Το παραμύθι της βροχής

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Άγιοι και δαίμονες : Εις ταν Πόλην, Γιάννης Καλπούζος

Μυθοπλασία και πραγματικότητα συνυφαίνονται στο υφαντό της Πόλης από το 1808 ως το 1831. Καθημερινή ζωή, έρωτες, δυνατές φιλίες, πλούτη, φτώχεια, οραματιστές, συμμορίες των δρόμων, χασικλήδες, δερβίσηδες, γενίτσαροι· αρνησίθρησκοι, κρυπτοχριστιανοί, δεισιδαιμονίες, ερωτικά ξόρκια, χαμένα όνειρα, οι γυναίκες στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού? πυρκαγιές, παζάρια, βεγγέρες, καπηλειά των 1000 τ.μ., η τρομερή φυλακή του Μπάνιον, το μπουντρούμι και η αστυνομία του Πατριαρχείου· κοινά σχολεία, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, ερωμένες Πατριαρχών, λεσβίες, αρώματα, λάσπες, βασανιστήρια, πανούκλα· προεπαναστατική περίοδος, Φαναριώτες, συνωμοσίες, μυστικές εταιρείες, προδότες, μισαλλοδοξία, οι σφαγές στην Πόλη το 1821? Ρωμιοί, Οθωμανοί, Αρμένιοι, Φράγκοι, Εβραίοι. Κι ακόμα Πόντος, Χίος, Δραγατσάνι, Μανιάκι, Αλεξάνδρεια. Πόθος, φόβος, όχλος, άγιοι και δαίμονες. Ένα επικό μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη με την περιπετειώδη ζωή των ηρώων του, την ατμόσφαιρά του, τη χειμαρρώδη γλώσσα του, το συναίσθημα, τον στοχασμό, τις αστείες καταστάσεις και την ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής εκείνης.

Ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας, το 1960. Απο το 1982 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το 1990 και το 1992 εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: "Έρως και Ευρώς" και "Με το ρυθμό της βροχής". Τα περισσότερα ποιήματα της δεύτερης συλλογής τιμήθηκαν από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών με τον έπαινο "Λιλής Ιακωβίδη". Έκτοτε έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα, ένα βιβλίο με διηγήματα και άλλες τρεις ποιητικές συλλογές ("Το νερό των ονείρων", Ελλ. Γράμματα, 2000, "Το παραμιλητό των σκοτεινών θεών", Ίκαρος, 2006, "Έρωτας νυν και αεί", Ίκαρος, 2007). Από το 1995 έχει υπογράψει τους στίχους για περισσότερα από 65 τραγούδια, μεταξύ των οποίων και τα "Γιατί πολύ σ αγάπησα" του Ορφέα Περίδη, "Δέκα μάγισσες" του Γιάννη Σαββιδάκη, κ.ά. ("Απ’ την Πρέβεζα στα Γιάννενα", "Όπου πας να πηγαίνω", "Με το ραβδί του Μωυσή", "Τι μου ’χει λείψει", "Των άστρων οι φωνές", την ελληνική εκδοχή του "Brazil", κ.ά.) Επίσης έγραψε τους στίχους του παιδικού θεατρικού έργου "Τρυφεράκανθος", της Ελένης Πριοβόλου. Το μυθιστόρημά του "Ιμαρέτ" (Μεταίχμιο, 2008), τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών 
του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και των Λεσχών Ανάγνωσης, το 2009

Οι φωτογραφίες είναι από την σελίδα στο facebook :https://www.facebook.com/media/set/?set=a.201547403198054.59796.201512356534892



Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Το Κοιμητήριο της Πράγας, Ουμπέρτο Εκο, εκδ. Ψυχογιός

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανάμεσα στο Τορίνο, το Παλέρμο και το Παρίσι, συναντάμε μεταξύ άλλων μια υστερική σατανίστρια, έναν αβά που πεθαίνει δύο φορές, μερικά πτώματα μέσα σ έναν υπόνομο του Παρισιού, τη σταδιακή μεγέθυνση του πλαστογραφήματος που έγινε γνωστό ως "Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών", το οποίο θα εμπνεύσει στον Χίτλερ τα στρατόπεδα εξόντωσης, Ιησουίτες που δολοπλοκούν εναντίον των Μασόνων, Μασόνους, έναν Γαριβάλδη αρθριτικό και στραβοκάνη, τα σχέδια των Μυστικών Υπηρεσιών του Πιεμόντε, της Γαλλίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας, τις σφαγές στο Παρίσι της Κομούνας, όπου ο κόσμος τρώει τα ποντίκια, αηδιαστικά και ρυπαρά στέκια εγκληματιών που ανάμεσα στους ατμούς απ’ το αψέντι καταστρώνουν εξεγέρσεις στις πλατείες, ψεύτικους συμβολαιογράφους, ψεύτικες διαθήκες, διαβολικές αδελφότητες και μαύρες λειτουργίες. Εξαιρετικό υλικό για ένα μυθιστόρημα των επιφυλλίδων στο στυλ του 19ου αιώνα που, μεταξύ άλλων, εικονογραφείται όπως τα feuilletons εκείνης της εποχής. Να τι θα ικανοποιήσει ακόμα και τον χειρότερο μεταξύ των αναγνωστών. Εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια. Με την εξαίρεση του κεντρικού ήρωα, όλα τα άλλα πρόσωπα αυτού του μυθιστορήματος υπήρξαν στ αλήθεια και έκαναν αυτό που κάνουν. Κι ακόμα και ο κεντρικός ήρωας κάνει πράγματα που έχουν γίνει, μόνο που κάνει πολλά, τα οποία είχαν ίσως διαφορετικούς αυτουργούς. Αλλά πού να ξέρει κανείς, όταν κινείσαι μεταξύ μυστικών υπηρεσιών, διπλών πρακτόρων, απατεώνων αξιωματικών και αμαρτωλών ιερωμένων, τα πάντα μπορούν να συμβούν. Έστω κι αν ο μόνος φανταστικός ήρωας αυτής της ιστορίας είναι ο πιο αληθινός απ όλους και μοιάζει πολύ με άλλους που κυκλοφορούν ακόμα ανάμεσά μας. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά "Το όνομα του ρόδου", το οποίο καθιέρωσε τον Ουμπέρτο Έκο ως έναν από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του εικοστού αιώνα, το πολυαναμενόμενο "Κοιμητήριο της Πράγας" αποδεικνύει ότι το ταλέντο του ιδιοφυούς Ιταλού διοανούμενου παραμένει αστείρευτο.
Ουμπέρτο Έκο, Συγγραφέας
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανάμεσα στο Τορίνο, το Παλέρμο και το Παρίσι, συναντάμε μεταξύ άλλων μια υστερική σατανίστρια, έναν αβά που πεθαίνει δύο φορές, μερικά πτώματα μέσα σ έναν υπόνομο του Παρισιού, τη σταδιακή μεγέθυνση του πλαστογραφήματος που έγινε γνωστό ως "Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών", το οποίο θα εμπνεύσει στον Χίτλερ τα στρατόπεδα εξόντωσης, Ιησουίτες που δολοπλοκούν εναντίον των Μασόνων, Μασόνους, έναν Γαριβάλδη αρθριτικό και στραβοκάνη, τα σχέδια των Μυστικών Υπηρεσιών του Πιεμόντε, της Γαλλίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας, τις σφαγές στο Παρίσι της Κομούνας, όπου ο κόσμος τρώει τα ποντίκια, αηδιαστικά και ρυπαρά στέκια εγκληματιών που ανάμεσα στους ατμούς απ’ το αψέντι καταστρώνουν εξεγέρσεις στις πλατείες, ψεύτικους συμβολαιογράφους, ψεύτικες διαθήκες, διαβολικές αδελφότητες και μαύρες λειτουργίες. Εξαιρετικό υλικό για ένα μυθιστόρημα των επιφυλλίδων στο στυλ του 19ου αιώνα που, μεταξύ άλλων, εικονογραφείται όπως τα feuilletons εκείνης της εποχής. Να τι θα ικανοποιήσει ακόμα και τον χειρότερο μεταξύ των αναγνωστών. Εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια. Με την εξαίρεση του κεντρικού ήρωα, όλα τα άλλα πρόσωπα αυτού του μυθιστορήματος υπήρξαν στ αλήθεια και έκαναν αυτό που κάνουν. Κι ακόμα και ο κεντρικός ήρωας κάνει πράγματα που έχουν γίνει, μόνο που κάνει πολλά, τα οποία είχαν ίσως διαφορετικούς αυτουργούς. Αλλά πού να ξέρει κανείς, όταν κινείσαι μεταξύ μυστικών υπηρεσιών, διπλών πρακτόρων, απατεώνων αξιωματικών και αμαρτωλών ιερωμένων, τα πάντα μπορούν να συμβούν. Έστω κι αν ο μόνος φανταστικός ήρωας αυτής της ιστορίας είναι ο πιο αληθινός απ όλους και μοιάζει πολύ με άλλους που κυκλοφορούν ακόμα ανάμεσά μας. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά "Το όνομα του ρόδου", το οποίο καθιέρωσε τον Ουμπέρτο Έκο ως έναν από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του εικοστού αιώνα, το πολυαναμενόμενο "Κοιμητήριο της Πράγας" αποδεικνύει ότι το ταλέντο του ιδιοφυούς Ιταλού διοανούμενου παραμένει αστείρευτο.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Τσικουδιά Κρήτης Πνεύμα, Ανδρέας Σμαραγδής, Εκδ. ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ

Ελληνική Διάκριση  ......

Το λεύκωμα του Ανδρέα Σμαραγδή Τσικουδιά Κρήτης Πνεύμα, εκδ. Δοκιμάκης, 2010 κέρδισε το 3ο Παγκόσμιο Βραβείο στην κατηγορία Best Spirits Books

 Η Εκθεση «Gourmand World Cookbook Award 2011», Παρίσι 3 - 6 Μαρτίου 2011. Πρόκειτ...αι για την μεγαλύτερη έκθεση αφιερωμένη σε βιβλία μαγειρικής και κρασιών που ξεκίνησε το 1995 από τον Εντουάρ Κουαντρό. 
Έχοντας ως στόχο να απεικονίσουν όλη την ποικιλία των εκδόσεων που αφορούν τη μαγειρική και το κρασί, δίνονται βραβεία σε 41 κατηγορίες για τη μαγειρική και 18 για το κρασί. Στη φετινή έκθεση συμμετείχαν 154 χώρες με πάνω από 6.000 τίτλους βιβλίων.





Τσικουδιά Κρήτης Πνεύμα, Ανδρέας Σμαραγδής , Εκδ. Δοκιμάκης
Πρόκειται για ένα βιβλίο αφιερωμένο στην αρχοντιά της κρητικής παράδοσης, την τσικουδιά. Ο φακός του φωτογράφου Ανδρέα Σμαραγδή, εξερευνά την παράδοση και τεχνοτροπία της Τσικουδιάς. Ως κέρασμα δεν είναι απλά η προσφορά ενός παραδοσιακού ποτού, αλλά η επισφράγιση μιας παλιά ή νέας φιλίας και το θερμό καλοσώρισμα. Είναι δε ενδιαφέρουσα η χρήση της ως πολύ προσωπικού δώρου σε συγγενείς και γνωστούς, που από τη μια πλευρά δείχνει την εκτίμηση του παραγωγού προς τον δωρολήπτη και από την άλλη την περηφάνια του παραγωγού για το κατόρθωμά του, το οποίο μάλιστα για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα ήταν νομοθετημένα αποκλειστικό του δικαίωμα.

              Μια μεγάλη διάκριση για τη χώρα μας μια μεγάλη χαρά για μας!!!!

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Κατίνα Παϊζη,Πόσο πολύ σ΄αγάπησα, (έρευνα-Κείμενα-Επιμέλεια) Νίκη Τρουλλινού

                                                  
                                           Αιθαίρια τη φωνή σου ακούω.....
Περπατώ στην πόλη. Κάντια, Χάνδακας ,Μεγάλο Κάστρο. Κάποτε. Ηράκλειο τώρα πια. Στις καφετέριες των κεντρικών δρόμων η νεολαία ερωτεύεται. Τα ηχεία με την ένταση στα ύψη. Η βραχνή φωνή του Χρήστου Θηβαίου δεν με ξαφνιάζει.Πάνε χρόνια που στα στέκια των νέων ακούγεται το τραγούδι:

                             Πόσο πολύ σ΄αγάπησα ποτέ δεν θα το μάθεις,
                             καλέ, που δεν εχάρηκες στα χείλη μου φιλιά.
                             Απ΄τη ζωή μου επέρασες κι αλάργεψες κι εχάθης
                             καθώς τα διαβατάρικα κι αγύριστα πουλιά.

                             Κι αν δεν προσμένεις να με δεις κι εγώ πως θα ξανάρθεις
                             ω εσύ, του πρώτου ονείρου μου γλυκύτατη πνοή,
                             αιώνια θα το τραγουδώ κι εσύ δε θα το μάθεις
                             πως οι στιγμές που μούδωκες αξίζουν μια ζωή

(από τον πρόλογο του βιβλίου : Κατίνα Παϊζη - Πόσο πολύ σ΄ αγάπησα ....κείμενα Νίκη Τρουλλινού, Σειρά: Οι λησμονημένοι του τόπου, αριθ. 4, εκδ. Δοκιμάκης)

Η ποιήτρια Κατίνα Παϊζη γεννήθηκε στην Ανώπολη Σφακίων το 1911, έζησε στο Ηράκλειο και πέθανε στην Αθήνα το 1996. Ξεχωριστή ποιητική φωνή της γενιάς του μεσοπολέμου, αδελφή της σπουδαίας ηθοποιού Αλέκας Παϊζη,  τα τελευταία χρόνια έγινε γνωστή από το ομώνυμο τραγούδι με τη φωνή του Χ. Θηβαίου. Το βιβλίο περιλαμβάνει ανθολόγιο των ποιημάτων της και των πεζών της,  τόσο από τις εκδόσεις των βιβλίων της, όσο και αθησαύριστα,  κείμενα για την ζωή της από τη συγγραφέα Νίκη Τρουλλινού, καθώς και ένα μέρος της αλληλογραφίας της με τον Νίκο Πλουμπίδη, τον Γ. Ρίτσο, τον Γ. Σκαρίμπα, τον Ν. Καζαντζάκη και τον Τ. Καλμούχο, τον Β. Δασκαλάκη, τον Κ. Θ. Δημαρά και  άλλους, με σχόλια από την επιμελήτρια του τόμου 





Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Οι λησμονημένοι του τόπου αρ.3 , Αρης Δικταίος, Ανθολόγιο στην ποίησή του

Ο Αρης  Δικταίος , ποιητής , δοκιμιογράφος και μεταφραστής ( το πραγματικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Κωνσταντουράκης ) γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1919.
Μεγάλωσε στο Ηράκλειο του μεσοπολέμουπου είχε έντονη λογοτεχνική κίνηση και πνευματική ζωή ..
Αρχισε από πολύ νωρίς, μαθητής του Γυμνασίου ακόμη,να δημοσιεύει ποιήματα. Δεκαπεντάχρονος στα 1934 εκδίδει στο Ηράκλειο την πρώτη ποιητική του συλλογή " Στα κύματα της ζωής ", που αργότερα αποκηρύσσει σιωπηρά.
Στο Ηράκλειο εκδίδει επίσης τις ποιητικές του συλλογές.
" Δώδεκα Εφιαλτικές Βινιέττες", 1935
" Αγνεία " 1937
" Ο Αντιφατικός άνθρωπος" 1938

(συνεχίζεται....)

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Οι λησμονημένοι του τόπου αρ.2 , Μηνάς Δημάκης, Ανθολόγιο στην ποίησή του

επιμέλεια
Αντώνης Σανουδάκης-Σανούδος
εκδόσεις ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ
Ο Μηνάς Δημάκης γεννιέται στο Ηράκλειο Κρήτης στα 1913 και μεγαλώνει σε μια δύσκολοη εποχή του ελληνισμού και της Ευρώπης.Εποχή του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού ( 1912-1920), της Μικρασιατικής συμφοράς ( 1922),  της Οκτωμβριανής Επανάστασης, του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου και της εμφάνισης του φασισμού, που οδήγησε στον Β΄Παγκόμιο Πόλεμο....

Εργα του:
α) ποίηση 
τα " Φύλλα Τέχνης " (1935-1937)
" Η χαμένη γη " (1937)
" Κάψαμε τα καράβια μας " (1946)
" Στο τελευταίο σύνορο " (1950)
" Σκοτεινό πέρασμα" (1953)
" Το ταξίδι " (1960)
" Η περιπέτεια " (1965)

β) Δοκίμια
" Οι τελευταίοι της παράδοσης" με υπότιτλο " Η ποίηση του μεσοπολέμου ", ασχολούμενος με τους Λαπαθιώτη , Ουράνη, Αγρα, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο ,Λεφτέρη Αλεξίου, Μιχ. Στασινόπουλο κ.α.
" Λογοτεχνικά δοκίμια και μελέτες ",εκδ. ΒΑΚΩΝ, 1969
" Η ποίηση του Σεφέρη", έκδοση " Το Ελληνικόν Βιβλίο " 1974
" Καζαντάκης , Επιστολές και σχόλια "έκδοση " Το Ελληνικόν Βιβλίο " 1975

Πολλές μεταφράσεις

.....Ο Μηνάς Δημάκης , μαζί με τον Καζαντζάκη, τον Πρεβελάκη, την  Ελλη Αλεξίου και τον Αρη Δικταίο, θεωρούνται ως οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι της Κρητικής Λογοτεχνίας του 20ου αιώνα , ενώ μαζί με τον Καβάφη, Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη, Εμπειρίκο, Βρεττακο, Τίτο Πατρίκιο, Μανώλη Αναγνωστάκη, συναποτελούν τους σπουδαιότερους νεοέλληνες ποιητές.
( Από το προλογικό σημέιωμα του Αντώνη Σανουδάκη)

Χειμώνας
Ακου, πικρά η βροχή στα τζάμια κλαίει,
κλαίει και θλιμμένες ιστορίες λέει.
Βογγάει ο αγέρας ,νύχτα, είμαστε μόνοι:
στις καρδιές μας κοιμούνται πόσοι πόνοι...
Κι όνειρα πόσα - αηδόνια τρομεγμένα,
στα σκοτάδια θρηνούν τα περασμένα.
Εχθές δεν ήμουνα μικρό παιδάκι,
οι κούκλες τι έγιναν,το άσπρο αλογάκι!
Χθες δε με φίλησες κρυφά στο στόμα,
κι έχω μια φλόγα στην καρδιά μου ακόμα!
Κανείς δεν το ήξερε δυο ρόδα μόνα
που ΄ναι κι αυτά νεκρά μες το χειμώνα!
( από τη συλλογή " Φύλλα Τέχνης" - Τα πρώτα ποιήματα  1935-1937)

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ
Ο μπαρμπέρης ποιητής
Μια παρουσίαση από τον Μανόλη Καρέλλη

Από τη σειρά : « Οι λησμονημένοι του τόπου » αρ. 1
                                                               Εκδόσεις Δοκιμάκης
Αποσπάσματα από το βιβλίο του ….

Ο ποιητής….

….Χρόνια στο μπαρμπέρικο
μ΄  αχαμνό το χέρι
να κρεμνά βερέμικο,
τάχα ποιος να ξέρει,
σήμερο αν τη βγάλουμε
πάλι παστρική
και δεν απομείνουμε,
μάνα, νηστικοί....


                                                              Ο χρονογράφος ....

Ήτανε απομεσήμερο του Ιούλη του 1908.Θυμάμαι πως ένας αφρικανός καφτερός λάβας ξεροτσουρούφλιζε την πολιτεία του Μεγάλου Κάστρου , κλεισμένη στ΄αψηλά  Βενετσάνικα μπεντένια της.
Δούλευα τότε, παιδί αμούστακο ακόμα, κάλφας στο μπαρμπέρικο του Γούλη του Αντωνακάκη, στο μεγάλο δρόμο που πάει στις Τρεις Καμάρες, καθώς ανηφορίζουμε από το « Μεϊντάνι». Καθισμένος πίσω από τα κατεβασμένα τζαμωτά του μπαρμπεριού χάζευα μαζί με το μικρό παραγιό του μαγαζιού και μια και δεν είχαμε δουλειά εκείνη την ώρα, έβλεπα τους περαστικούς που τρέχανε να προφυλαχτούν από τα σύννεφα της σκόνης που ξεσήκωνε ο δαιμονισμένος λίβας.
Ακόμα θυμάμαι, ως καθώς την ώρα κείνη, έναν άγνωστο από τους περαστικούς , καλοντυμένο νεαρό , που ήλθε και άνοιξε με βιασύνη την πόρτα του μπαρμπεριού. Μου ζήτησε, με τρόπο ευγενικό , να τον ξουρίσω. Εγώ είχα κιόλας βρεθεί στο πόδι και καλοδέχτηκα τον ξαφνικό πελάτη. Σύγκαιρα τραβώντας την πολυθρόνα μπροστά στον μεγάλο καθρέπτη τον κάλεσα να καθίσει. Καθώς σαπούνιζα τα γένια, εκείνος είχε κιόλας ξεχαστεί μέσα στα γραφούμενα μιας εφημερίδας που είχε απλώσει μπροστά του. Απορροφημένος από το διάβασμα , ήταν τώρα στη διάθεση της μπαρμπερικής μου τέχνης.
Μα κι ο μικρός παραγιός, που χαζεύαμε λίγο πριν μαζί τους περαστικούς, είχε πιάσει δουλειά. Όπως έκανε πάντα για τους πελάτες στις καφτερές μέρες του καλοκαιριού, κρατούσε τώρα στο χέρι του το μεγάλο φτερωτό ριπίδι και καθώς είχε πάρει θέση δίπλα στην πολυθρόνα,  το ανεβοκατέβαζε με τέμπο , κάνοντας αέρα στο νεαρό πελάτη. Έτσι κάναμε τότε στα μπαρμπεριά , μια και δεν υπήρχαν ακόμη οι σημερινοί ανεμιστήρες , που μας δροσολογούν καθώς τους στριφογυρίζει ο ηλεχτρισμός.
Υπάκουος ο μικρός στο χρέος ετούτο, ούτε στιγμή δεν άφηνε  τα χέρια του να ξεκουραστούν από το ανεβοκατέβασμα. Και εδώ που τα λέμε, σαν η καλοκαιρινή ζέστη πλήθαινε, ο κάθε πελάτης που ζητούσε « ξαέρισμα », μπορεί να ΄χε δίκιο. Μα ήταν και μερικοί μίζεροι μουστερήδες, που το΄χανε καμάρι τους να δέχουνται τούτην την τσιριμόνια από τον μαύρο παραγιό κι όταν ακόμα οι άλλοι νοιώθαμε κρύο. Τι να κάνουμε όμως; Οι πελάτες ήταν ακριβοί! Έπρεπε να τσακιζόμαστε για χάρη τους, έτσι που να φύγουν ευχαριστημένοι και να μας ξανάρθουν με το καλό.
Καθώς είχα τελειώσει τη σαπουνάδα και μαλακώσει τα γένια του άγνωστου πελάτη, ήμουν έτοιμος να αρχίσω το ξούρισμα. Μα ως έπιανα το ξουράφι, εκείνος, κάνοντας να γυρίσει εφημερίδα από την άλλη της σελίδα, πήρε το μάτι του το μικρό παιδί που ανεβοκατέβαζε το ριπίδι. Θυμάμαι, τότε, πως σταμάτησε το διάβασμα. Γύρισε και με κοίταξε παραξενεμένος και με ένα ύφος που φανέρωνε κάποια δυσαρέσκεια.
-          Τι είναι αυτό; Είπε δείχνοντας το μικρό παραγιό.
Εγώ του εξήγησα πως έτσι ήτανε ο κανονισμός του μαγαζιού, η προσταγή του αφεντικού και η απαίτησις  της πελατείας. « Εμείς στο χρέος αυτό, έπρεπε να είμαστε υπάκουοι  ».
- Εγώ όμως, έκανε τώρα εκείνος γελώντας ένα πλατύ σαρκαστικό γέλιο, σας απαλλάσσω από το χρέος αυτό. Εμένα, είπε δε μ΄ αρέσει.. είναι πολύ σουλτανικό.
Έβαλε το παιδί ν αφήσει με κάποιο δισταγμό το ριπίδι στον  μπάγκο, αφού πρώτα του υποσχέθηκε πως θα ΄κανε καλά αυτός με το αφεντικό  αν τύχαινε να ΄ρχότανε στο μεταξύ. Καθώς τον ξούριζα, συλλογιζόμουν « ποιος τάχα να ΄τανε αυτός ο γλυκομίλητος και βολικός πελάτης ».
Τα λόγια του είχανε γεμίσει την ψυχή μου συμπάθεια για λογαριασμό του. Τέλος του ξούρισα κι έφυγε.
- Να κι ένας καλός άνθρωπος, είπα καθώς έκλεισε την πόρτα και τράβηξε κατά την κατηφοριά.
Σε δύο –τρεις μέρες ξανάρθε. Τον ξούρισα πάλι κι έφυγε χωρίς κουβέντες. Τη φορά αυτή ήταν και κάποιος άλλος πελάτης στο μαγαζί. Σαν μείναμε μόνοι, του ανιστόρησα τι είχε συμβεί στο πρώτο ξούρισμα και τότε μόνο έμαθα απ΄αυτόν πως ήταν βέρος Κρητικός, εκείνος που μου είχε κάνει τόση εντύπωση και που τον έπαιρνα για ξένο. Έμαθα πως ξέτρεξε τα γράμματα και τη σπουδή στην Αθήνα και πως ήταν γιος ενός από τους καλοστεκούμενους μαγαζάτορες της Πλατιάς Στράτας. Ακόμα μου είπε για τον πατέρα του που ήταν εκείνος που όλοι οι Χριστιανοί και Τούρκοι τον ξέρανε τον σεβότανε για τη δύναμη που είχε στην καρδιά και στα χέρια.
Από τότε που για στερνή φορά τον ξούρισα , δεν τον ξανάδα. Οι καιροί και οι χρόνοι περνούσανε. Αρά και που άκουγα μόνο για τις προκοπές του στη σπουδή  και τη γνώση. Και τότε ΄ρχότανε στη θύμησή μου το φέρσιμό του στο μπαρμπεριό του Γούλη το καφτερό εκείνο απομεσήμερο του Ιούλη του 1908. « Χαλάλι σου », έλεγα μέσα μου, « ήξερες να ζήσεις τη ζωή και να κερδίσεις την αθανασία »…
Κι όταν κάποια μέρα το κακό μαντάτο του θανάτου του σκόρπισε γοργόφτερο στην οικουμένη κι έφτασε κι εδώ στη μάνα του τη γη, την Κρητική, που τον γέννησε, τα άκουσα κι εγώ, κλεισμένος πάντα στη ρηχή ζωή του μπαρμπεριού . Μα καθώς  το άκουσα, θυμήθηκα πάλι εκείνο το ευγενικό, αμούστακο σχεδόν παλληκάρι που ξούρισα ένα μεσημέρι, καφτερό, τώρα και πολλά χρόνια πίσω, που έδειχνε από τότε πως δεν θα ξετέλευε άλλος από το μεγάλο Καζαντζάκη. Εκείνον, που ήταν πλασμένος πιο πολύ άνθρωπος παρά σουλτάνος.

                                       Η Πλατιά Στράτα στις αρχές του 20ου αιώνα