Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Χίλια καλωσορίσματα …Γίγαντα κι Άρχοντα μου!



Της Ελένης Μπετεινάκη

Από το ξημέρωμα κατέβηκα στο λιμάνι, πριν ακόμα βγει ο ήλιος…

Μεγάλη η μέρα σήμερα… Ήθελα να νοιώσω τον κτύπο της καρδιάς του. Ήθελα να δω ποια χρώματα θα κρατούσε για τη βραδινή του φορεσιά. Απόψε θα φτάσει η φωνή, η ψυχή του, ίσαμε το ολόγιομο φεγγάρι και το χαμόγελό του θα φωτίσει ακόμα πιο πολύ τον Καστρινό ουρανό.
Το Φρούριο της Θάλασσας, το σύμβολο της πόλης μας, ο ένας και μοναδικός Κούλες ανοίγει τις πόρτες του και μας υποδέχεται όλους από σήμερα και για όσα χρόνια μας αντέξει…
Χρόνια τώρα,η αγέρωχη κορμοστασιά του, ο αμίλητος όγκος του, συντροφεύει το άνοιγμα της μέρας μου. Τούτη η καλημέρα όμως ήταν αλλιώτικη. 
17 Αυγούστου 2016,φωτ: Ελένη Μπετεινάκη
Από χθες το βράδυ που ανάψανε τα φώτα του, τον είδα, τον ένοιωσα, πως ήταν χαρούμενος. Τον ακούμπησα απαλά, αφουγκράστηκα την ανάσα του, κι ήταν σαν να΄νοιωσα εκείνο το σκίρτημα, σαν να τον είδα να υψώνει πιο πολύ το μπέτι του, κάθε ίντσα του «κορμιού» του στολισμένος με τα καλύτερά του, να καλέσει όλους τους γλάρους, όλα τα στοιχειά της φύσης, να σιγοψιθυρίσει στη θάλασσα πως έφτασε η ώρα να περπατήσουν όλοι  πάνω του ξανά, να ανοίξει τις κάμαρες του, να δεχτεί κόσμο, να γιορτάζει κάθε μέρα. Να πει στους Καστρινούς πως «Γύρισα…» και απόψε θα πούμε μια μεγάλη καλησπέρα στο φεγγάρι,το ολόγιομο, το Αυγουστιάτικο, όλοι μαζί!
1912c.
«Κι εσύ το ξέρω πως θα΄σαι ακόμη πιο πολύ συγκινημένος απ΄ όλους γιατί τούτη τη φορά θα γεμίσεις με εκατοντάδες χαμόγελα, βήματα, μουσικές και φωνές διαφορετικές από όλα τα χρόνια που ήσουν στη σιωπή.»
Κάθισα χαμηλά στην είσοδο και κοίταξα ψηλά. Ένας  από τους λέοντες τα σύμβολα της Γαληνοτάτης  του Αδρία, άστραφτε στον ήλιο, κάτασπρη ομορφιά κι ας του έλλειπαν κομμάτια. Ένας αναστεναγμός ξέφυγε μέσα από την ψυχή μου, για όλη τη ζωή, την ιστορία τούτου του κτίσματος που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Εικόνες ελάχιστες σώζονται. Εδώ δουλεύει η φαντασία  και τα γραφούμενα. Κι είναι οι εικόνες της ψυχής πιο δυνατές σαν πρέπει να θυμηθείς, να αφηγηθείς ή να γράψεις για τούτο το θεριό. Γιατί τη θάλασσα λέμε άγριο κι απάλευτο στοιχειό, θεριό ανήμερο, όμως ΕΚΕΙΝΟΣ είναι   που τα άντεξε όλα και δεν βαρυγκώμησε ποτέ του!
1930c
Λένε πως τον πρωτόφτιαξαν οι Σαρακηνοί και αργότερα  στο ίδιο σημείο οι Ενετοί, σαν πρωτόρθαν στην πόλη, έφτιαξαν ένα μικρό φρούριο, να προστατεύει τις γαλέρες από τα κύματα το λιμάνι. Να είχε ανεφοδιασμό το κάθε μικρό καΐκι, γρίπος, σκιράτσα, γαλιόνι, σαΐτα, νάβα και εμπορικό πλοίο κι ο καθείς που πάλευε με τη θάλασσα κι ήθελε να βρει απανεμιά στην αγκαλιά του Χάνδακα. Ο Στέφανος Ξανθουδίδης πίστευε πως οι ογκόλιθοι που αποτέλεσαν την υπόβαση για το ενετικό φρούριο που σώζεται σήμερα, δεν ανήκουν στην ενετική εποχή αλλά σε πολύ παλιότερη. Το ονόμασαν Καστέλλιον ( Casteli και Roca) αλλά στους σεισμούς του 1303 δεν άντεξε και σχεδόν κατέπεσε. Το επισκεύασαν ξανά αλλά και πάλι στα 1500 κρίθηκε ετοιμόρροπο και ακατάλληλο κι έτσι κατεδαφίστηκε ολόκληρο σχεδόν. Πέρασε λίγος  καιρός ακόμα  κι οι Ενετοί που θελαν να φτάσει τα όνομα τους στα πέρατα του κόσμου, που΄χαν βαφτίσει το Βασίλειο της Κρήτης και την πόλη τους, την πόλη μας, «Βενετία του Νότου» είπαν να φτιάξουν πιο στέρεα τείχη, πιο μεγάλα φρούρια, πιο απόρθητα από τους τυχόν κατακτητές. Κι ήταν στα 1523 σαν ξεκίνησε τούτη η κατασκευή από ογκόλιθους που μεταφέρονταν από την Ντία και από τον κόλπο της Ροδιάς εκεί  στα Φρασκιά. Και κράτησε τούτη η κατασκευή ίσαμε τα 1540 με δυσκολίες πολλές με εκατοντάδες ανθρώπους να δουλεύουν ώρες ατέλειωτες με μύθους και θρύλους να σώζονται για την θεμελίωση του..
1950c
Η αείμνηστη Χρυσούλα Τζομπανάκη  γράφει  στο μεγάλο βιβλίο για τον Χάνδακα *  πως « …Τα πρώτα έγγραφα που κάνουν μνεία για το φρούριο στην είσοδο του λιμένα ανάγονται ήδη στις αρχές του 14ου αι. Το1303, ο δούκας Quido da Canal αναφέρει στη Γαληνοτάτη ότι το παλαιό φρούριο στην είσοδο του λιμένα, το οποίο ονομάζει Castellum Comunis, ήταν μεταξύ των κτισμάτων της πόλης που έπαθαν σημαντικές βλάβες από το σεισμό αυτού του χρόνου… Στα 1429 στα σχέδια του Buondelmonti απεικονίζεται ένας ψηλός, τετράγωνος πύργος με διευρυμένη στέψη να δεσπόζει στην είσοδο του Χάνδακα… Στα 1486 ο Erardo Rewich με αρκετή ρομαντική διάθεση και αρκετή αυθαιρεσία σχεδιάζει ένα υψηλό κυκλικό πύργο με επάλξεις, που έχει εδραστεί σε καμπύλο βαθμιδωτό κρηπίδωμα. ..».
Behhaedeen
Κανείς  δεν ξέρει με ακρίβεια το σχήμα του τότε οικοδομήματος. Ίσαμε το καλοκαίρι  του 1523 που δυο σπουδαίοι μηχανικοί έρχονται  στην Κρήτη. Ο Antonio Saracini και ο αρχηγός του πεζικού Giovanni da Como. Συνεργάζονται με τον δούκα Μarco Minio και διαπιστώνουν πως το παλιό φρούριο δεν επαρκεί για τις αμυντικές τους ανάγκες. Νέα σχέδια ετοιμάζονται, το φρούριο κατεδαφίζεται εντελώς και δυο χρόνια αργότερα ο Capitano Generale Tomaso Mocenigo αναφέρει στη Βενετία πως οι εργασίες για τη νέα κατασκευή έχουν ξεκινήσει με πρότυπο τις οχυρώσεις στη Ρόδο  του γάλλου bombardiere Bernardo. Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια αν ήταν όλων εκείνων τα σχέδια που εκπονήθηκαν για τούτη την κατασκευή, ωστόσο συνεχίστηκαν οι εργασίες παρά και  την μεγάλη έλλειψη χρημάτων. Λένε ακόμα, πως όπως γράψαμε και πιο πάνω οι πέτρες και οι ογκόλιθοι ήρθαν από την Ντία και τα Φρασκιά κι ακόμα πως για την ευρύτερη υπόβαση του νέου φρουρίου χρησιμοποιήθηκαν άχρηστα καράβια και βάρκες, τα οποία γέμιζαν με πέτρες και μαζί με το φορτίο τους τα βύθιζαν στα σημεία που έπρεπε να επεκτείνουν ή να το ενισχύσουν. «…Στα 1533 τέλειωσε το μεγαλύτερο τμήμα των έργων κι άρχισε να εντειχίζεται επάνω από την κεντρική είσοδο το ιδιαίτερα μεγάλο ,από λευκό μάρμαρο, έμβλημα της Γαληνοτάτης με τον ανάγλυφο Λέοντα του Αγίου Μάρκου. Μια άλλη επιγραφή, που εντειχίζεται στα 1539 στο εσωτερικό του Φρουρίου, επάνω από την κλίμακα ανόδου στον όροφο, πιστοποιεί την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης όλων των εργασιών…»*. Όμως οι Ενετοί έχουν να παλέψουν διαρκώς με τα κύματα  και θα πάθουν πολλές ζημιές σε όλη τη διάρκεια της κατασκευής.
1930c Nation. Geographic
Σχέδια αλλάζουν, ανακατασκευές γίνονται συνέχεια οι τοιχοποιίες όλο και πιο πολύ ενισχύονται ή μεγαλώνουν και η ζήτηση βοήθειας από την Βενετία είναι πια διαρκής και επίμονη. Κι ενώ τα πράγματα δυσκολεύουν, οι επιχωματώσεις αποτυγχάνουν από τη δύναμη της θάλασσας και οι απογοητεύσεις μεγαλώνουν. Φτάνουμε πια  στα 1580 και η Βενετία θορυβημένη από την αργοπορία της αποπεράτωσης του έργου στέλνει επιτέλους αρκετά χρήματα ώστε να ενισχυθεί το Φρούριο από την βάση του, με ογκόλιθους στερεωμένους όχι πια με συνδέσμους από σίδηρο αλλά από χαλκό. Κατά τη διάρκεια της μεγάλης πολιορκίας του Χάνδακα το Φρούριο θα σταθεί λίγο αδύνατο στην δύναμη του πυρός και η συμβολή του δεν θα είναι πια τόσο σημαντική ενάντια στους κατακτητές. Η βορινή του μεριά σχεδόν θα καταρρεύσει … Κι είναι η ώρα εκείνη η στερνή που από τον Αύγουστο του 1669 σαν άρχισαν οι φορτωμένες γαλέρες με όλους τους θησαυρούς του Χάνδακα να ανοίγονται στο πέλαγος,  το Φρούριο θα νοιώσει πως χάνεται, πως η ψυχή του κοντεύει να σπάσει, να πετάξει μακριά μαζί με όλα τα πολύτιμα αντικείμενα και του ανθρώπους του. Πρόσφυγας να γίνει κι εκείνος σε μέρη άγνωστα, αλαργινά. Όλες οι ψυχές που αγάπησε θα φύγουν κι εκείνος εκεί, Βράχος ακούνητος, σιωπηλός, ρημαγμένος, μόνος, στο έλεος του νέου κατακτητή που προσπαθεί να τον κάνει να αλλάξει κι Εκείνος την Πίστη του. Η εκκλησιά που ΄χε πάνω του θα αποκτήσει μιναρέ σαν περνά οριστικά στα χέρια των Οθωμανών. Τότε αλλάζουν και τα όνομά του και οι Τούρκοι θα τον αποκαλούν Κουλέ κι εκείνος θα νοιώσει για μια ακόμα φορά  ανήμπορος να στηριχτεί και στηρίξει το λιμάνι, την πόλη και τον ίδιο του τον εαυτό. Κι έτσι άρχισαν πάλι ένα σωρό εργασίες ….
1668
Γράφει ο Ζαχαρίας Πρακτικίδης στην Χωρογραφία της Κρήτης: «...Εξερχόμενοι δε της Πύλης του λιμένος, εκ δεξιών βλέπομεν το μικρόν Κουλά ή Πύργον,τον οικοδομηθέντα υπό των Οθωμανών, εξ αριστερών δε, τον υπό Σαρακηνών, οκτώ δέκα χρόνους πριν της οικοδομής όλου του τείχους οικοδομηθέντα μέγαν Πύργον, εις τον οποίον ευρίσκονται διάφοραι αποθήκαι, και μια Σκάλα, έχουσα γύρωθεν θυρίδας πολεμικάς, άλλαι μεν ούν από τας ρηθείσας αποθήκας εισί κεναί, άλλαι δε πλήρεις σφαιρών κανονίων και άλατος θαλασσίου τοσούτον πεπηγότος, ώστε μόλις συντρίβεται με σιδηρούν σφυρίον. Ευρίσκεται εκεί και μία αποθήκη πλήρης διπύρου άρτου ή παξιμαδίου, και άλλη πάλιν φακών ημιβρασμένων, αλατοσμένων και ξηραμένων υπό των Ενετών από τον καιρόν της πολιορκίας.Παράδοξον φαίνεται το να σώζονται αβλαβείς αι φακαί αύται προ εκατόν σαράνατα εξ χρόνων, βαθύτερον δε τούτου του εδάφους έως δώδεκα βαθμούς καταβάθρας, ευρίσκεται έτερον υπόγειον, όπου πήγουσι τους κακοποιούς Τούρκους και πλησίον της θύρας, αυτού εστίν η αναβάθρα, δι ης αναβαίνουσιν εις το άνωθεν μέρος του Πύργου, όπου ευρίσκεται ο φάρος, και εν τζαμίον και η οικία των φυλάκων…»**
Κατάφερα τούτες τις μέρες που τον ετοίμαζαν να μας τον παραδώσουν ξανά οι αρχαιολόγοι  στην δική μας τέρψη και αγκαλιά να περπατήσω μέσα του, να νοιώσω όλους τους κτύπους που ακούστηκαν από την θεμελίωση του ίσαμε τις μέρες μας. Να ακούσω ακόμα τις χιλιάδες φωνές ανθρώπων βασανισμένων που κλείστηκαν  στα υπόγεια του, στη φυλακή, στα κάτεργα  και νομίζω πως στάθηκα μια στιγμή να θυμηθώ, να νοιώσω, να αφουγκραστώ και πάλι την ιστορία. Κι ήταν σαν να μύρισα και να άκουσα τις ανάσες, βαριές  κι  ίσως και μια φωνή από εκείνο το μαρτυρικό καλοκαίρι που μέσα του κλειστήκαν τα ατρόμητα παλικάρια της Κρήτης οι 75 οπλαρχηγοί, ο Πρωτόπαππας και άλλοι έξι παπάδες, ο Δασκαλογιάνης, ο αδελφός του και τα πρωτοπαλίκαρα τους.
Πως το άντεξες Άρχοντα τούτο το μοιρολόι, πως κρατήθηκες εκείνες  τις βάρβαρες ώρες να βλέπεις αλυσοδεμένα τα ίδια σου τα «παιδιά», να βαρυγκωμούν και να βασανίζονται φρικτά. Κι είχε κι άλλες τέτοιες στιγμές η πορεία της ζωής σου, με Καστρινούς, με άλλους Κρητικούς αλλά και με αλλόθρησκες ψυχές που και αυτές βασανίστηκαν. Προσπάθησα να πάρω τις μνήμες μου από τούτες τις στιγμές γιατί ένοιωσα την ψυχή σου να μαυρίζει και σήμερα είπαμε πως είναι μέρα χαράς.
«Μην σκιάζεσαι…» σιγοψιθύρισα,«…ξέρω πως δεν ήθελες, όμως συμβαίνει πάντα να μην μπορεί κανείς να διαλέξει τι θα του τύχει στη ζωή, πόσο μάλλον σαν άλλοι αποφασίζουν για τη δική σου. Κι εσύ είσαι φτιαγμένος από πέτρα, άψυχο υλικό λένε, σκληρό, όμως εγώ ξέρω πως λύγισες τότε, πως δεν είσαι περήφανος για εκείνες τις ώρες, τα χρόνια, πως ακόμα κι οι πέτρες κάποιες φορές ματώνουν και δακρύζουν…»
Κι ύστερα περπάτησα στο ανώγειο ανηφορίζοντας τον κεντρικό διάδρομο, αργά γιατί είχα χρόνια να το ζήσω κι έφτασα πάνω ψηλά εκεί που η θέα σε μαγεύει κι απλώνεται μπροστά στα μάτια σου όλο το γαλάζιο της θάλασσας, η πόλη που ζεις και χρόνια τώρα εσύ ο ίδιος Άρχοντα μου την βλέπεις να αλλάζει πρόσωπα και ανθρώπους και μετράς όλα τα συμβαίνοντα, κι όλες τις παραξενιές του καθενός που θέλει να αφήσει το σημάδι του στο πέρασμα του από τούτη τη ζωή… Ακούμπησα στις επάλξεις, είδα τα κανόνια να΄ναι έτοιμα να ρίξουν τα βόλια τους στα πλοία τα πειρατικά, στους ξενομπάτες τούτης της πόλης που δεν είχαν έρθει για καλό σκοπό. Κι ύστερα γύρισα  κι είδα το χώρο ξανά. Θυμήθηκα πάλι πως εδώ πάνω υπήρχε φούρνος και μύλος και εκκλησιά κι εκεί στη βορινή πλευρά στέκει ότι απέμεινε από τον μιναρέ που είχαν ανεγείρει οι Τούρκοι. Αργότερα στη θέση του μιναρέ λειτούργησε ξανά  ο φάρος κι έχει κι αυτός ιστορίες απίθανες για τη λειτουργία και την χρήση του. Λένε πως υπήρχε από τα χρόνια τα πολύ παλιά κι αργότερα στα χρόνια τα υπό την Οθωμανική κυριαρχία  ανακαινίστηκε και λειτούργησε με νέο φως. Στα 1864, η κυριότητα του Φάρου, πέρασε στη δικαιοδοσία της Γαλλικής Εταιρείας Οθωμανικών Φάρων, και ο φωτισμός του εκσυγχρονίζεται και πάλι. Το 1913, με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων, πέρασε στη δικαιοδοσία της Ελληνικής Υπηρεσίας Φάρων και το 1930 ανακαινίστηκε με οικτρά αποτελέσματα ως προς την αισθητική του, αφού προστέθηκαν τσιμεντένιες ενισχύσεις που αλλοίωσαν την όψη του. 
Κι έμενε μέσα εδώ για χρόνια πολλά ο Σήφης ο Αλεξίου, ο φαροφύλακας που φρόντιζε πάντα μετά το δειλινό να ανάβει το μεγάλο φανάρι να ΄χουν να φέγγουν οι τράτες και τα μεγάλα βαπόρια όλη τη νυχτιά. Πότε δεν έσβησε τούτο το φανάρι, όσο ήταν ζωντανός ο κυρ Σήφης. Ξαγρυπνούσε όλη τη νύχτα και την ημέρα κοιμότανε. Οι πολύ παλιοί Καστρινοί, λέγαν πως, τα απογέματα ο γέρο Σήφης έβγαινε από τον Κούλε για να παίξει την ντάμα του στον καφενέ του Αντωνάκη στου Ταζέδικου στο Αμπάρ Αλτί, απέναντι από το φαρμακείο του Γεωργιάδη. Κι ήταν, λένε, ένας πολύ ήσυχος άνθρωπος που παίζε κομπολόι και κάθε βράδυ έμπαινε μέσα στον Γίγαντα, τον Άρχοντα, όπως μ΄αρέσει εμένα να τον φωνάζω για να ξορκίσω όλα τα κακά που έζησε στην πολύχρονη πορεία της ζωής του, στον Κούλε, ολομόναχος. Κι εκεί ο Σήφης ο Αλεξίου είχε συντροφιά μόνο τον ήχος της θάλασσας, τις άγριες φουρτούνες της, τις ήρεμες μπουνάτσες και δεν φοβήθηκε ποτές του. Ούτε τον επηρέασαν ποτέ οι θρύλοι που ‘θελαν να’ χει το Φρούριο κάποτε τα «φανταξά» του που οι Καστρινοί διέδιδαν πως ήταν πέρα για πέρα αληθινές οι ιστορίες τους. Κι ακούγονται λένε τις νύχτες όλες οι βαριές αλυσίδες να σέρνονται στα λιθόστρωτα πατώματα, και δεν ήταν λίγες οι φορές που χανε δει εκείνον τον αλυσοδεμένο «Μελήτακα» να τριγυρίζει και να κλαίει  στις ανήλιες στοές του ισογείου  και πιο κάτω των μπουντρουμιών του. Κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής, ο Φάρος καταστράφηκε. Με τη λήξη του πολέμου ανακαινίστηκε και λειτούργησε ξανά, μέχρι το 1960, όταν με την επέμβαση της αρχαιολογίας, ανακαινίστηκε και αφαιρέθηκαν τα τσιμεντένια παραπήγματα
Και περάσανε τα χρόνια και γκρεμίστηκε ο μιναρές κι έσβησε ο φάρος για πάντα πάνω από το αμίλητο Φρούριο, και χάθηκε κι αυτός όπως χαθήκανε πολλά στο πέρασμα του χρόνου. Κι ένοιωσα πόσο πολύ πόνεσε η ψυχή σου σαν γκρεμίσαμε τον μικρό σου αδελφό, τον μικρό Κούλε, στα 1936, το μόνο οχυρωματικό έργο των Τούρκων στην πόλη, όσα χρόνια έμειναν. Γκρεμίστηκε  γιατί απλά εμπόδιζε, γιατί έπρεπε να γίνει  πιο μεγάλο το άνοιγμα του λιμανιού. Κι εσύ πάντα ασάλευτος και λυπημένος, ώσπου σκέφτηκαν κάποιοι άνθρωποι να μην σε αφήσουν άλλο στην μοναξιά και την πίκρα της ζωής που προορίστηκες να ζήσεις. Κι άνοιξαν τις πύλες σου και μπήκε μέσα κόσμος πολύς, κι έγινες χώρος πολιτισμού, τέχνης, αναψυχής και παρατήρησης. Όμως ο καιρός σε πλήγωσε ξανά κι έπρεπε να ξανακλείσουν οι πόρτες της ψυχής σου, να γιατρευτείς πάλι για να μπορέσεις να διατηρηθείς και τους επόμενους αιώνες, να πεις σε εκείνους που θάρθουν τις παλιές σου ιστορίες μα και τις νεότερες. Να θυμηθείς κάτι και για μας τους απλούς καθημερνούς ανθρώπους που θέλουμε να βλέπουμε μόνο χαμόγελο και ομορφιά στην ψυχή σου…
Κι απόψε... απόψε θα λάμψεις. Θα΄ρθει πολύς κόσμος Άρχοντα, όλοι θα θέλουν να σε γνωρίσουν πιο καλά. Θα΄ναι μια νύχτα τεράστια, με το λαγούτο του Λουδοβίκου των Ανωγείων και με τη συντροφιά ενός  από τους πιο γκαρδιακούς σου φίλους, του φεγγαριού που κι εκείνο απόψε να φορέσει την πιο σπουδαία του στολή, την μεγαλόπρεπη, την Αυγουστιάτικη, την ασημένια του!

Χίλια καλώς σε βρήκαμε… Γίγαντα κι Άρχοντά μου… 

 Εμείς θα συνεχίσουμε να τα λέμε κάθε πρωί κι άλλοτε τα βράδια γιατί οι ιστορίες που λέμε χρόνια τώρα δεν νομίζω πως θα τελειώσουν ποτέ…





Πηγές :
Χάνδαξ - Ηράκλειον, Στέφανος Ξανθουδίδης,1927
Το Ηράκλειον στο πέρασμα των αιώνων, Στεργ. Σπανάκη, 1990
*Χάνδακας, η πόλη και ατ τείχη, Χρυσούλα Τζομπανάκη,ΕΚΙΜ 1996
**Χωρογραφία της Κρήτης, νέα έκδοση, Ζαχαρία Πρακτικίδου, 1983
Το Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000
Ο Κρητικός Πόλεμος, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2008
Εφημερίδα Πατρίς,
Εφημερίδα Εθν. Φωνή 1972
Ζητούνται Αναγνώστες, blogspot.gr

Δημοσιεύτηκε την 18 Αυγούστου 2016 στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ:http://www.patris.gr/articles
και στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/culture

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου