Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Ιούλιος ο πιο «καυτερός» μήνας του χρόνου!



Πίνακας : Δημ. Γιολδάσης

Της Ελένης Μπετεινάκη* 

Tούτος ο  μήνας έχει κάτι που λατρεύω ιδιαίτερα, τις νύχτες του. Ξυπνούν και ζωντανεύουν όλες οι νεράιδες. Να φταίει η κάψα του καλοκαιριού που ‘ναι στην πιο δυνατή της ώρα; Να φταίει το νερό που είναι περιζήτητο  κι έκανε τους ανθρώπους τα παλιότερα χρόνια να συχνάζουν στις πηγές  και στις βρύσες; Να φταίει η πολύ δουλειά στ΄αλώνια που ΄χε ανάγκη από ιστορίες τρανταχτές  τις νύχτες της ξεκούρασης και του λιοπυριού; Ό,τι και αν φταίει είναι σίγουρα ο μήνας των αστεριών, των μυστικών συμβόλων της προσμονής και των ονείρων. Μήνας  γεμάτος στάχυα και δρεπάνι …Αλησμόνητες βραδιές στις θημωνιές, ολόγιομο φεγγάρι ,  γιορτές και πανηγύρια, θρύλοι και παραδόσεις. Νεράιδες και ξωτικά να παραμονεύουν εκεί γύρω από τα αλώνια στις θερισμένες εξοχές  και να παίρνουν ζωή σαν γεμίσει άστρα ο ουρανός  κι η φαντασία να ακουμπά  στην άκρη του ορίζοντα , πέρα στη θάλασσα εκεί που λούζεται το ασημένιο φεγγάρι το ολοστρόγγυλο…

 
Πίνακας : Δημήτρης Γιολδάσης
«…Κι ήθελα τόσο πολύ να χαμε κι εμείς ένα αλώνι, κάτω στον μεγάλο κάμπο. Είχα γεμίσει εικόνες από το αναγνωστικό και την φαντασία μου που πάντα μ΄οδηγούσε στις πιο παράξενες γωνιές. Ήταν σαν να έβλεπα τον εαυτό μου να  κάθεται εκεί  με ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο να βλέπει τους άνδρες με τα άσπρα κεφαλομάντηλα και τις γυναίκες με τα τσεμπέρια στο χρώμα της γης και τις μακριές φούστες, κατακόκκινες στο πρόσωπο από το δυνατό κάψιμο που τις κερνούσε  ό ήλιος. Και σαν σηκωνόταν εκείνο το ευεργετικό αεράκι που τόσο περίμεναν οι εργάτες για να τους διευκολύνει στη δουλειά τους, να φεύγει το καπέλο μακριά κάτω στο ρέμα του ποταμού, εκεί που τη  νύχτα ήμουν σίγουρη πως μαζεύονταν όλες οι νεράιδες και όλα τα ξωτικά. Ένα από κείνα τα βράδια τα « καυτερά», όπως έλεγε ο πατέρας μου , θυμάμαι πως κατεβήκαμε στον παλιό μύλο κι ένοιωθα παντού την παρουσία μιας άγνωστης φιγούρας, επηρεασμένη από τις ατέλειωτες  ιστορίες της …ταράτσας μας, όταν ξαπλώναμε τις νύχτες με το ολόγιομο φεγγάρι πάνω σε ένα βαμβακερό χαλί και κοιτούσαμε τα άστρα. Κι είχα μάθει όλα τα ονόματα των αστερισμών , και ξεχώριζα την Μικρή από τη Μεγάλη Άρκτο κι έφτιαχνα μικρά παραμύθια πάντα με πρωταγωνίστρια την δική μου νεράιδα την Νεραϊδούσα, που τα αστέρια, της έφτιαχναν το φωτεινό της δρόμο ίσαμε το κάστρο της. Και τότε έβλεπα το τεράστιο φεγγάρι  να χαμογελά και να μου κλείνει συνωμοτικά το  μάτι… Ήξερε πως ήταν η ώρα για τις καλύτερες ιστορίες  γεμάτες με όλους εκείνους  τους  ήρωες που ζωντάνευαν μόνο κάτι τέτοια βράδια γεμάτα ασημένιο φως. Κι έστελνε λέει μήνυμα στον άνεμο να έρθει κι αυτός να φυσήξει λίγο , να δροσίσει τις τσιμεντένιες στέγες των σπιτιών που έβραζαν και να μαζέψει όλα τα λόγια και τις εικόνες να τα ταξιδέψει πέρα μακριά σε άλλους κόσμους κι ίσαμε τα πέρατα της γης …Ιούλης ήταν θαρρώ , που συνέβαιναν όλα τούτα …!»*

“Στ’ αλώνια καλοσάρωτα και ξεχορταριασμένα θα ξαπλωθούν οι θημωνιές ξανθόμαλλες πλεξίδες”, λέει ο ποιητής μας  Γιώργος Δροσίνης

Ιούλιος ο αλωνάρης, αλωνιστής, αλωνίτης, αλωνιάτης , αλωνευτής, χαλαζάρης, δευτερόλης, δευτερογιούλης, Αηλιάς ή Αηλιάτης,  Φουσκομηνάς ,  Χασκομηνάς, Γυαλιστής ή Γυαλινός, Αηκερατίτης και Χορτοκόπος. Ονομασίες που συναντάμε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και δηλώνουν συνήθως τις γεωργικές δουλειές ή συνήθειες που ίσχυαν για κάθε τόπο.

Pieter Bruegel
«Αλώνι» : Μέρος που το φύσουνε οι περισσότεροι άνεμοι, στρωμένο με πέτρα (πετράλωνο ή μαρμαρένιο ), κυκλικό με διάμετρο τουλάχιστον 4 μέτρα για να μην μπορεί να φύγει ο καρπός. Περιοριζόταν  με όρθιες πέτρες και στο κέντρο του στερεωνόταν όρθιο ένα ξύλινο στέλεχος, το στέντζερο, από το οποίο εξαρτιόνταν τα ζώα,  άλογα, γαϊδούρια ή μουλάρια που αλώνιζαν τον καρπό γυρίζοντας  γύρω  απ΄ αυτό.  Στοιχερό, στέντζερο, άφφαλος, ξώγυρας, δοκάνα , βολόσυρος, δικράνι, δρεμόνι, λίχνισμα, δάρτης, χερόβολο, λαμνί, κότσαλα, κόσκινο,σύρτης, στάχυ. Λέξεις άγνωστες πια για μας τους περισσότερους που κάποτε ήταν στην καθημερινή γλώσσα των γεωργών ή όσων ζούσαν  κοντά στην ύπαιθρο και αναφέρονταν σε εργαλεία  ή εργασίες που σχετίζονταν με την διαδικασία του αλωνίσματος πριν εξελιχτεί   και εξαλειφτεί  ο παραδοσιακός τρόπος .
Έθιμα που μας ανατρέχουν στις αρχαίες τελετές της συγκομιδής . Όσο κρατεί το αλώνισμα δεν κάνει να αλωνίζει ο ίδιος Αλωνάρης. Εναλλάσσεται με τη  γυναίκα και το παιδί και ξεκουράζεται σε ένα  ειδικό δέντρο το αμπλήκι που ήταν φυτεμένο κοντά στ΄ αλώνι για αυτόν τον σκοπό. Ειδικός κι ο χαιρετισμός των ξένων όταν τύχαινε να περάσουν από κοντά : «Ώρα καλή , χίλια μόδια». Κι ύστερα σαν τελειώσει το μάλαμα σ΄ έναν σωρό η νοικοκυρά προσφέρει σε όλους νερό για να πλυθούν. Κι ένας ένας τρέχοντας με το λαγήνι γύρω απ το σωρό εύχεται και του χρόνου να γίνει ο σωρός όσος και ο κύκλος τον οποίο έκαμε βρέχοντας τo αλώνι. Δεν έπρεπε να έρθει εκεί γυναίκα με ρόκα γνέθοντας γιατί «ήταν ξωτικιά και έδιωχνε τον άνεμο και δεν μπορούσαν να ανεμίσουν, να λιχνίσουν». Τέλος αφού ξεχώριζαν το σιτάρι από το άχυρο τοποθετούσαν μια σιδεριά για να ΄ναι το σιτάρι γερό σαν σίδερο και έκαναν πάνω στο σωρό το σημείο του σταυρού  και άρχιζαν να το μαζεύουν από τη μέση. Την τελευταία μέρα όταν πια αλωνιστούν καλά και τα τελευταία σπαρτά και απολύσουν τα ζώα, πρόσεχαν αν κάποιο από τα  βόδια  και συγκεκριμένα το μεγαλύτερο στα χρόνια από αυτά  ξυνόταν και μάλιστα σε ποιο μέρος του σώματός του. Αν ξυνόταν στο κεφάλι , ο χειμώνας θα ήταν πρώιμος, αν στη μέση θα είχαν βαρυχειμωνιά τον Γενάρη και αν στην ουρά ο χειμώνας θα ήταν όψιμος.

Κάτω στης μαργαρίτας τ’ αλωνάκι, στήσαν  χορό τρελό τα μελισσόπουλα.
Ιδρώνει ο ήλιος, τρέμει το νερό. Στάχυα ψηλά λυγίζουνε το μελαμψό ουρανό…
Οδυσσέας Ελύτης

Pieter Bruegel
Τούτον τον μήνα τον φωνάζουμε και  Πανηγυρά γιατί οι γιορτές και τα πανηγύρια παρά τη σκληρή δουλειά μοιάζουν ατελείωτα. Οι περισσότερες  γιορτές με αγίους « τιμωρούς» που θέλουν  τους πιστούς να μην εργάζονται την ημέρα της γιορτή του.

Πρωτομηνιά και  πρώτη γιορτή είναι  των Αγίων Αναργύρων  που τους ονόμασαν έτσι γιατί αν και γιατροί ποτέ δε έπαιρναν ούτε ένα “αργύριο” για να θεραπεύσουν κάποιον. Tην επομένη στις 2 του μήνα, είναι της Παναγιάς της Βλαχέραινας ή Καψοδεματούσας  γιατί λένε πως έκαιγε στ ‘αλώνια τα δεμάτια αυτών που δεν κρατούσαν αργία τούτη τη μέρα. Στις 3 του Ιούλη γιορτάζει ο Άγιος Υάκινθος,  ο δικός μας άγιος του έρωτα και των αγνών αισθημάτων, της δημιουργίας και της έμπνευσης . Στις 4 του μήνα είναι του Αγίου Ανδρέα Κρήτης, στις 7 της Αγίας Κυριακής, στις 8 του Αγίου Προκοπίου. Στις 15 του Αγίου Κήρυκου του Ιουλίτη προστάτη των παιδιών για τους τραυματισμούς,  ίσαμε την μεγάλη γιορτή της Αγιά Μαρίνας στις 17. Εκείνη τη μέρα λένε πως είναι ώριμα τα σταφύλια και τα σύκα γι αυτό και η μνήμη της γιορτάζεται με εξόδους στα  αμπέλια και στους λαχανόκηπους με τις μεγάλες συκιές  και τα παράξενα φύλλα που τις νύχτες με φεγγάρι για όλους όσους ξενυχτούσαν στην εξοχή έπαιρναν μορφή και άλλοτε γινόταν μάγισσες , άλλοτε νεράιδες ή φοβέρες νυχτερίδες που τρόμαζαν καθώς κουνιόταν με το πρώτο αεράκι που συντρόφευε τις καυτερές νύχτες του Δευτερόλη μήνα . Η Αγιά Μαρίνα προστάτευε  και από τα βλαπτικά ζωύφια γι αυτό και γινότανε αγιασμός και ραντισμός των σπαρτών από τα σκαθάρια και τα άλλα «έχνη» που γέμιζαν τα χωράφια. Ακόμα λένε πως η Αγία είναι προστάτιδα των καχεκτικών παιδιών και « μάραινε» τα εξανθήματα από την ευλογιά !

Ν. Λύτρας
Ακολουθεί η μεγάλη γιορτή του Προφήτη Ηλία στις 20 του Ιούλη που θεωρούνταν έφορος της βροχής , των ανέμων, των βροντών και των κεραυνών. Λέγανε πως έτρεχε στον ουρανό με την άμαξά του καταδιώκοντας κάποιον δράκο ή τον διάβολο και κρατώντας πάντα για όπλο του τον κεραυνό. Η παράδοση τον θέλει να είναι ναύτης που επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και κόντεψε να πνιγεί αρκετές φόρες,  βγαίνει στη στεριά και αποφασίζει  να πάει σε μέρος που δεν έχουν δει θάλασσα ποτέ. Βάζει στον ώμο του ένα κουπί κι όποιον συναντά στο δρόμο του τον ρωτά αν ξέρει τι είναι τούτο που βαστά. Όταν του λέγαν πως ήξεραν κείνος τραβούσε όλο και ψηλότερα και σαν έφτασε στην κορφή ενός βουνού του παν πως τούτο δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα κομμάτι ξύλο. Έτσι αποφάσισε να μείνει για πάντα εκεί ψηλά. Μύθος που έχει τις ρίζες του σε εκείνον του Οδυσσέα  που παρακινείται από τον Τειρεσία, σαν σκοτώνει τους μνηστήρες να τραβήξει όσο πιο ψηλά μπορεί και σαν θα φτάσει σε μέρος που δεν γνωρίζουν από καράβια ή κουπί να το μπήξει στη γη και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα.  Συνδέεται επίσης  με τον Ήλιο που ταυτιζόταν με τον  Δία που σαν θεός των μετεωρολογικών φαινομένων λατρευόταν πάνω σε βουνοκορφές. Έτσι εξηγούνται και οι φωτιές που ανάβονταν στις κορυφές  μα και οι θυσίες πετεινών που ως αγγελιοφόρος της ημέρας θεωρήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες σύμβολο του Ήλιου και από την φωνή του έβγαζαν προγνωστικά για τον καιρό. Την παραμονή του Αϊ Λιά γινόταν δέηση στον προφήτη γιατί οι ζέστες πια ήταν ανυπόφορες , η λεγόμενη Περπερούνα για να ρίξει μια βροχή να δροσιστούν. Το έθιμο ήθελε να στολίζουν  με πράσινα χόρτα ένα κορίτσι ορφανό που το πήγαιναν στο ποτάμι και έβρεχαν τα ρούχα τους και στη συνέχεια χόρευαν όλοι μαζί και τραγουδούσαν.

…Θέ μου βρέξε μια βροχή, μια βροχή μια σιγανή, μια βροχή καλή βροχή.

Σε πολλά ξωκλήσια επίσης επειδή πίστευαν πως και τούτος ο Προφήτης προστάτευε από αρρώστιες γινόταν περισχοινισμός δηλαδή περιτύλιξη της εκκλησίας με κέρινο νήμα αλλά και του ασθενή ή τύλιγαν το κεφάλι του με στάχυα  και έτσι έφευγε ο πόνος.

Νικόλαος Σαντοριναίος
Ο μήνας τελειώνει με πολλά πανηγύρια ακόμη ανάλογα την περιοχή. Στις 22 η Αγιά Μαρκέλλα, στις  24 η Αγιά Χριστίνα, στις  25 είναι η Κοίμηση της Αγίας Άννας και ακολουθούν οι γιορτές δύο θεραπευτών αγίων της Αγίας Παρασκευής  της Δρακοντοκτόνου στις 26 που προστατεύει τα μάτια. Λένε επίσης πως προστάτευε και από την χολέρα ή πανώλη. Στην Κρήτη την  αποκαλούν  και «Πεφταργά». Φτάνουμε στη γιορτή  του Αγίου Παντελεήμονα στις 27 Ιουλίου, προστάτης όλων σχεδόν των αναπηριών κι είναι γνωστή η παροιμία : « Κουτσοί , στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα ». Και το εορτολόγιο κλείνει στις 28 του Ιούλη με την γιορτή της Αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου που τιμάται ιδιαίτερα στην πόλη του Ηρακλείου .

Καλό μήνα !
Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Πηγές :
Μουσείο Μπενάκη : « Παραδοσιακές καλλιέργειες », Αθήνα 1978
Γ.Α. Μέγα « Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας »,Αθήνα 1963
*Λόγια του αέρα, Ιδ. Συλ. Διηγημάτων, Ελένη Μπετεινάκη, 2015
cretalive.gr
Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Τα καλοκαιρινά, Δημ. Λουκάτος, εκδ. Φιλιππότη

Δημοσιεύτηκε στι 1 Ιουλίου 2017:http://www.cretalive.gr

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Παραμύθια γεμάτα με όνειρα....




Τα Παραμύθια του Σαββάτου …γράφει η Ελένη Μπετεινάκη*

Παραμύθια γεμάτα με όνειρα. Όνειρα φανταστικά, όνειρα αληθινά , όνειρα που δεν σβήνουν ποτέ από ψυχή και μυαλό. Μια ολόκληρη ζωή μπορεία να έχει σαν κίνητρο ένα όνειρο. Μια ελπίδα που πάντα σιγόκαιει. Ιστορίες για την ζωή, για το πείσμα, την υπομονή, την ομορφιά των δικών μας ματιών. Αναζητήσεις, προσμονές, επιθυμίες, συναισθήματα.

Ναι, αυτό έχουν τα σημερινά» Παραμύθια του Σαββάτου». Ξεχειλίζουν συναίσθημα για όλα όσα ονειρευόμαστε και δεν ξέρουμε αν συμβούν πότε στ΄ αλήθεια!

Ο φυσητής των ονείρων, Bernard VilliotThibault Prugne, εκδ. Λιβάνης

Ο Ζορζί Μπαλαρί είναι ένα μικρό αγόρι , ορφανό και μαθητευόμενος του Πιέτρο Σπαλάτο, μάστορας στη Βενετία. Ήθελε μεγαλώνοντας να γινόταν ένας φυσητής γυαλιού μόνο που η μοίρα είχε άλλα σχέδια για τον μικρό Ζορζί. Στα δεκαπέντε του χρόνια, ένα κομμάτι γυαλί του τραυμάτισε το πόδι και του άφησε μια μικρή αναπηρία. Κούτσαινε πια κι αυτό σήμαινε πως δεν έκανε για Φυσητής Γυαλιών αφού δεν θα μπορούσε να σταθεί στα δύο του πόδια. Τον έδιωξε ο Πίετρο, τον έδιωχναν όλοι κι εκείνος μόνος, με κοροϊδίες αρκετές περιπλανιόταν  παντού τις νύχτες. Το χειρότερο; Του  κόλλησαν το παρατσούκλι «Χορευτής». Όμως τα όνειρα των ανθρώπων δεν σταματούν πότε να υπάρχουν όσες αναποδιές και να τους τύχουν. Έτσι ο Ζορζί βρήκε τρόπο να μπαίνει τις νύχτες στα εργαστήρια των άλλων μαστόρων και να προσπαθεί να  μάθει μόνος  του να χειρίζεται το φυσοκάλαμο. Ο Τζάκομο ένα δεκάχρονο αγόρι, ζητιάνος, θα μπει στη ζωή του Ζορζί και θα την αλλάξει…. Ο νεαρός μάστορας θα φτιάξει για πρώτη φορά στη ζωή του ένα όνειρο  από ένα κομμάτι γαλάζιο γυαλί και ο Τζάκομο θα το δει στον ύπνο του και θα μαγευτεί. Όλα τα παιδιά θέλουν  να γνωρίσουν τον σπουδαίο φυσητή του γυαλιού που φτιάχνει  φανταστικά όνειρα… Μια νέα περιπέτεια θα αρχίσει για τον Ζορζί, τον Τζάκομπο, τους πικρόχολους  μάστορες , για την ζωή και τις μεγάλες επιθυμίες ….
 Μια ιστορία λοιπόν για το όνειρο, τη δύναμη της φαντασίας. Μια ιστορία που μόνο ταξιδεύει τον νου και την ψυχή. Μια ιστορία που τα αδύνατα γίνονται δυνατά. Οι επιθυμίες που εκπληρώνονται, τα όνειρα που ακουμπούν την αλήθεια, οι άνθρωποι που με την επίμονή και υπομονή τους καταφέρνουν τα ακατόρθωτα. Για κάθε αναποδιά που μπορεί να συμβεί αλλά που δίνει περισσότερη δύναμη και πείσμα για καλύτερη ζωή. Ένα ταξίδι, όλο το βιβλίο, στην Βενετία, στο μοναδικό νησάκι το Μουράνο, στο χρώμα και στην ομορφιά της τέχνης. Της τέχνης του φυσητού γυαλιού που΄ ναι αλήθεια μάστορες του είδους,  οι Βενετοί. Μια ιστορία που έχει πάθη κακίες, μίση , μοναξιά μα και αγάπη, κι ομορφιά και θέληση κι απ΄όλα. Για να μην σταματάμε ποτέ να ελπίζουμε, για τα όνειρα που δίνουν ζωή, για τη ζωή που πάντα ονειρεύεται. Πότε δεν πρέπει να μας πτοούν οι δυσκολίες, αντίθετα να μας γεμίζουν δύναμη και συνεχή προσπάθεια. Και τότε ναι, το θαύμα μπορεί να συμβεί… Αν πιστεύουμε στον εαυτό μας , στα όνειρα και γιατί όχι …στα παραμύθια!
Να το ξεφυλλίσετε πολλές φορές, να θαυμάσετε την υπέροχη εικονογράφηση. Να αφεθείτε στο όνειρο…
Για παιδιά και μεγάλους που δεν τι βάζουν κάτω ΠΟΤΕ!΄

Ένα κίτρινο φύλλο, Μιχάλης Μουλάκης, εικ: Φίλιππος Φωτιάδης,ε κδ.Ίκαρος

Ο κύκλος της ζωής μέσα από το τελευταίο ταξίδι ενός κίτρινου φύλλου. Χρώμα, φαντασία, διάλογοι με τους γειτόνους, τους φίλους, τους συνοδοιπόρους της ζωής. Μια ιστορία του τέλους ή μήπως μιας νέας αρχής. Μια ιστορία για το φόβο του άγνωστου, για την ελπίδα του αύριο, για την ίδια τη ζωή που προχωρά και δεν σταματά  πουθενά. Κάποιοι μας ακολουθούν, κάποιοι μας αγνοούν  και κάποιους δεν προσέχουμε εμείς ποτέ στο διάβα μας… Η πορεία, το ταξίδι έστω και την τελευταία  στιγμή είναι μια αναζήτηση, μια επισκόπηση, ένα απολογισμός  γεμάτος συναισθήματα κι εναλλαγές.
Πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας ο Μιχάλης Μουλάκης. Νέα γραφή, για μικρούς και μεγάλους. Ευαίσθητο, αληθινό, τρυφερό, φιλοσοφικό  και πολύ προσεγμένο κείμενο. Ένα κίτρινο φύλο από εκείνα τα χιλιάδες που πέφτουν, υπάρχουν, σκορπίζονται παντού κάθε φθινόπωρο, χειμώνα ή και την Άνοιξη ακόμα. Ένα κίτρινο φύλλο που την ώρα της τελευταίας πτήσης του ,της τελευταίας διαδρομής και την ίδια στιγμή της πρώτης, βλέπει τον  κόσμο με άλλα μάτια. Πράγματα που θεωρούνταν δεδομένα ανακαλύπτει πως δεν ήταν. Άλλη οπτική γωνία και ματιά, μικρές ή μεγάλες  αποκαλύψεις, χαρές και πίκρες. Άλλοι  το γνώριζαν, το θυμούνταν,  άλλοι όχι, κι αυτό που νόμιζε…. Κι ύστερα αρχίζουν οι φοβίες, οι έννοιες και τα ερωτήματα. Ερωτήματα για την ύπαρξη, το τέλος ή την αρχή μιας νέας ζωής, ίσως. Που πάμε, που ήμασταν, πως ήμασταν, ποιοι έζησαν πραγματικά δίπλα μας, ή παράλληλα  με τη δική μας ζωή. Αλληγορική πολύ η σημασία του κίτρινου φίλου δίνει στα παιδιά τη δυνατότητα από ένα τόσο ασήμαντο μικρό φυλλαράκι να πάρουν απαντήσεις, σύμβολα και ερεθίσματα για τον κόσμο που τα περιβάλλει, τις ματιές, την ίδια την πορεία της ζωής. Κι οι απαντήσεις  είναι πολλές, κι είναι  όλες δεκτές κι αληθινές, όπως γράφει και την ιστορία του  ο συγγραφέας  γεμάτη τόλμη και θάρρος , με ελπίδα κι όνειρα.
Εικονογράφηση από τον Φίλιππο Φωτιάδη σαν τεχνική κολλάζ αρκετά προσεγμένη με απλές γραμμές, λιτό και απέριττο και φιλικά σκίτσα για  παιδιά!
Για παιδιά από 4 ετών….

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

24 Ιουνίου… Γενέθλιος Ημέρα του Ιωάννη Προδρόμου!



Της Ελένης Μπετεινάκη*

Κι έφταναν οι φωτιές ίσαμε τα πιο ψηλά τα κτίρια και γέμιζε ο κόσμος καπνούς, φωνές και γάργαρα γέλια. Ποιος θα πηδούσε πιο ψηλά, ποιος δεν θ ακουμπούσε ούτε για μια στιγμή τη φλόγα. Κανέναν δεν ένοιαζε η μουζουδιά ή το κάψιμο. Η λαχτάρα του κινδύνου, το βραβείο της επιτυχίας και οι μετέπειτα συζητήσεις για τον πιο άξιο ήταν λόγοι για να μην σκέφτεται  κανένας …τίποτα!
Κι ήταν  οι φωτιές έθιμο που ξεκίνησε από τα χρόνια της παλαιάς Διαθήκης με τις φρυκτωρίες είπαμε, (http://www.cretalive.gr/culture/oi-foties-t-ah-giannh-h-magikh-bradia-toy-klhdona ) που πέρασε μετά στο Βυζάντιο κι έμεινε ίσαμε τα νεότερα χρόνια.
Κι έριχναν μέσα εύφλεκτα παλιοσύνεργα της αγροτικής ζωής ή του νοικοκυριού όπως στειλιάρια, κοφίνια, καρέκλες και λουλούδια  όπως σταυρολούλουδα, Μάηδες, βάγια. Και πηδούσαν 3 φορές την φωτιά σε κάποια μέρη της Ελλάδας κι αλλού επτά, τα κορίτσια, για να΄ναι καλή η Τύχη τους. Τέλος έριχναν σκόρδα μοιράζοντας τα «χτένια » τους για υγεία και γεροσύνη.  Αλλού πάλι κρατούσαν μια πέτρα πάνω απ το κεφάλι κι εύχονταν :
Σίδερο η Μέση μου (για τις ώρες του θερισμού)
Πέτρα το κεφάλι μου ( για τους πυρετούς και τις ελονοσίες)

 Κι ήταν οι φωτιές οι διαβατάρικες, οι αναφωταρές, οι κάψαλοι, οι καραμουστιές, οι λαμπάδες, οι λούλες, οι ντολοφάγκες, οι φουνταριές….

Κι ήταν οι φωτιές της κάθαρσης αφού δεν υπήρχαν και πολλά απολυμαντικά εκείνα τα χρόνια, ούτε εντομοκτόνα. Και τις άναβαν παντού, όχι μόνο στα βουνά μα καις τις ακροθαλασσιές  κι έτσι θα καίγονταν  όλα τα ζουζούνια, οι κοριοί κι όλα τα βλαβερά ζωύφια που συνήθως κρύβονταν σε ένα σωρό παλιά σύνεργα. Οι καπνοί θα τα έπνιγαν κι η ατμόσφαιρα μετά από μια – δυο μέρες, θα καθάριζε , μαζί κι ο τόπος !

Την ημέρα λοιπόν του Αι Γιαννιού  στις 24 Ιουνίου πια, ξυπνούσαν από το ξημέρωμα, αν είχαν κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ, φυσικά. Κι είχαν ένα σωρό περάματα να κάνουν. Πρωτ΄από όλα  έπρεπε να παρατηρήσουν τον ήλιο που θα ανέτειλε. Ίσως και να τον έβλεπαν τούτη τη μέρα καλύτερα από τις προηγούμενες να «τρέμει»  γιατί το ταξίδι προς το χειμώνα αφού ζούσαν τις μέρες του θερινού  λιοτρόπιου,  ήταν πια γεγονός κι εκείνος έπρεπε να ακολουθήσει την πορεία του ….τρεκλίζοντας. Προσοχή όμως κανένας δεν θα κοίταγε τον ήλιο με γυμνό μάτι , μόνο με ένα σκούρο πανί ή γυαλί μπροστά του, γιατί αλλιώς όλα θα χάνονταν.
Του Αι Γιαννιού λοιπόν, σημαδιακή η μέρα, 6 μήνες πριν τη γέννηση του Χριστού η γιορτή του, όπως την όρισε η Εκκλησία μας. Παρετυμολογία του Ονόματος του Γιάννης = Γιαίνω= θεραπεύω, για αυτό και τούτον τον άγιο είχαν όλοι στο μυαλό τους να τον φωνάζουν Ριγανά. Έτοιμη είναι η ρίγανη, ώριμη πια, κι όλα τα θεραπευτικά βότανα έπρεπε να μαζευτούν ,να φυλακτούν,  αφού πρώτα έμεναν  όλο το προηγούμενο βράδυ στις ταράτσες και στα αλώνια να αστροφώτιστουν.
Και το πρωί σαν τα μάζευαν  όλα, πήγαιναν όσοι είχαν να «ορνιάσουν» τις συκιέ στους, δηλαδή να τους κρεμάσουν ορνούς (αγριόσυκα)  για να κρατήσουν την καρποφορία τους. Έβαζαν χώμα στις ρίζες τους και στάχτη από τη φωτιά της παραμονής  για να μην ρίξουν τα φύλλα τους.
 Κι είχε σειρά η υπόλοιπη διαδικασία του κλήδονα που  τοποθετούνταν σε σκιερό μέρος νωρίς το πρωί πριν προλάβει να τον δει ο ήλιος. Η μεγάλη τελετουργία άρχιζε αργά το απόγευμα όταν ο ήλιος « βουτούσε » στην νύχτα. Συγκεντρώνονταν όλοι γύρω από την στάμνα κι ένα μικρό παιδί έβγαζε από μέσα  όλα τα ριζικάρια.  Όλα ξεκινούσαν με την καθιερωμένη μαντινάδα:
« Ανοίξετε τον κλήδονα στ Αι Γιαννιού τη χάρη
και πουναι καλορίζικος το μήλο του να πάρει ».
Και με μαντινάδες συνεχιζόταν όλη η τελετή μέχρι το τέλος. Ύστερα τα κορίτσια μοιράζονταν το αμίλητο νερό και για τις επόμενες τρεις  μέρες έβαζαν λίγο στο στόμα τους και έβγαιναν στο δρόμο ή στα παραθύρια για  να ακούσουν ένα ανδρικό όνομα κι ίσως να ήταν αυτό  του μέλλοντος συζύγου τους.
Κι οι μαντείες δεν αρκούνταν μόνο στον Κλήδονα. Υπήρχαν κι  άλλες μαντικές τεχνικές που χρησιμοποιούσαν τούτη τη μέρα. Η στάχτη από τα καμένα στεφάνια ή κομμάτι από το κόκκινο πανί ή έριχναν βραστό μολύβι στο νερό για να μελετήσουν τα σχήματά του. Σε άλλες περιοχές πάλι σαν περνούσε η ώρα κι ίσως και την επόμενη μέρα, οι κοπελιές έβγαιναν και πήγαινα σε πηγάδια με ένα καθρέφτη μαζί τους  μήπως και δουν τη μορφή του νιού που θα έπαιρναν για άνδρα τους. Κι αν δεν είχαν αποτέλεσμα, σαν έρχονταν η νύχτα βαθιά, τα μεσάνυχτα, μόνες πια στην δική τους κάμαρη, γυμνές, μπροστά στον δικό τους καθρέφτη, κοίταζαν κι εκεί στα βάθη του σαν σκιά, έβλεπαν τον ποθητό άνδρα... Εκεί μέσα στην απόλυτη μοναξιά, την νυχτιά και την σιωπή, χωρίς ντροπές ή ενοχές, αλλά με την προσμονή και την επιθυμία…

25 Ιουνίου…

Την άλλη μέρα 25 Ιουνίου πια στις δώδεκα το μεσημέρι ακριβώς πήγαιναν  σε πηγάδι που βρισκόταν σε δισταύρι και εκεί έκαναν νέες ευχές. Ρίχνανε μέσα όσο  νερό του κλήδονα είχε μείνει  και κάθε  κοπέλα έστεκε  στο χείλος του πηγαδιού κρατώντας έναν καθρέφτη με τρόπο ώστε οι ακτίνες του ήλιου να αντανακλώνται στο νερό, στην επιφάνεια του οποίου σχηματιζόταν το είδωλο του μελλοντικού συζύγου τους.
Έθιμα παλιά, γιορτές που σημάδεψαν πολλές γενιές ανθρώπων και που σήμερα τα συναντάμε να αναβιώνουν μόνο με  φολκλορικό χαρακτήρα. Άρωμα άλλων εποχών, αγνών και πιο ανθρώπινων που πάντα θα αναπολούμε όσοι τα ζήσαμε και θα προσπαθούμε να τα μεταφέρουμε όσο πιο πιστά μπορούμε στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές.
 «…Θυμάμαι ακόμα τον ήχο του κλήματος από τις φωτιές που έκαιγαν μόλις βράδιαζε στα σταυροδρόμια του χωριού μου, τις σπίθες που πετιόντουσαν παντού. Τις φωνές και τα γέλια  όλων μας. Μικρά παιδιά κι είχαμε την έννοια να γυρίζουμε τα σπίτια των νοικοκυραίων και να τους ζητάμε τα μαγιάτικα, ξεραμένα πια, στεφάνια ή κοφίνια και παλιά καλάθια  για να τα ρίξουμε στη φωτιά, να γίνει πιο μεγάλη, να φουντώσει να φτάσει η  δύναμή της όσο πιο ψηλά γινόταν. Κι ύστερα παίρναμε σειρά ο ένας πίσω από τον άλλο να πηδήσουμε τρεις φορές ,χωρίς να πατήσουμε κανένα κάρβουνο, να ξορκιστεί το κακό , να έχουμε υγεία, να ναι καλή η χρονιά που ζούσαμε ίσαμε τον επόμενο Ιούνη… Κι  ύστερα μαζευόμασταν στην αυλή της κυρίας Ειρήνης και με μαντινάδες , με γέλια και με πολλά πειράγματα ξεκινούσε η διαδικασία του Κλήδονα με το αμίλητο νερό του. Δεν καταλαβαίναμε ακριβώς τι γινόταν, μας άρεσε όμως που ήταν μαζεμένοι τόσο πολλοί άνθρωποι εκεί… Ιεροτελεστία μεγάλη κι όλοι πείραζαν  τα άλλα  κορίτσια που είχαν πάρει μέρος σ΄αυτό το « δρώμενο» έτσι ώστε να τα κάνουν να μιλήσουν ή να γελάσουν … Εκείνες όμως περίμενα υπομονετικά και σαν άδειαζε η στάμνα έπαιρναν μια γουλιά νερό, μέσα στο στόμα, «αμίλητο νερό», και έτρεχαν να στηθούν στα παράθυρα ή στην άκρη του δρόμου περιμένοντας να ακούσουν το πρώτο ανδρικό όνομα, ΄που ίσως και να΄ταν ίδιο με τον τυχερό που θα έκαναν ταίρι…. Και μύριζε η αυλή ρίγανη  και θυμάρι και ένα σωρό αλλά αρωματικά φυτά. Την επόμενη μέρα έπρεπε να τα μαζέψουμε όλα να τα αποξηράνουμε για τον χειμώνα γιατί εκτός από του Αι Γιαννιού του Φανιστή και Ριζικάρη εμείς τον φωνάζαμε  και  Ριγανά για αυτόν ακριβώς το λόγο.Μικρά παιδιά εμείς, κι όλο αυτό είχε κάτι μαγικό.Πιστεύαμε στ΄αλήθεια πως από τα σημάδια του Κλήδονα  που διάβαζαν μέσα στο νερό οι κοπελιές θα συναντούσαν τον νέο που αγαπούσαν , που ήθελε η ψυχή τους και την επόμενη  βραδιά θα φανερωνόταν και βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε να πάρουμε μέρος κι εμείς…»**

*H Ελένη Μπετεινάκη είναι  νηπιαγωγός

Πηγές :
Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, Νίκος Ψιλάκης, εκδ. Καρμανωρ
Τα καλοκαιρινά, Λουκάτος Δ.Σ. Αθήνα 1981
**Λόγια του αέρα, Ελένη Μπετεινάκη, Συλλογή Διηγημάτων, 2015
Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Μέγας Γ.Α. , Αθήνα 1956
Λαογραφικά Αρχανών Κρήτης, Ελ. Ουσταμανωλάκη – Ειρ. Ουσταγιαννάκη , Μορφ.Σύλ.Αρχανών 1969.
Εφημερίδα Καθημερινή


Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 24 Ιουνίου 2017 :http://www.cretalive.gr/culture