Της Ελένης Μπετεινάκη
«Με μια βαριά βαλίτσα, γεμάτη καλούδια και μια ακόμα πιο βαριά διάθεση φεύγει ο Αύγουστος απόψε…
Με κοιτάει πότε πότε στα μάτια κι είναι σαν να μου λέει πως
καλά τα κατάφερε φέτος…
Δεν είχε, στο τόπο μου τόπο μου τουλάχιστον, δυνατές ζέστες
κι άφησε το βοριάδακι να μας δροσίζει όλες τις νύχτες. Κι εκείνο το ολόγιομο μπλε
του φεγγάρι χιλιοτραγουδίστηκε πάλι …
-Να σου δείξω την πραμάτεια μου, μου είπε σκουντώντας με! Πού
τρέχει κυρά ο λογισμός σου;
-Καλέ μου Αύγουστε μακάρι να καθόσουνα λιγάκι ακόμα. Λέγαν
οι παλιοί στις σοφές παροιμίες τους επειδή σε αγαπούσαν τόσο πολύ πώς θέλανε να
ερχόσουν δυο φορές το χρόνο!
Κοκκίνησε από χαρά και ντροπή κι ύστερα πήρε να μου δείχνει όλα όσα είχε φορτώσει σε εκείνη τη
βαλίτσα…
Φρούτα γεμάτη ήτανε, που τα βρήκε στο σεργιάνι του στα
περβόλια. Ξεχωριστή θέση είχε κρατήσει για τα σύκα και τα σταφύλια. Σε μια γωνίτσα
της είχε φυλάξει κοχύλια, πεταλίδες και πέτρες μικρές στρογγυλές σε χίλια
χρώματα. Ένα ματσάκι βασιλικό από την Εικόνα της Παναγιάς του
Δεκαπενταύγουστου, κι ένα μικρό κομμάτι φανουρόπιτα μήπως και χρειαστεί κάτι
γλυκό στο μεγάλο του ταξίδι απόψε!
Ένα μαντηλάκι μου΄δειξε κεντημένο με ασημοκλωστές από του φεγγαριού το χρώμα. Το
μαγιό του ήταν ακόμη νωπό και το ‘χε τυλίξει σε μια μεγάλη πετσέτα γεμάτη
καραβάκια… Χαχάνισε σαν έπιασε μια γιρλάντα από χρωματιστά λαμπάκια. Την
κράτησε ενθύμιο από εκείνο το μικρό ταβερνάκι στην ακροθαλασσιά και στην άκρη της κρεμόταν μια νότα από εκείνο
το πανηγύρι που ξεσήκωσε όλα τα νέα παιδιά προχθές το βράδυ και χορεύανε μέχρι
το ξημέρωμα…
Kι όπως κρύβονταν ο ήλιος πίσω από την κορυφή του
Στρούμπουλα κατάλαβε πως έπρεπε να μην το καθυστερήσει άλλο. Ώρα του ήταν να
φύγει. Να πάρει μαζί του και τον πατέρα του το Καλοκαίρι μιας κι ο θείος του,
το Φθινόπωρο βιαζότανε να έρθει να από-μαζέψουν τα σταφύλια, να στυφτεί ο μούστος,
να αρχίσει το ζύμωμα του κρασιού…
Έδωσε τότε μια δυνατή σπρωξιά στο εαυτό του κι έτρεξε να
προλάβει ένα γλαρό στην ακροθαλασσιά...
Πρόλαβε όμως να φωνάξει τις τελευταίες του ορμηνιές...
- Να θυμάσαι πως την αποψινή νύχτα την φώναζαν τα παλιά
χρόνια «κλειδοχρονιά» γιατί κλείνει με αυτήν το καλοκαίρι. Σαν απόψε ανάβανε φωτιές να διωχτεί ο κακός
καιρός και χρόνος και να έρθουν με δύναμη και ελπίδα οι καλύτερες μέρες του
φθινοπώρου…
Τα μεσάνυχτα, το νου σας, ανοίγουν οι ουρανοί και
κατεβαίνουν οι άγγελοι κι κάνουν απογραφή στις ψυχές! Για να ξορκίσουν το κακό
οι νοικοκυραίοι, τα παλιότερα χρόνια έσπαζαν ρόδια στην είσοδο του σπιτιού τους
μόλις η μέρα έφεγγε…
Σάστισα λίγο και τον κοίταξα κάπως παράξενα κι ύστερα τού έγνεψα να πάει στο καλό!
«Ίσαμε του χρόνου!» μονολόγησε, και τον έχασα…
Κι έρχεται σε λίγες
ώρες εκείνος ο νιος και πρωτότοκος μήνας του Φθινοπώρου…
Αν ήταν κορίτσι ο Σεπτέμβρης σίγουρα θα τον λέγανε
«Επιστροφή!»
Άλλοι θα τον φώναζαν «Ανάμνηση» κι άλλοι «Αρχή!»
Για μένα είναι ο «Άγιος ο Σχολικός»
Άρχισα ήδη να μυρίζω το χαρτί…
Κι έχω μια χαρμολύπη μέσα μου…
Χίλια καλώς να μας έρθει… 🍇💼✏📝🗒



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου