Το παραμύθι της βροχής

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Τα παραμύθια του Σαββάτου …


...γράφει, σχολιάζει και παρουσιάζει η Ελένη Μπετεινάκη*


Ιστορίες για μεγαλύτερα παιδιά, παραμύθια, όνειρα, ίντριγκες, αποφάσεις και σχέσεις. Βιβλία με θέμα τους βασικό το αίνιγμα και το μυστήριο. Την περιπέτεια και …το καλοκαίρι. Τη ζωή των παιδιών όπως εκείνα την βιώνουν, την ζουν , την απολαμβάνουν μέσα από επιλογές των γονιών που γράφουν την « ιστορία» τους, το μέλλον τους χωρίς να τα ρωτήσουν. Σύγχρονα μυθιστορήματα γεμάτα αλήθειες κι ας έχουν μέσα τους τον μύθο και την φαντασία να πλέκει διαλόγους και καταστάσεις.
Γιατί όπως γράφει και η Μαρία  Ρουσάκη στο τέλος του βιβλίου της: « …Τελικά σοφά είναι τα παραμύθια κι ας μην είναι αληθινά. Να, όταν λένε « κι αυτοί ζήσαν καλά κι εμείς καλύτερα» έχουν κάποιο δίκιο. Δεν είναι πάντα ρόδινα για εκείνους, αλλά ίσως μπορούν να γίνουν για εμάς. Γιατί ίσως πρέπει να κοιτάζουμε τα λάθη των παλαιοτέρων για να ζήσουμε εμείς ακόμα καλύτερα…»

Αίνιγμα στο Αιγαίο, Μαρία Ρουσάκη, εκδόσεις Μίνωας

Ένα βιβλίο - ταξίδι σε ένα από τα πιο όμορφα νησιά των Κυκλάδων, την Τήνο. Η ιστορία αφορά μια πολυμελή οικογένεια με κανόνες και συνήθειες λίγο πιο φιλελευθέρους και στόχους την αληθινή αγάπη και εκτίμηση μεταξύ τους. Τα μεγαλύτερα αδέλφια  φεύγουν για διακοπές, για πρώτη φορά χωρίς τους γονείς τους και χωριστά μεταξύ τους για όλη σχεδόν την διάρκεια του καλοκαιριού ,στις  κατασκηνώσεις της Τήνου. Εκεί θα ανακαλύψουν τον εαυτό τους, την σχέση τους, την αδελφική αγάπη, τη φιλία  και θα ζήσουν  ένα σωρό άλλες περιπέτειες  κι αλήθειες που δεν είχαν καν φανταστεί.
Μέσα από αυτήν την μεγάλη περιπέτεια των διακοπών τους θα μάθουν και θα μάθουμε πολλά πράγματα για το νησί της Τήνου, την μεγάλη ιστορία του, την ενασχόληση των κατοίκων του από τα πολύ παλιά χρόνια με τις τέχνες και τη ζωή – έργο διάσημων γλυπτών και ζωγράφων που γεννήθηκαν ή έζησαν μέρος της ζωής τους στο μικρό νησί.
Ένα βιβλίο χωρισμένο σε κεφάλαια που έχουν τίτλους από τα γνωστά παραμύθια της κλασσικής και παγκόσμιας παιδικής λογοτεχνίας. Μια έξυπνη περιπέτεια σε δύο κατασκηνώσεις του νησιού με αυστηρό πρόγραμμα, αφού είναι  εκκλησιαστικές που η Ζωή και ο Άγγελος δεν αντέχουν να ακολουθήσουν. Μια καλοκαιρινή περιπέτεια γεμάτη κανόνες, ανατροπές, εκπλήξεις , μυστήριο και δράση. Μια ιστορία που διαβάζεται απνευστί ως το τέλος, γραμμένη από την πολύ δυνατή πένα της Μαρίας Ρουσάκη που εκπλήσσει ευχαρίστα σε όλη τη διάρκειά της μέχρι και το τέλος και αγγίζει πολύ διακριτικά θέματα που απασχολούν τα παιδιά της ηλικίας που απευθύνεται. Θέματα όπως  σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, αντιπαλότητες και φιλίες.
Ένα ταξίδι λοιπόν στη ζωή, στις σχέσεις, στην φιλία, στο παρελθόν, στο σήμερα. Ένα αίνιγμα που αγγίζει πολλές ζωές, πολλά συναισθήματα, χρόνια θέματα που απασχολούν οικογένειες, μυστικά και …παραμύθια!
Για παιδιά από 9 ετών!

Η φούσκα, Γιώργος Γρηγοράκης, (εικ.Σταμάτης Μήτσιος),εκδ. Πατάκης

Η ιστορία διαδραματίζεται στο χωριό της Διαλεχτής, στην πλατεία καλύτερα αυτής της μικρής πόλης και με πρωταγωνιστές, ένα κειμήλιο, ένα μουσείο, ένα μυστήριο δύο ομάδες παιδιών , τους ποδηλατάδες και τους σκέιτερς, ένα Δήμαρχο, και ένα σωρό άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται σε μια περιπέτεια πολύ πολύ εντυπωσιακή.
Η πλοκή του βιβλίου, οι χαρακτήρες και οι αποκαλύψεις του θίγουν πολλά σύγχρονα θέματα. Θέματα που βιώνουν τα παιδιά μας σήμερα, όπως εκείνο της κόντρας ανάμεσά τους στις παρέες, στις ομάδες τους, στο σχολείο και γενικότερα στην καθημερινότητά τους. Αφορμή στη συγκεκριμένη ιστορία είναι ένα κουτί με ένα κειμήλιο που γύρω του πλάθονται  σενάρια, όνειρα, υποσχέσεις και ψέματα, κινήσεις, έχθρες και πράγματα που αλλάζουν τη ζωή όλων αλλά την ίδια στιγμή καταφέρνει να …την ξαναφτιάξει.
Η περιπέτεια που διαδραματίζεται ακουμπά πολλές παιδικές και εφηβικές ψυχές, όχι μόνο γιατί περιγράφει την ζωή τους στις παρέες αλλά και σύγχρονα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην οικογένεια τους. Προβλήματα όπως της ανεργίας, την συκοφαντίας , του άδικου και παράλογου, της ζήλειας και της χαμένης εμπιστοσύνης. Τα παιδιά καλούνται να δράσουν, όχι γιατί τους ζητήθηκε αλλά γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Εκεί που όπως λέει ο λαός μας , οι μεγάλοι τα θαλασσώνουν, οι νέοι είναι  αυτοί που με την φρεσκάδα, την πιο καθαρή σκέψη, την ενέργεια και τον αυθορμητισμό τους μπορούν τελικά να βρουν λύσεις και να σώσουν καταστάσεις.
Μια μικρογραφία της κοινωνίας μας σε μια φανταστική διαδρομή και περιπέτεια που κορυφώνεται πολλές φορές διαβάζοντας το βιβλίο και μάλιστα  αν παρατηρήσει κάποιος πιο βαθειά, νοιώθει πως στα αλήθεια οι « φούσκες» συντηρούν συχνά μύθους και καταστάσεις στη ζωή , που ανεχόμαστε χωρίς να έχουμε το θάρρος να τις …διώξουμε μακριά. Οι μεγαλύτεροι …γιατί τα παιδιά έχουν πολύ περισσότερη σύνεση εκεί που οι ίντριγκες και κόντρες των γονιών τους οδηγούν τα πράγματα σε αδιέξοδο, για προσωπικό όφελος και ανάδειξη.
Ένα βιβλίο έκπληξη από τον Γιώργο Γρηγοράκη που διαβάζεται απνευστί. Καλογραμμένο, με υπέροχες σκέψεις, χαρακτήρες και πλοκή. Μια καταπληκτική  περιπέτεια που δυσκολεύτηκα να τελειώσω, όχι γιατί δεν μου άρεσε, πού ήταν δεδομένο από τις πρώτες σελίδες του,  αλλά γιατί το βιβλίο «χανόταν» από τον μικρό μου γιο που ήθελε να διαβάσει και αυτός τη συνέχεια. Κι  είδα το ύφος, την  ματιά, σαν τον παρακολουθούσα ενώ διάβαζε, και κατάλαβα πως ήταν  και το επιστέγασμα της δικής μου άποψης.
«Όλοι να το διαβάσουν μαμά, γίνεται; ». « Μακάρι …», ήταν η δική μου απάντηση.

Για παιδιά από 9 ετών!

Για την περίληψη από το οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάστε εδώ: http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=707451
 
*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 27 Ιουνίου 2015 :http://www.cretalive.gr/culture

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

To ημερολόγιο έλεγε 26 Ιουνίου 1926 …ένας μεγάλος σεισμός στο Μεγάλο Κάστρο!



Της Ελένης Μπετεινάκη*

«…Μόλις έφεξε ο ήλιος, αντικρίσαμε σε όλη του την έκταση το κακό που βρήκε τον όμορφο τόπο μας. Οι καλοί δρόμοι της Πλατείας σε πολλά σημεία είχαν ραγίσει και λες πως οι βαθιές σχισμές έφταναν στα έγκατα της γης… Τα γύρω μεγάλα κτίρια είχαν μισοκαταρρεύσει και σε πολλά οι οροφές είχαν μπει μέσα στα δωμάτια και οι τοίχοι έχασκαν γεμάτοι ρωγμές και από τα σπασμένα τζάμια και ξεχαρβαλωμένα παράθυρα έβλεπες το εσωτερικό και το κάθε τι βουτηγμένο στο χώμα και τις πέτρες…»  Μαρίκα Φρέρη
Ο σεισμός της 26ης Ιουνίου του 1926 ήταν 7,6 ρίχτερ και το επίκεντρο του ήταν μεταξύ Ρόδου και Κω περίπου 60 χιλιόμετρα από την πόλη της Ρόδου. Έσεισε βίαια το νοτιοανατολικό Αιγαίο,  την Παλαιστίνη ,την Κύπρο ,την Μικρά Ασία ,την Νότια Αλβανία ,την Αίγυπτο, την Νεκρή θάλασσα  και γενικά  έγινε αισθητός σχεδόν σε όλη την Μεσόγειο. Χιλιάδες  σπίτια καταστράφηκαν στην Κω, την Κάρπαθο, την Τήλο, την Χάλκη, το Καστελόριζο και την Κρήτη.  Οι βόρειες ακτές της Κρήτης  σε ορισμένα σημεία ανυψώθηκαν κατά 20-30 εκατοστά, σπίτια γκρεμιστήκαν, αρκετοί τραυματίες διακομίστηκαν στο Πανάννειο Νοσοκομείο Ηράκλειου και  το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης  έπαθε μεγάλη καταστροφή. Προκλήθηκαν αρκετές ρωγμές , προθήκες έσπασαν, τοιχογραφίες κατέρρευσαν και αρκετά πολύτιμα αντικείμενα καταστράφηκαν. Το κτίριο κρίθηκε ακατάλληλο να στεγάσει πλέον πολύτιμους θησαυρούς της Κρήτης. 

Η « Νέα Εφημερίς » του Ι.Μουρέλλου έχει εκτενή ρεπορτάζ για το τι επακολούθησε στο Παλιό Κάστρο μετά τον σεισμό. Με δήλωση της στο φύλλο της την 28η Ιουνίου του 1926 δημοσιεύει πως στάθηκε αδύνατη η έκδοσή της την συνηθισμένη της ώρα κατά την προηγούμενη ημέρα «…Καταβάλλεται πάσα προσπάθεια όπως από αύριον επαναληφθή η τακτική της εμφάνησιν…». Συνεχίζοντας σε μεγάλο της άρθρο μας δίνει όλες τις λεπτομέρειες της μεγάλης σεισμικής δόνησης σε πολλά καταστήματα και σπίτια της πόλης αλλά και των γύρω περιοχών και χωριών . Εξηγεί πως όλη η πόλη έμεινε άγρυπνη από τον φόβο μετασεισμών  και «…Αυτοκίνητα επηγαινοέρχοντο αδιακόπως καθόλην την νύχτα, μεταφέροντα άλλους μεν εις τα διάφορα μετόχια όπου εθεώρουν εαυτούς εν ασφαλεία, άλλους  δε εις διάφορα χωρία… Η ανατολή του ήλιου ευρήκεν όλους εξαπλωμένους επί της χλόης με ότι πρόχειρον σκέπασμα ηδυνήθσαν να λάβουν από τας οικίας των…». Στη συνέχεια δίνει πλήρη περιγραφή των ζημιών σε σπίτια κυρίως, αλλά και του Αρχαιολογικού μουσείου Ηρακλείου και ο ίδιος ο Στέφανος Ξανθουδίδης  εξηγεί πως στην μεγάλη αίθουσα αυτού,  τα αντικείμενα υπέστησαν ανεπανόρθωτες ζημιές και που μάλλον ανέρχονταν σε εκατοντάδες χιλιάδες δραχμές αν ποτέ θα μπορούσε να υπολογιστεί εκτός από το οίκημα και η αξία των αρχαίων αντικειμένων. Εξηγεί πως η μόνη σωτηρία για το Μουσείο θα ήταν αν κτιζόταν ξανά η ανατολική πτέρυγα με σύγχρονα για την εποχή αντισεισμικά μέτρα και ζητούν μαζί μ ε τον Νομάρχη την βοήθεια από την Αθήνα ειδικού αρχιτέκτονα για να γνωμοδοτήσει για την επισκευή των αιθουσών.  Ακόμα στην εφημερίδα αναφέρεται σε ολοσέλιδο σχεδόν άρθρο , πέρα από τις ζημίες σε κτίρια και οι τραυματισμοί, μικροί ή μεγάλοι, των κατοίκων της πόλης που ευτυχώς τούτη τη φορά δεν θρήνησε πολλά ή σχεδόν καθόλου θύματα, γιατί την ώρα που έγινε η σεισμική δόνηση και λόγω της ζέστης της ημέρας αρκετοί άνθρωποι έλειπαν από τα σπίτια τους.

Η καλύτερη όμως αφήγηση για κείνη την φοβερή μέρα στο Μεγάλο Κάστρο μα ς δίνει με τα γραπτά της η Μαρίκα Φρέρη , αυτόπτης μάρτυρας εκείνης της νυχτιάς. Γράφει λοιπόν  :
«…Ιούνιος  του 1926.Καλοκαιριάτικη, γλυκιά μέρα… Κατά το σούρουπο …πήρα τις δύο μικρότερες αδερφές μου… και ξεκινήσαμε για το περίφημο σουλάτσο που κάναμε κείνα τα χρόνια, περνώντας πρώτα από τις Τρεις Καμάρες, τη μοναδική Πλατεία μας και ανηφορίσαμε τον μόνο δρόμο για περίπατο... Σαν φάγαμε αργά αργά το παγωτό μας και κουραστήκαμε να βλέπουμε τον κόσμο στο πήγαινε  -έλα του , αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο σπίτι μιας και πλησίαζε και η ώρα του βραδινού φαγητού. Θά ΄ταν η ώρα 9 που επιστρέψαμε. Ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμα που ήτανε οι κρεβατοκάμαρες μας και αρχίσαμε να βγάζουμε τα καλά μας φορέματα…
-Κορίτσια, κατεβείτε. Σερβίρισα τη σούπα κι ο πατέρας περιμένει… ακούστηκε η φωνή της μητέρας μας. Μόλις όμως συγκεντρωμένοι είχαμε αρχίσει να κάνουμε το σημείο του σταυρού, προτού καθίσουμε, ακούστηκε μια μακρόσυρτη υποχθόνια βοή σαν μουγκρητό χιλιάδων ζώων!Το σπίτι μας κουνήθηκε συθέμελα και τα πιάτα στο τραπέζι, γέρνοντας δεξά – ζερβά, έχυναν την ντοματόσουπα που έκανε το άσπρο τραπεζομάντηλο να φανεί σαν ματωμένο. Ο πατέρας μας κατάχλωμος μας φώναξε: « Παιδιά μου σεισμός… Ελάτε όλοι γρήγορα κάτω από το καμαρωτό παράθυρο και κάτσετε στο πεζούλι του… «Μην κουνηθεί κανείς, μα κάμετε την προσευχή σας»… Το ηλεκτρικό φως της τραπεζαρίας  κρεμόταν σε ένα κορδόνι, που από το φοβερό κλυδωνισμό πήγαινε από τον δεξί στον αριστερό τοίχο της κάμαρας… Σαν να ΄μαστε στον φοβερό φουρτουνιασμένο ωκεανό, αισθανόμαστε ότι κατεβαίναμε  μαζί με το σπίτι μας σε βάραθρο και πάλι ανεβαίναμε, μα για να κατέβουμε πιο βαθιά… Από το καγκελόφραχτο καμαρωτό παράθυρο που είχαμε κουρνιάσει , βλέπαμε έξω την αυλή μας με τον μεγάλο κήπο της, στο χλωμό φως του φεγγαριού, τα δέντρα να γέρνουν σαν μεθυσμένα και να χτυπιούνται τα κλαδιά τους σαν χέρια που ζητάνε βοήθεια. Και ξαφνικά στο πιο φοβερό κούνημα ο τοίχος που χώριζε τον κήπο μας από το γειτονικό τούρκικο κονάκι, κατέρρευσε και με πάταγο σηκώνοντας σύννεφο χώματα έπεσε πάνω στις καταπράσινες μπανανιές μας και τις έθαψε… Ε! τότε νομίσαμε πως έφτασε το τέλος του κόσμου… Κραυγές σπαραχτικές, ομαδικά έφταναν στ΄ αυτιά μας, τα φώτα σβήσανε και το λιγοστό φως του φεγγαριού χάθηκε από την πυκνή σκόνη που κάλυψε τη μόνη μας έξοδο προς τη ζωή: τον κήπο μας… {…}Μόλις συνήλθαμε λιγάκι από τη φοβερή τρομάρα μας φύγαμε από το σπίτι παίρνοντας και το μωρό και μέσα από χαλάσματα, πέτρες, δοκάρια και τούβλα που είχαν γεμίσει τα στενοσόκακα βγήκαμε στην πλατεία για κάποια ασφάλεια γιατί ξέραμε καλά ότι τις μεγάλες δονήσεις ακολουθούν πάμπολλες μικρές που αποτελειώνουν την καταστροφή. Το θέμα που αντικρίσαμε, ποτέ δεν θα φύγει από τη μνήμη μου. Πλήθος κόσμου έφευγε από ατ σπίτια του, χειρονομούσε και φώναζε. Οι αρχές του τόπου από ένα μισοχαλασμένο εξώστη μιλούσαν με τηλεβόα και προσπαθούσαν να καθησυχάσουν τα πλήθη. Το ηλεκτρικό είχε κοπεί και τα λίγα αυτοκίνητα που υπήρχαν τότε φώτιζαν με τους προβολείς του το σωρό των ανθρώπων, που όσο περνούσε η ώρα τόσο και μεγάλωνε. Άκουγες κλάματα μικρών και μεγάλων, μάνες να φωνάζουν τα παιδιά τους και μικρά να τσιρίζουν αγουροξυπνημένα και έντρομα… Καθένας ιστορούσε στον άλλο την καταστροφή που τον βρήκε με αναφιλητά και οι γριές στυαροκοπιόντουσαν μουρμουρίζοντας : - Αφέντη, Χριστέ, έφτασε το τέλος μας!
…Μόλις έφεξε ο ήλιος, αντικρίσαμε σε όλη του την έκταση το κακό που βρήκε τον όμορφο τόπο μας. Οι καλοί δρόμοι της Πλατείας σε πολλά σημεία είχαν ραγίσει και λες πως οι βαθιές σχισμές έφταναν στα έγκατα της γης… Τα γύρω μεγάλα κτίρια είχαν μισοκαταρρεύσει και σε πολλά οι οροφές είχαν μπει μέσα στα δωμάτια και οι τοίχοι έχασκαν γεμάτοι ρωγμές και από τα σπασμένα τζάμια και ξεχαρβαλωμένα παράθυρα έβλεπες το εσωτερικό και το κάθε τι βουτηγμένο στο χώμα και τις πέτρες… Και πραγματικά, παρόλο ότι ο σεισμός αυτός ήταν από τους φοβερότερους που έπληξαν το Κάστρο, σε ένταση και διάρκεια, τα θύματα ήταν ελάχιστα και οι τραυματίες λίγοι, κι αυτό γιατί η ώρα 9 και μισή το  βράδυ το μέγα πλήθος του πληθυσμού ήταν έξω στους περίπατους ή καθόταν στις αυλές και τους κήπους του…Χρόνια πέρασαν για να ξαναγίνουν τα σπίτια όπως πριν και τόσα ήταν τα μπάζα και τα χώματα, που επετράπη να τα ρίχνουν τα κάρα που τα κουβαλούσαν στα Χεντέκια πιο έξω από ατ Ενετικά τείχη…».

Ήταν 26 Ιουνίου 1926 …άλλη μια δοκιμασία για το Μεγάλο  Κάστρο …άλλη μια θύμηση …!
 
ΠΗΓΕΣ
Νέα Εφημερίς, 28/6/1926 και 1/7/1926
To Κάστρο μας, Μαρίκα Φρέρη, 1979
Χάνδαξ – Ηράκλειο, Ιστορικά σημειώματα Στεφ. Ξανθουδίδου, 1927
Ιστορία του Κρητικού Μουσείου και των Αρχαιολογικών Ερευνών εν Κρήτη, Ιωσήφ Χατζηδάκης, 1931
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
Cretalive.gr
Το Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000
Οδηγός Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου, Στυλιανός  Αλεξίου, 1968
Αρχεία Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης
Αρχείο Μηνά Γεωργιάδη
 
*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουνίου 2015 στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/history

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Η μεγάλη έκρηξη στην πόλη του Χάνδακα το ξημέρωμα της 25ης Ιουνίου 1669!



Της Ελένης Μπετεινάκη*

Τρεις μήνες πριν την οριστική παράδοση του Χάνδακα στους Τούρκους…

Τούτες οι θύμησες για την πολιορκία του Χάνδακα είναι από τις πιο σκληρές…346 χρόνια πριν κι όμως σώζονται ένα σωρό πέτρες, τα τείχη και οι ιστορίες μας. Κατέβηκα με το ποδήλατο μου σήμερα το πρωί, ξημερώματα σχεδόν, στον κόλπο του Δερματά. Απόλυτη ησυχία, μόνο η θάλασσα ακουγόταν λίγο ανήσυχη… Λες; Σκέφτηκα… Είναι στοιχείο το νερό, φεύγει, έρχεται , ξεπλένει, δεν έχει ψυχή, πως  να θυμάται; Όμως εμείς  πρέπει… συχνά, κι όχι μόνο κάθε επέτειο…

Fr.Sabbadini, 1668,Handakas
Ιούνιος 1669…Το τελευταίο και μοιραίο έτος της πολύχρονης πολιορκίας του Χάνδακα. Η πόλη έχει πλέον αρχίσει να κλονίζεται. Όλοι κι όλοι οι κάτοικοι της δεν υπερβαίνουν τους 4000, Έλληνες και Βενετοί μαζί. Παντού υπάρχουν χαλάσματα και ερείπια. Μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι μέσα στην παλιά πόλη διατηρεί κάποια κτίρια σε κάπως καλή κατάσταση. Όλη η προσοχή έχει τεθεί στην ενίσχυση της άμυνας. Οι ενισχύσεις αυτές θα αρχίσουν να έρχονται από την Ευρώπη με μισθοφόρα  στρατεύματα. Την άνοιξη του ίδιου έτους μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη θα ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι για το νησί για βοήθεια στην Γαληνοτάτη. Ο στόλος που ετοιμάστηκε να  καταπλεύσει  αποτελούνταν από σαράντα ένα πολεμικά και δεκαεπτά μεταγωγικά πλοία και το ταξίδι στην Κρήτη προκειμένου να μην φέρει ρήξη στη σχέση του Λουδοβίκου με τους Τούρκους θα γίνει « τοποθετώντας » στα πλοία την παπική και όχι την γαλλική σημαία.
Διοικητής όλης της ναυτικής δύναμης θα είναι ο Francois De Verdome , δούκας De Beaufort, του δε στρατού ο δούκας de Navailles και η άφιξη στον Χάνδακα θα αρχίσει να γίνεται στις 19 Ιουνίου 1669.

Οι περιγραφές του Ελία Τσελεμπί αλλά και αξιωματικών του στρατού για την κατάσταση της πόλης, μόλις την αντίκρισαν, είναι φρικτές. Ένας απ αυτούς εξιστορεί:
«… Η κατάσταση της πόλης ήταν τρομερή. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι σφαίρες, οβίδες και θραύσματα από νάρκες και χειροβομβίδες. Δεν υπήρχε ούτε εκκλησία ούτε ένα κτήριον που να μην ήταν διάτρητο και σχεδόν ερειπωμένο από εχθρικά κανόνια. Τα σπίτια δεν ήταν πλέον τίποτα παραπάνω από άθλια υπόστεγα. Παντού η δυσοσμία ήταν αηδιαστική. Σε κάθε γωνιά έβλεπες πεθαμένους, τραυματισμένους ή ακρωτηριασμένους…»*.

Περίπου τέσσερις μέρες αργότερα ο στόλος μαζί με τον στρατό έχει πια φτάσει στα χωρικά ύδατα του νησιού . Ήδη από τα ξημερώματα της 20ης  Ιουνίου η πρώτη μοίρα καταφθάνει στη Ντία έχοντας μαζί της τον Beaufort και τον Νavailles που καταπλέοντας στο λιμάνι του Χάνδακα με μια δύναμη 200 ανδρών αποβιβάζονται στο δεύτερο λιμάνι, εκείνο του  Δερματά. Εκεί θα συναντηθούν με τον αρχιστράτηγο Morosini. H κατάπλευση  και αποβίβαση γίνεται μόνο κατά την διάρκεια της νύχτας γιατί την ημέρα οι Τούρκοι βομβαρδίζουν αδιάκοπα τα δύο λιμάνια της πόλης. Οι δε αρχηγοί της βασιλικής φρουράς θεωρούν προσβλητικό και ταπεινωτικό να αποβιβαστούν στον Χάνδακα νύχτα, επιχειρούν μια πρωινή πλεύση και το αποτέλεσμα είναι να βυθιστεί το πλοίο που έχουν στείλει και να πνιγούν όλοι οι επιβαίνοντες.

Φτάνουμε πια στις 23 Ιουνίου και οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους νεοφερμένους αρχηγούς και τον Morosini αρχίζουν. Ύστερα από πολλές επιφυλάξεις και συζητήσεις αποφασίζεται να γίνει μια ενίσχυση των Ενετών από τους Γάλλους την 25η Ιουνίου,δηλ. δυο μέρες αργότερα. Εφαρμόζεται σχέδιο για το οποίο οι Γάλλοι θα είναι πολύ περήφανοι, και που έχει σαν στόχο να εκτοπιστούν οι Τούρκοι από τα ανατολικά του φρουρίου και να καταληφθεί η περιοχή της Μεσκηνιάς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Νικόλαος Σταυρινίδης και ιδιαίτερα τα σπήλαιά της. Ένα άλλο τμήμα του στρατού τους θα έκανε έφοδο από την πλευρά της παραλίας μπροστά από τον Προμαχώνα Σαμπιονάρα. Στις επιχειρήσεις  προστίθενται και οι δυνάμεις του ιππικού και ο ίδιος ο Beaufort με μια δύναμη 1500 ναυτών και αυτός από τον ίδιο Προμαχώνα. Όμως από την δύναμη αυτή του Beaufort μόνο 300 άνδρες τον ακολούθησαν και οι Γάλλοι κατάφεραν αιφνιδιάζοντας τους Tούρκους να καταλάβουν μια μεγάλη έκταση, στην περιοχή των σημερινών Πατελών, και να αποκτήσουν σαν λάφυρα 32 τούρκικα κανόνια. Οι ιππείς σκόρπισαν τον τρόμο καταδιώκοντας τους Tούρκους και κακοποιώντας τους ώσπου συνέβη ένα τυχαίο γεγονός , μια πολύ ισχυρή έκρηξη που προκάλεσε πανικό και ολική καταστροφή. 

Ο Νίκος Σταυρινίδης  γράφει στην πολιορκία του Mεγάλου Κάστρου, για κείνο το ξημέρωμα της 25ης Ιουνίου του 1669:
«… Ξαφνικά όμως, ακούστηκε ένας εκκωφαντικός κρότος και σείστηκε όλη εκείνη η περιφέρεια των υψωμάτων της Μεσκηνιάς. Ένας μαύρος καπνός υψώθηκε στα μεσούρανα, με ανθρώπινα κομματισμένα κορμιά, πέτρες και χώματα. Επρόκειτο βέβαια για έκρηξη. Η αφορμή της έμεινε άγνωστη. Κάποιος γερμανός στρατιώτης γράφει στο ημερολόγιό του, ότι ένας γρεναδιέρος της βασιλικής φρουράς, κατέβηκε με το φυτίλι αναμμένο στο χέρι του, στο υπόγειο ενός πυροβολοστασίου, όπου είχαν αποθηκεύσει οι Τούρκοι πολύ μπαρούτι και ότι αυτό έδωσε αφορμή στην έκρηξη .Μια φωνή αντήχησε απ άκρη σ άκρη : « Προσοχή στους υπονόμους !» Ενόμισαν δηλαδή ότι εκείνη η περιφέρεια ήταν υπονομευμένη και προσπάθησαν να σωθούν φεύγοντας άτακτα. Οι Τούρκοι τότε ανάλαβαν επίθεση και τους κυνήγησαν με μεγάλη ορμή και λύσσα. Το αποτέλεσμα της επίθεσης αυτής ήταν να χάσουν οι Γάλλοι  245 αξιωματικούς και 560 περίπου στρατιώτες. Μεταξύ εκείνων που χάθηκαν και εξαφανίστηκαν ήταν και ο αρχηγός τους ο δούκας de Beaufort. Ο Κιοπρουλής από τη χαρά του ύψωσε την άλλη μέρα στη σκηνή του λευκή σημαία…».

Το πτώμα του Beaufort παρά τις προσπάθειες των Γάλλων και των Ενετών δεν εντοπίστηκε ποτέ και έτσι ένας θρύλος δημιουργήθηκε γύρω από το όνομά του και την τύχη του δημιουργώντας ένα αιώνιο μυστήριο! Οι Τούρκοι βρέθηκαν με το αναπάντεχο αυτό γεγονός να θριαμβολογούν με την κατάσταση που δημιουργήθηκε. Η έφοδος αυτή τον Γάλλων απέτυχε και μάλιστα με πολύ σοβαρές απώλειες για αυτούς. Με την εξαφάνιση του Δούκα  δημιουργήθηκαν  επίσης και πολλές άλλες προστριβές ανάμεσα στους Βενετσιάνους και τους Γάλλους και  κατάφεραν να χαθεί σχεδόν οριστικά η εμπιστοσύνη μεταξύ τους.
Λένε για τούτη την περίεργη εξαφάνιση πως μετά την έκρηξη που σκότωσε οκτώ από τους άνδρες του επιτελείου του Beaufort  καθώς και το άλογό του και επιστρέφοντας στο φρούριο μαζί με τον υπασπιστή του χάθηκε. Πιθανότατα με τον πανικό που επικράτησε κανείς δεν τον ξαναείδε ποτέ , ούτε το πτώμα του  βρέθηκε κάπου. Έτσι οι Gάλλοι στρατιώτες άφησαν να διαδοθεί στο στρατόπεδο ότι ο Μποφώρ δεν σκοτώθηκε αλλά πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους. Άρχισαν έρευνες , διαπραγματεύσεις και προσπάθειες να εξαγοράσουν με χρυσό τον αρχηγό τους. Από μαρτυρίες του Τούρκου ιστορικού Ρασίτ μαθαίνουμε για τις ενέργειες αυτές των Γάλλων, αλλά και  πως ήταν αδύνατον να διακριθούν τα χαρακτηριστικά όλων όσων είχαν σκοτωθεί, εκείνη την ώρα,  μιας και τα πτώματα είχαν και διαμελιστεί και αλλοιωθεί λόγω της ζέστης που επικρατούσε την καλοκαιρινή μέρα του Ιούνη. Ο Δούκας Μποφώρ ήταν ένας άνδρας υψηλού αναστήματος με ξανθά μακριά μαλλιά. Ένας άλλος ιστορικός ο Bigge αναφέρει στις γραφές του πως ο Κιοπρουλής επιστρέφοντας στο δικό του στρατόπεδο άδειασε μπροστά στους στρατιώτες του πέντε μεγάλα σακιά με κομμένες και αλατισμένες κεφαλές σκοτωμένων Γάλλων που τις είχαν μαζέψει με σκοπό να τις στείλουν στην Κωνσταντινούπολη αλλά δεν βρήκαν ανάμεσα τους το κεφάλι του Μποφώρ. Έτσι σχηματίστηκε ένας θρύλος για την εξαφάνισή του που ακόμα και μέχρι σήμερα κανένας δεν γνωρίζει τι πραγματικά συνέβη στον άτυχο άνδρα εκείνη την ημέρα του Ιούνη στον Χάνδακα.

Kι ύστερα ήρθα μέχρι την Πύλη Σαμπιονάρα… Τίποτα δεν ακουγόταν… τίποτα δεν  θύμιζε …μακελειό. Οδός Δούκος Μποφώρ , γράφει ψηλά στα δεύτερα τείχη μια ταμπέλα. Αυτό έμεινε τελικά…αυτό και οι θύμησες !

ΠΗΓΕΣ: 

Η τελευταία περίοδος της Πολιορκίας του Μ. Κάστρου, Ν. Σταυρινίδης, Ηράκλειο 1979
Ο Κρητικός Πόλεμος, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2008
Επίτομη Ιστορία της Κρήτης, Ι. Μουρέλλου, εκδ. Νικ. Αλικιώτη.1934
Χάνδαξ – Ηράκλειον, Ιστορικά σημειώματα, Στεφ. Ξανθουδίδου. επιμ. Στυλ. Αλεξίου, 1964
cretalive.gr
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στις 25 Ιουνίου 2015 στο Cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/history