Το παραμύθι της βροχής

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Τα παραμύθια του Σαββάτου...



...γράφει , σχολιάζει και παρουσιάζει η Ελένη Μπετεινάκη*!

Φαντασία, περιπέτεια, μαγεία, χιούμορ και σπάσιμο προκαταλήψεων. Τα παραμύθια τούτη τη φορά πραγματικά μας ταξιδεύουν σε απάτητα μέρη της φαντασίας και του «ανθρώπινου ποδιού» δημιουργώντας εικόνες μαγικές. Παραμύθια που αγγίζουν  τις προκαταλήψεις, που αναθεωρούν απόψεις και που πάνω απ΄ όλα διασκεδάζουν τον μικρό αναγνώστη. Λάθη που ίσως αποδειχτούν πως έπρεπε να γίνουν, στη ζωή αλλά και στην επιστήμη, που θα μας οδηγούν  πάντα στην αλήθεια, την χαρά της  ανακάλυψης και στην περιπέτεια.!

Ταξίδι στο κέντρο της γης, Αντώνης Παπαθεοδούλου, εικ: Ίρις Σαμαρτζή, εκδ. Παπαδόπουλος.

Ταξίδι στο κέντρο της γης, μια περιπέτεια που δεν θα μπορούσε να έχει σαν πρωταγωνιστές  κανέναν άλλο εκτός από έναν άνθρωπο που ασχολείται με την γη, τα πετρώματα και τα μυστικά της. Αυτός λοιπόν είναι ο καθηγητής Ορυκτολογίας , διάσημος για την εποχή του, Όττο Λίντενμπροκ. Μαζί του ένα μικρό παιδί,. Ο ανιψιός του ο Άξελ, που όπως όλα τα παιδιά έχει πάντα  διάθεση και  περιέργεια να εξερευνήσει, να ανακαλύψει και να γνωρίσει τον κόσμο. Με αφορμή ένα παλιό βιβλίο γραμμένο στη γλώσσα των Βίκινγκς και ενός μικρού κιτρινισμένου χαρτιού που το « ανάποδο» μήνυμά του κρύβει  ένα μυστικό, θα αλλάξει η ζωή και των δύο τους, και θα ξεκινήσει τούτο το παράξενο ταξίδι στο κέντρο της γης.  Φεύγουν λοιπόν για το νησί της Ισλανδίας και το Ηφαίστειο Σνέφελ με βοηθό τους ένας κυνηγό που γνωρίζει καλά την περιοχή, τον Χανς. Οδηγός τους ακόμα θα γίνει η διαίσθηση, οι χάρτες, οι αξίνες και η τύχη. Η κατάβαση μέσα στον σβησμένο κρατήρα του ηφαιστείου ξεκινά , οι πληροφορίες που τους δίνει η ίδια η γη πολλές, λάθη συμβαίνουν, αλλά αυτά θα τους οδηγήσουν στη μεγάλη αλήθεια. Συμβαίνουν ακόμα  και ένα σωρό άλλα θαυμαστά πράγματα που θα γεμίσουν την μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής τους.
Παράξενα μέρη, μαγικές εικόνες, συνάντηση με την… προϊστορία, αλλόκοτα φυτά, ζώα και άνθρωποι, πράγματα της φαντασίας ή μη, που κάνουν ακόμα πιο συναρπαστικό τούτο το ταξίδι. Ανατινάξεις, εκρήξεις, ορμητικά νερά ως το τέλος αυτής της παράξενης πορείας προς τον έξω κόσμο και την επαναφορά τους στην …πραγματικότητα.
Κι όπως γράφει στο τέλος του βιβλίου ο Αντώνης Παπαθεοδούλου, η ιστορία αυτή όπως οι περισσότερες του Ιουλίου Βερν, δεν τελείωσε, αλλά συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.
Το βιβλίο αυτό είναι  σαν κέντημα με παράξενη βελονιά και κλωστή πυκνή  και πολύχρωμη πάνω σε δύσκολο σχέδιο με αποτέλεσμα που δικαιώνει. Μια ακόμα διασκευή του γνωστού βιβλίου του Ιουλίου Βερν που γράφτηκε στα 1864 και που δείχνει  για πολλοστή φορά το ταλέντο ενός σύγχρονου, πια, συγγραφέα, του Αντώνη Παπαθεοδούλου, που τολμά να ασχοληθεί με τέτοιες ιστορίες και θέματα. Έτσι η ιστορία γίνεται προσιτή και σε μικρότερες ηλικίες που λατρεύουν τις περιπέτειες, χάρις σε αυτήν την προσπάθεια.
Στο βιβλίο αυτό εικονογράφος είναι η Ίρις Σαμαρτζή, που για μια ακόμα φορά δικαιώνεται με τούτη η  επιλογή,  αφού το ύφος της  δένει απόλυτα με το είδος της ιστορίας και ακουμπά με απόλυτη επιτυχία την ατμόσφαιρα της εποχής. Μοναδικές εικόνες , αγαπητές και αλησμόνητες στα παιδιά.
Ένα βιβλίο που είναι γραμμένο και για μεγάλους, με λόγο καθαρό και κατανοητό, χωρίς περιττές κουβέντες που θα διαβαστεί ξανά και ξανά από όποιον καταπιαστεί μαζί του.
Αντώνη, Ίρις, ευχαριστούμε πολύ για τις θύμησες και το ταξίδι στην περιπέτεια, τη γνώση και τη φαντασία …

Για παιδιά από 6 χρόνων …

Κατσαριδολογίες, Κωνσταντίνα Τασσοπούλου, εικ. Μελίτα Αντωνιάδου, εκδ. Ίτανος

Μια ιστορία …φοβερή για μια κατσαρίδα …τρομερή. Ένα βιβλίο γραμμένο σε στοίχους δεκαπεντασύλλαβους, με πολύ χιούμορ, φαντασία και υπέροχη πλοκή.
Η κατσαρίδα  είναι ένα έντομο που αν όχι όλοι, οι περισσότεροι άνθρωποι, φοβούνται ή αηδιάζουν βλέποντάς το και το μόνο που θέλουν  είναι τα το εξαφανίσουν όπου το συναντήσουν. Η μικρή κατσαρίδα της ιστορίας της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου, μια μέρα  πηγαίνοντας να πάριε μια εφημερίδα από το περίπτερο, διαβάζει στα νέα πως ο Δήμαρχος της πόλης αποφάσισε να διώξει όλο της το γένος μακριά και με τη  γνώμη του συμφωνούν και ο σκύλος και η γάτα. Απογοητευμένη και στενοχωρημένη αποφασίζει πως για την ηλικία της δεν είναι τα πολύ μεγάλα ταξίδια, οι μεταναστεύσεις και η φυγή αλλά θα προσπαθήσει να κρυφτεί σε κάποιο άλλο σπίτι και να εγκαταλείψει το δικό της για να μην την εντοπίσουν. Μαζεύει λίγα από τα πράγματά  της και ξεκινά να βρει μια νέα στέγη. Φτάνει σε ένα σπίτι με αυλή και κεραμίδια που της φαίνεται ...φιλικό, αλλά η υποδοχή που της κάνει το κοριτσάκι που μένει εκεί κάθε άλλο παρά φιλική είναι. Εκείνη δεν χάνει το θάρρος της και προσπαθεί με λογικά επιχειρήματα να την πείσει πως πρέπει να γίνου φίλες και πως είναι παράλογο να την φοβάται. Σιγά σιγά ξεδιπλώνεται η αλήθεια  που έχει να κάνει με παρωχημένες συνήθειες, απόψεις και φοβίες. Το κορίτσι και η κατσαρίδα γίνονται φίλες , βοηθά η  μία την άλλη και απολαμβάνουν τη συντροφιά τους. Μια ιστορία για τον φόβο , τη δύναμη της συνήθειας και της φιλίας. Μια ιστορία που προσπαθήσει να « σπάσει» στεγανά και αντιλήψεις που κυριαρχούν στη ζωή των ανθρώπων με τις πάγιες απόψεις τους για πράγματα, ζώα ή ακόμα και άλλους ανθρώπους που ζουν δίπλα τους. Δίνει το μήνυμα πως  οι προκαταλήψεις συχνά οδηγούν σε λάθος συμπεράσματα που θα πρέπει να βγάζουμε με πολύ μεγάλη προσοχή και σεβασμό σε κάθε τι που συναντάμε στη ζωή μας.
Μια ιστορία που αφυπνίζει συνειδήσεις για το πόσο δίκιο ή άδικο είναι  να κρίνουμε κάποιον άλλον μόνο από την εξωτερική του εμφάνιση και κατασκευή.
Υπέροχη ιστορία για παιδιά  που μπορούν να χρωματίσουν μόνα τους τις εικόνες αφού η ασπρόμαυρη εικονογράφηση της Μελίτας Αντωνιάδου δημιουργήθηκε με αυτόν το στόχο…

Για παιδιά  από 5 χρονών…

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 25 Ιουλίου 2015 :http://www.cretalive.gr/culture

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

24 Ιουλίου 1669 ….Το “ La Therese” βυθίζεται για πάντα στο Κρητικό πέλαγος!




Της Ελένης Μπετεινάκη*

Ξημερώματα σχεδόν κατέβηκα στο λιμάνι… Εκείνη την ώρα χαράζει ο ήλιος κάτω χαμηλά στη θάλασσα. Ήθελα να προλάβω πριν αρχίσει πάλι να φυσάει δυνατά και να μπερδεύονται οι ήχοι με τις θύμησες, τα σημάδια τα …ονείρατα!  Άφησα  το ποδήλατο μου σε μιαν άκρη, και περίμενα… Κοίταζα τη θάλασσα και χάθηκα στην απεραντοσύνη  και την …ιστορία της. Σαν να άκουσα εκείνο τον φοβερό θόρυβο της «Καπιτάνας» και ασυναίσθητα έβαλα τα χέρια μου πάνω στ΄ αυτιά μου, θέλοντας να αποφύγω την δυνατή βοή. Κι άλλος κρότος, καπνός μαύρος και φωτιά …Σαν πλοίο φάντασμα στον ορίζοντα μου φάνηκε , ένας γλάρος που φτερούγιζε γρήγορα. ..Μυρωδιά μπαρουτιού κι ύστερα η απόλυτη σιωπή το απόλυτο κενό …Το πλοίο του de Navailles, το La Therese  θα έμενε πια για πάντα στο Κρητικό πέλαγος!

Μα τούτη η ιστορία που σαν όραμα φανερώθηκε ξανά μπροστά μου  και στη μνήμη μου ξεκινάει πολύ πιο πριν… Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή !

1668 Fr. Sabaddini
Την Άνοιξη του 1669 ο στρατός και ο στόλος που είχε στείλει ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ με τον  Beaufort και τον Navailles έχει αρχίσει να αποπλέει για το κρητικό πέλαγος. Ο πάπας Κλήμης ΙΧ είχε επιτρέψει να εκποιηθούν οι περιουσίες κάποιων μοναχικών ταγμάτων κι έτσι το ταμείο της Βενετίας είχε ενισχυθεί σημαντικά. Με τα χρήματα αυτά έστειλε κι εκείνος στο Χάνδακα νέα μισθοφορικά στρατεύματα  και αρχηγό του στόλου του διορίζει τον ανιψιό του Vincenzo Rospigliosi. Λίγο πριν έχουν φτάσει στην πολύπαθη πόλη 2.000 άνδρες από τον πρίγκιπα Λεοπόλδο Α΄, 4000 άνδρες από τον πρίγκιπα του Αννόβερου  και λίγο αργότερα 2.550 άνδρες από την υπόλοιπη Γερμανία. Συνολικά ο στρατός αποτελούνταν από 15.000 άνδρες – πληρώματα πλοίων και περίπου 8000στρατιώτες. Μια ολόκληρη  ακόμη μοίρα από γαλέρες με κυβερνήτη τον Κόμη De Vivonne , είχε αρχίσει να καταπλέει στη Μεσσήνη περίπου αρχές Ιουνίου. Ο  στόλος που απέπλευσε για βοήθεια, συνολικά,  απαρτιζόταν από 41 πολεμικά πλοία  και 17 μεταγωγικά . H σημαία που κυματίζει στα σταλθέντα  πλοία με εντολή του Λουδοβίκου είναι η παπική και όχι η γαλλική για να κατευνάσει τον « θυμό» των Τούρκων.
Σαν έφτασαν πια στον προορισμό τους ,  ο Εβλιά Τσελεμπί  γράφει: « Ο ενετικός στόλος και τα γαλιόνια του Δούκα, του Πάπα, της Μάλτας, της Αλακόρνας και των Φράγκων στόλισαν την επιφάνεια της θάλασσας σαν το χαμομήλι και αγκυροβόλησαν  άφοβα στο λιμάνι του Χάνδακα. » Τέσσερις μέρες αργότερα έφθασε και ο υπόλοιπος στρατός.
Γραφική παρασταση του La Therese
Tα δεκατρία πλοία του κόμη de Vivonne φθάνουν στα νερά του Χάνδακα στις  3 Ιουλίου, πλέοντας από το λιμάνι της Μεσσήνης, στην Κέρκυρα, την Ζάκυνθο και τα Κύθηρα. Δύο μέρες πριν, ο De Vivvone λαμβάνει από έναν απεσταλμένο του Morosini, τον συνταγματάρχη Annant,  δυο επιστολές που του περιγράφει την δεινή κατάσταση της πόλης και τον παρακαλεί να επισπεύσει την άφιξή του στο λιμάνι της. Η δύναμη που πλέον υπάρχει για βοήθεια είναι εντυπωσιακή.
Λένε μάλιστα πως τα ξημερώματα της 2ης Ιουλίου καθώς στο πέλαγος έπλεαν 16 τουρκικές γαλέρες , σαν αντίκρισαν τον ενωμένο στόλο κατέφυγαν στο λιμάνι τν Χανίων. Και το επόμενο βράδυ σαν πλέον φτάνουν στον Χάνδακα με μια θεαματική επίδειξη μπροστά στο φρούριο , τον χαιρετίζουν με 3 κανονιές των 48 συνολικά βενετσιάνικων και γαλλικών πλοίων. Ένας ναυτικός έγραφε στο Ημερολόγιο του  : « …Γύρω από το φρούριο, φαίνονταν οι πολυάριθμες σκηνές των Τούρκων και το ιππικό που έτρεχε εδώ κι εκεί για να εμποδίσει την ενδεχόμενη απόβαση. Από τα τείχη του φρουρίου βροντούσαν κανόνια. »  Εδώ όμως αρχίζει να διαφαίνεται ένα μικρό πρόβλημα. Αυτό ,της συνεννόησης των αρχηγών όλων των αποστολών .Παρά τις διαφωνίες αποφασίστηκε το πολεμικό σχέδιο της παράταξης του στόλου. Έπρεπε, σύμφωνα με αυτό να παραταχθούν κατά μήκος του παράκτιου τμήματος του φρουρίου και να βομβαρδίσουν τα περιοχές ανατολικά του Προμαχώνα Σαμπιονάρα και δυτικά του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα. Και όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις το σχέδιο δεν κρατήθηκε μυστικό. Οι Τούρκοι , το έμαθαν και έδρασαν έγκαιρα. 

Ήταν …η τελευταία επίθεση πριν την παράδοση του Χάνδακα…

Neievelles
Στις 23 Ιουλίου όλη την νύχτα υπήρχε μια απέραντη γαλήνη στη θάλασσα. Ο Rospigliosi  έδωσε εντολή να συγκεντρωθούν όλα τα πλοία μπροστά από τον Χάνδακα καθορίζοντας την θέση του καθενός. Η ώρα πια είναι 6.00 το πρωί ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1669. Μπροστά η « Καπιτάνα», η παπική ναυαρχίδα με την μεγάλη σημαία του Σταυρού στο μπροστινό κατάρτι , που έφερε επιγραφή « Διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί μας», σε απόσταση βολής από την παραλία. Οι Τούρκοι πανέτοιμοι και βλέποντας τις κινήσεις του στόλου αρχίζουν τον κανονιοβολισμό. Αμέσως προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές πριν καλά καλά ξεκινήσει το « πυρ» από την μεριά της  θάλασσας. Στις 7.00 η κόκκινη σημαία της «Καπιτάνας» δηλώνει την έναρξη. Λένε πως με την πρώτη της κανονιά ήταν σαν να βροντούσαν 1.100 κανόνια και τότε οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να σιωπήσουν. Τα κανόνια κρύφτηκαν και οι ίδιοι  μέσα στα χαρακώματα. Έβαλαν και μια μοίρα ιππικού από την πλευρά του Γιόφυρου κι ύστερα περίμεναν. Οι κάτοικοι του Χάνδακα ύστερα από αυτήν την σιωπή αναθάρρησαν. Όχι για πολύ όμως. Σε τρεις ώρες  ίδιας μέρας ο βομβαρδισμός ξεκίνησε πάλι και τότε έγινε το κακό. Καπνός παχύς που κανείς δεν μπορούσε ακόμα να διακρίνει ποιος ήταν ο στόχος που είχε πληγεί, ανέβαινε στον ουρανό. Ένα ακόμα τραγικό λάθος, ένα απροσδόκητο γεγονός  όπως τότε που η έκρηξη της Τούρκικης πυριτιδαποθήκης στην περιοχή της Μεσκηνιάς, ένα μήνα πριν, είχε σαν αποτέλεσμα τον Χαμό του De Beaufort, έτσι και τώρα.
Περίπου στις 10.00 ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε πάλι, κάτι σαν τον ήχο της βροντής εκεί όπου ήταν παρατεταγμένα τα γαλλικά πλοία. Ο κόκκινος καπνός που ανυψώθηκε ανήκε στην  υποναβαρχίδα των Γάλλων La Therese , ένα πλοίο με 58 κανόνια και 293 άνδρες και κυβερνήτη τον πλοίαρχο Ντ΄Εκτό  ανατινάζεται και βυθίζεται. Η ανατίναξη οφειλόταν σε μια απροσεξία στην πυριτιδαποθήκη του πλοίου. Μέσα σε λίγα  λεπτά το πλοίο βρέθηκε στο βυθό παρασέρνοντας μαζί του τους άνδρες του που μόνο επτά κατάφεραν να σωθούν. Πάνω στο καράβι υπήρχαν όλα τα υπάρχοντα του de Navailles. Ήταν το πλοίο με το οποίο είχε φτάσει στον Χάνδακα. Όλα του τα χρήματα κάπου 100.000 και πλέον γαλλικά φράγκα , τα ασημένια μαγειρικά σκεύη , οι στολές του κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Ευτυχώς που λίγες μόνο μέρες πριν ο Ντε λα Κρουά , ο επιμελητής του La Therese είχε μεταφέρει το ταμείο της αποστολής στον Χάνδακα . Ζημιές προκλήθηκαν και σε άλλα πλοία που βρίσκονταν κοντά. Τις  μεγαλύτερες ζημιές έπαθε η γαλέρα του ναυάρχου de  Vivvone που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο La Therese. Ο ίδιος ο ναύαρχος τραυματίστηκε ελαφριά καθώς ανατινάχθηκε από το διαμέρισμά του προς το σημείο που βρίσκονταν οι αλυσοδεμένοι κωπηλάτες.   να σταματήσει ο βομβαρδισμός. Στο κωδωνοστάσιο της εκκλησίας του Αγίου Μάρκου υψώθηκε η γαλανόλευκη σημαία , σημάδι της ετοιμασίας της φρουράς από την πλευρά του Αγίου Ανδρέα. Ακλούθησε ένας μικρός χαμός στη θάλασσα μια και τα πλοία έπρεπε να αποσυρθούν στη νήσο Ντία και οι φρεγάδες να ρυμουλκηθούν από τις γαλέρες, πράγμα όχι και τόσο εύκολο. Ο καιρός δεν ήταν με το μέρος τους, μιας και ένα ισχυρό μελτέμι άρχισε να φυσά και οι Τούρκοι εκμεταλλευόμενοι τις άσχημες αυτές συνθήκες άρχισαν να βομβαρδίζουν τον στόλο. Οι ιστορικοί της εποχής ανέφεραν πως το « παύσατε πυρ » από την μεριά του στόλου των Χριστιανικών καραβιών ήταν μεγάλο λάθος  και αφού με μεγάλες δυσκολίες κατάφεραν να πλεύσουν προς τα λιμάνια της νήσου Ντίας , η μεγάλη αυτή ναυτική επιχείρηση έλαβε τέλος. Ο απολογισμός ήταν ζημίες σε 6  βενετσιάνικα γαλιόνια  και σε όλα τα γαλλικά πλοία. 28 Βενετσιάνοι έχασαν την ζωή τους και 56 τραυματίστηκαν . Οι Γάλλοι που είχαν τις μεγαλύτερες απώλειες έχασαν 421 άνδρες και 219 τραυματίες. Τα πλοία τους είχαν σχεδόν καταστραφεί . Και οι Τούρκοι βέβαια υπέστησαν σοβαρές απώλειες αφοί οι νεκροί τους αριθμούσαν περί τους 1200, κάτι όχι απόλυτα εξακριβωμένο.
Ευρήματα από το ναυάγιο
Αρκετά τραυματισμένοι και όλοι σχεδόν οι άνδρες του πληρώματος. Η πρύμνη της γαλέρας σχεδόν είχε καεί και τα νερά είχαν αρχίσει να πλημμυρίζουν το πλοίο. Αναγκάστηκαν τότε με διαταγή του Rospigliosi
Μια από τις πιο μεγάλες απώλειες ήταν η πτώση του ηθικού όλων των πολιορκούμενων. Ούτε από την μεριά της στεριάς και συγκεκριμένα από την πλευρά του Αγίου Ανδρέα πέτυχε η όποια επιχείρηση. Ο ίδιος ο Κιοπρουλής που διοικούσε αυτόν τον τομέα είχε συγκεντρώσει πάνω από 6000 γενίτσαρους και παρά τις επιθέσεις και την υπερίσχυση κάποιες στιγμές από τους Γερμανούς  μπροστά στην τόσο μεγάλη δύναμη των Τούρκων υποχώρησαν.
Λένε πως επειδή  όλοι ήξεραν τον θησαυρό που είχε το πλοίο, τις επόμενες μέρες οι τούρκοι είχαν βάλει δύτες για να ανασύρουν  ότι έβρισκαν από τη θάλασσα. Ωστόσο εμποδίστηκαν από τους Ενετούς που  έβαλαν βάρκες παντού για να εμποδίσουν τις αποστολές αυτές.
Το ναυάγιο του πλοίου "La Therese" εντοπίστηκε το 1976 κατά τη διάρκεια υποβρύχιων ερευνών που πραγματοποιούσε στο Αιγαίο ο Ζακ Υβ Κουστώ, σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού. Σύμφωνα με τον τύπο της εποχής, το ναυάγιο υπέδειξε στο συνεργείο του Κουστώ ένας Ηρακλειώτης αυτοδύτης ο γνωστός Μανόλης Βουτσαλάς  και, όταν εντοπίστηκε στο χώρο μεταξύ του Ηρακλείου και της νήσου Δία, ονομάστηκε «το ναυάγιο των κρανίων ή σκελετών » λόγω των πολλών σκελετών που βρέθηκαν μέσα στο πλοίο.
Μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια, το 1987, άρχισε η συστηματική έρευνα και μελέτη του ναυαγίου. Κατά τη διάρκεια της μελέτης του ανελκύστηκε μεγάλος αριθμός αντικειμένων μεταξύ των οποίων πολεμικό υλικό, όπως κανόνια με τα εμβλήματα των Γάλλων βασιλέων και πλήθος από μπάλες κανονιών, είδη καθημερινής χρήσης του πληρώματος και εργαλεία του πλοίου, πολλά εξαρτήματα και κομμάτια από το πλοίο και τέλος ανθρώπινα σκελετικά υπολείμματα που υπολογίζεται ότι ανήκαν σε πάνω από 300 διαφορετικά άτομα.  Αρκετά από τα ευρήματα εκθέτονται σήμερα στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης. 

Άλλη μια ιστορία …άλλη μια θύμηση… Πήρα  το ποδήλατο μου και με γρήγορο πετάλι τράβηξα προς την άλλη μεριά του λιμανιού. Φεύγοντας κοίταξα πίσω. Τίποτα δεν θύμιζε εκείνο το μακελειό. Κανένα σημάδι πουθενά… Όλα ήταν όπως κάθε μέρα. Η ζωή, η πολύβουή ζωή της πόλης ξεκινούσε με τα όμορφα και τα άσχημα, με τις χαρές και τις λύπες της… !
Ίσαμε την επόμενη φορά !

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

ΠΗΓΕΣ
Ο Κρητικός Πόλεμος, Χρυσούλα Τζομπανάκη,
Η τελευταία περίοδος της πολιορκίας του Μ. Κάστρου, Νικ. Σταυρινίδη, 1979
Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Εφημερίδα ΑΛΛΑΓΗ
ΕΒΛΙΑ ΤΣΕΛΕΜΠΙ, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1668-1671) Πελοπόννησος - Νησιά Ιονίου, Κρήτη - Νησιά Αιγαίου, Εκδόσεις Εκάτη 1994
Cretalive.gr

Δημοσιεύτηκε στις 24 Ιουλίου 2015 στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/history

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Στου Προφήτη Ηλία…



Tης Ελένης Μπετεινάκη

Tι απ ΄όλα είναι τούτος ο Άγιος, ο Προφήτης, ο Τρομέρος Αι Λιάς; Ταξιδευτής, Βροντερός, Κεραυνοβόλης, Νεφοκράτορας, Ανελέητος… Όποιος και όσα κι αν του προσάπτουν ένα είναι σίγουρο. Πως ζει και περπατά στις κορφές των λόφων και των βουνοκορφών και πως γιορτάζει στην καρδιά του καλοκαιριού  στις 20 Ιουλίου. ..
Μέρες καύσωνα συνήθως στα μέρη μας. Μέρες των  ώριμων φρούτων, των λιάτικων σταφυλιών, του κλεισίματος του κύκλου της φωτιάς που ξεκίνησε με τα Αναστενάρια κορυφώθηκε στις εξαγνιστικές πυρές του Αϊ Γιάννη και κλείνει με τις μεγάλες φωτιές στα ψηλά βουνά. Οι θρύλοι κι οι παραδόσεις θέλουν τον Ηλία, ναύτη, θεό, μάντη, έφορο της βροχής και των ανέμων, Άγιο και Προφήτη.
Λέει μια από τις παραδόσεις πως «…οι βροχές και τα αστροπελέκια απ’ αυτόν γίνονται. Ξαπλώνει στα σύννεφα και κοιμάται, όταν είναι να καλοσυνέψει ο καιρός. Μα όταν είναι για νερό, τρέχει με την άμαξά του στον ουρανό και γι αυτό βροντάει ...Όταν βροντάει, είναι που με το πύρινο αμάξι του κυνηγάει τη Λάμια να τη σκοτώσει, για να μην καταστρέψει τα σπαρτά των ανθρώπων. Οι αστραπές που πέφτουνε τότες είναι οι πύρινες σαϊτιές του να την λαβώσει…». Λέγανε πάλι πως πάνω στην πύρινη ή πέτρινη άμαξά του, ο  Ήλιος ήταν ο τροχός του και ο Γαλαξίας ο δρόμος του. Τον χειμώνα  μετακινιόταν με έλκηθρο. Και η  μέρα που γιόρταζε την έλεγαν « Ημέρα της βροντής » και αυτό γιατί σήμαινε το τέλος του καλοκαιριού για πολλούς λαούς.

Και σαν καλοκαίρευε και ξαφνικά  αρχινούσε τις βροντές, τις καταιγίδες και τους κεραυνούς τότε  προκαλούσε πυρκαγιές.  Έτσι του έδωσαν τα προσωνύμια   «Τρομερός» ή «Ανελέητος».

«Στα χωράφια περπατά και τη σίκαλη γεννά»… ο Αι Λιάς  ο « Τρομερός »

Η ρήση αυτή ανήκει στους Σλάβους που τιμούσαν τον Προφήτη Ηλία σαν δικό τους άγιο. Και σαν προστάτη της σοδειάς που την φυλάει από τα πονηρά πνεύματα. Τον σέβονταν γιατί αν θύμωνε τότε η χώρα όλη πλήττονταν στην ξηρασία ή το χαλάζι.
Η εκκλησία μας πάλι την ημέρα τούτη που ο Ήλιος βρίσκεται στον Αστερισμό του Κυνός όρισε να γιορτάζεται μια από τις πιο φλογερές μορφές της Βίβλου.
Ένας άλλος μύθος λέει πως ο Προφήτης Ηλίας ήταν ναυτικός. Ταξίδευε χρόνια πολλά κι είχε γνωρίσει όλον τον κόσμο από την μια του άκρη ως την άλλη και κάποτε κουράστηκε. Θέλησε τότε να κατοικήσει σ’ ένα μέρος που οι άνθρωποι δεν ήξεραν τίποτα για την θάλασσα. Πήρε λοιπόν ένα κουπί και  άρχισε να πηγαίνει σε διάφορα μέρη. Ρωτούσε όποιους συναντούσε τι ήταν αυτό που κρατούσε. Όσο του απαντούσαν «κουπί» τραβούσε ψηλότερα, μέχρις που έφτασε στην κορυφή ενός βουνού που του απάντησαν πως κρατούσε «ξύλο». Τότε κατάλαβε πως σ' αυτό το μέρος δεν γνώριζαν τίποτα για την θάλασσα κι έτσι ο άγιος έμεινε μόνιμα εκεί. . Μύθος που έχει τις ρίζες του σε εκείνον του Οδυσσέα  που παρακινείται από τον Τειρεσία, σαν σκοτώνει τους μνηστήρες να τραβήξει όσο πιο ψηλά μπορεί και σαν θα φτάσει σε μέρος που δεν γνωρίζουν από καράβια ή κουπί να το μπήξει στη γη και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα.

Πάνω στον Γιούχτα , τούτο το ιερό βουνό,  που στους πρόποδές τους είναι κτισμένες οι Αρχάνες, λένε πως υπήρχε ιερός βωμός από τα πανάρχαια χρόνια αφιερωμένος σε μια χθόνια θηλυκή θεότητα, πρόγονο της μινωικής θεάς των φιδιών. Στον βωμό αυτόν μέσα στο Ιερό Κορυφής βρεθήκαν στάχτες και αναθήματα κι αργότερα όταν άλλαξε μορφή η λατρεία  το Ιερό αυτό και σε σύνολο δύο από τις κορυφές του ανθρωπόμορφου βουνού , αφιερώθηκαν στον Προφήτη Ηλία που αγαπήθηκε σαν Άγιος των Βουνών.
Μια τρίτη παράδοση θέλει τον Προφήτη Ηλία να ταυτίζεται με τον Ήλιο. Ηλίας - Ήλιος μια συνήχηση μεταξύ αρχαιότητας και χριστιανισμού. Στην αρχαιότητα ο Ήλιος ταυτιζόταν με τον Δία, που ως θεός των μετεωρολογικών φαινομένων λατρευόταν πάνω στις βουνοκορφές. Επειδή λοιπόν ο Ήλιος, όταν ανατέλλει, φαίνεται να ανεβαίνει λαμπρός από τις κορυφές που φωτίζει πρώτες με τις ακτίνες του, αλλά και επειδή ταυτίστηκε με τον θεό που σηκώνει την κακοκαιρία στη διάρκεια των καταιγίδων, θεωρήθηκε ότι η λατρεία και του Αγίου  ή Προφήτη Ηλία θα γινόταν στις κορυφές των βουνών.
Την παραμονή του Αϊ Λιά γινόταν δέηση στον προφήτη γιατί οι ζέστες πια ήταν ανυπόφορες , η λεγόμενη Περπερούνα για να ρίξει μια βροχή να δροσιστούν. Το έθιμο ήθελε να στολίζουν  με πράσινα χόρτα ένα κορίτσι ορφανό που το πήγαιναν στο ποτάμι και έβρεχαν τα ρούχα τους και στη συνέχεια χόρευαν όλοι μαζί και τραγουδούσαν.
…Θέ μου βρέξε μια βροχή, μια βροχή μια σιγανή, μια βροχή καλή βροχή.
Σε πολλά ξωκλήσια επίσης επειδή πίστευαν πως και τούτος ο Προφήτης προστάτευε από αρρώστιες γινόταν περισχοινισμός δηλαδή περιτύλιξη της εκκλησίας με κέρινο νήμα αλλά και του ασθενή ή τύλιγαν το κεφάλι του με στάχυα  και έτσι έφευγε ο πόνος.

Όλοι οι μύθοι και τα έθιμα είναι οργανωμένα γύρω από μια και μόνο παράκληση : « Κι ο Αη Λιας στον ουρανό …για να ρίξει ο Θεός νερό…»

Τούτη τη μέρα πολλά γίνονταν τα παλιά τα χρόνια και πολλά δεν γίνονταν. Πρώτα απ' όλα δεν δούλευαν στα χωράφια τους οι γεωργοί, ούτε στ’ αλώνια, ούτε στους λαχανόκηπους.
Το μόνο που έκαναν ήταν να ξυπνήσουν νωρίς το πρωί οι γεωργοί και να τρέξουν στο λιόφυτο με τις ελιές τους. Εκεί μέχρι να βγει ο ήλιος και να ανέβει ίσαμε ένα καντάρι, ήθελαν να « πετρώσουν» τα ελαιόδεντρα,γιατί πίστευαν πως την ημέρα του Προφήτη Ηλία γέμιζαν λάδι οι καρποί των ελιών. « Πετρώνοντας» λοιπόν το δέντρο κατά κάποιο μαγικό τρόπο το προστάτευαν μέχρι την ημέρα της συγκομιδής του πολύτιμου καρπού. Άλλη πάλι εκδοχή για την αργία της δουλειάς της ημέρας μας περιγράφει η  γνωστή η ιστορία με το «Βουλισμένο Αλώνι» στον παλιό εθνικό δρόμο Ηρακλείου - Ρεθύμνης με την εντυπωσιακή δολίνη (βαθιά λακκούβα, που σχηματίζεται, κατά κανόνα, από την υπονόμευση του εδάφους σε κάποια σημεία σε περιοχές με ασβεστολιθικά πετρώματα). Λένε πως ένα αλώνι υπήρχε εκεί που σήμερα βρίσκεται το βούλιασμα. Ο ιδιοκτήτης του επέμενε να αλωνίζει την ημέρα του Προφήτη Ηλία ενώ ήξερε πως ήταν πολύ μεγάλη γιορτή και ο άγιος θα θύμωνε. Ξαφνικά η γη υποχώρησε συμπαρασύροντας τον ίδιο, το ζευγάρι του, τα στάχυα και φυσικά το αλώνι...
Τα παρατηρήματα τούτη την μέρα επίσης πολλά. Συνήθιζαν οι άνθρωποι να παρατηρούν το μεσημέρι τον ουρανό, αν ήταν καθαρός ο χειμώνας θα ήταν μαλακός, αν είχε σύννεφα, θα ήταν βαρύς. Οι βοσκοί παρατηρούσαν πως πλάγιαζε ο σκύλος της μάντρας. Αν ήταν γυρισμένος προς τον βορρά είχαν βαρυχειμωνιά ενώ αν ήταν κατά τον νότο ο χειμώνας θα ήταν ελαφρύς. Οι κοπέλες πάλι έβγαιναν στην εξοχή και μάζευαν αγριολούλουδα από σαράντα διαφορετικά είδη, τραγουδώντας. Έπλεκαν στεφάνι και το ‘βαζαν το βράδυ κάτω από το μαξιλάρι τους και έτσι έβλεπαν στον ύπνο τους ποιον άνδρα θα παντρευτούν.

«...Εμείς πάλι περιμέναμε το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, πάνω στο λόφο, στο μικρό εκκλησάκι. Μέρες πριν ετοιμαζόμαστε, είχαμε πολλή δουλειά να κάνομε. Έπρεπε να κατέβουμε κάτω στον ποταμό, στον Κάτω Μύλο εκεί που ζούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά και φοβόμασταν γιατί είχαμε ακούσει πως έπαιρναν τη λαλιά όσων συναντούσαν. Όμως μόνο εκεί θα βρίσκαμε τα καλάμια που έπρεπε να είναι ξερά, με ρόζους, για να μπορούν εύκολα να χαραχτούν. Τρέχαμε γρήγορα στο μικρό πλυσταριό να ξεκινήσουμε την συναρμολόγηση. Κόβαμε κάθε καλάμι περίπου σαράντα εκατοστά και στην κορυφή του κάναμε δυο τρύπες και περνούσαμε ένα σύρμα που έδενε στρουφιχτά. Λίγο πριν το δέσιμο είχαμε έτοιμα τα πολύχρωμα χαρτιά, διπλωμένα με απίστευτη τέχνη και με προσοχή κόβαμε από την παλιά καρέκλα της μάνας μου αυτήν με το πλαστικό δέσιμο σαν μακαρόνι που ‘χε κόκκινο ή κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα μικρά κομμάτια και τα περνούσαμε στο σύρμα για να ‘χει απόσταση από το χαρτί και να μπορεί να γυρίζει με τον αέρα.
Τέχνη ήθελε κι αυτό το τόσο απλό παιχνίδι, ο «σβούρος», έτσι τον λέγαμε ή «μύλος». Αργότερα η λέξη τούτη χάθηκε και όλοι τον έλεγαν ανεμόμυλο. Ύστερα παίρναμε ένα μεγάλο καλάθι και το γεμίζαμε με όλα όσα είχαμε φτιάξει. Μέρες κρατούσε η «δουλειά», όλα μας τα πρωινά δουλεύαμε και σαν έφτανε η παραμονή του προφήτη Ηλία μιας και ήξερα πια να γράφω και να διαβάζω έφτιαχνα την ταμπέλα. «Σβούρος μικρός, 1 δραχμή - Σβούρος μεγάλος, 2 δραχμές.» Την άλλη μέρα από το ξημέρωμα περιμέναμε τον θείο Μιχάλη να μας βάλει πάνω στο γαϊδούρι και να ανηφορήσουμε για το πανηγύρι. Πουλούσαμε όλη μας την πραμάτεια κι ύστερα η μάννα μας, μας έκοβε μια φλούδα πεπόνι του καθενός γιατί ήταν η μέρα που γιόρταζε τούτο το φρούτο και καθόμασταν πάνω στο φρεσκοασπρισμένο πεζούλι και τρώγαμε χαρούμενοι κοιτάζοντας γύρω μας τα πιο μικρά παιδιά που κρατούσαν τους δικούς μας τους σβούρους και προσπαθούσαν να τα βρουν με τον άνεμο μήπως και γύριζαν. Κι ήταν τα πρόσωπά τους φωτεινά, τα μάτια τους γελούσαν, εμάς όπως έλεγε ο πατέρας μου γελούσαν και τα μουστάκια μας. Θα μουν δεν θα ‘μουν εφτά χρόνων κείνο το καλοκαίρι αλλά εγώ νόμιζα πως ήμουν «μεγάλη» γιατί όταν κάναμε τη μοιρασιά με τον αδελφό μου το μερίδιο μου ήταν πάνω από 20 δραχμές, κι ήταν αρκετό σαν γυρίζαμε πίσω στο χωριό να σταματήσουμε στο περίπτερο και να αγοράσω την αγαπημένη μου «Μανίνα», περιοδικό αποκλειστικά για κορίτσια εκείνη την εποχή... Ήταν 20 Ιουλίου 1973... Την επόμενη χρονιά δεν ανεβήκαμε στο εκκλησάκι, μείναμε με τους σβούρους μας να τους κοιτάμε σαν χαμένοι. Είχε κηρυχτεί η επιστράτευση και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε γιατί είχαν συμβεί όλα αυτά ...
Ναι, έναν χρόνο μετά στις  20 Ιουλίου 1974,μείναμε με την απορία στο πρόσωπο μας κι ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι γεμάτο με τον κόπο ενός μήνα, με νέα σχέδια και σχήματα. Όλα έτοιμα για το πανηγύρι. Όμως από τα χαράματα η αναστάτωση ήταν απερίγραπτη… Μόνο που δεν ήταν για να φύγουμε για το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία …Ο πατέρας μας είχε φύγει για το παντοπωλείο όπου επικρατούσε μια αλλόκοτη εικόνα. Ουρές οι άνθρωποι, από τις 6.00 το πρωί , γέμιζαν τσάντες με πράγματα. Κι όλοι συζητούσαν με μια φοβερή ανησυχία στα πρόσωπά τους. «Πόλεμος» ήταν η λέξη που ξεχωρίσαμε και ο φόβος μας παρέλυσε τα πόδια. Την ίδια στιγμή μέσα σε πολύ λίγη ώρα άδειαζαν τα ράφια του καταστήματος κι έβλεπα μόνο τους ασβεστωμένους τοίχους… Και τότε αντήχησε εκείνο το κουδούνισμα από το τηλέφωνο που όσα  χρόνια και αν περάσουν θα μείνει  πάντα στ αυτιά μου... Σε ελάχιστα λεπτά ο πατέρας έπρεπε να φύγει. Είχε κηρυχθεί γενική επιστράτευση κι έπρεπε να παραδώσει και το φορτηγό μας στον στρατό. Ούτε σκέψη πια για το πανηγύρι… ούτε σκέψη για τίποτα… Δεν ξέραμε, δεν καταλαβαίναμε καλά και κανείς δεν μπορούσε να μας εξηγήσει τι ακριβώς θα γινόταν σε λίγες ώρες ή την επόμενη μέρα. Θυμάμαι σαν να ΄ταν χθες …το φορτηγό σαν έστριψε στην  κατηφόρα και χάθηκε από τα μάτια μου. Καθόμουν στο πεζούλι, μπροστά στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του μαγαζιού και κοίταζα… Κρατούσα έναν από τους σβούρους μου και τον φυσούσα να γυρίσει …κι ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού ήθελε κι εκείνο να βρει το δρόμο του για όλα όσα συνέβαιναν και πιο πολύ για τον μπαμπά μου που για πρώτη φορά μας άφηνε μόνους και όπως έλεγε δεν ήξερε πότε θα μας έβλεπε ξανά… Για μένα ήταν ήδη ένας ήρωας …ανήμερα του Προφήτη Ηλία σαράντα ένα χρόνια πρίν...»*

ΠΗΓΕΣ:

« Τα καλοκαιρινά», Λουκάτος Δ., Αθήνα 1981
«Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας », Μέγας Γ.Α. Αθήνα 1956
«Ο Ήλιος κατά τους δημώδεις μύθους», Πολίτης Ν.Γ. Αθήνα 1975
«Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη» , Νίκος Ψιλάκης, Καρμάνωρ, 2005
*«Λόγια του αέρα», Μπετεινάκη Ελένη Ιδ. Συλλογή διηγημάτων, 2014
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
Cretalive.gr
Δημοσιεύτηκε στις 20 Ιουλίου 2015 στο Cretalive.gr  :  http://www.cretalive.gr/opinions