Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

O Μάιος μας έφτασε… Τώρα Μαγιά, τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι…



Tης Ελένης Μπετεινάκη*

Πρωτομαγιά και Μέρα της Ανάστασης η φετινή 1η του Μαγιού. Μια μέρα πολυτραγουδισμένη που φέτος μας φέρνει ακόμα πιο πολλά μηνύματα. Αναστάσιμα, γιορτινά, λουλουδιασμένα….

Ο θρύλος θέλει τούτο το μήνα να είναι γεμάτος μάγια , έρωτα, πλάνη, μυστικά, αντιθέσεις και… χωρισμούς. Λούλουδος, Καλομηνάς , Τριανταφυλλάς, Πράσινος,Χρυσομάης και Κερασάρης τα προσωνύμια του. Το όνομα του έχει ένα « κακό» για τις ανθρώπινες αδυναμίες.  Συνηχεί με τη μαγεία κι είναι ευνοϊκός πολύ σ΄αυτήν. Ιδιαίτερα την πρώτη του μέρα, τα μάγια πιάνουν  και οι προφυλάξεις πρέπει να είναι ακαριαίες. Στην Κρήτη ιδιαίτερα στα μέρη τα Ανατολικά λέγανε πως  μουτζουρώνανε τα παιδιά τους με κατράμι πάνω από τα φρύδια και ζωγραφίζανε ένα σταυρό  στο πορτομάγουλο της πόρτας  για να μη πιάνει το σπίτι μάτι ή  ράβανε στο ρούχο του μικρού παιδιού, ένα σκόρδο, ή ένα γαρίφαλο .Είναι ο μήνας της μέθης και των αισθήσεων, της βλάστησης και της δροσιάς, ο καβαλάρης που κουβαλά το Μαγιοβότανο  και το Μαγιόξυλο, που πλανά κι εγκαταλείπει,  που ό,τι ανθεί και καρποφορεί η φύση, δεν πρέπει κανείς να το δοκιμάσει.

Ο Μάιος είναι ο 5ος μήνας του χρόνου, ο τρίτος γιός της Άνοιξης  που αντιστοιχεί με τον αρχαίο μήνα Θαργηλιώνα  και  τον γιόρταζαν  με τα περίφημα Ανθεοφόρια. Ήταν αφιερωμένος στη θεά της γεωργίας Δήμητρα και στην  κόρης της Περσεφόνη που σύμφωνα με τον μύθο ήταν ο μήνας που ανέβαινε στη γη από τον Άδη να δει τη μάννα της και να μείνει κοντά της μέχρι τον χειμώνα. Μα και στην αρχαία Ρώμη, γίνονταν γιορτές που τις έλεγαν "ροσύλλια". Οι Ρωμαίοι στόλιζαν τους τάφους των προγόνων τους με τριαντάφυλλα. Την γιορτή αυτή την κράτησαν και οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες και την ονόμαζαν ροδισμό.

Ο Μάιος ονομάστηκε έτσι από τη ρωμαϊκή θεότητα Maja (Μάγια).Το όνομα Μάγια προήλθε από την ελληνική λέξη Μαία (που σημαίνει τροφός και μητέρα) τη μητέρα του Ερμή, που ήταν προσωποποίηση της γόνιμης Μάνας-Γης.
Μάιος λοιπόν, το ξεκίνημα της νέας ζωής. Κι όμως δεν παντρεύεται  κανείς αυτόν τον μήνα, εκτός από τους …γάιδαρους και τους βασιλιάδες. Όποιος ενωθεί με τα δεσμά του γάμου μπορεί να μην στεριώσει, γιατί ο μήνας αυτός είναι άρρηκτα δεμένος με ανεξέλεγκτες δράσεις βλαπτικών ενεργειών που σχετίζονται με τον θάνατο.
Παρατηρήματα, έθιμα και χίλιες δυο προλήψεις έχουν συνδεθεί με τον Μάη…

«…Από το πρωί της Πρωτομαγιάς εύθυμες συντροφιές από νέους, που ονομάζονταν Μαήδες, πήγαιναν στα δάση ,όπου έκοβαν ένα δέντρο ή ένα κλαδί που το ονόμαζαν Μαγιόξυλο. Έστηναν το σύμβολο αυτό σε ένα πλάτωμα και γύρω του χόρευαν και τραγουδούσαν τραγούδια με τολμηρό περιεχόμενο. Στη συνέχεια έστεφαν μια κοπέλα «βασίλισσα του Μάη » και την πάντρευαν με έναν νέο που μια άλλη συντροφιά τον είχε στέψει « βασιλιά». Γύρω από το ανθοστεφανωμένο ζευγάρι παρασταίνονταν θεατρικά και τραγούδια με ερωτικά θέματα…» *

Πρώτα  από όλα προσέχουν να μην φυτεύουν τίποτα. Ειδικά το φύτευμα ή μεταφύτευμα των βασιλικών  που είναι  βοτάνι μυριστικό και  στολίζει αυλές και τάφους. Πίστευαν πως  τα πνεύματα και οι ψυχές των ανθρώπων επιστρέφουν στη γη  και ανοίγοντας λάκκους είναι  σαν να τις ανασκαλεύουν. Δεν αγόραζαν ποτέ ζώα για την εργασία τους τον Μάιο.
Κόβουν και μαζεύουν  μόνο βότανα, 40 στον αριθμό , που τους προστατεύουν από τα μάγια. Απήγανος, χαμομήλι, άνθη μολόχας, χόρτα , άνηθος, μαρούλι, γαλατσίδα, αρωματικά φυτά   κι έτσι φτιάχνουν ή έφτιαχναν  τον « Μαγιολύτη ή μαγιοδέντρι ή σαρανταβότανο»   που ήταν εθιμικό παρασκεύασμα  και  προσφερόταν σε όλη την αγροτική οικογένεια μαζί με αμύγδαλα, μέλι και γάλα σε μικρές ποσότητες .Το έφτιαχναν  από την προηγούμενη μέρα, το αστροφέγγιζαν και το έπιναν πρωί πρωί κι έτσι όλα τα κακά παραμερίζονταν .
Καμιά κοπέλα δεν αρχινούσε καινούργιο κέντημα , πλεκτό ή υφαντό γιατί δεν θα το χρησιμοποιούσε σε χαρές αλλά σε λύπες. Ούτε φορέματα ή καινούργια ρούχα δεν αρχινούσαν καθ όλη την διάρκεια του μήνα…
Πρωτομαγιά… μέρα γιορτής, της βλάστησης, των λουλουδιών, της φύσης. Μέρα που η φύση ξαναγεννιέται κι όλα θα πρέπει να ανανεωθούν. Τα παλαιότερα χρόνια από το προηγούμενο βράδυ άδειαζαν όλα τα αγγεία από το νερό και το πρωί πριν καλά καλά ξημερώσει, τα κορίτσια έπαιρναν τις στάμνες τους , πήγαιναν στις βρύσες και αφού τις άλειφαν με βούτυρο και τις στόλιζαν με λουλούδια , έπαιρναν το νερό και το έφερναν σπίτι. Αν υπήρχε κοντά θάλασσα τότε έπρεπε να πάνε και βρουν μια πέτρα τη μαλλιαρή, πρωί πριν βγει ο ήλιος και να τη φέρουν σπίτι που θα ΄ταν σαν να έβαζαν μέσα την ευτυχία. Την τοποθετούσαν κάτω από το κρεβάτι για να φύγουν όλοι οι ψύλλοι . Ράντιζαν το σπίτι με ένα κλαδί  χλωρό βουτώντας το σε  θαλασσινό νερό και τα κεφάλια των μικρών παιδιών που δήλωνε την γονιμότητα και τη βλάστηση. Το προηγούμενο βράδυ, επειδή όλα τα έθιμα της ημέρας αποσκοπούν στο μαγικό διώξιμο φιδιών, ποντικών και άλλων ενοχλητικών ζωυφίων αλλά και σε μαντέματα, έμπαιναν στους κήπους μικρά παιδιά και χτυπούσαν με χάλκινα μαγειρικά σκεύη δυνατά, κι έτσι όλα τα « έχνη» χάνονταν. Μέρα που όλοι φτιάχνουν στεφάνια  από λουλούδια του αγρού κι έτσι να μεταφερθεί στο σπίτι όλη η δροσιά και η δύναμη της γης. Η προετοιμασία για το στεφάνι του Μάη ξεκινούσε κι αυτή,  τα παλιότερα χρόνια,από την προηγούμενη ημέρα. Έπρεπε να το βρει το ξημέρωμα κρεμασμένο μόνο στην ξύλινη πόρτα – εξώπορτα, που δήλωνε την ζεστασιά του σπιτιού, και να χει πάνω του όλη τη νυχτερινή δροσιά, πριν ακόμα βγει ο ήλιος κι αρχίσει να ζεσταίνει.
Το στεφάνι με τούτα τα λουλούδια έχει και αυτό τους συμβολισμούς του.  Στολίζουμε τις πόρτες των σπιτιών και το έθιμο έρχεται από τα πολύ παλιά χρόνια και συμβολίζει την υποδοχή της δύναμης της φύσης στο σπιτικό. Φτιάχνεται σε κύκλο που θεωρείται απόλυτο και  τέλειο σχήμα που χωράει αυτό που θέλει να απομονώσει .Ο κύκλος προστατεύει από κακόβουλες δυνάμεις. Το στεφάνι καλύπτει  και προστατεύει το κεφάλι που είναι το πιο ευαίσθητο ανθρώπινο μέλος και κέντρο της νόησης. Κρεμιέται στην πόρτα του σπιτιού  κι έτσι μέσα σ αυτό εισχωρούν μόνο τα καλά και καίγεται στις φωτιές του αϊ Γιαννιού στις 23 του Ιούνη.Σε κάθε στεφάνι έβαζαν, εκτός από λουλούδια, ένα σκόρδο για τη βασκανία, ένα αγκάθι για τον εχθρό κι ένα στάχυ για την καλή σοδειά.
Ένα κλαδί ελιάς δηλώνει  την αγάπη, συμβολίζει  την οικογένεια  και την φιλία. Ένα κλαδί με αγκάθια προστατεύει  από το κακό κάθε σπίτι. Το σκόρδο , σύμβολο αποτροπής και προστασίας από το κακό μάτι είναι εκεί. Το καρπισμένο στάχυ συμβολίζει την καρποφορία της γης .Τα λουλούδια της εξοχής συμβολίζουν την αναγέννηση της φύσης και την απομάκρυνση των πνευμάτων.
Κάθε τόπος έχει και τα δικά του έθιμα για την κατασκευή του. Στα περισσότερα νησιά τα στεφάνια πλέκονται από λουλούδια και τσουκνίδες, σκόρδα και κορφές από κριθάρι. Αλλού βάζουν κλωνάρια μόνο της ελιάς ή φύλλα από μαύρη συκιά . Ή παπαρούνες , μαχαιρίδες κι ότι πρασινάδα βρουν στον αγρό για να’ χει ευφορία το σπίτι τους και τα χωράφια τους.
Το μαγιοστέφανο, φτιάχνεται από εφτά ειδών λουλούδια και έχει δύναμη μαγική και αποτροπιαστική.
Για να πιάσουν οι ευχές που έκαναν οι νοικοκυρές παλιότερα, το μαγιάτικο στεφάνι έπρεπε να γίνεται από συγκεκριμένα λουλούδια:
Ανθισμένο σπίτι: Tραντάφυλλα, γαρούφαλα, βιόλες, πασκαλιές και  γεράνια.
Ευτυχία του σπιτιού: Kλωνάρια ανθισμένα από αγιόκλημα και από ελιά.
Γεμάτο σπίτι: Στάχια και λουλούδια του κάμπου, όπως μαργαρίτες, παπαρούνες.
Για τη γλωσσοφαγιά: Μια κουκιά (φυτό) με τις ρίζες και τους καρπούς της.
Για την αγάπη των κοριτσιών του σπιτιού: ‘Eνα κλωνάρι λυγαριά.
Για το μάτι:  Eνα κεφάλι σκόρδο, κρεμασμένο στη μέση στο στεφάνι για να φαίνεται.
Αλλά και πολλά βότανα και φυτά τούτη την μέρα αποκτούν θαυμαστές ιδιότητες. Για παράδειγμα ένα φυτό με αγκαθωτά φύλλα, ο γνωστός ανοιχτομάτης ή γουρλομάτης, όποιος το κρατήσει θα γίνει πιο έξυπνος , πιο γερός και πιο τυχερός. Αν πάλι κρατήσουν ένα κλαδί λυγαριάς τότε θα γίνουν πιο ευλύγιστοι. Και όποιος αγκαλιάζει ένα τέτοιο δέντρο ζει περισσότερα χρόνια. Μαγική δύναμη την ημέρα της Πρωτομαγιάς έχει και το νερό της βροχής. Αν βρέχονταν εκείνη την ημέρα τα μαλλιά των γυναικών θα γίνονταν πιο φουντωτά και μακριά. Μάλιστα μάζευαν το νερό της βροχής, αν τύχει κι έβρεχε και αφού επιδίωκαν να μαλώσουν με κάποια από τις γειτόνισσές τους έφτιαχναν ύστερα ξύδι ποιου ήταν πολύ δυνατό.

Στο καλαντάρι ακολουθεί  στις 3 του Μάη η γιορτή της  Αγίας Μαύρας που θεωρείται αποφράδα μέρα και δεν κάνουν  καμιά δουλειά για να μην γεμίσει το σπίτι «μαύρες» δηλαδή κατσαρίδες. Στη παλιά Αθήνα οι νοικοκυρές δεν τολμούσαν να πιάσουν βελόνα για να μην βγάλουν σπυριά που επίσης ονομάζουν μαύρες. Δεν κόβουν ρούχο, δεν λευκαίνουν πανιά, δεν πάνε στο χωράφι γιατί αυτό  γεμίζει με μαύρα ζουζούνια και δεν καταπιάνονται με τις ελιές στο λιοτριβειό γιατί θα γίνει μαύρο το λάδι. Ακολουθεί η γιορτή της Αγίας Ειρήνης στις 6 του μήνα και στις 8  η γιορτή του Αϊ Γιάννη του Χαλαζιά  που τον τιμούν γιατί φοβούνται μήπως ο άγιος θυμώσει και τους στείλει βροχή ή χαλάζι που θα καταστρέψει τα σπαρτά .Την άλλη μέρα του Αγίου Χριστόφορου πάλι κανείς δεν δουλεύει στον αγρό. Ο φόβος μιας ξαφνικής μπόρας ήταν τόσο μεγάλος που λένε πως τα παλιά τα χρόνια όταν ήταν στα μέρη μας οι Τούρκοι , ακόμα και αυτοί ρωτούσαν πότε γιόρταζε τούτος ο άγιος για να μην δουλέψουν την ημέρα του.

Και σαν βασική γιορτή του μήνα είναι αυτή των Κωνσταντίνου και Ελένης στις 21 του Μάη. Συμπίπτει ακριβώς με την μετάβαση από την άνοιξη στο καλοκαίρι και είναι μια μέρα που έκαναν προβλέψεις για τον καιρό. Αν έβρεχε και βροντούσε τότε τα περισσότερα από τα φρούτα που γίνονταν  πάνω στα δέντρα θα σκουλήκιαζαν. Τα αχλάδια που στην Κρήτη τα ονομάζουν « μαγιάπιδα », είναι η μέρα που δοκιμάζονται να δουν αν είναι ώριμα. Το έθιμο θέλει η δοκιμή αυτή να γίνεται από γυναίκα και μάλιστα κυοφορούσα για να καρπίσει περισσότερο και το δέντρο. Η παράδοση θέλει την Αγία Ελένη να ανακαλύπτει τον Σταυρό του Χριστού οδηγούμενη από την μυρωδιά του βασιλικού , για τούτο, το φυτό έχει την τιμητική του και μ αυτό στολίζονται όλες οι εικόνες που φέρουν την μορφή των δύο  ισαποστόλων. Σ όλη την Ελλάδα γίνονται πολλά πανηγύρια με έθιμο της ημέρας την τελετή των Αναστεναρίων.

«…Ίσα ίσα που ΄χε ανέβει ο ήλιος ένα καντάρι κι όλα τα είχαμε ετοιμάσει από βραδύς. Τα κλήματα είχαν πλεχτεί σε έναν  πελώριο κύκλο τυλιγμένο με εφημερίδες και δεμένο με σπάγκο καλά, να μην ξεφεύγει τίποτα. Μας  έδινε η μάνα δυο τρεις βελόνες σακοράφες να μην τσιμπιόμαστε, κλωστή χονδρή και μια λεπτή ζακέτα για την πρωινή δροσιά του κάμπου και η αναζήτηση ξεκινούσε. Κι όπως κατεβαίναμε, τρέχοντας, μύριζε όλος ο τόπος εκείνη την πικρή μυρωδιά της μαργαρίτας και ψάχναμε και μαζεύαμε  μόνο  αυτές που δεν τις είχανε τρυγήσει  οι μέλισσες, κι ήταν το χρώμα τους  ήταν έντονο κίτρινο. Τις κόβαμε στην άκρη άκρη του κοτσανιού και τις περνάγαμε με την βελόνα μέσα στην κλωστή, φτιάχνοντας μακριές γιρλάντες – κολαϊνες – τις λέγαμε στο χωριό. Κι άρχιζαν οι αγώνες μεταξύ μας, ποιος θα μαζέψει τις πιο πολλές, τις πιο μεγάλες, ποιος θα φτιάξει πιο γρήγορα την γιρλάντα του και ποιο στεφάνι θα είναι το πιο όμορφο. Ο κάμπος είχε γεμίσει χρώμα. Μαργαρίτες, μαχαιρίδες και παπαρούνες παντού. Άραγε  να έφταιγε ό ήλιος ή η δική  μου μόνο φαντασία…Νόμιζα πως εκεί κάτω στην άκρη του κάμπου, ήταν  μια γυναίκα με ξέπλεκα μακριά μαλλιά. Το φόρεμα της ολόλευκο  κι ανέμιζε με το φύσημα του αέρα όπως και τα μαλλιά της. Κάθε φορά, κάθε χρόνο την συναντούσαμε εκεί,  και την άλλη στιγμή χάνονταν κι έτρεχα με όση δύναμη είχαν τα μικρά , κοριτσίστικα πόδια μου να προλάβω, να δω από κοντά τούτη τη μορφή. Το μόνο που έβρισκα, σαν έφτανα ήταν, μικρές κατακόκκινες παπαρούνες  και χόρτα παραμερισμένα που έδειχναν το πέρασμα άνθρωπου ή μήπως εκείνης, της νεραΐδας του κάμπου, που μέχρι και τα χρόνια της εφηβείας μου,  νόμιζα πως υπήρχε στ΄ αλήθεια. Κι έμοιαζε με την  ίδια την Άνοιξη που  έρχονταν κάθε χρόνο, την πρώτη μέρα του Μαγιού,  κι εξαφανιζόταν με το πρώτο φύσημα …όπως τα λόγια που μόλις ειπωθούν, φεύγουν και χάνονται, που δεν μπορείς να τα « γυρίσεις » πίσω, αλλά ο ήχος …η αύρα, η εικόνα μένουν για πάντα… !»*

Καλό μήνα!

ΠΗΓΕΣ :
*Λόγια του αέρα, Συλ. Διηγημάτων, Ελένη Μπετεινάκη, 2014
Γ.Α. Μέγα « Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας »,Αθήνα 1963

Οι 12 μήνες ,Τα λαογραφικά, Κυριακίδου – Νέστορος  Άλκη, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1982
Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, Νίκος Ψιλάκης, εκδ. Καρμάνωρ
« Πασχαλινά και της Άνοιξης»,Λουκάτος Δημήτρης, 1980
*Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δημοσιεύτηκε στις 1 Μαϊου 2016 στο Cretalive.gr : http://www.cretalive.gr/opinions/tora-magia-tora-drosia-tora-to-kalokairi

Κυριακή του Πάσχα …Χριστός Ανέστη!



«Πάσχα» στα Εβραϊκά σημαίνει: διάβαση, πέρασμα. Είναι εβραϊκή γιορτή εις ανάμνηση της Εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο, της θαυματουργού διαβάσεως της Ερυθράς Θάλασσας υπό τον Μωυσή και της σωτηρίας τους από την δουλεία του Φαραώ. Ο Χριστός σταυρώθηκε την ημέρα του εβραϊκού Πάσχα.
H ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα, καθορίστηκε από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Βιθυνίας στη Νίκαια, το 325 μ. Χ. Αποφασίστηκε να γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας και μετά το Πάσχα των Ιουδαίων.
Σε πολλά μέρη της Ελλάδας την Κυριακή του Πάσχα ψήνουν το αρνί στη σούβλα, μαζί με το κοκορέτσι.
Το αρνί που τρώμε το Πάσχα συμβολίζει τον Χριστό που θυσιάστηκε σαν το αρνί για την σωτηρία όλης της ανθρωπότητας.
Το απόγευμα στην Εκκλησία γίνεται ο Εσπερινός της Αγάπης. Οι Χριστιανοί ανταλλάσσουν αδελφικό ασπασμό διαβάζοντας το Ευαγγέλιο σε διάφορες σε διάφορες γλώσσες. Από την Κυριακή του Πάσχα και για 40 ημέρες οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί χαιρετούν ο ένας τον άλλον λέγοντας "Χριστός Ανέστη" και απαντώντας "Αληθώς Ανέστη".
Την Κυριακή του Πάσχα εκτός απ' τα αυγά σε μερικά μέρη καθαγιάζεται και ο Αμνός του Πάσχα και διανέμεται στους εκκλησιαζόμενους από τον παπά. Αυτοί φέρνουν τη μερίδα τους στο σπίτι τους και όλα τα μέλη της οικογένειάς τους παίρνουν από το αγιασθέν κρέας. Αυτό είναι "το καταβόλι" των Κερκυραίων.
Μετά τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου και τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής του Πάσχα οι πιστοί κατά παλιά συνήθεια, μόλις επιστρέψουν από την Εκκλησία, παρακάθονται σε πρόγευμα και γεύονται κάποια πατροπαράδοτα φαγητά: μαγειρίτσα και σαλάτα με σαρδέλες ή ψητό της κατσαρόλας σε πολλά μέρη, τυρόπιτα και γαλατόπιτα στην Ήπειρο κ.α….
Σαν πρώτο όμως φαγητό τρώνε παντού κόκκινο αυγό, σύμφωνα με το τάμα που έκαναν το βράδυ της Αποκριάς: "με τ' αυγό να τα' ανοίξω!".Είναι κοινή συνήθεια να τσουγκρίζουν τα αυγά, δηλ. να κτυπά ο ένας τ' αυγό του άλλου, μύτη με μύτη κ.λπ. Τότε παίρνουν από το εικονοστάσι το κόκκινο αυγό του περασμένου χρόνου και τοποθετούν ένα καινούργιο.
Στη Σινώπη "άμα τελείωνε η Ανάσταση, πήγαιναν σπίτι, έπαιρναν από το εικονοστάσι το κόκκινο αυγό του περασμένου χρόνου, κάθονταν στο τραπέζι, πάστρευαν το παλιό αυγό κι έτρωγε ο καθένας λίγο για χάρη τον Χριστού. Κατόπιν έπαιρναν τα καινούργια, τα αυγά του Καλού Λόγου και έλεγαν το Χριστός Ανέστη και αφούτσουγκρίζανε  τα έτρωγαν. Ένα από τα καινούργια αυγά του Καλού Λόγου έβαζαν πάλι στο εικονοστάσι".

Σε μερικούς τόπους το τραπέζι δεν το σηκώνουν επί τρεις ημέρες, τα δε ψίχουλα τα ρίχνουν στ' αμπέλια, για να μεταδοθεί σ' αυτά η αφθονία.
Αλλά το κύριο φαγητό του Πασχαλινού τραπεζιού είναι το αρνί, το οποίο ψήνουν στη σούβλα ή γεμιστό με ρύζι, κουκουνάρια και σταφίδες στο φούρνο.
Σε πολλά μέρη το πασχαλινό αρνί αγιάζει ο παπάς, ο οποίος περιέρχεται από σπίτι σε σπίτι. Π.χ. "Κάθε Ροδίτης, φτωχός ή πλούσιος, το θεωρεί καλό στο σπιτικό του να σφάξει τη Λαμπρή ένα ρίφι η αρνί, που το λένε πασκάτη ή λαμπριώτη. Το παραγεμίζουν με χοντρό σιτάρι αλεσμένο στο χερόμυλο) και βάλλοντάς το σε μια λεκάνη το ψήνουν στο φούρνο. Μετά την απόλυση, στην πρώτη Ανάσταση ο παπάς του χωριού γυρίζει όλους τους φούρνους ευλογώντας όλες τις λεκάνες με την σχετική ευχή του ευχολογίου, παίρνει τον κόπο του, (ένα κομμάτι ψημένο κρέας και λίγη γέμιση)".
Ο χορός του Πάσχα, ο οποίος γίνεται μετά την απόλυση στον αυλόγυρο της Εκκλησίας ενέχει πολλή ιεροπρέπεια με τον ιερέα προεξάρχοντα του χορού και τους ενορίτες ακολουθώντας κατά ηλικία και τραγουδώντας ειδικά με την περίσταση τραγούδια.
Στην Αργιθέα Αγράφων "Φυσικά το χορό θα σύρουν οι γεροντότεροι και συχνά γίνεται χωριστός αντρίκειος και χωριστός γυναικείος χορός...".
Στην Αμυγδαλιά Δωρίδας "Όταν βγαίνουν στο προαύλιο της Εκκλησίας... πιάνονται σε χορό οι άντρες μόνο και προπαντός οι πιο σεβάσμιοι. Το χορό παλιά ξεκινούσε πρώτα ο παπάς τραγουδώντας το τραγούδι "Σαράντα δυο Τουρκόπουλα..." και φέρνουν γύρω την εκκλησία τρεις φορές και μετά ξεκινούν χορεύοντας και κατεβαίνουν στην πλατεία".
Στην Αίγινα ο χορός ήταν κλειστός χωρίς χορηγό (πρωτοχορευτή), ο δε κύκλος του γινόταν τόσο μεγάλος, ώστε ο ναός, ο οποίος δεν είναι και πολύ μεγάλος, βρισκόταν στο κέντρο του κύκλου...
Όταν δε επρόκειτο ν' αρχίσουν τον χορό, ο εκεί παραβρισκόμενος παπάς έβγαινε από την θύρα του ναού κι έψαλλε το "Χριστός Ανέστη". Μετά κάποιος τραγουδιστής άρχιζε να τραγουδάει ένα απ' τα τραγούδι της γιορτής, οι δε χορευτές χόρευαν σύμφωνα με το τραγούδι.
Στην Κέρκυρα, στο χωριό Επίσκεψη, απαντάται ο χορός των Παπάδων. Το χορό τους συνοδεύουν με φωνητικό τραγούδι, ενώ πιο παλιά συμμετείχε και τσαμπούνα.
Στον Έμπονα της Ρόδου, γίνεται χαρακτηριστικό πασχαλινό πανηγύρι όπου οι Εμπονιότισσες με τις βαριές πολύχρωμες δωδεκανησιακές φορεσιές τους, χορεύουν χαρακτηριστικούς παραδοσιακούς χορούς και χτυπάνε με τις μπότες τους τη γη σαν να δηλώνουν σταθερά την παρουσία τους.
Στην Κύθνο το Πάσχα γίνεται μεγάλο λαϊκό γλέντι και συνήθως γάμοι με παλαιά γραφικότητα. Ακολουθεί γεύμα οπού σερβίρονται τα "αληφόνια", άγρια πικροράδικα και τα περίφημα θερμιώτικα "τσιμπητά" μαζί με φρέσκια μυζήθρα.
"Τρεις νύφες θα χορέψουνε κι οι τρεις στο πανηγύρι χώρια θα πιάσει η κάθε μια και το χορό θα σύρει Αρχίνησε τραγουδιστή και το λαγούτο παίξε και χώρια τα παινέματα της κάθε νύφης πλέξε".

Στο Καστελλόριζο ο χορός των κοριτσιών που στήνεται στον αυλόγυρο του Μητροπολιτικού ναού το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα, είναι από τα γραφικότερα λαμπριάτικα έθιμα. Για τις περιορισμένες κοπέλες του νησιού είναι ένα από τα κυριότερα γεγονότα της ζωής τους. Είναι η μόνη περίπτωση να δουν και να τις δουν τα παλικάρια του νησιού.
Την Κυριακή του Πάσχα, μία μέρα που τόσο φανερά εκδηλώνεται η χριστιανική αγάπη, συνήθιζαν άλλοτε να συνάπτουν και την σχέση της αδελφοποιϊας, η οποία ανυψώνει τη φιλία σε δεσμό αδελφικής αγάπης. Είναι δε αξιοσημείωτο, ότι η πράξη αυτή ελάμβανε την μορφή πραγματικής ιεροτελεστίας. Όπως αναφέρουν παλαιοί Αθηναιοδίφες, στην Αθήνα (άλλοτε) στον Εσπερινό της Λαμπρής γινόντουσαν οι αδερφοποιτοί.
Έπρεπε να έχουν κι ένα κορίτσι μαζί τους. Ο παπάς, αφού τους διάβαζε, τους όρκιζε στο Ευαγγέλιο, τους περίζωναν μ' ένα μακρύ κόκκινο ζωνάρι και τους τράβαγαν προς το ιερό. Ύστερα, φιλούσαν ο ένας τον άλλον, φιλούσαν και τον παπά στο χέρι και γίνονταν αδερφοποιτοί".
Το κορίτσι απ' τη στιγμήν αυτή το είχαν σαν αδελφή (σταυραδερφή). Αλλού οι αδερφοποιτοί σταύρωναν τα αίματά τους, δηλ. άνοιγαν τις φλέβες τους και αναμείγνυαν το αίμα τους.
Οι κούνιες, τις οποίες κρεμούν από τα δένδρα, αποτελούν αρχαίο έθιμο που γίνεται κάθε Κυριακή του Πάσχα και θυμίζουν την "αιώρα" των Αθηναίων παρθένων κατά τα Ανθεστήρια, μια από τις λαϊκότερες γιορτές, η οποία γιορταζόταν στις αρχές της άνοιξης.
Στη Βιζύη "η κούνια πρέπει να γίνει στο χλωρό, στο δένδρο που θα βλαστήσει κι όχι στο ξερό". Δεν πρόκειται λοιπόν για απλό παιχνίδι ή ψυχαγωγία των χωρικών, αλλά για συνήθεια όχι σπάνια στις αγροτικές γιορτές, η οποία αρχικά είχε πιθανώς μαγικό χαρακτήρα, που αποσκοπούσε στην επίτευξη. Κουνιούνται, ενώ τραγουδούν τραγούδια της κούνιας. Π.χ.: Κουνήσετε τις έμορφες, κουνήσετε τις άσπρες, κουνήσετε τις λεμονιές, πού 'ναι ανθούς γεμάτες".
Στη Σάμο το Πάσχα καίνε τον "τσιφούτη" (Ιούδα) και ακολουθεί λαϊκό τοπικό γλέντι. Οι νέοι φτιάχνουν κούνιες στα δέντρα και κουνούν τις κοπέλες, συνοδεία παλαιών τοπικών τραγουδιών.
Η Κυριακή του Πάσχα είναι μια μέρα όπου το ψητό αρνί αλλά και τα πολλά εδέσματα έχουν την τιμητική τους. Στη Λιβαδειά, η οποία φημίζεται για τις «λιχουδιές» της, διατηρεί εδώ και χρόνια ένα πολύ ωραίο έθιμο. Αυτό των «Λάκκων του κεφιού». Το Μεγάλο Σάββατο οι κάτοικοι της πόλης ανοίγουν «λάκκους» τους οποίους γεμίζουν με κλαδιά. Την επόμενη μέρα το μεγαλύτερο, σε ηλικία, μέλος της οικογένειας, βάζει φωτιά με τη λαμπάδα της Ανάστασης. Ενώ τα κλαδιά φλέγονται και η θράκα ετοιμάζεται, μπαίνουν τα αρνιά και το γλέντι ξεκινάει. Όλη η υπόλοιπη μέρα συνεχίζεται με πολύ κρασί και ατελείωτα δημοτικά τραγούδια.
Στο νησί των Κυκλάδων έχει καθιερωθεί ένα ξεχωριστό έθιμο. Την Κυριακή του Πάσχα, στην πλατεία της Χώρας του νησιού, αγόρια και κορίτσια ντυμένα με παραδοσιακές στολές κάνουν …κούνια. Το έθιμο είναι γνωστό ως «Οι κούνιες της Λαμπρής» και σύμφωνα με αυτό, όποιος αποφασίσει να κουνήσει κάποιον, αναλαμβάνει δέσμευση ενώπιον Θεού και ανθρώπου να τον παντρευτεί! Αντίστοιχο έθιμο έχουν και στη Λέσβο.
Το πατροπαράδοτο έθιμο «βυζάντι» έχουν στην Κάρπαθο. Αντί για σουβλιστό αρνί, την Κυριακή του Πάσχα έχουν γεμιστό αρνί με ρύζι, πλιγούρι και εντόσθια. Η προετοιμασία του γίνεται το Μ. Σάββατο και στη συνέχεια τοποθετείται σε παραδοσιακό φούρνο του νησιού. Αυτός σφραγίζεται με …λάσπη και πηλό(!) και ανοίγεται την Κυριακή του Πάσχα.
Το Πάσχα στην Κέρκυρα είναι, ούτως ή άλλως, μία μοναδική εμπειρία, αλλά ένα έθιμο που έχει καθιερωθεί το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου το κάνει ακόμα πιο ξεχωριστό. Όταν τελειώνει η ακολουθία στη Μητρόπολη, χτυπούνε οι καμπάνες των εκκλησιών και από τα παράθυρα των σπιτιών πέφτουν χιλιάδες πήλινα δοχεία, -οι γνωστές μπότιδες στους δρόμους- προκαλώντας έναν... ευχάριστο θόρυβο.
Στην Καλαμάτα αναβιώνει ένα έθιμο, που προέρχεται από τους απελευθερωτικούς αγώνες του 1821! Πρόκειται για το διαγωνισμό των «μπουλουκιών». Οι διαγωνιζόμενοι, με παραδοσιακές ενδυμασίες και οπλισμένοι με σαΐτες, δηλαδή με χαρτονένιους σωλήνες γεμάτους μπαρούτι, επιδίδονται σε σαϊτοπόλεμο. Πολλές φορές, βέβαια, δε λείπουν και τα ατυχήματα…
Την Κυριακή του Πάσχα, το απόγευμα, στην περιοχή του Οτζιά, πραγματοποιείται το κάψιμο ομοιώματος του Ιούδα, παραγεμισμένου με άχυρα. Νωρίτερα, το ομοίωμα περιφέρεται από τους κατοίκους του νησιού πάνω σε …αγροτικό αυτοκίνητο. Μονεμβασία, Σύμη και Αστυπάλαια έχουν το ίδιο έθιμο.
Στην Κρήτη πάλι και συγκεκριμένα στο Λασίθι όταν υπάρχει κάποιο ζώο που δεν γεννά πάνε με το φως από την εκκλησιά και του κάνουμε Χριστός Ανέστη και  εκείνο  αμέσως σχεδόν γαστρώνεται ή άμα δεν κάνει ένα δέντρο καρπό πάνε πάλι την Λαμπρή και του κάνουν το ίδιο. Του λένε τρεις φορές το Χριστός Ανέστη και κατόπιν το πετρώνουνε, του βάζουν δηλαδή μια πέτρα στη ρίζα και κάνει καρπό.
Τέλος μην ξεχνάμε τα μαντέματα από την ωμοπλάτη κι αλλά μέρη του ζώου  - αρνιού που την ημέρα της Λαμπρής.  Αν ο νοικοκύρης είναι  γνώστης θα εξετάσει  τα σημάδια και θα καταλάβει τι θα συμβεί στο σπίτι του, στη στάνη , αλλά και  στην πατρίδα του, αν θα γίνει πόλεμος ή λοιμός ή οτιδήποτε κακό. Για αν δείξει όμως η πλάτη πρέπει το αρνί του Πάσχα να κοιμηθεί τουλάχιστον δυο νύχτες στο σπίτι.
Έθιμα , συνήθειες και παραδόσεις που ακόμα και αν δεν γίνονται πια είναι πάντα όμορφο κανείς να τα γνωρίζει.

ΠΗΓΕΣ
Ελληνικές Γιορτές και έθιμα Λαϊκής Λατρείας, Γ. Α. Μέγας, εκδ. ΕΣΤΙΑ
Wikipedia.org
 Μουσείο Μπενάκη, εκπαιδευτικά προγράμματα
thebest.gr
sanshmera.gr

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Πάσχα… Μέρες Ανάστασης , μέρες αγαλλίασης, χαράς, ελπίδας.



εικ: Νικόλας Ανδρικόπουλος

Της Ελένης Μπετεινάκη

Τα «Παραμύθια του Σαββάτου», σήμερα Μεγάλο Σάββατο, μέρα διακοπών για τους περισσότερους, θέλησαν με τον δικό τους τρόπο να ευχηθούν Καλή Ανάσταση. Έτσι  σας θυμίζουν το διήγημά του πάντα διαχρονικού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη,  το «Πάσχα Ρωμέικο» .Είναι ένα από τα τρία Πασχαλινά διηγήματα του που όλοι γνωρίζουμε πως κανείς δεν απέδωσε όπως αυτός, με τόσο αυθεντικά ρωμαίικο τρόπο τα μεγάλα θέματα της Χριστιανοσύνης.

Εικ: Νικόλας Ανδρικόπουλος
 «…O μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Oσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.

Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.

Eίχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Kερκύρα. όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Kέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Aούστριας. Eνθυμείτο αμυδρώς τον Mουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Eίχε γνωρίσει καλώς τον Mάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Kερκύρας Aθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Tο τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Bράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). Eίχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:
Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη πού εκρουβόταν για μας λευτεριά
Eισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

O μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Eίχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Eμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Aπετροπιάζετο τους φαύλους. «Iλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Eνίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Oυδ'η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Kαι ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Tας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Tα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Aλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»
Eν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...
Tην εσπέραν του Mεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Aθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Eφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. O γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.
Aλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Aνάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Eκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Aθήνας. Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Xριστός Aνέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του. Kαι όμως ήτο... δυτικός!
O μπάρμπα-Πύπης, Iταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Eλληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Eλληνικής. Eκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Nαπολέοντος A' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Kαι όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί. Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Pώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Pωμαιοκαθολικούς των Iονίων νήσων τινά των εις τους Oυνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Aρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του ΠοντίφηκοςΖ τα λοιπά είναι αδιάφορα.
O μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Aγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Eπίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Bενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Aφού ευρίσκετο μακράν της Kερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. Tην εσπέραν λοιπόν εκείνην του Mεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Aνάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Eύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.
Eκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. O δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. Eκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Aιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. H σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Eκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
O μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Xωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως.
-Φίλος! Kαλός! μη ρίχνεις...
O άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
-Tι θέλω; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Kάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.
-Kαι δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Hύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!
-Kαι γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Tι σας έβλαψα;
-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότηςΖ εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Mόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Eγελάστηκες.
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του. O μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
-Συ εγελάστηκες, απήντησεν εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Aνάσταση στον Άγιο Σπυριδων.
O χωρικός εκάγχασε.
-Στον Πειραιά; στον Aϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;
-Aπ' την Aθήνα.
-Aπ' την Aθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Aνάσταση;
-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης
O χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
-Nα φχαριστάς, καϋμένε...
Kαι τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
-Nα φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Tράβα τώρα!
O γέρων Kερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
-Kάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Eγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.
-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...
Kαι ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος. O γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. Tο συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο. Eφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.»

ΠΗΓΕΣ:

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, Εκδ. Δομός, 1982
Αγαπημένες Ιστορίες για το Πάσχα, εκδόσεις Μίνωας
Εξοχική Λαμπρή, Αλ.Παπαδιαμάντης, επιμέλεια: Κώστας Πούλος, εικονογράφηση: Νικόλας Ανδρικόπουλος,Εκδ. Παπαδόπουλος

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 30 Απριλίου 2016...http://www.cretalive.gr/culture