Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Ιούλιος ο Δευτερόλης, ο Αλωνευτής και Πανηγυράς!



Pieter Bruegel
Της Ελένης Μπετεινάκη*

Μήνας ξεφαντώματος στην κάψα του καλοκαιριού γεμάτος στάχυα και δρεπάνι , αστέρια και μυστικά σύμβολα, τροφή γα τους παραμυθάδες του κόσμου. Σχήματα αστερισμών που θυμίζουν δράκους, αερικά ,φτερωτά άλογα, φωτιές, λιοντάρια και αρκούδες. Αλησμόνητες βραδιές στις θημωνιές , στα αλώνια ,ολόγιομο φεγγάρι , νεράιδες και ξωτικά να παραμονεύουν  για τον πιο τρελό τους χορό με εκείνους τους « κουζουλούς» και ατρόμητους. Και εκεί ανάμεσα στον ξάστερο ουρανό και στο καυτό χώμα,  να έρχονται οι κουβέντες κι οι  ιστορίες με θύμησες και γέλια για να περάσει η νυχτιά, ίσαμε να βγει ο ήλιος ο καυτός το πρωί, να συνεχίσει η σκληρή δουλειά, να μαζευτεί, να αλωνιστεί κι ο τελευταίος σπόρος.

Δημήτρης Γιολδάσης
Ατελείωτα όμως και τα πανηγύρια. Τόση πολύ δουλειά και τόσες πολλές γιορτές με αγίους «τιμωρούς» που θέλουν  τους πιστούς να μην εργάζονται την ημέρα της γιορτής τους .Ο Αλωνάρης μήνας του καλοκαιριού είναι ο πιο ζεστός και συχνά μας παραπέμπει σε εικόνες που όλο και λιγότερο συναντούμε στις μέρες μας . Εκείνα τα πρωινά ή τα μεσημέρια γύρω από τα αλώνια τα  πετράλωνα, τα μαρμαρένια ή τα χωματάλωνα που έπρεπε να είναι σε μέρη που τα « βαρούσαν οι άνεμοι». Και είχαν διάμετρο ίσαμε  τέσσερα μέτρα και πέτρες γύρω γύρω για να μην φεύγει ο καρπός. Και στη μέση το στέντζερο , καμωμένο από ξύλο όπου κανόνιζαν τα ζώα , μουλάρια, άλογα ή γαϊδούρια να τρέχουν γύρω του, πάντα πεταλωμένα να μην κουράζονται και το στουμούχι στο στόμα για να μην τρώνε τα άχυρα. Κι εκεί στα καπούλια τους καμιά φορά ή στο μέτωπο τους έκαναν σταυρούς με κατράμι για να μην τα πιάνει το μάτι.

Κάτω στης μαργαρίτας τ’ αλωνάκι, στήσαν  χορό τρελό τα μελισσόπουλα.
Ιδρώνει ο ήλιος, τρέμει το νερό. Στάχυα ψηλά λυγίζουνε το μελαμψό ουρανό.
                                                                                                                 ( Οδυσσέας Ελύτης)

Νικόλαος Λύτρας, Το ψάθινο καπέλο
 «…Κι ήθελα τόσο πολύ να είχαμε κι εμείς ένα αλώνι, κάτω στον μεγάλο κάμπο. Είχα γεμίσει εικόνες από το αναγνωστικό και την φαντασία μου που πάντα μ΄οδηγούσε στις πιο παράξενες γωνιές. Ήταν σαν να έβλεπα τον εαυτό μου να  κάθεται εκεί  με ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο να βλέπει τους άνδρες με τα άσπρα κεφαλομάντηλα και τις γυναίκες με τα τσεμπέρια στο χρώμα της γης και τις μακριές φούστες, κατακόκκινες στο πρόσωπο από το δυνατό κάψιμο που τις κερνούσε  ό ήλιος. Και σαν σηκωνόταν εκείνο το ευεργετικό αεράκι που τόσο περίμεναν οι εργάτες για να τους διευκολύνει στη δουλειά τους, να φεύγει το καπέλο μακριά κάτω στο ρέμα του ποταμού, εκεί που τη  νύχτα ήμουν σίγουρη πως μαζεύονταν όλες οι νεράιδες και όλα τα ξωτικά. Ένα από κείνα τα βράδια τα « καυτερά», όπως έλεγε ο πατέρας μου , θυμάμαι πως κατεβήκαμε στον παλιό μύλο κι ένοιωθα παντού την παρουσία μιας άγνωστης φιγούρας, επηρεασμένη από τις ατέλειωτες  ιστορίες της …ταράτσας μας, όταν ξαπλώναμε τις νύχτες με το ολόγιομο φεγγάρι πάνω σε ένα βαμβακερό χαλί και κοιτούσαμε τα άστρα. Κι είχα μάθει όλα τα ονόματα, και ξεχώριζα την Μικρή από τη Μεγάλη Άρκτο κι έφτιαχνα μικρά παραμύθια πάντα με πρωταγωνίστρια την δική μου νεράιδα την Νεραϊδούσα, που τα αστέρια, της έφτιαχναν το φωτεινό της δρόμο ίσαμε το κάστρο της. Και τότε έβλεπα το τεράστιο φεγγάρι  να χαμογελά και να μου κλείνει συνωμοτικά το  μάτι… Ήξερε πως ήταν η ώρα για τις καλύτερες ιστορίες  γεμάτες με όλους εκείνους  τους  ήρωες που ζωντάνευαν μόνο κάτι τέτοια βράδια γεμάτα ασημένιο φως. Κι έστελνε λέει μήνυμα στον άνεμο να έρθει κι αυτός να φυσήξει λίγο , να δροσίσει τις τσιμεντένιες στέγες των σπιτιών που έβραζαν και να μαζέψει όλα τα λόγια και τις εικόνες να τα ταξιδέψει πέρα μακριά σε άλλους κόσμους κι ίσαμε τα πέρατα της γης …
Ιούλης ήταν θαρρώ , που συνέβαιναν όλα τούτα …!»*

“Στ’ αλώνια καλοσάρωτα και ξεχορταριασμένα θα ξαπλωθούν οι θημωνιές ξανθόμαλλες πλεξίδες”, λέει ο ποιητής μας  Γιώργος Δροσίνης

Δημήτρης Γιολδάσης
Ιούλιος ο αλωνάρης, αλωνιστής, αλωνίτης, αλωνιάτης , αλωνευτής, χαλαζάρης, δευτερόλης, δευτερογιούλης, Αηλιάς ή Αηλιάτης,  Φουσκομηνάς ,  Χασκομηνάς, Γυαλιστής ή Γυαλινός, Αηκερατίτης και Χορτοκόπος. Ονομασίες που συναντάμε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και δηλώνουν συνήθως τις γεωργικές δουλειές ή συνήθειες που ίσχυαν για κάθε τόπο.
Πρωτομηνιά είναι η  γιορτή είναι  των Αγίων Αναργύρων που τους ονόμασαν έτσι γιατί αν και γιατροί ποτέ δε έπαιρναν ούτε ένα “αργύριο” για να θεραπεύσουν κάποιον. Tην επομένη στις 2 του μήνα, είναι της Παναγιάς της Βλαχέραινας ή Καψοδεματούσας  γιατί λένε πως έκαιγε στ ‘αλώνια τα δεμάτια αυτών που δεν κρατούσαν αργία τούτη τη μέρα. Στις 3 του Ιούλη γιορτάζει ο Άγιος Υάκινθος,  ο δικός μας άγιος του έρωτα και των αγνών αισθημάτων, της δημιουργίας και της έμπνευσης . Στις 4 του μήνα είναι του Αγίου Ανδρέα Κρήτης, στις 7 της Αγίας Κυριακής, στις 8 του Αγίου Προκοπίου, στις 15 του Αγίου Κήρυκου του Ιουλίτη προστάτη των παιδιών για τους τραυματισμούς,  ίσαμε την μεγάλη γιορτή της Αγιά Μαρίνας στις 17. Εκείνη τη μέρα λένε πως είναι ώριμα τα σταφύλια και τα σύκα γι αυτό και η μνήμη της γιορτάζεται με εξόδους στα  αμπέλια και στους λαχανόκηπους με τις μεγάλες συκιές  και τα παράξενα φύλλα που τις νύχτες με φεγγάρι για όλους όσους ξενυχτούσαν στην εξοχή έπαιρναν μορφή και άλλοτε γινόταν μάγισσες , άλλοτε νεράιδες ή φοβέρες νυχτερίδες που τρόμαζαν καθώς κουνιόταν με το πρώτο αεράκι που συντρόφευε τις καυτερές νύχτες του Δευτερόλη μήνα . Η Αγιά Μαρίνα προστάτευε  και από τα βλαπτικά ζωύφια γι αυτό και γινότανε αγιασμός και ραντισμός των σπαρτών από τα σκαθάρια και τα άλλα «έχνη» που γέμιζαν τα χωράφια. Ακόμα λένε πως η Αγία είναι προστάτιδα των καχεκτικών παιδιών και « μάραινε» τα εξανθήματα από την ευλογιά !
Νικόλαος Σαντοριναίος, Τι σάκιασμα του σιταριού
Ακολουθεί η μεγάλη γιορτή του Προφήτη Ηλία στις 20 του Ιούλη που θεωρούνταν έφορος της βροχής , των ανέμων, των βροντών και των κεραυνών. Λέγανε πως έτρεχε στον ουρανό με την άμαξά του καταδιώκοντας κάποιον δράκο ή τον διάβολο και κρατώντας πάντα για όπλο του τον κεραυνό. Η παράδοση τον θέλει να είναι ναύτης που επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και κόντεψε να πνιγεί αρκετές φόρες,  βγαίνει στη στεριά και αποφασίζει  να πάει σε μέρος που δεν έχουν δει θάλασσα ποτέ. Βάζει στον ώμο του ένα κουπί κι όποιον συναντά στο δρόμο του τον ρωτά αν ξέρει τι είναι τούτο που βαστά. Όταν του λέγαν πως ήξεραν κείνος τραβούσε όλο και ψηλότερα και σαν έφτασε στην κορφή ενός βουνού του παν πως τούτο δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα κομμάτι ξύλο. Έτσι αποφάσισε να μείνει για πάντα εκεί ψηλά. Μύθος που έχει τις ρίζες του σε εκείνον του Οδυσσέα  που παρακινείται από τον Τειρεσία, σαν σκοτώνει τους μνηστήρες να τραβήξει όσο πιο ψηλά μπορεί και σαν θα φτάσει σε μέρος που δεν γνωρίζουν από καράβια ή κουπί να το μπήξει στη γη και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα.  Συνδέεται επίσης  με τον Ήλιο που ταυτιζόταν με τον  Δία που σαν θεός των μετεωρολογικών φαινομένων λατρευόταν πάνω σε βουνοκορφές. Έτσι εξηγούνται και οι φωτιές που ανάβονταν στις κορυφές  μα και οι θυσίες πετεινών που ως αγγελιοφόρος της ημέρας θεωρήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες σύμβολο του Ήλιου και από την φωνή του έβγαζαν προγνωστικά για τον καιρό. Την παραμονή του Αϊ Λιά γινόταν δέηση στον προφήτη γιατί οι ζέστες πια ήταν ανυπόφορες , η λεγόμενη Περπερούνα για να ρίξει μια βροχή να δροσιστούν. Το έθιμο ήθελε να στολίζουν  με πράσινα χόρτα ένα κορίτσι ορφανό που το πήγαιναν στο ποτάμι και έβρεχαν τα ρούχα τους και στη συνέχεια χόρευαν όλοι μαζί και τραγουδούσαν.
…Θέ μου βρέξε μια βροχή, μια βροχή μια σιγανή, μια βροχή καλή βροχή.
Σε πολλά ξωκλήσια επίσης επειδή πίστευαν πως και τούτος ο Προφήτης προστάτευε από αρρώστιες γινόταν περισχοινισμός δηλαδή περιτύλιξη της εκκλησίας με κέρινο νήμα αλλά και του ασθενή ή τύλιγαν το κεφάλι του με στάχυα  και έτσι έφευγε ο πόνος.
Ο μήνας τελειώνει με πολλά πανηγύρια ακόμη ανάλογα την περιοχή. Στις 22 η Αγιά Μαρκέλλα, στις  24  η Αγιά Χριστίνα, στις 25  είναι η Κοίμηση της Αγίας Άννας και ακολουθούν οι γιορτές δύο θεραπευτών αγίων της Αγίας Παρασκευής  της Δρακοντοκτόνου στις 26 που προστατεύει τα μάτια. Λένε επίσης πως προστάτευε και από την χολέρα ή πανώλη. Στην Κρήτη την  αποκαλούν  και «Πεφταργά». Φτάνουμε στη γιορτή  του Αγίου Παντελεήμονα στις 27 Ιουλίου, προστάτης όλων σχεδόν των αναπηριών κι είναι γνωστή η παροιμία : « Κουτσοί , στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα ». Και το εορτολόγιο κλείνει στις 28 του Ιούλη με την γιορτή της Αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου που τιμάται ιδιαίτερα στην πόλη του Ηρακλείου .

Καλό μήνα !

Πηγές :
*Λόγια του αέρα, Ιδ. Συλ. Διηγημάτων, Ελένη Μπετεινάκη, 2014
Μουσείο Μπενάκη : « Παραδοσιακές καλλιέργειες », Αθήνα 1978
Γ.Α. Μέγα « Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας »,Αθήνα 1963
Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Τα καλοκαιρινά, Δημ. Λουκάτος, εκδ. Φιλιππότη

Δημοσιέυτηκε στο Cretalive.gr στις 1 Ιουλίου 2016: http://www.cretalive.gr/opinions

Ο τρόπος ενδυμασίας των κατοίκων στον Χάνδακα στα Τούρκικα φιρμάνια …Ιούλιος 1761



Πάνω από 250 χρόνια έχουν περάσει που ένας από τους πιο μεγάλους κατακτητές  τούτου του νησιού, της πόλης του Χάνδακα, ήταν εδώ, θέλοντας να  εφαρμόσει τους δικούς του νόμους, να επιβάλει τις δικές του θελήσεις και να υψώσει όσο πιο ψηλά γινόταν το ανάστημα  του και σπείρει  τον φόβο στους κατοίκους  της. Η τουρκοκρατία λοιπόν, καλά κρατεί και οι νόμοι, οι διαταγές όπως και τα λεγόμενα μπουγιουρουλντί  δίνουν και παίρνουν. Στα Τούρκικα Αρχεία του Χάνδακα που έχει μεταφράσει ο αείμνηστος Νικόλαος Σταυρινίδης διαβάζει  κανείς πληροφορίες και συμβάντα που πραγματικά διαφωτίζουν μια εποχή τόσο μακρινή και τόσο απίστευτη για μας τους νεώτερους  που πολλές φορές απορείς, σκεπτόμενος, πως όλα αυτά συνέβησαν στα ίδια μέρη που εμείς  σήμερα ζούμε, περπατάμε, δουλεύουμε. Άλλες συνήθειες, άλλες εποχές , αλλά ήθη, άλλοι νόμοι. Και φυσικά μην ξεχνάμε πως οι Χριστιανοί τότε ήταν  υποδουλωμένοι στον πιο φοβερό κατακτητή και υποχρεωμένοι να  τηρούν την κάθε διαταγή πιστά  αλλιώς θα πλήρωναν ακόμα και με την ίδια τους τη ζωή κάθε παρατυπία.
Από το βιβλίο της Χρυσούλας Τζομπανάκη
Σε μια λοιπόν από τις πολύ αυστηρές διαταγές που απευθυνόταν στον διοικητή του Χάνδακα , στον Καδή Εφένδη και στον Αρχιαστυνόμο Αγά του υψηλού τάγματος των Γενίτσαρων αναφέρεται ο τρόπος ενδυμασίας των ραγιάδων.
Η συγκεκριμένη διαταγή αφορά ολόκληρη την αυτοκρατορική επικράτεια και λέγει πως απαγορεύεται οι Χριστιανοί να φορούν σαλβάρια από τσόχα διότι αυτά τα φορούν μόνο οι Μουσουλμάνοι που διαμένουν στην πόλη του Χάνδακα, οι γενίτσαροι και οι στρατιωτικοί. Επίσης οι περισκελίδες που θα φορούν δεν θα πρέπει να έχουν 8 ή 10 φύλλα γιατί αυτές τις φορούν μόνο οι γενίτσαροι. Τέλος τα γεμενιά ( είδος μαντηλιού από χρωματιστό κλαδωτό ύφασμα που χρησιμοποιούνταν σαν φακιόλια των γυναικών) απαγορευόταν να είναι κόκκινα όπως και τα φέσια και άλλα ενδύματα που φορούσαν οι μουσουλμάνοι. Η διαταγή θα ήταν αυστηρότατη για τους Χριστιανούς και τους Αρμένιους της Περσίας .Σε ότι αφορά τα κόκκινα γεμενιά ίσχυε το ίδιο και για τους Ιουδαίους , όπως και να μην φορούν σαμουρόγουνες και καλπάκια από δέρμα ικτίδος και άλλα λαμπρά ρούχα. Οι Χριστιανοί θα ήταν υποχρεωμένοι να  φορούν μόνο μαύρο φέσι ή γεμενί και οι Ιουδαίοι χρώμα κυανού και στο κεφάλι μπονάτα ( σκούφος άνευ γύρου) φτιαγμένος από βαμβακερό ύφασμα ( αλατζά) και ποικιλόχρωμο.
Τούρκικο σεμπίλ,πλατεία Κορνάρου
Η διαταγή έπρεπε αμέσως να γίνει γνωστή μέσω κηρύκων σε όλες τις οδούς , τις αγορές και τις συνοικίες της πόλης και όσοι δεν θα συμμορφώνονταν και δεν υπάκουαν στο γράμμα της υψηλής αυτής εντολής εντός τριών ημερών  θα τιμωρούνταν αμείλικτα από τον Ιερόν Νόμο.
Ο ιεροδίκης αφού παρέλαβε τέτοιο φιρμάνι ενήργησε αμέσως και έγραψες τούτη την διαταγή στο ν Κώδικα του Ιεροδικείου  εφαρμόζοντας την από την επόμενη μέρα. Δεν υπάρχει σχετικό έγγραφο να λέει αν υπήρχαν παρατυπίες καθόλο αυτό το διάστημα αλλά λίγες μέρες αργότερα την 2η Ιουλίου του ίδιου έτους ένας αποθανών Χριστιανός από τον Χάνδακα  «…εγκατέληψε 2 τσόχικα σαλβάρια αξίας 800 παράδων, 2 τσόχινα ζιμπούνια άξιας 320 παράδων , 2 μεταχειρισμένα γελέκια, 1 τσόχινη φέρμελη και 1 μεταχειρισμένο σαρίκι…»
Ένας χρόνος περίπου πέρασε από την διαταγή  του 1761 και μια νέα αυστηρότερη ήρθε να προστεθεί στα κιτάπια του Ιερού Κώδικα.
Τουρκοκρητικός
Αυτή τη φορά τον Ιούλιο του 1762 η διαταγή προς τον Οσμάν Πασά του Χάνδακα και τον Τουρναζή μπασή  ( αρχιαστυνόμου) λέει πως η τάξη των άπιστων (εννοεί τους Χριστιανούς ) περιφέρεται με χρώματα όπως η μουσουλμανική ενδυμασία  για το λόγο αυτό από εκείνη την ημέρα και στο εξής οι άπιστοι ραγιάδες  δεν θα έπρεπε να φέρουν στην κεφαλή τους κόκκινα ή άσπρα φέσια ή θα περιτύλιγαν αυτά με λευκά ή έγχρωμα υφάσματα αλλά τα σαλβάρια τους θα ήταν μόνο μαύρα ή κυανούς. Επίσης απαγορευόταν οι φουφούλες και οι δίπλες και στα πόδια τους μόνο μαύρα γεμενιά και κόκκινα παπούτσια . Λίγο πολύ όπως και το προηγούμενο φιρμάνι μόνο που στην εντολή δηλώνεται πως καμιά πλέον παραχώρηση δεν θα γίνει και η τιμωρία για όσους δεν συμμορφωθούν με την παραπάνω διαταγή θα είναι  πάρα πολύ σκληρή…

Για να μαθαίνουμε, να θυμόμαστε, να σκεπτόμαστε…


ΠΗΓΕΣ:

Μεταφράσεις Τούρκικων Αρχείων, Νικόλαος Σταυρινίδης.
Το Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000
Cretalive.gr
Αρχεία Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης

Δημοσιεύτηκε στις 1 Ιουλίου 2016 στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/history

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

To ημερολόγιο έλεγε 26 Ιουνίου 1926 …



Ένας μεγάλος σεισμός στο Μεγάλο Κάστρο!

Της Ελένης Μπετεινάκη*

«…Μόλις έφεξε ο ήλιος, αντικρίσαμε σε όλη του την έκταση το κακό που βρήκε τον όμορφο τόπο μας. Οι καλοί δρόμοι της Πλατείας σε πολλά σημεία είχαν ραγίσει και λες πως οι βαθιές σχισμές έφταναν στα έγκατα της γης… Τα γύρω μεγάλα κτίρια είχαν μισοκαταρρεύσει και σε πολλά οι οροφές είχαν μπει μέσα στα δωμάτια και οι τοίχοι έχασκαν γεμάτοι ρωγμές και από τα σπασμένα τζάμια και ξεχαρβαλωμένα παράθυρα έβλεπες το εσωτερικό και το κάθε τι βουτηγμένο στο χώμα και τις πέτρες…»  Μαρίκα Φρέρη
Ο σεισμός της 26ης Ιουνίου του 1926 ήταν 7,6 ρίχτερ και το επίκεντρο του ήταν μεταξύ Ρόδου και Κω περίπου 60 χιλιόμετρα από την πόλη της Ρόδου. Έσεισε βίαια το νοτιοανατολικό Αιγαίο,  την Παλαιστίνη ,την Κύπρο ,την Μικρά Ασία ,την Νότια Αλβανία ,την Αίγυπτο, την Νεκρή θάλασσα  και γενικά  έγινε αισθητός σχεδόν σε όλη την Μεσόγειο. Χιλιάδες  σπίτια καταστράφηκαν στην Κω, την Κάρπαθο, την Τήλο, την Χάλκη, το Καστελόριζο και την Κρήτη.  Οι βόρειες ακτές της Κρήτης  σε ορισμένα σημεία ανυψώθηκαν κατά 20-30 εκατοστά, σπίτια γκρεμιστήκαν, αρκετοί τραυματίες διακομίστηκαν στο Πανάννειο Νοσοκομείο Ηράκλειου και  το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης  έπαθε μεγάλη καταστροφή. Προκλήθηκαν αρκετές ρωγμές , προθήκες έσπασαν, τοιχογραφίες κατέρρευσαν και αρκετά πολύτιμα αντικείμενα καταστράφηκαν. Το κτίριο κρίθηκε ακατάλληλο να στεγάσει πλέον πολύτιμους θησαυρούς της Κρήτης.
Η « Νέα Εφημερίς » του Ι.Μουρέλλου έχει εκτενή ρεπορτάζ για το τι επακολούθησε στο Παλιό Κάστρο μετά τον σεισμό. Με δήλωση της στο φύλλο της την 28η Ιουνίου του 1926 δημοσιεύει πως στάθηκε αδύνατη η έκδοσή της την συνηθισμένη της ώρα κατά την προηγούμενη ημέρα « …Καταβάλλεται πάσα προσπάθεια όπως από αύριον επαναληφθή η τακτική της εμφάνησιν…». Συνεχίζοντας σε μεγάλο της άρθρο μας δίνει όλες τις λεπτομέρειες της μεγάλης σεισμικής δόνησης σε πολλά καταστήματα και σπίτια της πόλης αλλά και των γύρω περιοχών και χωριών . Εξηγεί πως όλη η πόλη έμεινε άγρυπνη από τον φόβο μετασεισμών  και «…Αυτοκίνητα επηγαινοέρχοντο αδιακόπως καθόλην την νύχτα, μεταφέροντα άλλους μεν εις τα διάφορα μετόχια όπου εθεώρουν εαυτούς εν ασφαλεία, άλλους  δε εις διάφορα χωρία… Η ανατολή του ήλιου ευρήκεν όλους εξαπλωμένους επί της χλόης με ότι πρόχειρον σκέπασμα ηδυνήθσαν να λάβουν από τας οικίας των…». Στη συνέχεια δίνει πλήρη περιγραφή των ζημιών σε σπίτια κυρίως, αλλά και του Αρχαιολογικού μουσείου Ηρακλείου και ο ίδιος ο Στέφανος Ξανθουδίδης  εξηγεί πως στην μεγάλη αίθουσα αυτού,  τα αντικείμενα υπέστησαν ανεπανόρθωτες ζημιές και που μάλλον ανέρχονταν σε εκατοντάδες χιλιάδες δραχμές αν ποτέ θα μπορούσε να υπολογιστεί εκτός από το οίκημα και η αξία των αρχαίων αντικειμένων. Εξηγεί πως η μόνη σωτηρία για το Μουσείο θα ήταν αν κτιζόταν ξανά η ανατολική πτέρυγα με σύγχρονα για την εποχή αντισεισμικά μέτρα και ζητούν μαζί μ ε τον Νομάρχη την βοήθεια από την Αθήνα ειδικού αρχιτέκτονα για να γνωμοδοτήσει για την επισκευή των αιθουσών.  Ακόμα στην εφημερίδα αναφέρεται σε ολοσέλιδο σχεδόν άρθρο , πέρα από τις ζημίες σε κτίρια και οι τραυματισμοί, μικροί ή μεγάλοι, των κατοίκων της πόλης που ευτυχώς τούτη τη φορά δεν θρήνησε πολλά ή σχεδόν καθόλου θύματα, γιατί την ώρα που έγινε η σεισμική δόνηση και λόγω της ζέστης της ημέρας αρκετοί άνθρωποι έλειπαν από τα σπίτια τους.

Η καλύτερη όμως αφήγηση για κείνη την φοβερή μέρα στο Μεγάλο Κάστρο μα ς δίνει με τα γραπτά της η Μαρίκα Φρέρη , αυτόπτης μάρτυρας εκείνης της νυχτιάς. Γράφει λοιπόν  :
«…Ιούνιος  του 1926.Καλοκαιριάτικη, γλυκιά μέρα… Κατά το σούρουπο …πήρα τις δύο μικρότερες αδερφές μου… και ξεκινήσαμε για το περίφημο σουλάτσο που κάναμε κείνα τα χρόνια, περνώντας πρώτα από τις Τρεις Καμάρες, τη μοναδική Πλατεία μας και ανηφορίσαμε τον μόνο δρόμο για περίπατο... Σαν φάγαμε αργά αργά το παγωτό μας και κουραστήκαμε να βλέπουμε τον κόσμο στο πήγαινε  -έλα του , αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο σπίτι μιας και πλησίαζε και η ώρα του βραδινού φαγητού. Θά ΄ταν η ώρα 9 που επιστρέψαμε. Ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμα που ήτανε οι κρεβατοκάμαρες μας και αρχίσαμε να βγάζουμε τα καλά μας φορέματα…
-Κορίτσια, κατεβείτε. Σερβίρισα τη σούπα κι ο πατέρας περιμένει… ακούστηκε η φωνή της μητέρας μας. Μόλις όμως συγκεντρωμένοι είχαμε αρχίσει να κάνουμε το σημείο του σταυρού, προτού καθίσουμε, ακούστηκε μια μακρόσυρτη υποχθόνια βοή σαν μουγκρητό χιλιάδων ζώων!Το σπίτι μας κουνήθηκε συθέμελα και τα πιάτα στο τραπέζι, γέρνοντας δεξά – ζερβά, έχυναν την ντοματόσουπα που έκανε το άσπρο τραπεζομάντηλο να φανεί σαν ματωμένο. Ο πατέρας μας κατάχλωμος μας φώναξε: « Παιδιά μου σεισμός… Ελάτε όλοι γρήγορα κάτω από το καμαρωτό παράθυρο και κάτσετε στο πεζούλι του… «Μην κουνηθεί κανείς, μα κάμετε την προσευχή σας»… Το ηλεκτρικό φως της τραπεζαρίας  κρεμόταν σε ένα κορδόνι, που από το φοβερό κλυδωνισμό πήγαινε από τον δεξί στον αριστερό τοίχο της κάμαρας… Σαν να ΄μαστε στον φοβερό φουρτουνιασμένο ωκεανό, αισθανόμαστε ότι κατεβαίναμε  μαζί με το σπίτι μας σε βάραθρο και πάλι ανεβαίναμε, μα για να κατέβουμε πιο βαθιά… Από το καγκελόφραχτο καμαρωτό παράθυρο που είχαμε κουρνιάσει , βλέπαμε έξω την αυλή μας με τον μεγάλο κήπο της, στο χλωμό φως του φεγγαριού, τα δέντρα να γέρνουν σαν μεθυσμένα και να χτυπιούνται τα κλαδιά τους σαν χέρια που ζητάνε βοήθεια. Και ξαφνικά στο πιο φοβερό κούνημα ο τοίχος που χώριζε τον κήπο μας από το γειτονικό τούρκικο κονάκι, κατέρρευσε και με πάταγο σηκώνοντας σύννεφο χώματα έπεσε πάνω στις καταπράσινες μπανανιές μας και τις έθαψε… Ε! τότε νομίσαμε πως έφτασε το τέλος του κόσμου… Κραυγές σπαραχτικές, ομαδικά έφταναν στ΄ αυτιά μας, τα φώτα σβήσανε και το λιγοστό φως του φεγγαριού χάθηκε από την πυκνή σκόνη που κάλυψε τη μόνη μας έξοδο προς τη ζωή: τον κήπο μας… {…}Μόλις συνήλθαμε λιγάκι από τη φοβερή τρομάρα μας φύγαμε από το σπίτι παίρνοντας και το μωρό και μέσα από χαλάσματα, πέτρες, δοκάρια και τούβλα που είχαν γεμίσει τα στενοσόκακα βγήκαμε στην πλατεία για κάποια ασφάλεια γιατί ξέραμε καλά ότι τις μεγάλες δονήσεις ακολουθούν πάμπολλες μικρές που αποτελειώνουν την καταστροφή. Το θέμα που αντικρίσαμε, ποτέ δεν θα φύγει από τη μνήμη μου. Πλήθος κόσμου έφευγε από ατ σπίτια του, χειρονομούσε και φώναζε. Οι αρχές του τόπου από ένα μισοχαλασμένο εξώστη μιλούσαν με τηλεβόα και προσπαθούσαν να καθησυχάσουν τα πλήθη. Το ηλεκτρικό είχε κοπεί και τα λίγα αυτοκίνητα που υπήρχαν τότε φώτιζαν με τους προβολείς του το σωρό των ανθρώπων, που όσο περνούσε η ώρα τόσο και μεγάλωνε. Άκουγες κλάματα μικρών και μεγάλων, μάνες να φωνάζουν τα παιδιά τους και μικρά να τσιρίζουν αγουροξυπνημένα και έντρομα… Καθένας ιστορούσε στον άλλο την καταστροφή που τον βρήκε με αναφιλητά και οι γριές στυαροκοπιόντουσαν μουρμουρίζοντας : - Αφέντη, Χριστέ, έφτασε το τέλος μας!
…Μόλις έφεξε ο ήλιος, αντικρίσαμε σε όλη του την έκταση το κακό που βρήκε τον όμορφο τόπο μας. Οι καλοί δρόμοι της Πλατείας σε πολλά σημεία είχαν ραγίσει και λες πως οι βαθιές σχισμές έφταναν στα έγκατα της γης… Τα γύρω μεγάλα κτίρια είχαν μισοκαταρρεύσει και σε πολλά οι οροφές είχαν μπει μέσα στα δωμάτια και οι τοίχοι έχασκαν γεμάτοι ρωγμές και από τα σπασμένα τζάμια και ξεχαρβαλωμένα παράθυρα έβλεπες το εσωτερικό και το κάθε τι βουτηγμένο στο χώμα και τις πέτρες… Και πραγματικά, παρόλο ότι ο σεισμός αυτός ήταν από τους φοβερότερους που έπληξαν το Κάστρο, σε ένταση και διάρκεια, τα θύματα ήταν ελάχιστα και οι τραυματίες λίγοι, κι αυτό γιατί η ώρα 9 και μισή το  βράδυ το μέγα πλήθος του πληθυσμού ήταν έξω στους περίπατους ή καθόταν στις αυλές και τους κήπους του…Χρόνια πέρασαν για να ξαναγίνουν τα σπίτια όπως πριν και τόσα ήταν τα μπάζα και τα χώματα, που επετράπη να τα ρίχνουν τα κάρα που τα κουβαλούσαν στα Χεντέκια πιο έξω από ατ Ενετικά τείχη…».

Ήταν 26 Ιουνίου 1926,πάνε κοντά ενενήντα χρόνια …

Άλλη μια δοκιμασία για το Μεγάλο  Κάστρο!
Άλλη μια δική μας θύμηση !

 
ΠΗΓΕΣ
Νέα Εφημερίς, 28/6/1926 και 1/7/1926
To Κάστρο μας, Μαρίκα Φρέρη, 1979
Χάνδαξ – Ηράκλειο, Ιστορικά σημειώματα Στεφ. Ξανθουδίδου, 1927
Ιστορία του Κρητικού Μουσείου και των Αρχαιολογικών Ερευνών εν Κρήτη, Ιωσήφ Χατζηδάκης, 1931
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
Cretalive.gr
Το Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000
Οδηγός Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου, Στυλιανός  Αλεξίου, 1968
Αρχεία Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης
Αρχείο Μηνά Γεωργιάδη

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιέυτηκε στο Cretalive.gr στις 26 Ιουνίου 2016 :http://www.cretalive.gr/history