσημο και για τους κτηνοτρόφους. Λίγο πριν και λίγο μετά ο καιρός φτιάχνει λίγο και έχει μείνει στην συνείδηση του λαού το « μικρό καλοκαιράκι του Αι Δημήτρη». Συμπίπτει με το διάστημα που χρειάζονταν οι τσομπάνηδες για να κατεβάσουν τα κοπάδια τους στα χειμαδιά . Η σημασία της γιορτής τονίζεται στο ότι η παρουσία ενός Αγίου , νέου και αξιόλογου που περπατά καβάλα σε άλογο τους έδινε την ευκαιρία να ορίσουν τη γιορτή του σαν χρονολογία ξεκινήματος , εξασφαλίζοντας θάρρος και εμπιστοσύνη για το δρόμο τους. Κι όλα αυτά σε συνδυασμό με μιαν άλλη γιορτή ορόσημο κι αυτή του Αγίου Γεωργίου στις 23 του Απρίλη που τα ζώα οδηγούνται ξανά πάνω στα βουνά με ένα άλλο καβαλάρη Άγιο εξίσου νέο και αξιόλογο. Ορόσημο μέρα και για τους ταξιδεμένους , τους ναυτικούς  που επιστρέφουν στο σπίτι τους για να περάσουν το χειμώνα.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι ελληνικές οικογένειες που εξέλεγαν τους Δημογέροντες λογάριαζαν κι αυτοί τα εξάμηνα τους με τις γιορτές του Αι  Δημήτρη και Αι Γιωργιού .Με τη διαφορά αυτή των εξαμήνων έβαζαν τους ραγιάδες να πληρώνουν τους φόρους  τους και όριζαν σαν ελεύθερο χρόνο ναυσιπλοΐας τις δύο αυτές γιορτές .
Την μέρα του Αϊ Δημήτρη γιόρταζαν και οι Συντεχνίες , ιδιαίτερα οι οικοδόμοι, οι ασβεστάδες, οι σοβατζήδες, οι ξυλουργοί, οι κεραμιδάδες, οι σιδεράδες  και οι κλειδαράδες που επισφράγιζαν την καλοκαιρινή εργασία με τα κέρδη τους ή την πρωτογιόρταζαν όσοι άρχιζαν τώρα την χειμωνιάτικη εμπορική τους δράση όπως οι μπακάληδες, οι δερματέμποροι, οι παπουτσήδες, οι υφασματέμποροι και οι ταβερνιάρηδες.

Τέλος τούτος ο μήνας είναι ο μήνας των χρυσανθέμων. Ανθίζουν κάθε χρόνο τον Οκτώβρη εκεί γύρω στη  γιορτή του Αϊ Δημήτρη και για αυτό τα λένε και αγιοδημητριάτικα και τα συναντάμε σε πάνω από 180 ποικιλίες. Είναι το λουλούδι  του φθινοπώρου, τα άνθη του χρυσού και  καλλιεργούνται εδώ και χιλιάδες χρόνια στην μακρινή Ανατολή που θεωρείται πατρίδα τους.
Στη χώρα μας τα συναντάμε παντού ακόμα και στην ύπαιθρο σαν αυτοφυές φυτό και μάλιστα οι Κρητικοί τρώνε τους τρυφερούς του βλαστούς με λαδόξυδο ενώ τα άνθη τους τα χρησιμοποιούν για να διώχνουν τους ψύλλους και να βάφουν με ωραίο κίτρινο χρώμα τα βαμβακερά τους ρούχα. Το κρητικό χρυσάνθεμο του Οκτώβρη έχει ένα ακόμη συμβολισμό.
Με το μάδημα του μικροί  και μεγάλοι  όπως το « σ αγαπώ – μ΄ αγαπάς » της μαργαρίτας ψάχνουν το σκοτεινό υπαρξιακό ερώτημα:  Κόλαση ή παράδεισος;

Καλό μήνα !





ΠΗΓΕΣ :

«Τα φθινοπωρινά», Λουκάτος  Δ. , Αθήνα 1995
«Ελληνικαί  εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας », Μέγας Γ.Α. Αθήνα 1956
*Η μάγισσα Χρωματούσα, Ελένη Μπετεινάκη, εκδ. Ελληνοεκδοτική
** Λόγια του αέρα, Μπετεινάκη Ελένη,ιδ. Συλ. Διηγημάτων, Ηράκλειο 2014

Δημοσιεεύτηκε στις 1 Οκτωβρίου 2016 στο Cretalive.gr:http://www.cretalive.gr/opinions

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Ήταν Παρασκευή τότε, 27 του Σεπτέμβρη στα 1669…



Της Ελένης Μπετεινάκη ***

«…Την Παρασκευή 1 Τζεμαζιέλεβελ του 1080  ( Σεπτεμβρίου 1669),νωρίς το απόγευμα, οι άπιστοι παρέδωσαν στον αντιπρόσωπο του πολυχρονεμένου, τον πορθητή του Χάνδακα , Φεζίλ Αχμέτ Πασά τα έξι χιλιάδες εξακόσια έξι κλειδιά από το κάστρο ,τις αποθήκες πολεμοφοδίων, το θησαυροφυλάκιο και τις αποθήκες προμηθειών …». Έτσι αναφέρει ο Τούρκος Εβλιά Τσελεμπί στην περιγραφή του για την παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς.  

«…Μια φορά κι έναν καιρό, πάνε 347 χρόνια από τότε, μια Παρασκευή, μια μέρα φθινοπωρινή, σαν σήμερα ακριβώς, μεγάλη αναταραχή επικρατούσε πάνω στα τείχη της πόλης. Ο Αλέξιος έτρεχε πάνω κάτω σαν τρελός. Αν και τα πόδια του δεν τον βοηθούσαν πια καθόλου μιας κι είχε γεράσει πολύ, με όση αντοχή και δύναμη  είχε κατέβηκε ίσαμε την πύλη του Αγίου Ανδρέα. Να δει με τα ίδια του τα μάτια το  «κακό » να ‘ρχεται.Κι είδε όλα τα χρυσάφια, τα πορφυρά χιτώνια, τα όπλα τα στραφταλίζουν στον ήλιο.  Το προηγούμενο βράδυ το πέρασε στον  μεγάλο Προμαχώνα στο Μαρτινέγκο, βλέποντας τους Χριστιανούς  να κατεβάζουν το μεγάλο σταυρό, σύμβολο της Χριστιανοσύνης, να κλαίνε σιωπηλά και να κατηφορίζουν στο λιμάνι για το τελευταίο ταξίδι. Κι είδε, στον Προμαχώνα σήμερα του αγίου Ανδρέα  όλα να ξεμακραίνουν. Οι θησαυροί, οι άνθρωποι, οι δικοί του αγαπημένοι .Αν κι ήταν μόνο ένας απλός αρουραίος, άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν στα μάτια του. Κανένας απ΄τη γενιά του δεν είχε μείνει. Όλη του η οικογένεια είχε καταφέρει να τρυπώσει τις προηγούμενες μέρες στα αμπάρια απ΄τα γαλιόνια  για να  φύγουν μακριά, σε αγνώστους τόπους, πρόσφυγες , ξεριζωμένοι, κουρασμένοι και με βαριά την καρδιά μαζί με εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Για μια καινούργια ζωή, για μια  καινούργια πατρίδα. …
Ένας ποντικός τόσος δα που έζησε όλη την πολιορκία  από μέσα απ΄ τα λαγούμια, στα τείχη, στην πόλη, στα ερείπια. Που είδε τον πατέρα του να « φεύγει » από την πείνα  και όσοι απόμειναν να είναι αναγκασμένοι μέσα σε 12 μέρες  να φύγουν για πάντα από τη γενέτειρα πόλη…
-Κυρία, αυτό το παραμύθι το΄χω ακούσει ξανά , πετάχτηκε ο Αλέξανδρος, διακόπτοντας την αφήγηση.
- Και θα τα ακούς για πολλά χρόνια Αλέξανδρε μου, γιατί είναι πέρα για πέρα αληθινό και συνέβη εδώ κοντά στο σχολείο μας, πάνω στα τείχη μας, στον τόπο μας κι εμείς δεν πρέπει να το ξεχάσουμε ποτέ. Να το θυμόμαστε, να το λέμε στα παιδιά μας κι εκείνα στα δικά τους. Γιατί αν, αν ατονήσει η μνήμη …χαθήκαμε!».Κι είχε ξεκινήσει το δικό μου ταξίδι στα τείχη και την ιστορία από τη χθεσινή μέρα, αργά το απόγευμα. Μια ψύχρα,  όχι απ΄τον καιρό, σκέπαζε την ψυχή μου  και δεν έλεγε να μ΄αφήσει. Αιτία, η αποφράδα μέρα, οι θύμησες, οι αναστοχασμοί….

Μ΄αρέσει να μιλώ με παραμύθια κι ιστορίες, να λέω τα πράγματα με τρόπο απλό. Να συλλογιέμαι και να θυμάμαι, σαν να τα ζω, μάχες, πρόσωπα που πέρασαν, έζησαν, μαρτύρησαν ή και βασίλεψαν σε τούτο τον τόπο. Το παραμύθι όμως του Μεγάλου Κάστρου, πάντα με πονάει, πάντα ματώνει και τη δική μου ψυχή γιατί δεν χωράει ο δικός μας ο νους τι ακριβώς σημαίνει …πόλεμος! Τι ακριβώς θα πει να φεύγεις  απ΄τον τόπο σου ξέροντας πως πότε δεν θα γυρίσεις, νοιώθοντας ξένος, πρόσφυγας και μόνος… Κι ίσως για αυτό δεν πρέπει όλοι μας  να ξεχνάμε, δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας στο στο χθες, σε όλα όσα συμβαίνουν σήμερα …

Κι εκεί ξεκίνησε από την αρχή και πάλι η ιστορία …

Κι ήρθες και με πολέμησες , και θέλεις το δηγάσαι,
Μα πως με πήρες με σπαθί, ποτέ σου μη λογάσαι *

Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους μας. Ο περίφημος Κρητικός Πόλεμος έχει πια τελειώσει και τούτη η μέρα μοιάζει να΄ναι η πιο δύσκολη κι ας μην έχει ματώσει κανείς από πραγματικό αίμα. Μόνο η ψυχή σπάραζε  όσων είχαν απομένει μέσα στο πολιορκημένο κάστρο. Μόνο το κλάμα κι ο οδυρμός σαν να ακούγονταν από τα γαλιόνια που είχαν απομακρυνθεί, πέρα ακόμα κι από την Ντία. Όσοι είχαν μείνει  στην πονεμένη πόλη περίμεναν το σούρουπο για παραδοθούν τα κλειδιά του Μεγάλου Κάστρου. Να πέσει και η τελική αυλαία μόνο που ήταν χωρίς χειροκρότημα, τουλάχιστον από την μεριά των Χριστιανών. 

Κάστρο και που΄ν΄οι πύργοι σου και τα καμπαναριά σου…
Ω Κάστρο μου περίδοξο,τάχατες όσοι ζούνε
τάχατες να σαι κλαίσινε και να σ΄ αναζητούνε,
έπρεπε ούλοι οι Καστρινοί μαύρα για να βαστούσι
να κλαίγουσι  καθημερινό κι όχι να τραγουδούσι,
άντρες, γυναίκες και παιδιά και πάσα κορασίδα
να δείχνουν πως εχάσασι τέτοιας λοής πατρίδα.**

Aν και ο Σεπτέμβρης πήγαινε να τελειώσει, η ζέστη δεν έλεγε να υποχωρήσει. Σουρούπωνε και τα χρώματα τ’  ουρανού ήταν υπέροχα. Αν ανέβεις πάνω στα τείχη, μπορείς  να αγναντέψεις σχεδόν  όλο το Μεγάλο Κάστρο, τη θάλασσα  και την Ντία απέναντι. Ένα αεράκι φυσούσε χθες, κι έφερνε μυρωδιές, αρώματα, θύμησες και εικόνες. Εικόνες μιας πολύπαθης πόλης. Σαν αστραπή ένοιωσα για λίγο το χρόνο να γυρίζει πίσω και χίλια δύο να ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μου σαν ταινία .Όλοι εκείνοι οι κατακτητές , Βυζαντινοί, Άραβες, Γενουάτες, Ενετοί πέρασαν από μπροστά μου.
Τούτοι οι τελευταίοι  εδραιώθηκαν πολλά χρόνια και έγινε το λιοντάρι σύμβολο της πόλης. Άκουγα το βρυχηθμό του σήμερα, άγριο, ανήσυχο πολύ σαν λαβωμένο, θεριό πραγματικά ανήμερο που δεν μπορούσε να επιτεθεί άλλο από τις αμέτρητες πληγές του. Λυπημένο ήταν κι εκείνο, δεν ήθελε  τούτη την καινούργια κατάκτηση, τούτη την καινούργια παράδοση στους νέους « αφέντες». Ένα κάστρο απόρθητο ήταν ο Χάνδακας. Για 22 ολόκληρα χρόνια προσπαθούσαν οι Τούρκοι να τον κάνουν δικό τους και τα κατάφεραν. Νόμισα πως έβλεπα εκείνα τα τελευταία  γαλιόνια να πλέουν στο πέλαγος, πέρα μακριά κοντά στο μικρό ξερονήσι  κι άκουγα τον τελευταίο θρήνο. Ψυχές που αναγκάζονταν να φύγουν για άλλες πατρίδες κουβαλώντας ότι μπορούσαν, αφήνοντας έρημο τούτο το Κάστρο, μόνο του, να υποδεχτεί τη νέα του μοίρα.
Σαν σήμερα πριν  από 347 χρόνια, έμελλε να ‘ ναι η αποφράδα μέρα που όλα τα κλειδιά της καστρόπολης   δόθηκαν στους Τούρκους, μιας πόλης που ελάχιστα πράγματα είχαν μείνει να δει κάποιος. Ερείπια, βρωμιά, σκουπίδια και λιγοστοί  άνθρωποι που δεν κατάφεραν ή δεν ήθελαν να φύγουν, έμειναν να υποδεχτούν τον Μεγάλο Βεζύρη, τον Αχμέτ Κιοπρουλή με το προσωνύμιο Φεζίλ, δηλαδή Δίκαιος, να μπαίνει θριαμβευτής στην πόλη φάντασμα, στο αλλοτινό κόσμημα των Ενετών και της Μεσόγειου...
Και μπήκανε οι θύμησες και τα βιβλία στο μυαλό μου …και συνέχισα την βόλτα μου να νοιώσω, να πατήσω τούτα τα μέρη που τόσο πολύ « κτυπήθηκαν » κάποτε. Σαν να μου φάνηκε πως είδα εκείνη την λευκή σημαία στον Προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, σημάδι ειρήνης μέχρι να τελειώσουν οι διαπραγματεύσεις. Κι ύστερα απόλυτη σιωπή και ένα βουβό κλάμα από άρχοντες κι απλούς ανθρώπους…

Κι αφήκαν δίχως άνθρωπον την χώραν σφαλισμένην
κι ουδένα πράγμα ζωντανό μέσα δεν απομένει…*

Κοίταξα από την έξω πλευρά των τειχών και μου φάνηκε πως αντίκρυσα, σαν μέσα σε ένα σύννεφο, και ας μην έφτανε μέχρι εκεί, το μάτι, από το τόσο τσιμέντο,  εκείνη την άλλη  πολιτεία την οθωμανική, στη νότια πλευρά, στη Φορτέτσα, με τα πεντακόσια πέτρινα σπίτια,  τα σαράγια και  τα χαμάμ το Inadiye ή Κale-I Cedit ή Νέα Κάντια .Εκεί και το τζαμί του Σουλτάνου Ιμπραχήμ κι άλλα έξι πιο πέρα. Κι άστραφταν τα χρυσομέταξα υφάσματα κι οι μιναρέδες. Υπήρχαν, λένε, 160 χώροι λατρευτικοί στην πόλη και στα άλλα τρία ορμητήρια έξω από τα τείχη του δικού μας Χάνδακα. Και παραπέρα στους λόφους  κι απέξω απ τα δικά του τείχη  εφτά χιλιάδες σπίτια, πέντε σχολειά, και δυο χιλιάδες καταστήματα κι ένα σωρό καφενέδες και χάνια. Και πιο κοντά στο δικό μας το Κάστρο, ένας απέραντος στρατός με σκηνές  και σπίτια εκεί δίπλα στη θάλασσα και πιο πολύς κόσμος εδώ. Λένε πως 3.000 αριθμούσαν τα μαγαζιά τους κατά μήκος δυο μεγάλων δρόμων, που χάραξαν και οδηγούσαν στο απόρθητο κάστρο του Χάνδακα και πάλι σαράγια με χαμάμ και πόρτες από κυπαρισσόξυλα. Μποστάνια και περιβόλια και τριανταφυλλιές που σε μεθούσαν με τ΄ άρωμά τους και  μια τεράστια αγορά ζώων και δημητριακών. Απίστευτη η φασαρία και το παιδομάνι. Άλλες μυρωδιές από τούτη την μεριά, άλλος κόσμος, άλλες συνήθειες και χρώματα ,άλλες φωνές, μιλήματα, έθιμα και τραγούδια. Μια ζωντανή πόλη, παράξενη κι αλλόκοτη. Και συνέχιζαν το σκάψιμο των χαρακωμάτων, των λαγουμιών μόνο που σήμερα κάτι πλανιόταν στον αέρα… Ήταν  σαν να ΄χαν γιορτή . Επιτέλους θα κατάφερναν να μπουν στο Κάστρο , που για χάρη του είχαν απαρνηθεί τα δικά τους σπίτια.  Άλλοι έσκαβαν σαν μέσα σε λαγούμια, άλλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι εδώ κι εκεί, μάζευαν ότι μπορούσαν, δεν ήξεραν τι θα αντίκριζαν, δεν ήξεραν…
Από την μέσα μεριά των τειχών μια απίστευτη ηρεμία. Σχεδόν ψυχή δεν ακουγόταν. Τίποτα δεν είχε  μείνει , μόνο ερείπια, πέτρες , σωροί από σκουπίδια και μικροαντικείμενα που ξεχάστηκαν κι ίσως κι εκείνος ο γερό – Αλέξιος, ο αρουραίος που τριγύριζε σαν χαμένος…

Ήταν μια άσχημη μέρα …
Κάστρο και που΄ν΄οι πύργοι σου και τα καμπαναριά σου…**

Γράφει ο Νικόλαος Σταυρινίδης πως τα μεσάνυχτα της 26ης Σεπτεμβρίου του 1669 οι Ενετοί κατέβασαν και τον πελώριο Σταυρό που είχαν στήσει στα 1648 στο πιο ψηλό μέρος του φρουρίου στο Πύργο του Μαρτινέγκο . Ο σταυρός αυτός είχε στηθεί  σε ανάμνηση μιας άλλης μεγάλης νίκης των Ενετών κατά των Τούρκων  πάλι από προδοσία που παραλίγο τότε να πέσει στα χέρια των Τούρκων και ο Χάνδακας. Την επόμενη μέρα το πρωί, 27 Σεπτέμβρη,  έγινε η επίσημη τελετή της παράδοσης του Μεγάλου Κάστρου στους Οθωμανούς. Αναφέρει μάλιστα πως  κατά την παράδοση των 83 κλειδιών των δημοσίων κτιρίων της Πολιτείας και του φρουρίου  μέσα σε ένα ασημένιο πιάτο και πιθανόν και όλων των άλλων που λέει ο Τσελεμπί, ο Κιοπρουλής έριξε 600 δουκάτα μέσα στο καπέλο του Βενετσάνου απεσταλμένου και από 400 για τους δύο συνοδούς του. Την ίδια στιγμή φόρεσε στους δύο συνεργάτες του , Παναγιωτάκη Νικουσίου και Καρακουλάκ Αχμέτ Αγά πολύτιμους μανδύες  για τις υπηρεσίες που προσέφεραν για τους όρους της ειρήνης. Μέσα στους επίσημους που παραβρέθηκαν για την παραλαβή ήταν ο μικρός αδελφός του Κιοπρουλή, Μουσταφάς Μπέης και ο Ανδρέας Μπαρότσης , ο προδότης του Μεγάλου Κάστρου, προφανώς για να εισπράξει το τίμημά του.
Δάκρυα συγκίνησης και χαράς λένε πως έχυσαν οι επίσημοι πηγαίνοντας να φιλήσουν την άκρα του μανδύα του Κιοπρουλή…
Η τελετή παράδοσης έγινε πάνω στο εξωτερικό προπύργιο του Αγίου Πνεύματος, τον μικρό προμαχώνα δηλαδή του Αγίου Ανδρέα με θέα τη θάλασσα…
Ξέρουμε πως οι Τούρκοι είχαν δώσει σαν περίοδο χάριτος δώδεκα μέρες στους Ενετούς, ή και λίγο παραπάνω αν ο καιρός δεν βοηθούσε,  να μαζέψουν τα υπάρχοντά τους και να φύγουν . Ο Morosini είχε την πρόνοια να μην αφήσει στην πόλη τα αρχεία του « Βασιλείου της Κρήτης ». Σύμφωνα με την συνθήκη που είχε υπογραφεί ,από τις 6 του Σεπτέμβρη, όλα συσκευάστηκαν και φορτώθηκαν σε πέντε πλοία. Τρία από αυτά έφτασαν στον τελικό τους προορισμό, την Βενετία. Πολλά πολύτιμα σκεύη, άμφια, ιερά λείψανα,  εικόνες όπως αυτή της Παναγιάς της Μεσοπαντίτισσας, αλλά  και ξακουστών ζωγράφων ,του Τιντορέτο, του Βερονέζε και άλλων, έφυγαν, αρκετά μακριά, χωρίς επιστροφή. Ακόμα και ο  μεγάλος μπρούτζινος αετός που χρησιμοποιούσαν σαν αναλόγιο στην εκκλησία των Φράγκων του Αγίου Σαλβαδόρου ή Βαλιδέ τζαμί όπως το ονόμασαν αργότερα οι Τούρκοι. Τα περισσότερα σκεύη και  πράγματα μεταφέρθηκαν στα νησιά του Ιονίου από διάφορους ιδιώτες και τις συντεχνίες του Μεγάλου Κάστρου.
Επτακόσια χρόνια κτυπούσε η καρδιά της Χριστιανοσύνης στο Μεγάλο Κάστρο και τώρα οι εκκλησίες θα γίνονταν τζαμιά και παντού θα κτίζονταν  μιναρέδες. Ο μουεζίνης θα ακουγόταν πέντε φορές την ήμερα  και στίχοι από το Κοράνι θα ακούγονταν πια παντού.
Σαν τέλειωσε η τελετή της παράδοσης των κλειδιών στον Κιοπρουλή, αυτός με τη σειρά του τα έδωσε στον αρχηγό των Γενίτσαρων Αβδουρραχμάν Αγά  με την διαταγή να μην επιτρέψει σε κανέναν άλλον  να μπει μέσα στην πάλη ούτε να ανέβει στα τείχη αν δεν εκκενωθεί τελείως από τους Βενετσιάνους. Το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου φεύγει από τον Χάνδακα και ο τελευταίος Χριστιανός Γερμανός Αξιωματικός ο Χριστόφορος Ντεγκενφέλδ .
Ο Τσελεμπί, πάλι,  γράφει πως έμειναν στο φρούριο δύο Έλληνες παπάδες, μια γυναίκα και οι Εβραίοι και στα απογραφικά κατάστιχα της περιόδου του Κρητικού Πολέμου αναφέρεται πως τελικά στον Χάνδακα παρέμειναν μετά την παράδοση και πλήρωσαν κεφαλικό φόρο δεκατρείς Έλληνες και είκοσι δύο Εβραίοι.
Λίγο αργότερα, μετά από την οριστική εκκένωση της πόλης, ο Κιοπρουλής αποφασίζει να στείλει ιδιόχειρο γράμμα στον Σουλτάνο για την χαρμόσυνη αυτή είδηση της παραλαβής της. Λένε πως η απάντηση  του Σουλτάνου ήταν γραμμένη με χρυσό μελάνι τοποθετημένη μέσα σε μια πολύτιμη θήκη και τα δώρα που στάλθηκαν στον Κιοπρουλή ήταν δύο βαρύτιμα σπαθιά με αδαμαντοκόλλητα θηκάρια, πολλής μεγάλης αξίας και ένα καφτάνι που το φορούσε ο ίδιος . Δεν ξέχασε να στείλει δώρα και στους επτά μπέηδες αντίστοιχα καφτάνια και γούνες.
Ο Κιουπρουλής μόλις τελείωσε η τελετή παράδοσης πήγε να δει την μητέρα του που έμενε στη Φορτέτσα, στο κάστρο του Ινάντιε , την μεγάλη Αισέ  Χανούμ. Με δάκρυα στα μάτια τον αγκάλιασε και τον παρακάλεσε να την αφήσει να  πάει στην Μέκκα μαζί με τον μικρότερο γιό της τον  Μουσταφά Μπέη για να ευχαριστήσουν τον Ύψιστο για την μεγάλη νίκη που τους χάρισε. Στη συνέχεια έγιναν μεγάλες γιορτές που κράτησαν  επτά μερόνυχτα . Η θριαμβευτική είσοδος του Κιοπρουλή στο Μεγάλο Κάστρο γίνεται έξι μέρες μετά στις 4 Οκτωβρίου 1669 με μεγάλη τελετή στην εκκλησία του αγίου Φραγκίσκου που από κείνη την ήμερα κυμάτιζε στο ψηλό κωδωνοστάσιο  της η σημαία της ημισελήνου και η εκκλησία μετονομάστηκε σε Μουσουλμανικό Τέμενος  του Σουλτάνου Μεχμέτ του Δ΄(Χιουνκιάρ Τσαμισί). 
Η Ενετοκρατία στην Κρήτη είχε τελειώσει  μαζί και το τελευταίο οχυρό της Χριστιανοσύνης . Η Καντιγιέ  όπως μετονόμασαν τον Χάνδακα οι Τούρκοι ήταν μια πόλη που χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να ξαναβρεί τους ρυθμούς της. Τα ερείπια που παρέλαβε  ξανάχτισαν χιλιάδες χριστιανικά χέρια με υποχρεωτική εργασία  ώστε  να ξαναγίνει κατοικήσιμη.
Κι όπως λέει ο μεγάλος Ρεθεμνιώτης ποιητής Μαρίνος   Τζάνε Μπουνιαλής:

Ω Κάστρο μου περίδοξο,τάχατες όσοι ζούνε
τάχατες να σαι κλαίσινε και να σ΄ αναζητούνε,
έπρεπε ούλοι οι Καστρινοί μαύρα για να βαστούσι
να κλαίγουσι  καθημερινό κι όχι να τραγουδούσι,
άντρες, γυναίκες και παιδιά και πάσα κορασίδα
να δείχνουν πως εχάσασι τέτοιας λοής πατρίδα.

Συνέχισα την βόλτα μου στα τείχη. Ανηφόριζα σιγά σιγά, ίσαμε το ύψος της νέας γέφυρας του Πολιτιστικού Κέντρου και τον Προμαχώνα του Μαρτινέγκο.  Εδώ ψηλά, όλα δείχνουν ένα άλλο πρόσωπο, εκείνο της  κουρασμένης και πολύ τσιμεντένιας πόλης…. Κι ύστερα προχώρησα, έφτασα μέχρι την Νέα πια Πύλη του Ιησού . Όμορφα τα ‘ χουν φτιάξει πια. Κατέβηκα κι είδα ξανά την Πύλη του Αγίου Γεωργίου κι έφτασα μέχρι την κάτω μεριά κοντά στη θάλασσα εκεί στην Πύλη Σαμπιονάρα. Εδώ βασίλευε η νεότερη ιστορία με πολλά σκουπίδια και γκράφιτι παντού. Νέων ανθρώπων έργα που μάλλον δεν γνωρίζουν ούτε την ιστορία ούτε την σπουδαιότητα των μνμέιων μας.
Χαμογέλασα λίγο πικρά αυτή τη φορά. Η  ζωή συνεχίζεται , κανονικά, σκέφτηκα… Ποιος νοιάζεται  πια για τίποτα …για θύμησες, μόνο τον εαυτό του κανείς , τίποτα άλλο!
Και σήμερα, τι ακριβώς  να΄ναι; Αμφιβάλω αν κάποιο από τα παιδιά στο Γυμνάσιο δίπλα γνωρίζει το συμβολισμό της μέρας και τη σημασία της! 27 Σερπτεμβρίου 1669. Το Μεγάλο Κάστρο, η Candia, η Καντιγιέ, ο Χάνδακας, το Ηράκλειο μας ,περνάει στα χέρια των Οπωμανών. Μια νέα περίοδος δουλείας αρχίζει. Μια νέα εποχή από τα ερείπια θα αναστηθεί, με όποιο τρόπο απ΄την αρχή , με βιαιότητες, με οράματα, με διάθεση για ζωή έστω και …τουρκοκρατούμενη!

***Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

ΠΗΓΕΣ:
*O Κρητικός πόλεμος(1645 -1669),Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή( επιμ. Στυλιανός Αλεξίου- Μάραθα Αποσκίτη), εκδ. Στιγμή
**Η άλωση του Μεγάλου Κάστρου, Ανέκδοτα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης, Θεοχάρη Δετοράκη, 1976
Ο Κρητικός Πόλεμος, Χρυσούλα Τζομπανάκη , Εκδ. Χρ. Τζομπανάκη, 2008
Ανδρέας Μπαρότσης, ο προδότης του Μεγάλου Κάστρου, Κρητικά Χρονικά , Ηράκλειο
Η τελευταία περίοδος της πολιορκίας του Μ. Κάστρου,Νικ. Σταυρινίδη, 1979
Χάνδακας, η πόλη και τα τείχη, Χρυσούλα Τζομπανάκη, ΕΚΙΜ 1996
Αρχεία Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου
Φωτ. Αρχείο Μηνά Γεωργιάδη
Ο Κρητικός Πόλεμος, Μαρίνου  Ζάνε Μπουνιαλή, εκδ. Αγαθ. Ξηρουχάκη 1908
Οδοιπορικό στην Ελλάδα ( 1668-1671) Εβλιά Τσελεμπί, Εκάτη 2005

Δημοσιεύτηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2016 στο cretalive.gr:http://www.cretalive.gr/history