Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Παναγιά μου…Αρχόντισσα του τόπου Μου και όλης της Ελλάδας!



Της Ελένης Μπετεινάκη*

Μεγαλόχαρη, Φανερωμένη, Γλυκοφιλούσα, Βρεφοκρατούσα, Μαντηλούσα, Δεξιοχερούσα, χίλια ονόματα Σου έχουν χαρίσει και ανάλογα με τον τόπο και την εικόνα Σου ένα νέο  γεννιέται  :Αμπελιώτισσα -  Περδικολόγισσα  - Φοδελιώτισσα – Μυριοκεφαλίτισσα - Χρυσοσκαλίτισσα  στην Κρήτη, Γιάτρισα στην Μάνη,Μυρτιδιώτισσα στα Κύθηρα, Καλαμού στην Ξάνθη, Δεκαπεντούσσα στη Σίφνο, Βροντού στη Σαλαμίνα, Ηλιόκαλλη σ΄ όλη την Ελλάδα που λούζεται από το φως του Ήλιου όλο το χρόνο και που το κάλλος της , την ομορφιά της μόνο ο ήλιος θα μπορούσε να ζηλέψει!
Κάθε εκκλησία και μια ιστορία, κάθε εικόνα και μια παράδοση!

Στην  εκκλησία Παναγία η Φανερωμένη ή Βατιανή των Αρχανών!

Λένε πως τούτη η Παναγιά έχει κάνει  τόσα θαύματα κι έχει αγγίξει τόσο πολύ τους κατοίκους της κωμόπολης των Αρχανών που ΄ναι η θέση της δίπλα στην Μάνα του καθενός κι Αφέντρα, Συμβουλάτορας, Προστάτιδα  ολονών ! Μια στιγμή δεν άφησε  μοναχούς τους κατοίκους, όταν ήρθαν  οι Τούρκοι στο χωριό. Πόσες φορές δεν τους έδιωξε, βάζονατς ένα μαύρο τείχος απόρθητο μπροστά του.  Πόσες φορές τους παραπλάνησε έχοντας συχνά τη μορφή μιας μαυροφορεμένης γυναίκας που ‘ ταν Μπροστάρισσα στα δύσκολα!

Κι όταν πάλι βομβαρδίζανε οι γερμανοί τις Αρχάνες, στη Μάχη της Κρήτης , ποτέ κανείς δεν βομβάρδισε το σημείο που ήταν κτισμένη η εκκλησιά, γιατί  ένας από τους πιλότους, εκμυστηρεύτηκε σε έναν Αρχανιώτη, πως  το μόνο που έβλεπαν από τ΄ αεροπλάνο ήτανν μια λίμνη και τίποτα άλλο…

Κι είναι γεμάτη και φέτος η αυλή με γλάστρες βασιλικού, έθιμο που χάνεται στα βάθη των χρόνων, στην Εκκλησία την Παναγία, την Φανερωνένη ή Βατιανή των Αρχανών. Κι είναι η μυρωδιά βάλσαμο στην ψυχή, τα πρωινά σαν ξημερώσει και βγει η πρώτη αχτίδα του ήλιου και σαν ένα χέρι φιλικό χαϊδέψει τα κλωνάρια τους. Λένε πως από παλιά οι  νοικοκυρές του χωριού τους φέρνουν  προσφορά στη Χάρη Της, όλη τη διάρκεια του Δεκαπενταύγουστου, για  να την συντροφεύουν  στο μεγάλο Της ταξίδι. Όσο πιο  περιποιημένη είναι, όσο πιο πολύ φουντώνει ο βασιλικός,  τόσο φαίνεται η  νοικοκυροσύνη της γυναίκας που την έταξε…

Κι είναι κι εκείνη  η μεγάλη καρυδιά που χρόνια τώρα στέκει αγέρωχη , πότε με τα γυμνά της κλαδιά το χειμώνα, πότε με το πλούσιο φύλλωμα της το καλοκαίρι  και δέχεται εκατοντάδες  προσκυνητές από όλα τα μέρη του πλανήτη, ξενιτεμένους Αρχανιώτες που η παράδοση θέλει να γεμίζουν τούτη την μέρα το χωριό , σαν μια επιστροφή στις ρίζες με αφορμή την Χάρη Σου… Παναγία μου!

Μια φράση που όλοι οι άνθρωποι , όλος ο κόσμος που πιστεύει σ΄ Αυτήν , επικαλείται σχεδόν καθημερινά , στα δύσκολα, στον κίνδυνο , στην προσευχή και παρακάλεση του. Σήμερα λοιπόν γιορτάζει  η Ελλάδα, η Χριστανοσύνη , κάθε χωριό, κάθε πόλη, κάθε νησί με όποιο όνομα και να εκφωνεί την δική του Παναγία έχει τουλάχιστον  μια εκκλησία αφιερωμένη στην Μάννα  όλου του Κόσμου. Σήμερα γιορτάζουμε την Κοίμηση της κι όμως η μέρα δεν είναι πένθιμη. Η ίδια η παράδοση θέλει  την Παναγία να καλεί και να λέει σε όλους του φίλους της, στους Απόστολους και στους συγγενείς  που ήρθαν να την δουν, να μην θρηνήσουν σαν θα φύγει και αφού τους  καθησυχάζει  ξαπλώνει στο κρεβάτι της σαν να θέλει να κοιμηθεί , κι έτσι φεύγει από την ζωή.

Η Παναγία η Φανερωμένη των Αρχανών είναι μια εκκλησία πολύ παλιά. Πρωτοκτίστηκε τον 14ο αιώνα μόνο με ένα κλίτος και ήταν αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Κι είναι η παράδοση από στόμα σε στόμα τέτοια, που λένε πως την εικόνα της Παναγιάς της Θεομήτορος, την είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο απόστολος Λουκάς έχοντας σαν μοντέλο του την ίδια την ΠΑΝΑΓΙΑ. Η παράδοση ακόμα λέει πως ο Απόστολος και οι μαθητές του όσο διάστημα ζωγράφιζαν τούτη την  μοναδική εικόνα είχαν για ημερήσια τροφή μόνο εννιά αμύγδαλα ο καθένας  τους και καμιά μέρα δεν αισθάνθηκαν πείνα.
Λένε πάλι  πως υπήρχε το ίδιο κτίσμα της εκκλησιάς  το  παλιό υπήρχε ακόμα  και την περίοδο της Ενετοκρατίας  και  καταστράφηκε   μαζί με όλες τις κατοικίες γύρω απ ΄ αυτήν στα 1668-9. Οι  κάτοικοι εγκατέλειψαν όλη  την περιοχή για να σωθούν. Επανήρθαν σταδιακά όταν οι Τούρκοι κατέκτησαν το νησί  γύρω στα 1680 και άρχισαν  να ξαναφτιάχνουν σπίτια και όσες εκκλησίες τους επέτρεπαν . Η περιοχή που βρισκόταν το μικρό εκκλησάκι ήταν  ερημωμένη  και με τέτοια βλάστηση από βάτους που παρέμενε για πολύν καιρό, απλησίαστη. Οι  κάτοικοι συνέχιζαν  να φτιάχνουν τα σπίτια τους , να καλλιεργούν  τη γη και να βόσκουν τα πρόβατά τους .Η εκκλησία πρέπει να ξεκίνησε να κτίζεται ξανά κάπου κοντά στα 1690 και μέχρι το 1707, το πρώτο της κλίτος που είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου το δεξί κλίτος της σημερινής Παναγίας των Αρχανών.

 «…Ήταν μια νύχτα από κείνες του καλοκαιριού που ύπνος δεν κόλαγε κι ένας βοσκός Αρχανιώτης στην καταγωγή που βρίσκονταν πάνω στο Γιούχτα και φύλαγε τα πρόβατά του είδε ένα  φως απέναντι  του προς το χωριό. Δεν έδωσε πολύ σημασία  την πρώτη φορά , όμως το φως παρουσιαζόταν κάθε βράδυ όλο και πιο δυνατό και πάντα στο ίδιο μέρος. Η περιέργεια του μεγάλωσε πολύ και σκέφτηκε να το κάνει γνωστό και σ άλλους μην το περάσουν για τρελό κι όλοι ξέρανε πως οι Νεράιδες του Αυγούστου και τα Δαιμονικά, οι Δρίμες ή Αλουστίνες,  πηγαινόρχονταν κοντά στα παλικάρια με σκοπό να τα παραπλανήσουν  και να τους πάρουν τη λαλιά . Οι σύντροφοί του το είδαν κι αυτοί και η  είδηση για το παράξενο φως διαδόθηκε παντού, σ ΄ όλους τους Χριστιανούς της περιοχής. Η πρόσβαση στο συγκεκριμένο σημείο αδύνατη λόγω των αγριόκλαδων και των βάτων που υπήρχαν αλλά και ενός ακόμη πιο σοβαρού προβλήματος . Η περιοχή ανήκε στον Τούρκο Μπέη που ήταν σκληρός, βίαιος και αμίλητος. Κανένας δεν είχε το θάρρος να πάει και να του μιλήσει για οτιδήποτε, πόσο μάλλον για ένα τέτοιο θέμα που συγκρούονταν και με την δική του την Πίστη. 

Παναγιά Γλυκοφιλούσα 17ος Αιώνας
Και τότε η Παναγιά έκανε το θαύμα της!

Ο Μπέης είχε για γυναίκα μια όμορφη ανατολίτισσα που ύστερα από πολλά χρόνια κατάφερε να μείνει έγκυος. Σαν έφτασε   η ώρα του τοκετού τα πράγματα άρχισαν να γίνονται πολύ δύσκολα .Η γέννα δεν πήγαινε καλά και η ανησυχία σ όλο το κονάκι ήταν διάχυτη. Ο  Μπέης έφερε μια μουσουλμάνα μαμή από το Μεγάλο Κάστρο όμως δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα. Κείνη τον ενημέρωσε  πως και η γυναίκα του και το παιδί που είχε μέσα της ήταν αδύνατον να σωθούν. Ο Μπέης έπεσε σε μεγάλη στενοχώρια και ανησυχία και τότε ένας Αρχανιώτης υπηρέτης του, του είπε αν ήθελε να ειδοποιούσε την δικιά τους μαμή μήπως και ήξερε τίποτα παραπάνω. Ο Μπέης αν και συλλογίστηκε πολύ μην έχοντας καμία ελπίδα επέτρεψε να φωνάξουν την Χριστιανή γυναίκα …



Η Μαμή ήταν μια νέα κοπέλα , ανύπαντρη, έξυπνη πολύ , ευσεβής και πολύ έμπειρη στη δουλειά της. Ήρθε έκαμε την προσευχή της στην Παναγιά και ξεγέννησε την έγκυο φυσιολογικά καταφέρνοντας να τη σώσει κι αυτή και το υγιέστατο αγοράκι της. 

 Ο Μπέης ήταν ενθουσιασμένος και είπε στην μαμή πως θα της έδινε ρεγάλο ότι του ζητούσε… Εκείνη σκέφτηκε λίγο και του ζήτησε το μικρό χωράφι με τους βάτους εκεί στην άκρη του χωριού που ήθελαν όλοι οι Χριστιανοί γιατί η πίστη τους , του εξήγησε, είχε δώσει σημάδια πως κείνος ο τόπος ήταν αγιασμένος . Ο Μπέης δεν χρειάστηκε να σκεφτεί καθόλου και της το χάρισε μεμιάς να το κάνε ότι εκείνη ήθελε. Η χαρά της κοπέλας ήταν μεγάλη όπως και όλων των Αρχανιωτών .Πήγαν σχεδόν αμέσως εκεί έσκαψαν και βρήκαν την εικόνα της Παναγιάς ζωγραφισμένη σε πέτρα  η οποία λίγο αργότερα, κτίστηκε σε ειδική κόγχη στο νότιο τμήμα της εκκλησίας στο ίδιο μέρος όπου βρέθηκε.

Ένα καντήλι ακοίμητο τοποθετήθηκε σιμά της που ανάβει ακόμα και σήμερα!

Η εκκλησία δεν κτίστηκε αμέσως γιατί τα χρόνια της τούρκικης σκλαβιάς απαγορευόταν το κτίσιμο νέων χριστιανικών ναών. Όταν οι Τούρκικες αρχές του Μεγάλου Κάστρου έμαθαν πως οι Αρχανιώτες Χριστιανοί έκτισαν καινούργια εκκλησιά , διέταξαν αμέσως να γκρεμιστεί και επέπληξαν τον Μπέη που τους το είχε επιτρέψει. Αυτό έγινε καμπόσες φορές και μάλιστα την τελευταία φόρα που την έκτιζαν οι Τούρκοι τους έκοψαν το νερό. 

Δεν απελπίστηκαν όμως και με τη Χάρη της Παναγιάς άρμεξαν τα πρόβατα και τα κατσίκια τους,  φύλαξαν το γάλα των πρώτων  τριών ημερών και την τέταρτη νύχτα μάλαξαν πηλό με το γάλα και αποτελείωσαν την εκκλησιά

εικ. Αφιερ. Αχογαροπούλας
Η Αρχογαροπούλα , η νεαρή μαμή που πρωτοστατούσε σε όλη την διάρκεια των εργασιών , αφιέρωσε και μια εικόνα στην αποπεράτωσή της που ‘φέρει το όνομά της και υπάρχει  μέχρι και σήμερα και φέρει αφιέρωση της και χρονολογία το 1707.

Λίγα χρόνια αργότερα προστίθεται το μεσαίο κλίτος , αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Στα 1844, σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει στον βορινό τοίχο της εκκλησίας, ολοκληρώνεται το κτίσιμο με το τρίτο της κλίτος αφιερωμένο στους Άγιους Πάντες, καθώς κι ένας μικρός γυναικωνίτης. Στην μεγάλη επανάσταση του 1866 η εκκλησία λεηλατήθηκε, κάηκε και αποδείξεις αυτής της θηριωδίας φαίνονται πάνω στο μαυρισμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο που σώθηκε. Στα 1873 ξαναφτιάχτηκε ότι είχε καταστραφεί από έναν τεχνητή των Μιχάλη Αβρονύκτη, από το Μουχτάρο. Το περίφημο τέμπλο που σώζεται μέχρι σήμερα είναι ένα έργο τέχνης μοναδικής αξίας και ομορφιάς. Λένε μάλιστα πως την ίδια περίοδο που ο Αβρονύχτης έφτιαχνε το τέμπλο ένας εργάτης ο Γεώργιος Παχάκης έκοψε τον βάτο στο μέρος που βρέθηκε η εικόνα της Παναγιάς και που για χάρη Της κτίστηκε όλος ο ναός και ύστερα από λίγες ημέρες πέθανε από μια άγνωστη αρρώστια. Ο μύθος , η παράδοση ήθελε νεκρό όποιον ποτέ προσπαθούσε να τον κόψει ! Εξ αιτίας μάλιστα αυτού του βάτου η εκκλησία πήρε και το όνομα Βατιανή, όχι και τόσο γνωστό στα μέρες μας αλλά υπαρκτό προσωνύμιο. Τέλος να σημειώσουμε πως η  αυλή της χρησιμοποιήθηκε σαν νεκροταφείο περίπου μέχρι τα 1900.

 Κι είναι οι μύθοι και οι θρύλοι πολλοί για την αγιότητα και τα θαύματα των εικόνων με προεξέχουσα την ίδια την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας.  Κάποτε λένε, μια ομάδα Τούρκων περνούσανε απόξω από την εκκλησία , δώσανε μια σπρωξιά δυνατή  κι άνοιξαν  την πόρτα και μπήκανε μέσα. Ένας απ΄αυτούς στράφηκε και είδε την εικόνα κι απ΄όπου και να πήγαινε ένοιωθε πως τον κοιτούσε κατάματα. Αυτό τον ενόχλησε πολύ, σήκωσε το τουφέκι του και την πυροβόλησε. Η σφαίρα κτύπησε την εικόνα  αλλά γύρισε πίσω, τον βρήκε στο στήθος και τον άφησε νεκρό. Την ίδια στιγμή ένας άλλος έβγαλε το μαχαίρι του και πήγε να κτυπήσει κι αυτός την εικόνα. Όμως το μαχαίρι γύρισε και του ‘ κοψε το χέρι. Τρόμαξαν οι υπόλοιποι και πήγαν να φύγουν, όμως αέρας δυνατός σηκώθηκε, έκλεισε με δύναμη την Πόρτα κι ήταν αδύνατη η φυγή τους. Έπεσαν στα γόνατα κι άρχισαν τις παρακάλεσες πως φεύγοντας θα άφηναν ότι είχαν πάνω τους στην Παναγιά. Οι πόρτες με μιας άνοιξαν κι εκείνοι άδειασαν τα τούρκικα νομίσματα στο παγκάρι κι έφυγαν τρέχοντας. Ακόμα και σήμερα μπορεί κανείς τα σημάδια από εκείνη την ημέρα… Έτσι λένε!

Σήμερα η εκκλησία συγκεντρώνει πλήθος κόσμου όχι μόνο την ημέρα της Παναγιάς αλλά καθ όλη τη διάρκεια του χρόνου, μιας και λειτουργεί και  εκθεσιακός χώρος πολύτιμων εικόνων, αμφίων,πολλών  ιερών σκευών και βιβλίων. Αποτελεί σύμβολο σε όλη  την Αρχάνα  και μάλιστα τα τελευταία χρόνια, στα 1930, δωρίστηκε από Αρχανιώτες που είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική το περίφημο ρολόι της , τοποθετημένο κι αυτό στην αυλή της,  που δεσπόζει, ψηλό, αγέρωχο και μνημείο μιας άλλης εποχής αλλά πάντα νοσταλγικής. 

1889. Vincent Van Gogh, Amsterdam
«…Και η μέρα που περιμέναμε να κοινωνήσουμε έφτασε. Ξυπνήσαμε πολύ πρωί , δεν έπρεπε όμως να φάμε ή να πιούμε οτιδήποτε , μόνο να περιμένουμε να γυρίσει από τον φούρνο του κυρ Μανόλη η μάνα μας... Σήμερα θα τρώγαμε ψητό, ήταν η μέρα του, έλεγε ο πατέρας . Μια τέτοια γιορτινή μέρα μόνο με κρέας και πλούσιο τραπέζι  με όλα τα καλά άρμοζε. Στο τέλος θα τρώγαμε και παγωτό φιστίκι  και γρανίτες με λεμόνι και φράουλα  που τά ΄χε φέρει η θεία  από το ζαχαροπλαστείο του  Κιούλπαλη από το Ηράκλειο. Μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά, όλοι πρέπει να είχαν το ίδιο φαγητό σήμερα. Θα έρχονταν  όλα τα αδέλφια του μπαμπά και τα ξαδέλφια   και όλη η οικογένεια θα μαζευόταν  το μεσημέρι στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού. Όλο το σπίτι ήταν στολισμένο με τα καλύτερα κεντήματα, και μείς κουβαλούσαμε προσεκτικά το καλό σερβίτσιο και τα ασημένια μαχαιροπήρουνα της προγιαγιάς  για να βοηθήσουμε σ ΄όλο αυτό το πανηγύρι που κάθε χρόνο το περιμέναμε με χαρά. Ήταν οι διακοπές του Αυγούστου που ήθελαν όλους τους «ξένους » να επιστρέφουν στο χωριό απ΄ όποιο μακρινό μέρος κι αν βρίσκονταν. 

Στη μέση του τραπεζιού ήταν ένα γλαστράκι με βασιλικό  και ένα βάζο με ηλιοτρόπια. Άρεσαν πολύ στη μητέρα  και σήμερα που ήταν κι η γιορτή της είχαμε φροντίσει  ακόμα και για αυτό… Βάλαμε τα καλά μας ρούχα , τα καινούργια πέδιλα και περιμέναμε να πάμε όλοι μαζί στην εκκλησία  

Μύριζε βασιλικό η αυλή της Παναγιάς  και  ο αέρας έφερνε την μυρωδιά του ψημένου κρέατος από παντού. Η ζέστη αφόρητη, το στομάχι μας διαμαρτύρονταν συνέχεια όμως δεν τολμούσαμε να μιλήσουμε γιατί η απάντηση ήταν γνωστή. Χαζεύαμε το μεγάλο ρολόι στην άκρη της αυλής και τα  πέτρινα κεφάλια που στόλιζαν το καμπαναριό  και κάθε λεπτό που περνούσε μας έφερνε πιο κοντά στις επιθυμίες μας… Κι όταν πια ο παπάς μας έβαλε το χρυσό δοντάκι κι αφού ανταλλάξαμε ευχές για τα Χρόνια πολλά γυρίσαμε σπίτι και κανένας δεν αντιστάθηκε πια ούτε σε μυρωδιές, ούτε σε στις επιθυμίες που είχαμε από το πρωί… Ευχές, τσουγκρίσματα, γέλια και μια μεγάλη ικανοποίηση της μάνας που ήθελε όλους τους συγγενείς κοντά της τούτη τη μέρα όπως άλλωστε γίνεται κάθε χρόνο σε κάθε μέρος που γιορτάζει …η Παναγιά όλων των Ελλήνων απ΄ άκρη σ άκρη !

Χρόνια αργότερα έναν Δεκαπενταύγουστο βρέθηκα στο μουσείο του Van Gogh στο Άμστερνταμ να θαυμάζω μαζί με χιλιάδες ανθρώπους τους περίφημους πίνακες του ζωγράφου και σαν στάθηκα μπροστά στον πολύ γνωστό του πια με « Τα Ηλιοτρόπια» θυμήθηκα κείνα τα χρόνια στο πατρικό μου σπίτι, με τα ηλιοτρόπια της μητέρας μου και γέμισε η αίθουσα εικόνες  άλλες και μυρωδιές ψητού, βασιλικού και λουλουδιών. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου  και έψαξα την ιστορία « πίσω » από τον πίνακα… Ήξερα  ακόμα πως κάθε χρόνο θα φρόντιζα στις 15 Αυγούστου αυτό το βάζο για να μην φύγουν ποτέ οι αναμνήσεις…»*

Στη μητέρα μου για την γιορτή της!

Χρόνια πολλά σε όλους μας !
 
Πηγές :
Η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης των Αρχανών, Νίκος Χριστινίδης, εκδ. Ενορίας Επάνω Αρχανών
*« Λόγια του αέρα», Ιδ. Συλ. Διηγημάτων, Ελένη Μπετεινάκη 2015
Λαογραφικά Αρχανών Κρήτης, Ελ. Ουσταμανωλάκη – Δουνδουλάκη, Ειρήνη Ταχατάκη, εκδ. Μορφωτικός Σύλλογος Αρχαών, 1969

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 14 Αυγούστου 2017 :https://www.patris.gr/

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 15 Αυγούστου 2017:http://www.cretalive.gr/opinions/

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Ιστορίες που ζεις δυνατά...



Τα  παραμύθια του Σαββάτου …γράφει η Ελένη Μπετεινάκη*

Ιστορίες που ζεις δυνατά. Ιστορίες που γίνονται παραμύθια για να ΄χουν τη μαγεία του αναπάντεχου, της αλήθειας, των κρυμμένων άσσων  στην πένα ενός συγγραφέα. Ιστορία για την μοναξιά, για τον ήλιο και το φως, για τη λαμπρότητα των Χρυσών χρόνων μιας αιωνόβιας αυτοκρατορίας. Ιστορίες που δεν τελειώνουν ποτέ, που άλλοτε μαυρίζουν ή γίνονται πολύχρωμες γιατί το Φως κι η Λάμψη πάντα σιγούν και νικούν τα σκοτάδια!



Όμηρος στο πέλαγος, Κατερίνα Δημόκα, εικ:Ράνια Βαρβάκη, εκδ. Μεταίχμιο

« Δεν περνά η ζωή με ασφυξία, ούτε με συστηματική φυγή!»

Ιστορίες που τις ζεις δυνατά... γράφει στο εξώφυλλο του βιβλίου. Κι είναι η ιστορία του Λάμπρου από τις πιο δυνατές, στ ΄αλήθεια. Μικρό αγόρι στα 11 χρόνια του χάνει τη μάννα, την παρηγοριά, το στήριγμα, την έμπνευση, την καλοσύνη, την αγάπη. Ζει σε ένα μικρό νησί στη μέση του πελάγους, στη Σκύρο,με τον ψαρά πατέρα του, δύστροπο στους τρόπους, σκληρό και κάποιες φορές απάνθρωπο στο ίδιο του το παιδί. Η μόνη παρηγοριά του Λάμπρου είναι οι μοναχικές καταδύσεις στο πέλαγος. Εκεί που νοιώθει ελεύθερος, δυνατός…απέραντος! Ευτυχώς υπάρχει πάντα η κυρία Μάγδα, καθηγήτρια στο σχολείο που λατρεύει τον Όμηρο και ο γιος της φίλος του Λάμπρου, ο Ταξιάρχης κι η αδελφή του η Χριστίνα. Άνθρωποι που του χαρίζουν απλόχερα φιλία και αγάπη που τόσο έχει ανάγκη. Κι εκεί στη μέση του πελάγους με αφορμή τα δίχτυα του πατέρα του που πιάστηκαν στο βυθό, ο Λάμπρος θα ανακαλύψει το άγαλμα της Πύρρας και η ζωή του θα αλλάξει ριζικά. Θα αποκτήσει νόημα, σκοπό, και …τον πατέρα που θα ΄θελε πολύ να έχει στη ζωή του. Θα περάσει πολλές περιπέτειες, υγείας, φιλίας και θα νοιώσει και τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα. Μα πάνω απ’ όλα ο αναγνώστης θα μάθει για το όμορφο νησί της Σκύρου, για έντονα συναισθήματα και για την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου…
Υπέροχη ιστορία της Κατερίνας Δημόκα. Ιστορία δυνατή, καλογραμμένη και γεμάτη συναίσθημα. Συναίσθημα απώλειας για τη μάνα που δεν υπάρχει στη ζωή ενός μικρού εφήβου, για τη διαχείριση της απώλειας, για την μητρική αγάπη που τίποτα και κανείς δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Ένα βιβλίο γεμάτο Ελλάδα, νησί του Αιγαίου η Σκίρος, ανήκει στο σύμπλεγμα των Σποράδων, με ομορφιές άγνωστες στους μη γνώστες και με ιστορία που αν και προϊόν μυθοπλασίας της συγγραφέως  σε κάνει να θες να μάθεις …την αλήθεια. Ένα βιβλίο που υμνεί τη φιλιά, τον πρώτο εφηβικό έρωτα, τα πρώτα σκιρτήματα. Ένα βιβλίο που δίνει το αίσθημα της ελευθερίας στα καταπιεσμένα συναισθήματα. Ένα βιβλίο πέλαγος, θάλασσα γαλάζια, πλατιά και ανεξερεύνητη. Ένα βιβλίο για την στάση του πατέρα που συμβαίνει συχνά να γίνεται σκληρή σαν χαθεί η σύντροφος της ζωής του και να μην μπορεί να διαχειριστεί ούτε την απώλεια ούτε τη νέα κατάσταση. Μια ιστορία όπως είπαμε στην αρχή πολύ δυνατή για τον πλούτο του βυθού, της χώρας μας  για την πολιτιστική μας κληρονομιά. Για τους πολύτιμους φίλους, για την πατρίδα που είναι η ρίζα, το ιδανικό και  η ζωή κάποιες φορές. Για τη μοναξιά, την ορφάνια, τη δύναμη της ψυχής!

Μια ιστορία που έχει εικονογραφήσει απίστευτα όμορφα η Ράνια Βαρβάκη. Γνωστή ζωγράφος παιδικών βιβλίων πια με ιδιαίτερο στυλ, μορφές, σκίτσα και χρώματα.

Ένα βιβλίο που αν και θα μπορούσε να είναι  λυπητερό κρύβει μέσα του τόση Ελλάδα που γίνεται λαμπερό σαν τον ήλιο της!
Για όλα τα παιδιά που τους αρέσουν οι δυνατές ιστορίες κι είναι  πάνω από 10 χρονών!

Tο Βυζάντιο σε έξι χρώματα, Μαρία Αγγελίδου, εικ: Κατερίνα Βερούτσου, εκδ. Μεταίχμιο

Η σειρά λέγεται : « Το Βυζάντιο σε έξι χρώματα», έχει την υπογραφή της Μαρίας Αγγελίδου και τις εικόνες της Κατερίνας Βερούτσου. Αυτό σημαίνει εγγύηση ποιότητας, γραφής, εικόνων και φυσικά αποτέλεσμα άρτιο. Το «Χρυσό» είναι το δεύτερο βιβλίο κι είναι γεμάτο λάμψη, γεμάτο θησαυρούς, βασιλιάδες, όνειρα, πολιτείες και Ομορφιά.
Πρώτη απ΄όλες τις Χρυσές και όμορφες πόλεις είναι εκείνη που την ονειρεύτηκε ένα παιδί. Ο Φλάβιος Βαλέριος Αυρήλιος Κωνσταντίνος που γεννήθηκε δίπλα σε ένα ποτάμι που δεν σταμάτησε ποτέ να κυλά. Ταξίδεψε πολύ  και πίστευε κι ακολουθούσε πάντα τα όνειρα του κι αυτό του βγήκε σε καλό. Έγινε ο Πρώτος των Πρώτων κι «άκουσε » ένα όνειρο κι έκτισε την Πόλη του πάνω σε ένα μικρό χωριουδάκι που το έλεγαν Βυζάντιο. Κι έγιναν  όλα γρήγορα, σοφά και Χρυσαφένια για να γίνει τούτη η Πόλη του Κωνσταντίνου η πιο Λαμπρή, η πιο όμορφη η πιο Χρυσή του Κόσμου! Κι έμεινε τούτη η Πόλη στην ιστορία και στο προσκήνιο για πάνω από 1000 χρόνια κι ας είχε ο βασιλιάς και ιδρυτής της  ένα και μόνο μελανό σημείο, εκείνο με το φόνο του παιδιού του. Είχε όμως και ένα πολύχρωμο ή μάλλον δυο από τα χιλιάδες καλά που έκανε. Έκοψε νόμισμα σπουδαίο και τρανό κι όρισε εκείνος  πρώτος την ημέρα της Κυριακής να ΄ναι αργία. Από τότε στα 321 μ Χ ίσαμε και τις μέρες μας…
Σε τούτη τη  Χρυσή πολιτεία με τους αμύθητους θησαυρούς  και τα παλάτια έφτασε κάποτε, μωρό σχεδόν κι ένα κορίτσι χλωμό κι αδύνατο με μάτια μεγάλα και φρύδι σμιχτά. Θοδώρα όνομα της κι έμεινε με τον πατέρα της τον Ακάκιο, τη μάννα  και τις δυο της αδελφές στα υπόγεια του Ιπποδρόμου που΄χε χτίσει  ο Κωνσταντίνος, κάποτε. Κι έζησε μέσα σε κραυγές κι ουρλιαχτά και ζώα κι ένοιωσε τη μυρωδιά της δύναμης και του θανάτου όμως δεν πτοήθηκε. Εκείνη ήθελε να βγει μπροστά με το μυαλό, την καρδιά, την Ομορφιά του σώματος και της ψυχής. Κι πάλεψε σαν μονομάχος, σαν αρχηγός, σαν Αντρειωμένος άνδρας σαν έχασε τον πατέρα της κι έπρεπε όλοι τους να επιβιώσουν. Κι ήξερε, κι έζησε σοφά, και ταξίδεψε και κατάφερε με τα δικά της  όπλα, τα γυναικεία και τα μυαλωμένα να κερδίσει τον ίδιο τον αυτοκράτορα, την ψυχή του και να γίνει η ίδια Πρώτη των Πρωτών, Χρυσή Αυγούστα του Βυζαντίου.
Κι υπήρξαν κι άλλοι Χρυσοί αυτοκράτορες , όπως ο Καρλομάγνος , ο βασιλιάς των Φράγκων, γενναίος πολεμιστής από τα μικράτατα του. Κι ο πόλεμος, κι οι κατακτήσεις και τα ταξίδια δεν τον άφησαν να μάθει τα γράμματα που αγαπούσε κι ήθελε. Κι έγινε αρχηγός, βασιλιάς από τους  πιο Χρυσούς ς σε όλη την γνωστή τότε Ευρώπη κι έβαλε στόχο να κατακτήσει και τη Βασιλεύουσα  και να νικήσει τον Χαλίφη των Αράβων. Κι είναι εκείνη η ιστορία με τον ελέφαντα των Αμπού Αμπάς η πιο χρυσή. Για τέσσερα χρόνια ταξίδεψε από τα μέρη του ίσαμε το AΆαχεν για να γίνει ο πιο γνωστός, ο πιο αγαπητός , ο βασιλικός ελέφαντας, ο γιομάτος πλουμίδια και χρυσά.
Στην τελευταία ιστορία μιλάμε για θεριά και δαίμονες. Δαίμονες αληθινούς κρυφούς η φανερούς που ήθελαν  κι εκείνοι να κατακτήσουν, να αποκτήσουν να υψώσουν  το ανάστημα τους πιο πάνω κι από την ίδια την Ιστορία!
Λόγος ασταμάτητος, στρωτός, πολύχρωμος και απόλυτα κατανοητός. Στολισμένος με το χρυσάφι της γραφής, της ποίησης και της ιστορίας. Της ιστορίας όπως έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία. Σε όλα τα σχολεία και ηλικίες. Σαν παραμύθια, σαν γάργαρο νερό που τρέχει και δροσίζει την ψυχή, το νου, τα άσχημα και τα όμορφα που κάποτε συμβήκανε. Η Μαρία  Αγγελίδου έχει αυτή την ικανότητα, να ταξιδεύει μικρούς και μεγάλους σε χρόνους άγνωστους, ιστορικούς, παλιούς και νέους και να γεμίζει με εικόνες  την ψυχή και τη σκέψη. Να δίνει φτερά και στη δική μας φαντασία και να κάνει τα ακατανόητα πιο εύκολα , πιο προσιτά, πιο αγαπητά. Να μετατρέπει τα δύσκολα της ιστορίας σε πολύχρωμα, σε ιστορίες που θες να ψάξεις και αν βρεις και που λαχταρά η ψυχή να μην τελειώνουν  ποτέ.  Μαζί της πάντα συνοδοιπόρος στην Ιστορία των Βυζαντινών Χρόνων η Κατερίνα Βερούτσου. Με χρώματα, σχήματα, μορφές και «αρώματα» που ζωντανεύουν με τρόπο μαγικό και δίνουν ακόμα περισσότερη πνοή και στις δικές μας εικόνες.
Ολόχρυσο βιβλίο, πολύτιμο το Χρυσό της Μαρίας και της Κατερίνας. Γεμάτο λάμψη, χρώμα και ας το σκιάζει  σε ένα δυο σημεία το μαύρο του δόλου, του θανάτου. Έτσι  γράφονται  οι μεγάλες ιστορίες  των αιώνων, των Πόλεων, των κατακτητών. 

Να το ψάξετε τούτο το « Χρυσό» του Βυζαντίου, να νοιώσετε να ζωντανεύει μπροστά σας η ιστορία, οι άνθρωποι, οι μυρωδιές, τα χρώματα…

Για παιδιά από 10 χρονών… Για μεγάλους που λατρεύουν την Ιστορία και τα σπουδαία λογοτεχνικά κείμενα!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 12 Αυγούστου 2017: http://www.cretalive.gr/culture/ta-paramythia-toy-sabbatoy-67

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Πάνω στου Γιούχτα την κορφή, στη Χάρη σου Αφέντη μου!



Της Ελένης Μπετεινάκη**

Τούτο το ανθρωπόμορφο βουνό, ενέπνεε πάντα ποιητές, συγγραφείς, ιστορικούς και παραμυθάδες για χίλια δυο γραφόμενα, θρύλους παραδόσεις. Πρώτος πρώτος ο Cristoforo Buondelmonti γύρω στα 1400 μ.Χ είχε την πεποίθηση πως σαν ήρθε  στον Χάνδακα είχε φτάσει στον τάφο του Πατέρα των Θεών, έτσι όπως αντίκρισε το ιερό βουνό, κι έφτιαξε το πρώτο σχέδιο για το Γιούχτα που φυλάσσεται σήμερα στην Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας. Κι ακλούθησαν μυριάδες μηχανικοί της Γαληνοτάτης που τον σχεδίασαν αμέτρητες φορές και περιηγητές  όπως ο Edward Lear, o Εβλιά Τσελεμπί, κ.α. 

Αρχείο Ελένης Καλοχριστιανάκης, 1961
Κι έρχονται οι θύμησες κάθε χρονιά και ξαναζούμε τους τόπους  και τις ιστορίες που κανείς δεν ξέρει αν συνέβησαν στ΄αλήθεια. Κι είναι από τις πιο μεγάλες, τις πιο λαμπρές γιορτές πάνω στου Γιούχτα την κορυφή, στο πιο απόκρημνο μέρος, μια ανάσα πριν τον …Θεό, λένε! Κάθε χρόνο δυο μέρες γεμάτες νοσταλγία, δέος για τούτο το ξωκλήσι, για τα θάματα. Τόπος γεμάτος μυρωδιές κι ομορφιά. Με θέα που μαγεύει, με φόβο για την απεραντοσύνη, το μεγαλείο της φύσης!

Εκεί, στην κορφή του Γιούχτα, κάθε χρόνο, στις 6 του Αυγούστου, στη Χάρη σου Αφέντη μου!Κι αν ένα μικρό πρόβλημα υγείας δεν μ΄ άφησε ΄ ανέβω φέτος στη Χάρη σου, τούτη τη μέρα, ο Γιούχτας, το εκκλησάκι κι όλος ο τόπος είναι για μένα, για πολλούς νομίζω, επισκέψιμος άλλες ώρες, πιο μοναχικές, πιο κοντά στο Θεό, όπως τον πιστεύει ο καθένας μας, στη Φύση, στην Ομορφιά και στην Απεραντοσύνη του τοπίου. Ωστόσο δεν μπόρεσα να μην θυμηθώ παλιότερες γραφές κι αφιερώματα, και αν δεν κουράζεται κανείς να διαβάζει ή να θυμάται, εμείς θα τα θυμόμαστε και θα τα γράφουμε ξανά και ξανά και …πάντα!

«…Ανάψανε πάλι τα φώτα πάνω στον Γιούχτα.  Εκείνη η γιρλάντα με τους γλόμπους που φωτίζει το εκκλησάκι του Αφέντη Χριστού και τον Σταυρό που φαίνονται ακόμα κι από το λιμάνι του Ηρακλείου. Σημάδι της μεγάλης γιορτής , του πανηγυριού, από τα τελευταία σχεδόν του Αυγούστου. Χιλιάδες οι αναβάτες και φέτος , σε αυτή την μοναδική, στην κυριολεξία εκκλησία πάνω στη βουνοκορφή. Χρόνια στέκει και παρατηρεί  τις Αρχάνες κι όλο τον κάμπο και τα πανύψηλα βουνά γύρω, τριγύρω πάνω εκεί που η θέα σου κόβει την ανάσα…
Λένε κάποτε πως ένα μαστορόπουλο όταν χτιζόταν η εκκλησιά έπεσε από την πιο απόκρημνη πλαγιά στον μεγάλο γκρεμό κι ένας αετός το πήρε και το ανέβασε στην κορυφή χωρίς να πάθει τίποτα απολύτως…
Ίσως όχι τυχαίο πια, που οι βασιλικοί αετοί είναι είδος προστατευόμενο  και οι Αρχανιώτες έχουν αναλάβει να τους φροντίζουν…!

Αφέντη τον φωνάζουμε στην Κρήτη, όχι από δουλοπρέπεια ,αλλά για να δείξουμε  το ψήφος, την εκτίμηση, την Αγάπη. Όλες σχεδόν οι εκκλησιές Του βρίσκονται πάνω στις βουνοκορφές κι αυτό γιατί  βουνό σημαίνει ανύψωση, ανάταση και επαφή με τον ίδιο το Θεό. Λέγαν πως την  παραμονή το βράδυ ξανάνοιγαν οι ουρανοί  κι όσοι το πίστευαν δεν έβλεπαν  νεράιδες, ή βασίλισσες ή ξωτικά αλλά ένα άγιο φως κι αυτό ήταν σημάδι, το χαν για καλό. Κι εμείς είχαμε κάθε χρόνο την έννοια να προλάβουμε και να κοιμηθούμε τουλάχιστον δυο τρεις ώρες ίσαμε την αυγή…
Γιούχτας 1965
«6 Αυγούστου  ξημέρωνε …Ξυπνήσαμε  πολύ πρωί, γύρω στις 5.00 και ετοιμαζόμασταν όλοι στη γειτονιά , στο πόδι κάθε ηλικίας άνθρωπος, για τα απαραίτητα, για την μεγάλη ανάβαση. Οι άρτοι της κυρά Ρήνης είχαν ήδη φορτωθεί στους ώμους του πιο δυνατού άντρα και πολύ πριν καλά καλά χαράξει είχαμε φτάσει μέχρι τη Ρίζα, στους πρόποδες του Γιούχτα .Η περιπέτεια ξεκινούσε .Βάζαμε στοιχήματα μεταξύ  μας, ποιος θα πρωτο ανέβει και πόση ώρα θα μας πάρει ίσαμε το μεγάλο πλάτεμα λίγο πριν  ακουμπήσουμε τον μεγάλο βράχο που ήταν χτισμένη η μοναδική  τετραμάρτυρη εκκλησία του Αφέντη Χριστού. Στο δρόμο σαν ανεβαίναμε χίλιες δυο μυρωδιές μας καθάριζαν τα πνευμόνια , ρίγανη, θυμάρι, δίκταμο και φασκόμηλο που αν και ήταν προς το τέλος της εποχής τους υπήρχαν παντού.
Το μικρό άγονο μονοπάτι γνώριζε τις δόξες του τούτη την μέρα και την χθεσινή .Είχε τόσο κόσμο που συχνά  πατούσαμε στις διπλανές πέτρες και στα χαράκια για να περάσουμε μπροστά. Μόνο σαν βλέπαμε κάποια γυναίκα που ανέβαινε με τα γόνατα σταματούσαμε. Παράξενο θέαμα ,μεγάλο το τάμα της για να αντέχει τόσο δύσκολο δρόμο να τον ανέβει με πολλά ζευγάρια κάλτσες δεμένα γύρω γύρω για να μην την γδέρνουν οι πέτρες κι ένα χαμόγελο πλατύ γιατί τα είχε καταφέρει να το εκπληρώσει . Το βουνό δεν ήταν δύσκολο, ήταν όμως απότομο και χωρίς σκιά. Θυμόμασταν όλες τις ιστορίες και παραδόσεις που είχαμε ακούσει από τις γιαγιάδες μας κι όσο να ναι αγρίευε η σκέψη μας…
Αρχείο Ελένης Καλοχριστιανάκη, 1961
« …Κάποτε μας  λέγανε πως πέρασε ,  από τις Αρχάνες ο Απόστολος Παύλος, όταν σταμάτησε σαν ναυαγός στους Καλούς Λιμένες και πριν φύγει για την Ρώμη ήθελε να δει το βουνό με την ανθρώπινη μορφή και την παγκόσμια ακτινοβολία. Οι  Αρχανιώτες τότε τον παρακάλεσαν να τους απαλλάξει από τα φαρμακερά φίδια που βρίσκονταν  στο δασοσκέπαστο Γιούχτα. Εκείνος καταράστηκε το βουνό και τα φίδια εξαφανίστηκαν με μιας. Μαζί τους όμως εξαφανίστηκαν και τα δέντρα και από τότε όσο κι αν προσπάθησαν οι άνθρωποι το βουνό παραμένει γυμνό και με ελάχιστη βλάστηση…. »
Συνεχίσαμε να ανηφορίζουμε και ακούσαμε ένα παράξενο σύρσιμο. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα με οδηγό τους φακούς μας προχωρούσαμε και το λιγοστό φως από το γλυκοχάραμα. Ήμασταν στη μέση της διαδρομής , όταν ένας φοβισμένος άρκαλος , σαν να χε χάσει τον προσανατολισμό του μας προσπέρασε.  Πιάστηκε η ανάσα μας γιατί μας είχαν πει πως με τα τρομερά του νύχια μπορεί να πνίξει ακόμα και άνθρωπο αναζητώντας την τροφή του. Έτρεχε όμως τόσο γρήγορα που μάλλον τρόμο του είχαμε προκαλέσει παρά επιθυμία  για ανεύρεση  τροφής. Κοιτάξαμε πίσω μας κι από όσο μπορούσαμε να διακρίνουμε η θέα ήταν μαγευτική. Είχε αρχίσει να χαράζει , ο ουρανός σιγά σιγά γέμιζε χρώματα, ακόμα όμως άναβαν τα φώτα του χωριού και  η φωταγωγημένη  γιρλάντα που κρατούσε από το εκκλησάκι ίσαμε τον Σταυρό είχε αρχίσει να φαίνεται. Γρηγορέψαμε το βήμα μας να προλάβουμε κείνη τη μαγική στιγμή που ο ήλιος , σαν άρχοντας σωστός με όλα του τα χρυσοκόκκινα ρούχα ξυπνούσε σιγά σιγά και ανέβαινε με βήμα αργό και σταθερό από την πιο ψηλή κορφή του Ψηλορείτη  και έσκαγε τα πρώτα του χαμόγελα σ όλους εκείνους τους πιστούς που είχαν περάσει όλη τη νύχτα  στην αυλή της εκκλησίας ή κοντά σε έναν βράχο που τους προστάτευε από τον αέρα και τα αγιάζι της νύχτας.
Τότε θυμήθηκα άλλη μια ιστορία για το χτίσιμο της εκκλησίας του Αφέντη μας.  Αυτό συνέβη πριν πολλά πολλά χρόνια . Τότε που οι Ενετοί είχαν κατακτήσει το νησί. Στην πιο απόμερη πλαγιά του ιερού βουνού χτίστηκε ένα μοναστήρι που έμεναν καλόγριες και άνθρωποι με πολύ ισχυρή θέληση , πίστη και ατσάλινα νεύρα. Ο άνεμος, η πέτρα  και η έλλειψη τροφής πολλές φορές κάνουν τους ανθρώπους σκληρούς , απότομους και πολύ δυνατούς. Εκεί  λοιπόν στα «κελιά των καλογράδων » λένε πως με τα νύχια τους έσκαβαν τη γη για να ανοίξουν ένα «σαρνίτσι » και να μαζεύουν τα νερά της βροχής που έπεφταν από τη σκεπή της εκκλησίας και των κελιών τους για να τόχουν τους καλοκαιρινούς μήνες γα πόσιμο. Με  τον ίδιο τρόπο καλλιεργούσαν και τη γη για λίγη τροφή με δημητριακά ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να τους δώσει καρπό. Λιτή και απέρριτη η ζωή των μοναχών, άγονη ,σκληρή και μονότονη όμως γεμάτη πίστη και θέληση για την υπέρβαση και ανύψωση της ψυχής που μόνο ο ιερός χώρος του βουνού μπορεί να προσφέρει σε μια νοητή συνάντηση για πιο κοντά στο ίδιο το Θεό …
1443 μ. Χ. Υπάρχει μια πέτρα στην είσοδο της εκκλησίας και σε μια γωνιά στο ύψος του γκρεμού που μαρτυρεί  πότε χτίστηκε για πρώτη φορά και μια  παράδοση   εκείνη του ναυαγού που βρέθηκε κάποτε στο Κρητικό πέλαγος να παλεύει για την ζωή του με τα μανιασμένα κύματα. Γύρισε λέγανε κάποια στιγμή και είδε το βουνό που είχε ανθρώπινη μορφή σαν κεφαλή άνδρα που κείτονταν ανάσκελα . Παρακάλεσε για την σωτηρία του και θα κτίζε το εκκλησάκι του Σωτήρα του, του  Χριστού στην πιο ψηλή κορφή….
Άλλοι  πάλι λένε πως οι ίδιοι οι Αρχανιώτες αποφάσισαν να χτίσουν μια εκκλησία την κορυφή του βουνού που να την βλέπουν από τα γυροτρίγυρα όλες οι τότε πολιτείες και τα χωριά. Πήρανε τις πέτρες από το ίδιο το βουνό και κουβαλούσαν ασβέστη και νερό από το χωριό με ασκιά και μικρά γαϊδουράκια .Βοηθούσαν όλοι μαζί  ώσπου μια μέρα δεν άργησε να γίνει το κακό. Ένας εργάτης που τα όνομά του ήτανε Χακή Μπαράς κρατούσε με τα χέρια του ένα μεγάλο πελέκι  και καθώς ανέβαινε το δύσβατο μονοπάτι γλιστράει και πέφτει στον μεγάλο γκρεμνό. Όλοι μαρμάρωσαν και δεν τολμούσαν να κοιτάξουν γιατί ήξεραν ότι θα τον έβρισκαν κομμάτια. … «πιάσαμε το βούκινο κι αρχίζουμε τις πένθιμες μουγκρές. Γροικούνε στο χωριό κι όσοι είχανε πορίσει στσι εξοχές και παραιτούνε τα όλα λυτά δεμένα κι αγλακούσανε. Ανεμαζώνανε ζεμπίλια και σκάλες και σκοινιά και πιάνουνε τα όρη. Και ίδια πως είχανε φτερά στσι φτέρνες κι επαιτούσανε και φτάξανε στην κορφή. Όλοι λέγανε για τον κακομοίρη τον Χακή και τον φριχτό θάνατο που του μέλλε να πάθει. Σκύφτουνε και ξανοίγουνε και τότες ήντα θωρούνε. Ο Χακή Μπαράς με το πελέκι του αγκαλιά εσκαρφάλωνε από πιο πέρα από χαράκι σε χαράκι , βουβός και άλαλος. Μιλούνε ντου, δε μιλεί. Εθαρρούσανε πως ήτονε φάντασμα. Εκείνος εσυνέχιζε σαν νάχε ένα όραμα μπροστά στα μάθια ντου και τον οδήγανε στην κορφή. Όλοι είχανε σαστίσει. Και σαν έφτασε εκιά που ήθελε γυρίζει και λέει ντος. ‘’Εγώ με μπρε , επρόκαμα πριν φτάξω στη γης σαν ήπεφτα και είπα Σώσε με Χριστέ μου να σε χτίσω με τέσσερα ιερά. Μόνο το νου σας εδά γιατί ΄χομε πολύ δουλειά ακόμη να κάμουμε’’. »*
Κι επιτέλους με τόσες θύμησες και κουβέντες φτάσαμε κι εμείς στην ποδιά του Χριστού πάνω στον αμαξωτό και μια μεγάλη στροφή μας χώριζε από τον αρχικό προορισμό μας. Λίγο ήθελε ακόμη να ξημερώσει ολότελα. Αρχίσαμε να τρέχουμε μ όση δύναμη είχε απομείνει στα κουρασμένα μας πόδια. Βλέπαμε τις τέντες από τα υπαίθρια μικρά μαγαζιά που είχαν στήσει οι μικροπωλητές και σκεφτόμασταν πως ήταν η τελευταία μας ευκαιρία να αποκτήσουμε τα πολυπόθητα παιχνίδια για τον χειμώνα. Ήθελα τόσο πολύ ένα «τσουρλιχτάρι », μια ρόδα που σαν θα  έτρεχα και θα την κρατούσα θα έκανε ένα παράξενο συνεχόμενο θόρυβο και θα ταν ότι πιο όμορφο παιχνίδι θα είχα δει. Το δίλλημα μεγάλο , να σταματήσουμε για τα  παιχνίδια ή να προχωρήσουμε ως την κορφή πάνω στο Σταυρό μήπως και κερδίζαμε το στοίχημα και την ίδια στιγμή να βλέπαμε τον ήλιο που ετοιμαζόταν επιτέλους να μας κάνει την  χάρη και να εμφανιστεί. Δεν το πολυσκεφτήκαμε και περάσαμε γρήγορα γρήγορα τους πάγκους με τα παιχνίδια, τις πλαστικές τσατσάρες, τις ζαχαρωτές μαντινάδες , τα πολύτιμα φυλακτά και δακτυλίδια , τα κουρδιστά αυτοκινητάκια και  κείνον τον πολύ δροσιστικό πάγκο με τις γκαζόζες, τις λεμονάδες ,τις ζελίτες  και το παγωμένο νερό. Λίγα σκαλοπάτια μας χώριζαν από τον απέραντο ουρανό. Και να …επιτέλους φτάσαμε μόνο που δεν ήμασταν μόνοι μας. Μόνο τότε είδαμε και αναρωτηθήκαμε που βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι εκεί, τόσες κουβέρτες , τόσες μπατανίες και βούργιες και άρτοι και μια γαργαλιστική μυρωδιά όχι πια από δίκταμο , φασκόμηλο ή ρίγανη αλλά από σουβλάκι που μας τρυπούσε τα ρουθούνια. Στο πιο ψηλό σημείο ο μεγάλος ξύλινος σταυρός και μια θέα που σου κοβε την ανάσα .
Νοιώθαμε κι εμείς σαν μεγάλοι κατακτητές που στα πόδια μας απλωνόταν το απέραντο βασίλειο μας. Ο Ψηλορείτης, τα Αστερούσια ,τα Λασηθιώτικα βουνά , οι Αρχάνες  σε όλη τους την ομορφιά , τα αμπέλια , οι ελιές και η θάλασσα, απέραντη, μακρινή και πανέμορφη πάντα… Και πριν χορτάσει το βλέμμα την απεραντοσύνη του υπέροχου τοπίου , μείναμε με το στόμα ορθάνοιχτο. Η στιγμή της Ανατολής είχε φτάσει. Απίστευτα χρώματα  κι ένας πελώριος δίσκος ανέβαινε σιγά σιγά στον ουρανό με μια μοναδική μεγαλοπρέπεια και χάρη. Άξιζε σκεφτήκαμε , χαλάλι και το τόσο πρωινό ξύπνημα και  το περπάτημα και όλα… Κι ύστερα ακούστηκε η μεγάλη καμπάνα και η λειτουργία άρχισε. Αγουροξυπνημένοι άνθρωποι μάζευαν τα λιγοστά τους ρούχα να κάνουν χώρο στο προαύλιο για όλους όσους είχαν αρχίσει να καταφθάνουνε με τα πόδια, με φορτηγά που είχε κανονίσει ο Δήμος Αρχανών τότε, με αγοραία ταξί  ή με τα λιγοστά αυτοκίνητα και τις τρίκυκλες μηχανές.
Στο μικρό σπιτάκι δίπλα στην εκκλησιά μύριζε άρτος και μας είχε πιάσει  μια πείνα που σε συνδυασμό με την μυρωδιά από το κρέας που ψηνόταν λίγο παραπέρα δεν μας άφηνε να σκεφτούμε πως κι η σημερινή μέρα ήταν μέρα νηστείας .Μόνο ψάρι θα μπορούσαμε να φάμε  όμως που να βρεθεί πάνω στο βουνό κείνη την ώρα. Αυτό που μας είχε κάνει εντύπωση ήταν πως δίπλα στο τραπέζι με τους άρτους που θα ευλογούσε ο παππάς ήταν και μεγάλα κοφίνια με σταφύλια σουλτανιά που λίγο  αργότερα μας εξήγησε ο πατέρας μας πως ήταν παλαιϊνό έθιμο η προσφορά τους στην εκκλησία , η ευλογία τους και το μοίρασμα στους πιστούς για να ξεκινήσει καλά η περίοδος του τρύγου που σίμωνε λίγο μετά και την γιορτή της Παναγίας.
Κι αφού ανάψαμε το κερί  μας στη χάρη του Χριστού  ήρθε και η ώρα για τις « αγορές των ονείρων μας». Το δώρο μου για φέτος ήταν το « τσουρλιχτάρι » που είχα δει και μια κούκλα με μακριά ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια και φόρεμα που την έβγαλα Ροζίτα και αν και με τα χρόνια και τα πλυσίματα το χρώμα στο φόρεμά της ξεθώριασε υπάρχει ακόμα για να μου θυμίζει εκείνο το πανηγύρι στη Χάρη του Αφέντη Χριστού ένα καλοκαίρι που όλα ήταν τόσο αγνά , τόσο αθώα και όμορφα και  η ζωή μας είχε άλλο ρυθμό και νόημα κι ας μετριόταν σε μια παγωμένη ζελίτα στην κορφή του πιο ιερού δικού μας βουνού,  του Γιούχτα μας !**

Χρόνια πολλά !

Πηγές :
Οι Αρχάνες δια μέσου των αιώνων, Νικ. Χριστινίδη – Μαν. Μπουνάκη, εκδ. Μ.Σ.Α., 1970
*Λαογραφικά Σταχυολογήματα, Ειρήνη Oυσταγιαννάκη – Ταχατάκη, 1976
Η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης των Αρχανών, Νίκος Χριστινίδης, 2001
**«Λόγια του Αέρα», Ιδ. Συλ. Διηγημάτων, Μπετεινάκη Ελένη,2014

Δημοσιεύτηκε στις 6 Αυγούστου 2017 στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/opinions