TuneList - Make your site Live

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Και δεν τελείωναν οι γιορτές και οι χοροί με το Πάσχα… μάλλον αρχινούσαν …!



Της Ελένης Μπετεινάκη

To Ασπροβδόμαδο είναι η εβδομάδα τςη Διακινησίμου που ακολουθέι αμέσως μετά το Πάσχα.
Την ονομάζουν και Νέα ( Ανανεωτική ) ή Άσπρη εβδομάδα επηρεασμένος ίσως ο λαός μας από τα ασπροφορέματα των παπάδων που λόγω της Ανάστατης τα φορούν ακόμα και στις κηδείες. Ίσως πάλι να έμεινε τούτη η ονομασία από τον ασβέστη που υπάρχει παντού τούτες τις μέρες, σ΄όλες τις  αυλές και τους δρόμους , ακόμα και στους στρατώνες και διατηρούνται  ακόμα κάτασπρα και καθαρά.
Άλλη ονομασία των ημερών είναι τα « Λαμπρόσκολα». Όλες οι μέρες είναι « σκόλες» για να ξεκουράζονται οι άνθρωποι και να « αθρωπεύουν». Ντύνονται καλύτερα, συναντάνε πολλούς συγγενείς , πηγαίνουν σε γάμους και πολλές συγκεντρώσεις.  Ύστερα πάλι σκέπτονται και φοβούνται περισσότερο αυτές τις μέρες τα γεράματα και ιδίως το άσπρισμα των μαλλιών  καθώς και το άσπρο χαλάζι  που αν πέσει θα καταστρέψει τα νεαρά βλαστάρια στα αμπέλια και τα χωράφια τους. Οι τσομπάνηδες πάλι σκέπτονται το όψιμο χιόνι γιατί είναι η ώρα τους να ανέβουν στα βουνά.
Αυτή είναι η Ασπροβδομάδα ή Νιά – βδομάδα με τις παραδόσεις της ,που οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να κάνουν πλύση ή να καθίσουν στον αργαλειό :
Την Νιά  - Δευτέρα οι χοροί και ο εορτασμός συνεχίζεται στα εξωκλήσια και στα νεκροταφεία , με διάφορες τελετές συνήθως λιτανευτικές γιορτές εικόνων και περιφορές τους. Πηγαίνουν κουλούρια και τσουρέκια στο νεκροταφείο σαν ένδειξη θύμησης στους νεκρούς. Κάποιες φορές τούτη τη μέρα γιορτάζεται του  Αη Γιωργιού, του ιππότη αγίου με το άσπρο άλογο, από τους πιο γνωστούς και αγαπητούς που γιορτάζεται πανηγυρικά σ ολόκληρη την Ελλάδα. Ο Αη Γιώργης είναι ο δρακοντοκτόνος των παραμυθιών που σκοτώνει το θεριό για να γλιτώσει η βασιλοπούλα και να αφήσει , συνήθως , το νερό της πολιτείας να τρέξει .Είναι κινητή γιορτή αν πέσει μέσα στην Μεγαλοβδομάδα την μεταφέρουν την Δευτέρα της Διακαινησίμου. Μόνο το φετινό Πάσχα θα γιορταστεί κανονικά την ημέρα της γιορτής του την Νιά – Τετάρτη


Την Νιά – Τρίτη γιόρταζαν την μνήμη της Παναγιάς που κι αυτή χαιρόταν με την Ανάσταση του χορό της Τράτας και στη  Κοζάνη , σε ένα μικρό χωριά τη Γαλατινή το χορό της «Ρόκας». Ο χορός της Τράτας ξαναζωντανεύει κάθε Τρίτη μέρα του Πάσχα στην πλατεία του Αγίου Ιωάννη Γαλιλαίου (Χορευταρά) από γυναίκες με τα χέρια χιαστί σχηματίζοντας κύκλο, ντυμένες με τις παραδοσιακές ενδυμασίες, και στολισμένες με όμορφα κοσμήματα.
Παιδιού της. Στα Μέγαρα την Τρίτη της Διακαινησίμου χορεύουν τον
Ανήκει στους αναγνωρισμένους Ελληνικούς χορούς και χορεύεται σε χρόνο 2/4. είναι ομαδικός χορός και αποτελείται από έξι βήματα από τα οποία τα τέσσερα προς τα δεξιά με προβολή του δεξιού ποδιού και δύο προς τα αριστερά με προβολή του αριστερού ποδιού.
Τα ιστορικά και επιστημονικά τεκμηριωμένα στοιχεία που αφορούν στο χορό είναι λίγα έως ανύπαρκτα, γεγονός που κάνει τους λαογράφους και μελετητές της λαϊκής μας παράδοσης να αναφέρονται μόνο στην προφορική παράδοση. Οι απαρχές του αναμφισβήτητα βρίσκονται πίσω στο χρόνο. Πολλοί υποστηρίζουν σήμερα πως ο χορός αυτός, μιμείται τον τρόπο με τον οποίο οι ψαράδες σέρνουν τα δίχτυα (τράτα). Το κυκλικό σχήμα του χορού, η μεγαλοπρέπεια και το σοβαρό ύφος των γυναικών, ο αργός ρυθμός και ο ρυθμικός βηματισμός, η ενδυμασία και το κάλυμμα του κεφαλιού (μπόλια) καθώς και η απεικόνιση του χορευτικού αυτού σχηματισμού στην τοιχογραφία ενός τάφου στους Ρούβους της Απουλίας, Ν. Ιταλία, (μια περιοχή όπου αποίκισαν οι αρχαίοι Μεγαρείς), που χρονολογείται το 400 π.Χ., είναι στοιχεία που φανερώνουν ότι ο χορός αυτός ετελείτο κατά την αρχαιότητα.
Ο αρχαίος ΟΡΜΟΣ είναι ο χορός των πεπλοφόρων παρθένων, που χόρευαν προς τιμή της θεάς Δήμητρας. Κατά την περιγραφή του Λουκιανού, πρόκειται για έναν κυκλικό χορό στον οποίο επικεφαλής ήταν ένας έφηβος. Ο έφηβος αυτός έσυρε τις κοπέλες που χόρευαν με κινήσεις χαριτωμένες και σοβαρές.
Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι ο χορός της Τράτας ανανεώθηκε και καθιερώθηκε επί Τουρκοκρατίας. Τότε οι Μεγαρίτες, στην προσπάθεια τους να διατηρήσουν αναλλοίωτα τα θρησκευτικά τους ήθη, θέλησαν να έχουν δικό τους τόπο λατρείας.
Ζήτησαν λοιπόν από τον Τούρκο διοικητή να τους επιτρέψει να κτίσουν μία εκκλησία στο χώρο που σήμερα είναι το εκκλησάκι του Άη-Γιάννη. Ο Τούρκος διοικητής τους έδωσε την άδεια, με την προϋπόθεση να την τελειώσουν αυθημερόν. Τότε, οι Μεγαρίτες, μεταφέροντας τα υλικά χέρι με χέρι και εκτελώντας τη μία εργασία μετά την άλλη, με μόνο όπλο την πίστη τους και την ισχυρή θέληση τους, κατάφεραν να ολοκληρώσουν το χτίσιμο της εκκλησίας μέσα σε μία ημέρα από ανατολής μέχρι τη δύση ήλιου. Για να γιορτάσουν το γεγονός, οι κοπέλες έστησαν το χορό και πιάνοντας τα χέρια χιαστί, όπως στο χορό της Τράτας χόρεψαν όπως λέγεται στο χορό αυτό, που καθιερώθηκε να χορεύεται την Τρίτη του Πάσχα.
Ο Χορός της Ρόκας πάλι στη Γαλατινή, γινόταν κατά τη δύση του ηλίου και εξέφραζε την ανάγκη των γυναικών του χωριού να εκφράσουν τις χαρές και τις λύπες τους, την θρησκευτική τους πίστη, την αγάπη στην οικογένειά τους, γενικά τα βιώματά τους και τέλος γιατί όχι, την φιλέορτη διάθεσή τους. Το έθιμο του Χορού της Ρόκας ήταν και εκτόνωση και γλέντι ιδίως μετά από έναν μακρύ χειμώνα.
Στην Κάρυστο την Πέμπτη της Διακαινησίμου ή την Νιά – Πέμπτη χορεύεται ο αρχέγονος χορός του κυρ - Βοριά, χορός λατρευτικός για τον εξευμενισμό του Βοριά που στην περιοχή πνέει πράγματι με μανία. Τον χορό τον « σέρνει » ο ίδιος ο ιερέας και θυμίζει τους αντίστοιχους « βαρεασμούς » των αρχαίων ελλήνων. Ανάλογο ανοιξιάτικο έθιμο υπάρχει στη Σίφνο κατά τη διάρκεια της Αποκριάς.
Την Νιά – Πέμπτη ή Πέφτη  πιστεύεται ότι ο άνεμος « πέφτει» . Και ίσως με τον μαγικό χορό των προηγούμενων ημερών να μειωθεί όλο το καλοκαίρι η δύναμή του, που με τόση ένταση φυσά στα νησιά των Κυκλάδων .
Την Παρασκευή, της Ζωοδόχου Πηγής συνηθίζεται πανηγύρι στην εξοχή, όπου συχνά υπάρχει και αγίασμα θαυματουργό.  Η παρουσία αγιασμάτων, γνωστή από την αρχαιότητα με άλλη μορφή, έχει σχέση με τη σημασία του νερού ως εξαγνιστικού και θεραπευτικού στοιχείου. Η Παναγία εικονίζεται σαν κρήνη που χαρίζει συμβολικά το νερό της ζωής.
Κέντρο της λατρείας αυτής είναι η Κωνσταντινούπολη όπου από τα πολύ παλιά χρόνια περίπου τον 5ο αιώνα υπήρχε άγιασμα στην εκκλησία. Ήταν το περίφημο «ιστορικό άγιασμα του Βαρουκλή» στην  Ζωοδόχος Πηγή του Μπαλουκλί ή Παναγία η Μπαλουκλιώτισσα που βρίσκονταν έξω από τη δυτική πύλη της Σηλυβρίας κι εκεί υπήρχαν τα λεγόμενα "παλάτια των πηγών" στα οποία οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες παραθέριζαν την Άνοιξη. Πήρε την ονομασία του από το τουρκικό όνομα Balık (= ψάρι) και περιλαμβάνει το μοναστήρι, την εκκλησία και το αγίασμα.
Ο μύθος λέει, πως όταν οι Τούρκοι Πήραν την Πόλη το 1453, τα επτά μισό- τηγανισμένα ψάρια του καλόγερου πήδησαν στο νερό. Ανακαθισμένος πλάι σε ένα  το ρυάκι, τηγάνιζε σε μια φωτιά από ξύλα τα ψάρια του κι ήταν έτοιμος να τα γυρίσει από το άλλο μέρος, όταν του έφεραν τη μοιραία είδηση: «... Μπήκαν στην Πόλη οι εχθροί.. .και εκείνος είπε : Ποτέ οι άπιστοι δε θα μπορέσουν να μπουν στην Πόλη, φώναξε ο καλόγερος, όπως δε θα μπορούσαν και τούτα τα ψάρια να ξαναζωντανέψουν… Όταν θα ξαναπάρουμε την Πόλη, ένας άλλος καλόγερος θα έρθει και τα επτά ψάρια θα πιαστούν από μόνα τους στο αγκίστρι του, για ν’ ανάψει -όπως ο παλιός- τη φωτιά του κοντά στο ρυάκι και να τα αποτηγανίσει...»
Για την εκδοχή του Αγιάσματος μια πρώτη  πρώτη, που εξιστορεί ο Νικηφόρος Κάλλιστος αναφέρει
ότι: Ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Λέων ο Θράξ ή Λέων ο Μέγας (457-474 μ.Χ.), όταν ερχόταν ως απλός στρατιώτης στην Κωνσταντινούπολη, συνάντησε στη Χρυσή Πύλη έναν τυφλό που του ζήτησε νερό. Ψάχνοντας για νερό, μια φωνή του υπέδειξε την πηγή. Πίνοντας ο τυφλός και ερχόμενο το λασπώδες νερό στα μάτια του θεραπεύτηκε. Όταν αργότερα έγινε Αυτοκράτορας, του είπε η προφητική φωνή, πως θα έπρεπε να χτίσει δίπλα στην πηγή μια Εκκλησία. Πράγματι ο Λέων έκτισε μια μεγαλοπρεπή εκκλησία προς τιμή της Θεοτόκου στο χώρο εκείνο, τον οποίο και ονόμασε "Πηγή". Η δεύτερη εκδοχή, που εξιστορεί ο ιστορικός Προκόπιος, τοποθετείται στις αρχές του 6ου αιώνα και αναφέρεται στον Ιουστινιανό. Ο Ιουστινιανός κυνηγούσε σ' ένα θαυμάσιο τοπίο με πολύ πράσινο, νερά και δένδρα. Εκεί, σαν σε όραμα, είδε ένα μικρό παρεκκλήσι, πλήθος λαού και έναν ιερέα μπροστά σε μια πηγή. "Είναι η πηγή των θαυμάτων" του είπαν. Και έχτισε εκεί μοναστήρι με υλικά που περίσσεψαν από την Αγιά Σοφού.
Πάνω από τον ερειπωμένο χώρο του Αγιάσματος που ξαναϊδρύθηκε στα 1833 με άδεια του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ κτίστηκε μεγάλος ναός και καθιερώθηκε η γιορτή της « Ζωοδόχου Πηγής»
Την Δευτέρα ή το Νιό – Σάββατο στα Μέγαρα τα παλιά χρόνια γίνονταν τα Ρουσάλια .Μια ομάδα παιδιών ή ανδρών πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι μ΄ ένα σταυρό από λουλούδια μπηγμένο στην κορυφή μια σημαίας  και τραγουδούν  ειδικά τραγούδια. Οι νοικοκυρές στους δίνουν δώρο αυγά .
Στη Θράκη υπάρχει η παράδοση πως τούτη τη  μέρα « η Παναγιά έπλυνε τα νεκρικά ρούχα του Χριστού». Για το λόγο αυτόν το Ασπροσάββατο ούτε πλένονται οι άνθρωποι ούτε μπορούν να πλύνουν τα ρούχα τους.
Και η εβδομάδα κλείνει αρχίζοντας πάλι με την  Κυριακή του Θωμά που μια καινούργια αρχινά , αυτή του  Αντιπάσχα  ή η Παλιά που ξαναφέρνει τους  ανθρώπους στην καθημερινή επαγγελματική τους ζωή.

ΠΗΓΕΣ
Γ. Ν. Αικατερινίδη “Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες” 1979.
 Γ.Α. Μέγα, “Ελληνικαί εορταί και έθιμα λαϊκής λατρείας”, Αθήναι 1963.
 Αικ. Πολυμέρου - Καμηλάκη, “Σήμερα, Δέσπω μ’ Πασχαλιά”, “Επτά Ημέρες”, εφημ. “Καθημερινή” της 18 Απριλ. 1993.
megaraonair.gr
http://www.cretalive.gr/opinions/view/poses-murwdies-efere-toutos-o-aeras-o-apriliatikos/153396
Wikipedia.org
Συμπληρωματικά του χειμώνα και της Άνοιξης, Δημ. Λουκάτος, εκδ. Φιλιππότη

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr : http://www.cretalive.gr/history/view/kai-den-teleiwnan-oi-giortes-kai-oi-choroi-me-to-paschamallon-archinousan/159261

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Τα παραμύθια του Σαββάτου… Πάσχα Ρωμέικο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη!



Τα Παραμύθια του Σαββάτου γράφει, σχολιάζει, παρουσιάζει και προτείνει η Ελένη Μπετεινάκη*


Πάσχα… Μέρες Ανάστασης , μέρες αγαλλίασης, χαράς, ελπίδας. Στα « Παραμύθια του Σαββάτου »  σήμερα,  Μεγάλο Σάββατο, διαβάζουμε  ένα διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη « Πάσχα Ρωμέικο  ». Είναι ένα από τα τρία Πασχαλινά διηγήματα του που όλοι γνωρίζουμε πως κανείς δεν απέδωσε όπως αυτός, με τόσο αυθεντικά ρωμέικο τρόπο τα μεγάλα θέματα της Χριστιανοσύνης. 

 «O μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Oσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.
Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.
Eίχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Kερκύρα. όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Kέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Aούστριας. Eνθυμείτο αμυδρώς τον Mουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Eίχε γνωρίσει καλώς τον Mάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Kερκύρας Aθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Tο τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Bράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). Eίχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:
Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη πού εκρουβόταν για μας λευτεριά
Eισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

O μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Eίχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Eμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Aπετροπιάζετο τους φαύλους. «Iλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Eνίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Oυδ'η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Kαι ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Tας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Tα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Aλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»
Eν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...
Tην εσπέραν του Mεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Aθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Eφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. O γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.
Aλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να
καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Aνάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Eκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Aθήνας. Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Xριστός Aνέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του. Kαι όμως ήτο... δυτικός!
O μπάρμπα-Πύπης, Iταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Eλληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Eλληνικής. Eκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Nαπολέοντος A' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Kαι όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί. Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Pώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Pωμαιοκαθολικούς των Iονίων νήσων τινά των εις τους Oυνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Aρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του ΠοντίφηκοςΖ τα λοιπά είναι αδιάφορα.
O μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Aγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Eπίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Bενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Aφού ευρίσκετο μακράν της Kερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. Tην εσπέραν λοιπόν εκείνην του Mεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Aνάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Eύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.
Eκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. O δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. Eκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Aιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. H σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Eκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
O μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Xωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως.
-Φίλος! Kαλός! μη ρίχνεις...
O άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
-Tι θέλω; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Kάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.
-Kαι δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Hύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!
-Kαι γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Tι σας έβλαψα;
-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότηςΖ εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Mόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Eγελάστηκες.
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του. O μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
-Συ εγελάστηκες, απήντησεν εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Aνάσταση στον Άγιο Σπυριδων.
O χωρικός εκάγχασε.
-Στον Πειραιά; στον Aϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;
-Aπ' την Aθήνα.

-Aπ' την Aθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Aνάσταση;
-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης
O χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
-Nα φχαριστάς, καϋμένε...
Kαι τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
-Nα φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Tράβα τώρα!
O γέρων Kερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
-Kάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Eγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.
-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...
Kαι ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος. O γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. Tο συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο. Eφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.»

ΠΗΓΕΣ:
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, Εκδ. Δομός, 1982
Αγαπημένες Ιστορίες για το Πάσχα, εκδόσεις Μίνωας

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 19 Απριλίου 2014 :http://www.cretalive.gr/culture/view/ta-paramuthia-tou-sabbatou-pascha-rwmeiko-tou-alejandrou-papadiamanth/158722

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Μεγάλη Πέμπτη …Σήμερον κρεμάται επί ξύλου …

Η σημασιολογία της Ημέρας, τα έθιμα και οι παραδόσεις της !

O Διαμερισμός των Ιματίων, Δομ. Θεοτοκόπουλος
Μεγάλη Πέμπτη κορύφωση του θείου Δράματος απόψε. Μέρα ιδιαίτερη μέρα που στη θρησκεία μαςΛάβετε, φάγετε, τούτο εστί το Σώμα μου, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Μετά το δείπνο, έλαβε το ποτήρι με το κρασί και είπε: «Πίετε εξ αυτού πάντες. Τούτο εστί το Αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Άλλο γεγονός της ημέρας είναι η Προσευχή του Κυρίου στο Όρος των Ελαιών και η Προδοσία του Ιούδα καθώς και η Τελετή της Σταύρωσης .
« τοποθετείται» ο Μυστικός δείπνος δηλαδή η παράδοση σχετική με το  Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.  Ο Χριστός παρέθεσε στους μαθητές Του  το τελευταίο Δείπνο πριν τον σταυρικό θάνατό Του. Τους παρέδωσε το Σώμα Του και το Αίμα Του, την αιώνια πνευματική τροφή, που παραθέτει η Εκκλησία στους πιστούς σε κάθε λειτουργική σύναξη. Τους είπε, λοιπόν, δείχνοντας το ψωμί: «
Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης γίνεται η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Το βράδυ ψάλλετε ο όρθρος της Μεγάλης Παρασκευής και διαβάζονται τα 12 Ευαγγέλια. Ανάμεσα στο 5ο και 6ο ψάλλεται  το αντίφωνο «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…» και ο Εσταυρωμένος λιτανεύεται από τους ιερείς.
Την μεγάλη Πέμπτη αρχίζουν τα περισσότερα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας.  Πρώτη μεγάλη ασχολία των νοικοκυράδων ήταν το ζύμωμα . Ζυμώνουν τις κουλούρες της Λαμπρής με διάφορα μυρωδικά και τις στολίζουν με ξόμπλια, δηλαδή στολίδια φτιαγμένα από ζυμάρι και ξηρούς καρπούς.
Πιν: Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Τα ονόματα στις κουλούρες ποικίλουν ανάλογα με το σχήμα και τις περιοχές. Φτιάχνονται κι εκείνα τα ψωμιά που χαρίζουν στα παιδιά,τις κουτσούνες, κουζουνάκια, κοφίνια, αυγούλες, δοξάρια ή και λαζαράκια και στην Κρήτη τα λέμε και κουκουναρές.
Αυτά όλα φτιάχνονται με λάδι με αμύγδαλα και γλυκάνισο και στη μέση βάζουν ένα κόκκινο αυγό. Τα στολίζουν και τα δίνουν στα παιδιά το Μεγάλο Σάββατο . Η δύναμη αυτών των αρτοσκευασμάτων είναι  τόσο κυρίαρχη στη συνείδηση του κόσμου που τους απέδωσαν και διάφορες άλλες ιδιότητες.
Την κόκκινη Πέφτη ή  Μεγάλη Πέμπτη  που θα ζυμώσουν θα κάνουν και τρία μικρά κουτσουνάκια με σταυρό και θα τα αφήσουν στο εικόνισμα. Αν κάποιο από τα σκυλιά του σπιτιού λυσσάξει του το δίνουν και όλα  περνούν. Τούτοι τη μέρα ζυμώνουν και το κουλούρι της πρωτομαγιάς.
Αλλά η κυρίαρχη ασχολία είναι το βάψιμο των αυγών ( δείτε εδώ )
Πάσχα χωρίς τα κόκκινα αυγά, δεν είναι Πάσχα. Η εθιμοτυπία αλλάζει όπως και οι τρόποι βαψίματος  ανάλογα με την περιοχή. Οι δεισιδαιμονίες δίνουν και παίρνουν. Το δοχείο που βάφουν τα αυγά πρέπει να  είναι καινούργιο. Την βαφή δεν την βγάζουν από το σπίτι ούτε κάνει να την χύσουν. Τις πιο θαυμαστές ιδιότητες τις έχει το πρώτο αυγό το λεγόμενο αυγό της Παναγίας. Μ αυτό  οι γυναίκες σταυρώνουν τα παιδιά ενώ μερικές φορές το αυγό έχει και κάποιες ανατρεπτικές ιδιότητες. Όπως για παράδειγμα, αν είναι τριών χρόνων και τοποθετηθεί στην κοιλιά εγκύου γυναίκας ή ζώου, αποτρέπεται το ενδεχόμενο αποβολής .

Στα χωριά της Καρδίτσας, πιστεύουν ότι το πασχαλινό αυγό έχει θεραπευτικές ικανότητες. Λένε μάλιστα ότι όσοι έχουν αιματώδη στίγματα στο ασπράδι των ματιών τους και σπάσουν το φυλαγμένο από πέρσι πασχαλινό αυγό και βάλλουν επάνω τον κρόκο, θα βρουν τη γιατρειά τους.
Εξαιρετικές ιδιότητες έχουν και τα ευαγγελισμένα αυγά, εκείνα δηλαδή που στέλνονται στην εκκλησία για να λειτουργηθούν.
Στη Σινώπη, βάφονται τόσα αυγά όσα τα άτομα του σπιτιού και ένα της Παναγίας. Το βράδυ τα βάζουν σε ένα κουτάκι και τα πηγαίνουν στην Εκκλησία για να διαβαστούν. Τα τοποθετούν κάτω από την Αγία Τράπεζα ή πίσω από θρόνο του Δεσπότη και  τα αφήνουν εκεί έως την Ανάσταση. Τα τσόφλια των αυγών τα έβαζαν στις ρίζες των δέντρων και έτσι θα έπιαναν καρπό.
Στον ίδιο σκοπό, αποβλέπει και το έθιμο των χωρικών της Δυτικής Μακεδονίας, όπου το αυγό που θα πρωτοβάψουν τη Μεγάλη Τετάρτη τα μεσάνυχτα, γιατί τότε βάφονται τα αυγά) θα ταφεί στην πρώτη αυλακιά του χωραφιού, εκεί ακριβώς όπου θα πρωταρχίσει το αλέτρι. Αυτό γίνεται για να βλαστήσει ο σπόρος με τη ζωτική δύναμη που έχει μέσα του το αυγό.
Η σύμπτωση ασκεί πάντα ιδιαίτερη γοητεία στο πνεύμα του λαού. Έτσι όσα αυγά, γεννήσουν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη και μάλιστα αν τύχει η κότα να είναι μαύρη ή πρωτόγεννη θα  έχουν εξαιρετικά θαυμαστές ιδιότητες και θα  αποτρέπουν κάθε κακό.
Στο Σοποτό των Καλαβρύτων, τα αυγά που γεννιούνται τη Μ. Πέμπτη, τα πηγαίνουν στην Εκκλησία την ίδια μέρα, και αφού διαβαστούν, τα θάβουν πάλι την ίδια μέρα σταυρωτά στο αμπέλι για να μην το τρώει το σκαθάρι ή για να μην πέσει χαλάζι. Το ίδιο έθιμο  υπάρχει και σε όλη την Αρκαδία.
Στην Κορώνη, τα φυλάνε στο σπίτι και τα τρώνε όποτε τους πονάει ο λαιμός, γιατί πιστεύουν ότι κάνουν πολύ καλό.
Οι παραδόσεις επίσης που ισχύουν σχετικά με το χρώμα και το βάψιμο των αυγών ποικίλουν πάλι από περιοχή σε περιοχή ( δείτε εδώ ).
Εκτός τις ήδη γνωστές λένε επίσης πως την Κοκκινοπέφτη βάφανε τα αυγά και τα βουτούσαν μαζί με ένα πανί. Αυτό βαφόταν κόκκινο και το κρεμούσαν έξω από το παράθυρο για σαράνατ μέρες , στην Καστοριά άπλωναν στα παράθυρα κόκκινες βελέντζες και κόκκινα μαντήλια.
«…Η εξαιρετική ιερότητα των όσων τελούνται στις λειτουργίες της Μ. Πέμπτης και της Μ. Παρασκευής, προσδίδει κατά τη λαϊκή πίστη, σε όλα τα αντικείμενα της λατρείας, (ύψωμα, λάδι, λουλούδια, κεριά) ξεχωριστή θεία δύναμη.
Έτσι, το ύψωμα της Μεγάλης Πέμπτης, οι γυναίκες σε πολλά μέρη της εβδομάδας, το βάζουν σε ένα σακουλάκι που έχει μέσα λουλούδια και το φυλάγουν πίσω από τα εικονίσματα για θεραπευτικές χρήσεις…» λέει ο μεγάλος λαογράφος Γ. Μέγας .
Η « λειτουργία » που ζυμώνεται σε ορισμένες περιοχές όπως στη Ζάκυνθο, γίνεται με τρόπο μαγικό και θα έπρεπε επτά αγνές παρθένες να καθαρίσουν το σιτάρι ανά κόκκο, να το πλύνουν και το απλώσουν στον ήλιο, να το αλέσουν και το ζυμώσουν την ίδια μέρα για  να είναι « μονοήμερο». Στην Κορώνη την Μεγάλη Πέμπτη γίνεται ευχέλαιο και στα σπίτια και οι παπάδες με τρία ριγανόξυλα μύρωναν όσους παρευρίσκονταν και στη συνέχεια οι νοικοκυραίοι τα φύλασσαν στο εικονοστάσι και όταν έφτιαχναν καινούργιο σπιτικό τα βάζανε στα θεμέλια ή στις γωνιές. Και το λάδι και το κρασί που καίνε στο φλιτζάνι αφού τα αφήνανε να καεί ως το τέλος το ξέπλεναν μόνο στο γιαλό.
Όταν διαβάζονται τα Δώδεκα Ευαγγέλια καίνε συνήθως 12 κεριά. Έχουν και τούτα ιδιαίτερες ιδιότητες. Το κερί αυτό, που μένει άκαυτο, το φυλάνε για φυλαχτό και όταν  το χειμώνα  βροντά και βρέχει δυνατά, το ανάβουν για να μην πέσει κοντά τους αστροπελέκι.
Οι γυναίκες πάλι τούτη τη βραδιά θεωρούν την  ιδανικότερη στιγμή για τον αγιασμό ειδών καθημερινής χρήσης, για την τέλεση μαγγανειών για την αποτροπή ασθενειών και για την παρασκευή φυλαχτών. Για το λόγο αυτό σε πολλές περιοχές, κάθε οικογένεια φέρνει στην Εκκλησία ψωμί, αλάτι, αυγά και νερό σε φιάλη για να αγιαστούν.
Στη Λήμνο, στο τρισκέλι που ακουμπούσε ο παπάς  δένανε  ένα σπάγκο και εκεί κρεμούσαν τα τσεμπέρια των παιδιών για να τα φυλάει ο Χριστός. Φέρναμε την ώρα που διαβάζονταν τα Δώδεκα Ευαγγέλια μπουκάλια με νερό κάτω από την Αγία Τράπεζα και τα έπαιρναν πίσω μόνο τη Λαμπρή. Αν κάποιος που ήταν άρρωστος πλενόταν με τούτο το νερό και σαραντίζονταν   με ένα κλωνάρι βασιλικού θα γίνονταν καλά. Το  ίδιο έκαναν και στα ζώα. Στην Αγιάσο Λέσβου, οι γυναίκες στα Δώδεκα Ευαγγέλια κάθε φορά που τέλειωνε ένα από αυτά , έφτιαχναν με το κερί ένα σταυρό. Μάζευαν 12 σταυρούς και τους κολλούσαν στις γωνίες του σπιτιού για να ψοφήσουν οι ψύλλοι και οι κοριοί.
Υπάρχει η κοινή πίστη  ότι οι ψυχές των νεκρών την Μεγάλη  Πέμπτη, όταν ο Σωτήρας κατεβαίνει στον Αδη, λυτρώνονται και ξανασαίνουν. Για αυτό και οι συγγενείς τους την ημέρα αυτή, ή τις επόμενες, επισκέπτονται τα νεκροταφεία και αφήνουν πάνω στους τάφους προσφορές ή μοιράζουν στη μνήμη τους τροφές.
Στη Ρόδο, τη Μεγάλη Πέμπτη, στα Δώδεκα Ευαγγέλια, ανάβονται φωτιές με χοντρούς κορμούς πεύκων, στις οποίες τα παιδιά πηδούν και καίνε το «Μαρτάκι» τους.
Στη Μονή της Πάτμου, το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης, γίνεται στο ύπαιθρο αναπαράσταση του ιερού νιπτήρα και της προσευχής του Κυρίου στο Όρος των Ελαιών. Το βράδυ, την ώρα της ανάγνωσης των Δώδεκα Ευαγγελίων, ανάβουν φωτιά, απομίμηση της φωτιάς στην αυλή του Καϊάφα, όπου ήταν παρών ο Απόστολος Πέτρος.
Στις Κυδωνίες οι πιο θρήσκοι, τρώνε μια φορά τη μέρα, μόνο το μεσημέρι, γιατί μια φορά έγινε ο Μυστικός Δείπνος.
Στην Θράκη, την Κόκκινη Πέμπτη και τις δυο επόμενες, δεν πλένονται ούτε απλώνονται ρούχα, διότι καταστρέφονται τα αμπέλια και τα σπαρτά. Και στο Γύθειο άνοιγαν την κασέλα για τα ποντίκια ώστε να μην πλησιάζουν . Δεν σκούπιζαν επίσης για να μην  γεμίσει ο τόπος μυρμήγκια.
Τέλος στην Κρήτη το έθιμο την Μεγάλης Πέμπτης θέλει στεφάνια πλεγμένα  να αφιερώνονται την εκκλησιά για το Σταυρό και ιδιαίτερο βάρος να πέφτει στις γυναίκες ,με βασική υποχρέωση τους, τούτο το βράδυ,  στα μικρά κρητικά χωριά να ξενυχτούν ένα ακόμη νεκρό. Εκεί χωρίς ιδιαίτερες τυποποιημένες τελετουργίες αρχινούσε ο θρήνος , τα θυμιάματα και το μοιρολόι που συνήθως ήταν αυτοσχέδιο.
…Σήμερον μαύρος ουρανός,σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον εσταυρώσανε,τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλήν οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά οι τρισκαταραμένοι…

ΠΗΓΕΣ :
Ελληνικές Γιορτές και έθιμα Λαϊκής Λατρείας, Γ. Α. Μέγας, εκδ. ΕΣΤΙΑ
Wikipedia.org
 Μουσείο Μπενάκη, εκπαιδευτικά προγράμματα
Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, έθιμα στον κύκλο του Χρόνου, Νίκος Ψιλάκης, εκδ. Καρμάνωρ.
Φώτης Κόντογλου, Σήμερον κρεμάται, Ανέστης Χριστός.

Δημοσιεέυτηκε στο cretalive.gr : http://www.cretalive.gr/history/view/megalh-pempth-shmeron-krematai-epi-julou/158255

Τα κόκκινα αυγά της μεγάλης Πέμπτης !

Της Ελένης Μπετεινάκη


Μια παράδοση αιώνων σε όλο σχεδόν τον κόσμο είναι το βάψιμο των αυγών. Την Μεγάλη Πέμπτη είναι το κατ εξοχήν έθιμο που κυριαρχεί. Το επικρατέστερο χρώμα είναι το κόκκινο, γιατί  είναι το χρώμα της χαράς, της Ανάστασης, της ελπίδας, της Αναγέννησης  αλλά και της αποτροπής. Σχέδια, τρόποι βαψίματος και μύθοι για την επικράτηση αυτής της παράδοσης υπάρχουν αρκετά.
 Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, το Πάσχα βάφουμε κόκκινα αβγά επειδή συμβολίζουν το αίμα του Χριστού που έδωσε για τη σωτηρία του κόσμου.
Υπάρχει ένας μύθος που λέει πως μια μέρα μετά την Ανάσταση του Χριστού, η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε στον Τιβέριο Καίσαρα και του ανακοίνωσε ότι αναστήθηκε ο Κύριος και ότι ακριβώς  συνέβη. Δίπλα τους εκείνη τη στιγμή υπήρχε ένας άνθρωπος που κρατούσε ένα καλάθι με αυγά. Ο  Καίσαρας έδειξε απορημένος και είπε στη Μαγδαληνή ότι, εάν αυτό που λέει, είναι αλήθεια, τότε τα αβγά, από άσπρα που είναι, να γίνουν κόκκινα. Έτσι κι έγινε  και ο Καίσαρας έμεινε άναυδος.

Στην Ελλάδα πάλι και συγκεκριμένα στην Κέρκυρα λένε πως, όταν αναστήθηκε ο Χριστός, πρώτα πρώτα το άκουσαν κάτι αυγά . Αμέσως άρχισαν την τρεχάλα να το διαδώσουν παντού. Από το πολύ το τρέξιμο έγιναν κατακόκκινα!

Σε ότι αφορά το κόκκινο χρώμα λένε πάλι πως όταν ο Χριστός ήταν πάνω στο Σταυρό και τρυπήθηκε στο πλευρό από τον στρατιώτη που ήθελε να επιβεβαιώσει τον θάνατό του, έπεσαν σταγόνες αίματος στην γη κι όλα τα λουλούδια που ήταν κάτω έγιναν κόκκινα κι έτσι πήραν το χρώμα τους οι παπαρούνες!
Ή πως η Παναγία πήρε ένα καλάθι αυγά και τα πρόσφερε στους φρουρούς Του Υιού της, ικετεύοντάς τους να του φέρονται καλά! Όταν τα δάκρυά της έπεσαν πάνω στα αυγά, αυτά βάφτηκαν κόκκινα.
Λένε ακόμα πως το αυγό συμβολίζει τον τάφο του Χριστού που ήταν ερμητικά κλειστός , όπως το περίβλημα του αυγού , αλλά έκρυβε μέσα του τη «Ζωή», αφού από αυτόν βγήκε ο Χριστός και αναστήθηκε!
Το αυγό, πανάρχαιο σύμβολο της γένεσης του κόσμου, της γέννησης της ζωής, το συναντάμε σε
πολλές λατρείες, τόσο πρωτόγονες, όσο και περισσότερο εξελιγμένες.
Είναι στη λαϊκή και μυθολογική φαντασία το σύμβολο της ζωής .Έχει μέσα του δύναμη ζωική και πίστευαν πως μπορούσε να την μεταδώσει στους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά. Μερικοί υποθέτουν ότι τα κόκκινα αυγά του Πάσχα, διαδόθηκαν στην Ευρώπη, την Ασία και την Κίνα από ένα έθιμο των Καλανδών κι άλλοι θεωρούν αρχική κοιτίδα τους την Αίγυπτο.
Στη νύχτα του κόσμου ένα αυγό άνοιξε στα δύο και από μέσα του βγήκε ο κόσμος, διηγούνται οι Πέρσες. Στο έπος των Φιλανδών «Καλεβάλα», το αυγό που περιείχε τον κόσμο, έπεσε από τον ουρανό στην αγκαλιά της μάνας των νερών. Αλλού, το κοσμικό αυγό γονιμοποιείται από τον ήλιο, και στην αρχαία Αίγυπτο, το αυγό, ως Λόγος Δημιουργός, ταξιδεύει στην προαιώνια θάλασσα.
Στην Κίνα συνηθίζονταν οι προσφορές αυγών την Άνοιξη για γονιμότητα και αναγέννηση. Στην πανάρχαια Ουρ της Μεσοποταμίας, προσφέρανε αυγά στους νεκρούς.
Στην ελληνική αρχαιότητα αποθέτανε αυγά στα χέρια ειδωλίων του Διονύσου ως σύμβολα αναγέννησης.
Στην ελληνική μυθολογία η Λήδα, από την ένωσή της με τον Δία, γέννησε ένα αυγό από όπου αναδύθηκαν οι Διόσκουροι.
Στους Εβραίους, τα αυγά ήταν τροφή πένθους. Τροφή που δεν είχε ολοκληρωθεί ως ζωή.
Στα λαϊκά παραμύθια, μέσα σε ένα αυγό, καλά φυλαγμένο, κρύβεται η ζωή ενός γίγαντα ή ήρωα.
Τα χρωματιστά αυγά και ιδιαίτερα τα κόκκινα μνημονεύονται για γιορταστικούς σκοπούς, στην Κίνα ήδη από τον 5ο αιώνα και στην Αίγυπτο από το 10ο.
Το 17ο αιώνα τα βρίσκουμε τόσο στους Χριστιανούς όσο και στους Μωαμεθανούς (Μεσοποταμία, Συρία).
Στο Μεσαίωνα, βάφονταν αυγά για να δοθούν σαν δώρα το Πάσχα.
Κατά τον 17ο αιώνα, ο Πάπας Παύλος ο 5ος ευλόγησε το ταπεινό αυγό με μια δέηση: "Ευλόγησε Ύψιστε το δικό σου αυτό δημιούργημα, το αυγό, το οποίο μπορεί να γίνει μια ευεργετική τροφή των δικών σου πιστών τρώγοντας και ευγνωμονώντας Σε, ένεκεν της Ανάστασης του Κυρίου μας".
Κόκκινες βελέντζες και κόκκινα μαντίλια κρεμούσαν τη Μεγάλη Πέμπτη στην Καστοριά οι γυναίκες για το καλό.
Κόκκινο πανί έβαφαν μαζί με τα αυγά τους στη Μεσημβρία και το κρεμούσαν στο παράθυρο για σαράντα μέρες, για να μην τους πιάνει το μάτι.
Το βάψιμο των αυγών γινόταν τη Μεγάλη Πέμπτη γι αυτό και τη λέγαν Κόκκινη Πέφτη ή Κοκκινοπέφτη.
Παλιότερα το συνήθιζαν κι αποβραδίς, πάντοτε τα μεσάνυχτα, με το ξεκίνημα της νέας μέρας. Καινούρια πρέπει να ήταν η κατσαρόλα που θα έβαφαν τα αυγά και ο αριθμός τους ορισμένος και τη μπογιά τη φύλαγαν σαράντα μέρες και δεν την έχυναν, ακόμα και τότε, έξω από το σπίτι. Τα χρώματα για τα αυγά τα έφτιαχναν από διάφορα φυτά:Από φλούδες κρεμμυδιών γινόταν το μελί, από άχυρο ή από φύλλα αμυγδαλιάς το κίτρινο, το ανοικτό κόκκινο από παπαρούνες, από μαϊντανό πράσινο, από ζαφορά το κίτρινο και από βιολέτες το
μοβ. Επίσης για το βάψιμο των αυγών χρησιμοποιούσαν το βάρτζι, ένα είδος κόκκινου ξύλου. Το κόκκινο όμως χρώμα ήταν και είναι πάντα το πιο αγαπημένο χρώμα για τα Πασχαλινά αυγά.
Τα παλιότερα χρόνια διάλεγαν φύλλα από φυτά και λουλούδια και έβαζαν από ένα πάνω σε κάθε αυγό. Στη συνέχεια, τύλιγαν τριγύρω μια παλιά κάλτσα, την οποία στερέωναν με μια κλωστή και έβαφαν τα Πασχαλινά αυγά.
Το πρώτο αυγό που έβαφαν ήταν της Παναγίας και το έβαζαν στο εικονοστάσι. Με αυτό σταύρωναν τα παιδιά από το κακό το μάτι.
Σε μερικά μέρη έβαζαν σε ένα κουτάκι τόσα αυγά όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας και τα πήγαιναν το
βράδυ στην εκκλησία, για να διαβαστούν στα 12 Ευαγγέλια. Τα άφηναν κάτω από την Αγία Τράπεζα ως την Ανάσταση και τότε καθεμιά έπαιρνε τα δικά της. Αυτά τα αυγά ήταν "ευαγγελισμένα" και τα τσόφλια τους τα παράχωναν στους κήπους και τις ρίζες των δέντρων για να καρπίσουν. Παρόμοια τύχη είχαν και τα αυγά που έκαναν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη. Άμα η κότα ήταν μαύρη, ακόμα καλύτερα. Είχαν θαυμαστές ιδιότητες και μπορούσαν να διώξουν κάθε κακό. Τα αυγά τα Μεγαλοπεφτιάτικα  περνούσαν τον πονόλαιμο, φύλαγαν το αμπέλι από το χαλάζι, έδιωχναν μακριά το σκαθάρι.
Οι γυναίκες και τα κορίτσια στόλιζαν τα αυγά, τα "έγραφαν", τα "κεντούσαν". Πάνω στα άσπρα αυγά έγραφαν με λειωμένο κερί ευχές, σχεδίαζαν σκηνές από τη ζωή του Χριστού, πουλιά κ.ά. Έριχναν μετά τα αυγά στην κόκκινη μπογιά και μέχρι να λειώσει το κερί έμεναν τα γράμματα και τα σχέδια άσπρα. Τα "ξομπλωτά" ή "κεντημένα" αυγά, που τα λέγαν στη Μακεδονία και "πέρδικες", μια και συχνά είχαν πάνω τους πουλιά, ή ίσως και γιατί ξεχώριζαν, όπως κι οι πέρδικες, για την ομορφιά τους, θύμιζαν συχνά μικρογραφίες. Το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο. Αυτά έστελναν δώρο οι αρραβωνιασμένες στο γαμπρό και οι βαφτισιμιές στους νονούς και τις νονές τους, σε όλα τα αγαπημένα πρόσωπα. Άλλοτε πάλι τα κορίτσια πρόσθεταν στα αυγά φτερά από χρωματιστό χαρτί, ουρά και μύτη από ζυμάρι και τα κρεμούσαν στο ταβάνι, έτοιμα να πετάξουν.

ΠΗΓΕΣ :
Έθιμα του Πάσχα - ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ - ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ
Αρχείο 10ου Νηπιαγωγείου Ηρακλείου
Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, Γ.Α. Μέγα., εκδ. ΕΣΤΙΑ

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr : http://www.cretalive.gr/culture/view/ta-kokkina-auga-ths-megalhs-pempths/158245

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Το Τζαμισή του Αραστά… στο Μεγάλο Κάστρο !

(Επιμέλεια : Ελένη Μπετεινάκη)

1900 Behaedin, Διακρίνεται μπροστά η Παναγία του Φόρου

Υπήρχε κάποτε μια αγορά στην πόλη του Ηρακλείου που πουλούσαν μεταξωτά υφάσματα και χίλια δύο ομοειδή εμπορεύματα,  μας περιγράφει ο Νικόλαος Σταυρινίδης. Την έλεγαν Αραστά .Μια ονομασία που δόθηκε στα χρόνια του Τουρκοκρατούμενου Κάστρου γιατί εκεί ήταν ένα μεγάλο τζαμί το Αραστέ ή Αραστά Τζαμισή. Στα χρόνια της Βενετοκρατίας εκεί ακριβώς ήταν η Ορθόδοξη εκκλησία της Παναγίας του Φόρου. Αλλιώς την  έλεγαν και Παναγία της Πλατείας  ή Piazza delle Erbe που σημαίνει πλατεία των δημητριακών δηλαδή κάτι σαν  λαχαναγορά . Άλλη ονομασία ήταν  Madonnina . Στους καταλόγους των εκκλησιών του Χάνδακα αναγράφεται άλλοτε ως λατινική και άλλοτε ως ελληνική εκκλησία από το 1482. Στην οθωμανική περίοδο μετατράπηκε στο τέμενος Ρεϊσούλ Κιουτάμπ Χατζή Χουσεΐν Εφέντη και μεταγενέστερα ονομάστηκε «Αραστάς. Μετά την ενσωμάτωση της Κρήτης στο ελληνικό κράτος, η Παναγία του Φόρου ανασκευάστηκε ριζικά και χρησιμοποιήθηκε ως κλειστή αγορά. Πωλήθηκε αργότερα σαν ανταλλάξιμη περιουσία από την Εθνική Τράπεζα. Μια δεκαριά μαγαζιά θυμούνται οι παλιοί Ηρακλειώτες από την είσοδο του τζαμιού μέσα σε μια μικρή στοά. Στη περιοχή γύρω απ΄ αυτό ήταν στενός ο  δρόμος , χωματένιος με πολλά κάρα να πηγαινοέρχονται από τα ξημερώματα με όχι ιδιαίτερη ευκολία.  Η παράλληλη της στοάς οδός Ίδης επί Τουρκοκρατίας ήταν χώρος ελεύθερος. Αργότερα αναπτύχτηκαν κι άλλα μαγαζιά τριγύρω και απέναντι από το τζαμί βρίσκονταν πολλά κρεοπωλεία, και τα γνωστά γιατράδικα αφού εκεί θα έβρισκε κανείς πολλούς γιατρούς και φαρμακεία. Υπήρχε και μια φιλανθρωπική κρήνη  με δύο βρύσες μπροστά στην είσοδο του τζαμιού που λίγο πριν φτιαχτεί η στοά γκρεμίστηκε. Οριστικά το 1961 όλο το συγκρότημα πλέον, γκρεμίστηκε,  και στη θέση της κτίστηκε το ξενοδοχείο Ελ Γκρέκο. Στις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν κατά την κατεδάφιση, κάτω από το μνημείο αποκαλύφθηκε ναός της Β΄ Βυζαντινής περιόδου.Η στοά του Αραστά ξεκινούσε από την οδό Αργυράκη και έβγαινε στην οδό 1821.

Στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ σε άρθρο του Δημήτρη Σάββα, διαβάζουμε αναμνήσεις δύο παλαιών Ηρακλειωτών από τούτη την αγορά, των Γιάννη Δερμιτζάκη και του Μηνά Βαρδαβά.   Λέει ο Δερμιτζάκης: “Μέσα σ’ ένα από τούτα τα στενοσόκακα του παλιού Κάστρου και ακριβώς στην πρώτη πάροδο δεξιά ως ετραβούσαμε και πιάναμε το τζαμί στο τσαρσί του Αραστά, στέκονταν ένα παλιό μεγάλο κονάκι που εδώ και χρόνια αντηχούσαν στους οντάδες του οι χαρές και τα γέλια. Σ’ αυτό ακούγονταν οι ανατολίτικοι αμανέδες μαζί με τα τσαρσιά και τα ντέφια που βαρούσανε και τα λαούτα κάθε νύχτα ραμαζανιού και κάθε γιορτής του μπαϊράμι”.


Ο Βαρδαβάς  συμπληρώνει: “Οι παλιοί Ηρακλειώτες θυμούνται τον Αραστά στην είσοδο του τζαμιού. Όταν χάλασαν την πρόσοψη του τζαμιού, δημιουργήθηκε μια στοά με καμμιά δεκαριά μαγαζάκια”.
Εκτός από τα μεταξωμάγαζα στον παλιό Αραστά υπήρχαν και πολλοί καφενέδες. Ονομαστοί ήταν ο καφενές ενός Αρμένη του Μιχάλακα, το καφενείο του Παύλου, το καφέ ουζερί του Μπομπού ή Νίκου Σαριδάκη, όπως αναφέρει ο Μανώλης Δερμιτζάκης στο βιβλίο του «Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο» .
Ο Δημήτρης  Σάββας έχοντας μαρτυρίες δύο παλιών Ηρακλειωτών που διατηρούσαν μαγαζιά που είχαν ξεκινήσει οι πατεράδες του συνεχίζει στο άρθρο του :
«… Επίσης η ταβέρνα του Αρίστου, γνωστή για τις νοστιμιές της, τις απλές και ωραίες: ελιές, βρεχτοκούκια, καλό παξιμάδι, όσπρια, κοιλιά κοκκινιστή και ομορφοτηγανισμένη συκωταριά. Πάντα όλα αυτά συνοδευόμενα από καλή ρακή αλλά και εξαιρετικό πεδιαδίτικο συνήθως κρασί! Στη στοά του Αραστά ήταν κι ένα άλλο καφενείο του Αντώνη του Κουμαντάκη όπου εκεί σύχναζαν Τσιγγάνοι οι οποίοι ήταν αρκετοί στην πόλη μας. Λέγεται ότι εκεί σύχναζε και μια τσιγγάνα, Ερασμία στο όνομα, μητέρα του τραγουδιστή Μανόλη Αγγελόπουλου. Επίσης στον Αραστά είχε το ραφείο του κάποιος ονόματι Καρύπης και ότι απέναντι από τη μια είσοδο της στοάς στην οδό 1821 εκεί που σήμερα φτιάχνουν λουκουμάδες ήταν το κατάστημα του καφέμπορου και αντιπροσώπου των τσιγάρων μάρκας Έθνους, του Βατίστα. Ο Αραστάς ήταν ακόμα στέκι καλλίφωνων μερακλήδων Καστρινών γλεντζέδων οι οποίοι διοργάνωναν ατέλειωτες μουσικές βραδιές. Χαρακτηριστική ήταν η βραδιά της Μεγάλης Παρασκευής, όταν κατέρχονταν ο Επιτάφιος του Αγίου Μηνά από την οδό 1821. Μετά την πομπή η στοά του Αραστά είχε την τιμητική της. Γλέντι, κέφι, χορός, τραγούδι! “Θυμάμαι τον Αραστά, εξυπηρετούσε τη φτωχολογιά. Ήταν ένα λαϊκό στέκι για τους φτωχούς ανθρώπους, για τους καραγωγείς, για τους αχθοφόρους, τους εργάτες, τους χαμάληδες, τους τσιγγάνους και τις τσιγγάνες, που είχαν στέκι τους αυτή τη γραφική στοά. Πολλοί πήγαιναν για να βρουν εργασία. Οι τσιγγάνες τέσσερες - τέσσερες, αφού περιφέρονταν στην αγορά για να πουν τη “μοίρα” σε διάφορους, έβρισκαν καταφύγιο εκεί, που με μια δραχμή έπινες το κρασάκι σου με τον αντίστοιχο μεζέ” μου λέει ο κ. Μανόλης Μακράκης ο οποίος συνεχίζει: “Μέσα στη στοά υπήρχαν και καρβουνιάρικα που πουλούσαν κάρβουνο στα νοικοκυριά και στα καταστήματα, υπήρχε έμβολο για μικροεπισκευές παπουτσιών κι εγώ πήγαινα τακτικά αφού ως πιτσιρικάς δούλευα στο κατάστημα τροφίμων Κωστόπουλου - Τσιτόπουλου στο μέσον της κεντρικής αγοράς όπως ανεβαίνουμε. Εκεί πήγαινα σαρδέλες, ή ρέγγες, ή λακέρδα, στην ταβέρνα του Αρίστου. Πάντα το παστό ψάρι ήταν και είναι ο “ρουφιάνος” για τα όσπρια, κάνει καλή παρέα στη γεύση, βοηθάει στο φαγητό! Ολόκληρη ιεροτελεστία γίνονταν στην αγορά όταν άνοιγε ο υπάλληλος το βαρέλι ή το κουτί με τις σαρδέλες. Άλλες εκείνες οι εποχές”. Τέλος μου αναφέρει ότι πολλές φορές θαμώνας του Αραστά ήταν ο Ανδρέας ο Σκουλικάρης*. Κάποιοι τον έφερναν εκεί, τον τάιζαν, τον πότιζαν και ο Ανδρέας με το δικό του μοναδικό τρόπο ξεδίπλωνε το πλούσιο ταλέντο του!
( *ο Ανδρέας Σκουλικάρης, γραφικός τύπος του Μεγάλου Κάστρου, ήταν χαρακτηριστική φιγούρα του Αραστά, μετρίου Αναστήματος, που εξέπληττε τους πάντες με την διαύγεια του και την ευστροφία του. )
Σε νεότερα χρόνια περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα στην περιοχή του Αραστά υπήρχε και πολύ μεγάλη πνευματική κίνηση. Εκεί βρισκόταν το βιβλιοχαρτοπωλείο του Στυλιανού Μ. Αλεξίου παππού του αείμνηστου καθηγητή Πανεπιστημίου  Στυλιανού Αλεξίου . Στην εφημερίδα “Νέα Ελευθερία” στο φύλλο της  5ης Οκτωβρίου 1903 φαίνεται ένα σχετικό δημοσίευμα :
“…Το Βιβλιοχαρτοπωλείον Στυλ. Μ. Αλεξίου κείμενον εν οδώ Αραστά είναι ήδη εφοδιασμένον από πάντα τα διδακτικά βιβλία, τα εφέτος εγκριθέντα, Γυμνασίων, Ελληνικών σχολείων, Παρθεναγωγείων και Δημοτικών σχολείων. Επίσης εις το αυτό κατάστημα ευρίσκονται εν αφθονία άπαντα τα γραφικά είδη και λοιπά χρειώδη των σχολείων. Παρακαλούνται δε οι πελάται του καταστήματος τούτου να διευθύνωσι σαφώς τας επιστολάς και παραγγελίας των…».
Στην περιοχή του Αραστά βρισκόταν και το σπίτι των Αλεξίου. Εκεί βρισκόταν και το λεγόμενο « Στούντιο » το γραφείο του  Λευτέρη Αλεξίου, πόλος έλξης φίλων, γνωστών και λογίων επισκεπτών της Κρήτης κατά το μεσοπόλεμο.
Ο Δημήτρης Σάββας στο άρθρο του συνεχίζει :
“Το “Στούντιο” όπως έλεγε η λογοτεχνική συντροφιά το γραφείο του Λευτέρη Αλεξίου, ήταν μια ευρύχωρη, στενόμακρη κάμαρα όπου οι τοίχοι από πάνω ως κάτω ήταν γεμάτοι από βιβλία. Πολλά σπάνια και δυσεύρετα. Και ανάμεσά τους οι ζωγραφιές του Τάκη Καλμούχου πάλευαν για μια θέση. Δεξιά είχε το πιάνο και πάνω του ακουμπούσαν δυο βιολιά. Υπήρχε ακόμα ένα θαυμάσιο γραμμόφωνο και άλμπουμς με δίσκους, δίσκους, δίσκους. Εννεακόσιοι πενήντα τον αριθμό. Όλοι κλασικής μουσικής”.Την άνοιξη του 1940 έρχεται στο Ηράκλειο ο Αμερικανός συγγραφέας Χένρυ Μίλλερ, σταλμένος από τον Γ. Κατσίμπαλη. Φυσικό ήταν να ενθουσιασθεί από την παρέα του Στούντιο το οποίο χαρακτηρίζει σαν μια κιβωτό πνεύματος. Επίσης λέει “ότι σ’ αυτό το μικρό κελί υπήρχε μια σταυρωτή τομή όλων των πραγμάτων που είχαν αποτελέσει τον πολιτισμό της Ευρώπης”. Ο γιός του Μπομπού ο κ. Λευτέρης Σαριδάκης, άνθρωπος πρόσχαρος και καταδεκτικός με πλούσιες εμπειρίες για το παλιό Ηράκλειο μου διηγείται: “Κάθε απόγευμα πήγαινα το χαμόμηλο από το καφενείο του πατέρα μου στον Λευτέρη Αλεξίου”.

 Ο Ναός του Φόρου  ή Αραστά Τζαμησί  ή  Κλειστή Αγορά , ο Αραστάς, είχε χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο με διάταγμα της 18-3-1947.Επειδή όμως είχε κάπως ερειπωθεί  αποχαρακτηρίστηκε και κατεδαφίστηκε το 1963. Μαζί του χάθηκε άλλο ένα μέρος της ιστορίας μας, άλλο ένα κομμάτι τη πόλης του Χάνδακα, του Μεγάλου Κάστρου,  του Ηράκλειου με τον πιο απίστευτο τρόπο… οριστικά!

ΠΗΓΕΣ: 

ü  Χωρογραφία της Κρήτης, Ζαχαρία Πρακτικίδη, ΤΕΕΚ, 1983
ü  Οι σπουργίτες των πεζοδρομίων, Δημήτριος Σάββας, εκδ. Δοκιμάκης, 2009
ü  Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο, Μανόλης Δερμιτζάκης, εκδ.Δοκιμάκης, 2008
ü  Υπήρχε μια πόλη, Λιάνα Σταρίδα, εκδ. Ιτανος, 2013
ü  Λευτέρης Αλεξίου, ο ποιητής, επιμέλεια Δημήτρης Δασκαλόπουλος, σειρά οι Λησμονημένοι του τόπου, εκδ. Δοκιμάκης, 2011
ü  Άρθρο του Δημ. Σάββα στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
ü  Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου
ü  Άγνωστες γωνιές στο Δήμο Ηρακλείου www.facebook.com/pages
ü Δημοσιεύτηκε στο cretalive. gr στις 14 Απριλίου 2014, :http://www.cretalive.gr/history/view/o-thrulos-tou-arasta-sto-palio-hrakleio/157092

Δ
Δ