Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Αρχιμηνιά, Πρωτομηνιά κι αρχή καλός μας Χρόνος !



Της Ελένης Μπετεινάκη*

“ …Μόλις είχε αλλάξει  ο χρόνος κι εγώ χοροπηδούσα από τη χαρά μου. Έτρεξα  να γεμίσω την κούπα μου με γάλα και την καλύτερη πιατέλα με γλυκά  γιατί περίμενα τον  πιο εκλεκτό καλεσμένο  όλης της χρονιάς. Είχα ντυθεί με τα καλύτερα μου ρούχα κι είχα βάλει το μικρό μου ξύλινο καρεκλάκι πίσω από το δέντρο …εκεί θα έμενα τη νύχτα. Το είχα αποφασίσει, δεν θα με έπειθε κανείς για το αντίθετο. Εγώ, απόψε θα τον έβλεπα, θα του μιλούσα, του είχα φτιάξει και μια ζωγραφιά με τον ίδιο και πάνω γραμμένη τη διεύθυνση του σπιτιού και το όνομά μου, να του τη δώσω να με θυμάται σαν θα γύριζε στη χώρα του να μην με μπέρδευε με τα άλλα παιδιά. Μάλιστα το σχέδιο που είχα σκεφτεί πίστευα πως δεν θα μπορούσε με τίποτα πια να μου ξεφύγει. Είχα ρίξει άχνη ζάχαρη γύρω από το δέντρο, το γάλα και τα γλυκά του. Μόλις ερχόταν και πατούσε εκεί , θα έμενα τα αποτυπώματα από τις μπότες του κι έτσι δεν θα μπορούσε με τίποτα να με γελάσει κάποιος. Άσε που επιτέλους θα μάθαινα και τι νούμερο παπούτσι φορούσε! Μου έλεγαν πως δεν θα ΄ρχοταν αν δεν πήγαινα στο κρεβάτι μου , όμως εγώ επέμενα κι έτσι ύστερα από χίλιες δυο συμβουλές της μαμάς, δέχτηκα τουλάχιστον να με σκεπάσει με μια κουβέρτα . Έκανε κρύο πολύ και εμείς  δεν είχαμε τζάκι,  μόνο μια σόμπα υγραερίου που έπρεπε να
κλείσει αφού ήταν ώρα να ησυχάσει το σπίτι. Η αλήθεια είναι πως φοβόμουνα λίγο, μόνη μου, στην μεγάλη σάλα του σπιτιού, όμως η προσμονή του Αϊ Βασίλη και του δώρου μου ήταν τέτοια που καθόμουν ακίνητη και …περίμενα ! Θυμήθηκα όλα τα παραμύθια με τους καλικάντζαρους, με τα ξωτικά του δάσους με τις νεράιδες και προσπάθησα να επικεντρώσω το βλέμμα μου σε μια κρυστάλλινη μπάλα που είχε πάνω της ζωγραφισμένο το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη με όλα τα ελάφια του. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε έτσι, δεν ξέρω πως συνέβησαν όλα , εμένα μου φάνηκε μια στιγμή , όμως σαν άνοιξα τα μάτια μου βρέθηκα σκεπασμένη με την χοντρή μου κουβέρτα, το γάλα όλο να λείπει από την κούπα και μόνο δυο τρία μπισκότα σοκολατένια στην πιατέλα της μαμάς . Ω…τίποτα δεν είχα προλάβει , τίποτα δεν κατάλαβα …μόνο με την άκρη του ματιού μου είδα πως δίπλα στο δέντρο  υπήρχε ένα τεράστιο πακέτο με πολύχρωμες κορδέλες που λίγο πριν δεν υπήρχε… Ούτε η ζωγραφιά μου υπήρχε πουθενά… Ούτε καν τα αποτυπώματα που περίμενα με τόση αγωνία. Μάλλον θα πετούσε σκέφτηκα. Είχε πια ξημερώσει και το μεγάλο μυστήριο του Αι Βασίλη δεν είχα καταφέρει να το λύσω …δεν με ένοιαζε όμως καθόλου γιατί ήξερα πως σαν άνοιγα την κούτα θα ήταν εκεί… το πρώτο μου, το αγαπημένο , το ένα και μοναδικό καταδικό μου δώρο , το καινούργιο μου ποδήλατο …Ήταν  ξημερώματα της πρώτης του Γενάρη του 1973… ”*

Ιανουάριος ή Καλαντάρης της Χρονιάς, είναι το επίσημο όνομά του, που ξεκινάει μια πορεία γεμάτος δώρα, χαρές, προσδοκίες κι ελπίδα. Δεν είναι τυχαίο πως η ονομασία του είναι παρετυμολογία  από το ρήμα γ ε ν ν ώ  - Γενάρης, δηλαδή η  εποχή που γεννιούνται γιδοπρόβατα ή Γεννολοητής για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Τον λένε ακόμα Κλαυδευτή γιατί είναι ο μήνας που κλαδεύουν τα δέντρα. Μεσοχειμώνα  γιατί είναι το δεύτερο παιδί του. Είναι ο μήνας του πιο λαμπρού φεγγαριού που διευκολύνει του « έρωτες των γάτων» κι έτσι του προσδίδουν το προσωνύμιο Γατόμηνας .Αλλού τον φωνάζουν Μεγαλομηνά αφού ξεκινάει την καινούργια χρονιά και Τρανό και Πρωτάρη. Αλλού πάλι τον φωνάζουν Κρυαρίτη γιατί το κρύο του είναι πολύ δυνατό ή Γελαστό γιατί έχει τις περίφημες αλκυονίδες ημέρες.
Οι Καλικάντζαροι μένουν ακόμα στη γη για λίγες μέρες και έτσι  βοήθησαν  να αναπτυχθούν  τα έθιμα των μεταμφιέσεων σε όλα τα μέρη της Ελλάδας από την αρχή του ως και την μέρα των Φώτων σαν αποκορύφωμα .
H 1η του μήνα αλλά και του χρόνου είναι μέρα γεμάτη έθιμα, παρατηρήματα και μαντέματα. Ο Άγιος Βασίλης έχει μοιράσει απλόχερα πριν καλά καλά ξημερώσει τα δώρα του και οι άνθρωποι αρχίζουν να ζουν την νέα περίοδο. Σημαίνει τούτη μέρα τις δύο μεγάλες αντιθέσεις, το τέλος και την ίδια στιγμή, την αρχή. Η βασιλόπιτα έχει κοπεί από το βράδυ που συμβολίζει την πράξη μετάβασης από τον παλιό στο νέο χρόνο με μια ολόκληρη τελετουργία στο κόψιμό της. Είναι ο στερεωτικός  και θρεπτικός άρτος   με μια σκέψη προσφοράς και προς τους νεκρούς.

Και τώρα σειρά έχουν τα « πρωτοακούσματα» και « πρωτοαντικρίσματα » και του λεγόμενου ποδαρικού. Είναι η συνήθεια να παρατηρείται ποιος θα μπει πρώτο ς στο σπίτι την νέα χρονιά. Σε μερικούς μάλιστα τόπους για  να εξασφαλιστεί η καλοχρονιά το ποδαρικό το έκανε ο ίδιος ο νοικοκύρης ή ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας ή ένα παιδί που ήξεραν όλοι ότι ήταν τυχερό. Στην Κρήτη τα πιο παλιά χρόνια ο ξένος που θα μπαίνε  πρώτος στο σπίτι κρατούσε μια πέτρα , την άφηνε στη μέση και άρχιζε τις ευχές που συμπεριελάμβανε τους ανθρώπους και τα ζώα του σπιτιού . Τον κερνούσαν άπ όλα τα γλυκίσματα κι έφευγε. Στο  Ηράκλειο αλλά και στα Χανιά πήγαιναν ένα εικόνισμα από βραδύς στην εκκλησία και έπρεπε  πρώτο να μπει στο σπίτι από τον πρωτότοκο γιο .Στην πραγματικότητα ο Άγιος έκανε το ποδαρικό κι έτσι η καλοτυχία ήταν δεδομένη. Στη Κάρπαθο έβαζαν ένα άσπρο σκύλο πρωί πρωί μέσα στο σπίτι και του έδιναν να φάει μπακλαβά έτσι λεγαν το σπίτι σκύλιαζε και οι άνθρωποι γινόταν πολύ δυνατοί…
Βασικό ήταν κι ίσως σε κάποια μέρη παραμένει το σπάσιμο του ροδιού ( Ρογδιού  στην Κρήτη) τούτη τη μέρα. Είναι ένα έθιμο με πολλές εκδοχές . Το πετάει στη μέση του σπιτιού ο νοικοκύρης κι όταν σπάσει τα χιλιάδες σπόρια του που γεμίζουν τον τόπο είναι  σαν τα αγαθά που θα γεμίσουν όλη τη χρονιά. Τα μαζεύουν την επόμενη μέρα και τα δίνουν στα ζώα τους για να τους φέρει τύχη και στις κότες για να κάνουν περισσότερα αυγά.
Είναι η μέρα της « καλής χέρας » δηλαδή  κάθε είδους δώρου που προσφέρεται στους άλλους και ιδιαίτερα χρήματα στα παιδιά. Στα παλιότερα  χρόνια τα παιδιά γυρνούσαν σε συγγενικά σπίτια λίγο μετά που ήξεραν ότι το ποδαρικό είχε γίνει  και αφού καλημέριζαν φιλούσαν το χέρι του οικοδεσπότη περιμένοντας να τηρήσει και αυτός το εθιμοτυπικό.
Είναι η μέρα που έχει την τιμητική του ο « Βολβός της πρωτοχρονιάς» ή σκίλλη , αθανατοκρομμύδα ή σκιλλοκρομμύδα. Είναι εκείνο το αθάνατο φυτό που είναι  πάντα πράσινο και μπορεί να ανθίσει ακόμα κι αν οι ρίζες του δεν είναι στο χώμα. Την καθαρίζουν καλά από χώματα και την κρεμούν στην εξώπορτα  και η καινούργια ζωή θα ‘ ρθει στο σπιτικό ή στο στάβλο… Σήμερα το συναντάμε στις αγορές τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο , ωστόσο παραμένει το πρώτο φυτό που θα μπει στο σπίτι με την ιδιότητα της αναγέννησης.
Είναι η μέρα την μαντείας και των τυχερών παιχνιδιών .Πρώτο μάντεμα το φλουρί της βασιλόπιτας. Αλλά τα περισσότερα  αποδίδονται στα όνειρα της πρώτης νύχτας του χρόνου. Τα κορίτσια κρατούσαν λίγη ζύμη από την βασιλόπιτα την αλάτιζαν και την έψηναν το βράδυ της Πρωτοχρονιάς. Αυτόν που θα έβλεπαν τη νύχτα στον ύπνο τους να τους δίνει νερό θα ήταν  ο μελλοντικός τους σύντροφος.
Κάλαντα, Νικηφόρος Λύτρας
Τα παρατηρήματα δε  πάμπολλα. Οι βοσκοί έβλεπαν όπως πλάγιαζε ο σκύλος τους , οι γεωργοί παρατηρούσαν τον καιρό κι αν είχε καλοκαιριά την Πρωτομηνιά τότε για σαράντα μέρες θα ναι και κακοκαιρία. Οι άνθρωποι όλοι πρόσεχαν να μην κλάψουν εκείνη τη μέρα ή να μην χάσουν τίποτα γιατί αυτό θα τους συντρόφευε όλο το χρόνο.
Ακόμα την Πρωτοχρονιά δεν φτιάχνουν καφέ. Ο καφές ήταν πίκρα. Και δεν έβγαινε τίποτα από το σπίτι, ούτε χάρισμα μα ούτε και δανεικό .Δεν έπρεπε να σπάσει γυαλί καθρέφτης  και αν  αφήναν την πόρτα ανοιχτή και έμπαινε ένας  χοίρος , τότε το ανδρόγυνο του σπιτιού θα χήρευε με κάποιον από τους δυο.
Ξεχωριστό είναι και στις μέρες μας το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Πρέπει να είναι πλούσιο και με αφθονία αγαθών που προοιωνίζουν το πέρασμα  ολόκληρου  του χρόνου. Στο τραπέζι εκτός από φαγητά πρέπει να τοποθετηθούν και βάζα με μέλι, καρπούς και κλαδιά ελιάς σύμβολα όλα ευτυχίας και θαλερότητας. Αλλά και φλουριά σαν σημείο ευτυχίας. Η βασιλόπιτα  όπου δεν έχει κοπεί από το προηγούμενο βράδυ θα ναι το βασικό γλύκισμα του τραπεζιού. Η ανάδειξη με την εύρεση του νομίσματος ς του τυχερού του σπιτιού είναι μια συνήθεια που θα θυμούνται όλοι στην διάρκεια της χρονιάς. Λέγανε μάλιστα παλιότερα πως αν το τυχερό νόμισμα έπεφτε σε ανύπανδρο μέλος της οικογένειας τότε σίγουρα αυτό θα παντρευόταν πριν ακόμα κλείσει ο νέος χρόνος.
Ο Άγιος Βασίλης, ο δικός μας, που γιορτάζει τούτη τη μέρα είναι  ένας άνθρωπος ζευγολάτης που έρχεται από την Καισάρεια . Από την παραμονή του έφτιαχναν ένα δίσκο πράματα με πηχτή, ψάρια, και το κομμάτι του από τη βασιλόπιτα , ένα πιάτο τυρί, γλυκό , ένα ποτήρι νερό , τα άφηναν πάνω στο τραπέζι για να  τραταριστεί μόνος του. Αφού έτρωγε πίστευαν πως περνούσε κι από το στάβλο να ευλογήσει τα ζώα που για αυτό το λόγο την παραμονή της Πρωτοχρονιά αλλά κι ανήμερα έχουν ειδική περιποίηση.
Την Πρωτοχρονιά οι μυλωνάδες έριχναν μέσα στην τρύπα του μύλου σταφίδες και σύκα και καρύδια για να  τα βρει το ξωτικό και να καλοαλέσει. Οι βαρκάρηδες πήγαιναν στη βάρκα τους νερό, γλυκά, ρόδια και νομίσματα για να την ασημώσουν . Ήταν επίσης η μέρα που έπρεπε να ανανεωθεί το νερό με το καινούργιο. Θα πήγαιναν στις βρύσες με χίλια δυο καλούδια για να εξευμενίσουν τις νεράιδες , τα ξωτικά και τα στοιχειά που βρίσκονταν εκεί. Το νερό μέχρι να  πάει στο σπίτι έπρεπε να ναι αμίλητο και σαν έμπαιναν μέσα κρατούσαν  ένα κλαδί ελιάς που χτυπούσαν τους νοικοκυραίους του σπιτιού τους  καλημερίζανε και τους λέγανε σαν πρώτη κουβέντα «Χρόνια  πολλά». Σ΄άλλα  μέρη της Ελλάδας έφερναν τη μαλλιαρή , πέτρα με πλήθος από βρύα, από τη θάλασσα  που εξασφάλιζε την αφθονία των αγαθών.
Και φτάνουμε στις 6 του Γενάρη με την μεγάλη γιορτή των Θεοφανείων. Είναι «θεότρομη» γιορτή επειδή αγιάζονται τα νερά και φεύγουν οι καλικάντζαροι. Οι άνθρωποι πίστευαν πως την προηγούμενη το βράδυ άνοιγαν οι ουρανοί κι ότι και να ζητούσαν θα γινόταν και μάλιστα τα κορίτσια ξαγρυπνούσαν  τούτη τη νυχτιά γύρω από μια γλάστρα βασιλικού γιατί πίστευαν πως μόλις  άνοιγαν οι ουρανοί, αυτός άνθιζε… Πίστευαν επίσης πως η θάλασσα γινόταν γλυκιά και πίνονταν , και πως τα ζώα στους στάβλους αποκτούσαν ανθρώπινη λαλιά. Επίσης πως εκτός από τα νερά που αγιάζονταν , βαφτίζονταν και οι άνεμοι και όποιος φυσούσε εκείνη  τη στιγμή θα φυσούσε κι όλο το χρόνο.
Όλοι γνωρίζουμε την εικόνα του παπά που με την αγιαστούρα του ραντίζει κι ευλογεί τα σπίτια τούτη τη μέρα έτσι ώστε να διώξει τα παγανά και να ‘ ρθει πάλι η ισορροπία παντού. Στο  χέρι του κρατάει βασιλικό που οι ανύπανδρες κοπέλες τον άλλαζαν με τον δικό τους που είχαν φροντίσει να κρατήσουν από τις γλάστρες που είχαν φυτευτεί τον Μάιο και τον έβαζαν στο εικόνισμα. Το΄χαν σίγουρο πως ο γάμος θα ερχόταν μέσα στον ίδιο χρόνο ύστερα απ΄ αυτό. Σ΄ αλλά μέρη πάλι στην Ελλάδα οι νοικοκυρές  που κατάφερνα να πάρουν λίγο γέννημα από το δισάκι του παπά το έβαζαν  στις κότες τους και γεννοβολούσαν. Αλλού σταύρωναν  το σπίτι τους με τέσσερα κεριά που κολλούσαν στους τοίχους για να φύγουν οριστικά οι καλικάντζαροι. Έπαιρνα ν ύστερα τη στάχτη από τη φωτιά του τζακιού που έκαιγε όλο το Δωδεκαήμερο και την έριχναν στις τέσσερις  γωνιές του σπιτιού. Προφυλάσσονταν έτσι από τα ζούδια και όλα τα κακά. Η στάχτη  τούτη που έχει το συμβολισμό της αναγέννησης έφερνε καλοτυχία και χαρά στο σπίτι.
Την επόμενη μέρα στις 7 του μήνα  είναι του Αϊ Γιαννιού του Βαπτιστή. Μεγάλη  γιορτή επίσης με πολλά έθιμα με βασικό εκείνο των λιτανειών σε πολλά χωριά κρατώντας  δοχεία με νερό και κλωνάρια δέντρων που τα βύθιζαν μέσα και έβρεχαν ο ένας τον άλλον . Είναι γνωστές επίσης οι μεταμφιέσεις και ιδιαίτερα στην περιοχή της Μακεδονίας με εξέχουσα εκείνη των Παμπόγερων , ανδρών με παλιά ρούχα και κουδούνια που γυρίζουν τους δρόμους με σκοπό να τρομάξουν τους υπόλοιπους .
Στις 8 του Γενάρη , της Αγίας Δομνής ή  η μέρα της Μπάμπως, δηλαδή της μεγάλης γιορτής των γυναικών που βρίσκονταν σε ηλικία που μπορούν να τεκνοποιήσουν. Το  τιμώμενο πρόσωπο της μέρας ήταν η μαμή του χωριού  που την γέμιζαν δώρα χρήσιμα για αυτήν, όπως πετσέτες και σαπούνια . Η μέρα ευνοεί και αστεία με ψεύτικους φαλλούς και κλείνει με συμπόσιο στο σπίτι της μαμής που οι γυναίκες μπορούσαν να μεθύσουν. Οι άνδρες εκείνη την ημέρα πρέπει να  μένουν κλεισμένοι στα σπίτια του .
Επόμενη γιορτή στο καλαντάρι είναι του Αγίου Αντωνίου στις 17 του Γενάρη,  που λένε πως τότε σκεπάζεται με χιόνια όλος ο κόσμος και όλα γίνονται άσπρα σαν τα μαλλιά και τα γένια του. Ενώ στις 18 είναι του Αγίου Αθανασίου που συνοδευόταν με θυσία βοδιού ή προβάτου για την υγεία ολόκληρης της κοινότητας των βοσκών. Ακόμα και στα σπίτια εκείνη τη μέρα έσφαζαν ένα πετεινό για το καλό όλων των μελών της οικογένειας. Ούτε οι γυναίκες έκαναν κάποια δουλειά εκείνη τη μέρα, ήταν η μέρα της Άσπρης,  δηλαδή της ξεκούρασης.

Ακολουθεί η γιορτή του Αγίου Γρηγορίου στις 25  και ο μήνας κλείνει  με μία κατεξοχήν σχολική γιορτή εκείνη των Τριών Ιεραρχών στις 30 του μήνα.

Καλό μήνα !

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι εκπαιδευτικός

ΠΗΓΕΣ:
Ελληνικές Γιορτές και έθιμα της λαϊκής Λατρείας , Γ.Α.Μέγα, Εστία, 2012
Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών, Δημ. Σ. Λουκάτος, εκδ. Φιλιππότη
Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, Νίκος Ψιλάκης, εκδ. Καρμάνωρ
Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Cretalive.gr
 *«Λόγια του Αέρα», Συλλογή Διηγημάτων, Ελένη Μπετεινάκη, 2014

Δημοσιεύτηκε στις 1 Ιανουαρίου 2016 στο cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/opinions
και στο Fractal.gr :


 

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Υπάρχει άραγε o Άγιος Βασίλης …κι αν ναι, ποιά είναι η ιστορία του !



Της Ελένης Μπετεινάκη*

Μετά την νύχτα των Χριστουγέννων, η αποψινή  είναι η δεύτερη μαγική νύχτα του χρόνου. Είναι αυτή που « εκπληρώνει» όνειρα , προσδοκίες και επιθυμίες αν όχι όλων , των περισσότερων παιδιών του πλανήτη. Ποιός από μας  δεν ήθελε να μείνει ξάγρυπνος όταν ήταν παιδί για να δει και να γνωρίσει από κοντά τον άγιο Βασίλη; Πόσα γράμματα δεν γράφονται όλον τον χρόνο με παραλήπτη αυτόν τον αγαπημένο γέροντα που όμως έχει την ψυχή και την ζωντάνια μικρού παιδιού; Ποιος δεν νόμισε πως άκουσε εκείνο το μαγικό καμπανάκι,  αργά το βράδυ στον ουρανό και ποιος δεν έτρεξε πρωί πρωί να δει το δώρο του, κάτω απ το δέντρο, δίπλα στο τζάκι ή οπουδήποτε  μπορούσε να του το έχει αφήσει ό ένας και μοναδικός « άνθρωπος» ή « Θεός» που ξέρει να χαρίζει μόνο χαμόγελα στα παιδικά χείλη;

Ποιος είναι όμως ο Άγιος Βασίλης;  Είναι άνθρωπος; Υπάρχει; Τι άραγε τρώει; Κρέας ή ψάρι; Που ζει; Τι κάνει όταν μοιράσει τα δώρα των παιδιών; Τι τρώει για πρωινό; Διαβάζει εφημερίδες, μπαίνει στο ιντερνέτ; Ακούει μουσική; Πηγαίνει αυτός για ψώνια; Κάνει διακοπές; έχει παιδιά; Του αρέσει η θάλασσα; …Και γιατί …γιατί δεν τον έχουμε δει ποτέ;  Και γιατί έχει τόσα ονόματα; Ποιος απ όλους είναι ;

Είναι ο Father Christmas των Άγγλων, ο Περ Νοέλ των Γάλλων, Ο Santa Claus των Αμερικάνων, ο Σίντερ Κλάας των Ολλανδών, ο Βάιναχτσαν των Γερμανών, ο Λαμ Κουνγκ Κουνγκ των Κινέζων ( ο καλός γέρος Πατέρας ) ο Χοτέϊσο των Ιαπώνων, ο Baboo Natale των Ιταλών, ο Julemand των Σκανδιναβών , ο Joulupukki των Φιλανδών… ή ο δικός μας  Μέγας Βασίλειος   που θεωρείται ο Προστάτης άγιος των γεωργών;

1869 First Edition
 Σ΄ όλα τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς τραγουδιέται  σαν ένας ζευγολάτης που το αλέτρι του είναι καμωμένο από αρωματικά ξύλα, τα εξαρτήματα του από πολύτιμα μέταλλα και η συγκομιδή με την δική του ευλογία είναι αφάνταστα πλούσια. Για αυτό σαν γούρι οι γεωργοί και για την εξασφάλιση αυτής της ευλογίας πρέπει την ημέρα της Πρωτοχρονιάς να οργώσουν μια μικρή έστω έκταση στα χωράφια τους.

Ο δικός μας Άγιος Βασίλης είναι ο Μέγας Βασίλειος. Έζησε στην Καππαδοκία και αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην βοήθεια προς τον συνάνθρωπο , γι αυτό  θεωρείται ο εμπνευστής  και πρώτος δημιουργός της οργανωμένης φιλανθρωπίας . Σύμφωνα με την παράδοση, αμέσως μετά τα Χριστούγεννα, ξεκινούσε πεζός μ΄ ένα ραβδί στο χέρι, περνούσε από διάφορους τόπους, καλόβολος πάντα και κουβεντιαστής με όσους συναντούσε. Δεν κρατούσε στην πλάτη του ούτε κοφίνι ούτε σάκο με δώρα. Έφερνε συμβολικά δώρα στους ανθρώπους την καλή τύχη και την ιερατική ευλογία. Το ραβδί του ήταν ίσως μαγικό απ΄ όπου με θαυμαστό τρόπο βλάσταιναν ή ζωντάνευαν κλαδιά και πέρδικες , σύμβολα των αντίστοιχων δώρων. Το τρίτο του μεγάλο δώρο ήταν η σταθερή και διαχρονική χαρά της γνώσης για αυτό και …  « βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι ».
Harper's magagine
 Η παράδοση λέει πως  όταν ο έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε στην πόλη του για να εισπράξει φόρους οι κάτοικοι ζήτησαν την βοήθεια του Μ. Βασιλείου για να μην χάσουν τα πολύτιμα  αντικείμενα και κοσμήματα  τους αφού ήταν τα μόνα που είχαν. Όταν  τα συγκέντρωσαν και τα είδε ο έπαρχος ,ο Μέγας Βασίλειος τον έπεισε να μην  τα πάρει. Και τότε προέκυψε το ζήτημα της επιστροφής των αντικειμένων στους ιδιοκτήτες. Ο Μέγας Βασίλειος διέταξε τους πιστούς να φτιάξουν το απόγευμα του Σαββάτου πίτες και να βάλουν μέσα σε κάθε μια από ένα αντικείμενο. Όταν τους τις μοίρασε την επόμενη μέρα, σαν από θαύμα καθένας βρήκε  μέσα στην πίτα αυτό που είχε προσφέρει κι έτσι ξεκίνησε η παράδοση και το έθιμο της βασιλόπιτας. 

First Edition
Η σημερινή μορφή του Αϊ Βασίλη έγινε δημοφιλής από μια ιστορία που ανήκει στον αστό Προτεστάντη καθηγητή Κλεμέντι Κλαρκ Μουρ που την έγραψε για τα παιδιά του. Ο ήρωας του ήταν ο Άγιος Βασίλης και λεγόταν : « The night before Christmas » και δημοσιεύτηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1823 στην εφημερίδα Sentinel ή κατά άλλους από το ποίημα « Α visit from Saint Nikolas » που επίσης κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Η ιστορία του Μουρ εικονογραφήθηκε από τον Τόμας Ναστ που δανείστηκε στοιχεία από τη Γερμανική Παράδοση των Χριστουγέννων και την μορφή των γερμανών εμπόρων. Ο Ναστ εργαζόταν στο περιοδικό « Harpers Weekly » γύρω στα 1862. Ήταν το μεγαλύτερο περιοδικό της εποχής και απεικόνιζε με αλληγορικές εικόνες τα δρώμενα του πολέμου. Μια από αυτές τις εικόνες ήταν : « ο Άγιος Βασίλης στο στρατόπεδο», όπου για πρώτη φορά έχει τα χαρακτηριστικά ενός ευτραφούς άνδρα, ολοστρόγγυλου και ροδαλού, καλλυμένου από άστρα, ο οποίος μοίραζε δώρα στο στρατόπεδο των Βορείων. Ο Άγιος Βασίλης όσο τον σχεδίαζε ο Ναστ , κάθε Χριστούγεννα, είχε κόκκινο κουστούμι, με λευκά γουνάκια, άσπρη γενειάδα και παιχνίδια.

Στο πόσο δημοφιλής έγινε η μορφή του ευθύνεται το παιδικό βιβλίο : « The life and adventures of Santa Claus» που εκδόθηκε το 1902. Μερικά χρόνια αργότερα το 1915 η White Rock Βeverages ήταν η πρώτη   εταιρεία αναψυκτικών που τον χρησιμοποίησε για να πουλήσει μεταλλικό νερό και το 1923 Τζίντζερ Ειλ.

1931
Η συνεχεία είναι λίγο πολύ πιο γνωστή. Στα 1931 η αμερικάνικη εταιρίας Coca Cola προσλαμβάνει τον καλλιτέχνη  Haddon Sunblom που σχεδιάζει ξανά τον Αϊ Βασίλη με μαύρες μπότες, μακρύ σκουφί και ρούχα στο κόκκινο χρώμα των προϊόντων της και με πρωτοχρονιάτικα δώρα τα δικά της αναψυκτικά. Η διαφήμιση αυτή είχε τόση επιτυχία που έγινε δημοφιλής σε όλον τον κόσμο και η νέα φιγούρα του Αϊ Βασίλη παραμένει σχεδόν ίδια από τότε και έτσι κι εμείς τον γνωρίσαμε…
Και σήμερα πώς να πιστέψει κανείς στον Αϊ Βασίλη ; Μα είναι απλό, όπως και τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή μας. Χρειάζεται πάνω απ΄ όλα διάθεση και φαντασία. Ένα τζάκι με μια αχνή στήλη καπνού να βγαίνει από την καμινάδα. Ένα αδιαπέραστο πέπλο μαγείας, πολλές νεράιδες  όπως τα παραμύθια . Αυτές θα φέρουν σπάνια υλικά απ όλον τον κόσμο, θα φτιάξουν νεραϊδόσκονη όπως η λάμψη ενός παγωμένου πρωινού ή η δέσμη φωτός από ένα δάσος . Όλα αυτά  θα βοηθήσουν τον Αϊ Βασίλης να χαρίσει μαγεία και λάμψη καθ΄όλη τη διάρκεια των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Χρειάζονται  ακόμα πολλά γυάλινα μικρά μπουκαλάκια που μέσα τους έχουν τις ευχές των παιδιών όλου του κόσμου  και τις μυρωδιές των γιορτών όπως κανέλα, γλυκάνισο, μέλι, γαρίφαλο, ζάχαρη, καρύδια, ανθόνερο και μπόλικο αλεύρι.  Λίγα ξωτικά, ένα – δυο καλικάντζαροι που τα χουν βρει μαζί του για να τον βοηθήσουν στις δύσκολες καταστάσεις , πολλά χαρτιά περιτυλίγματος , μπισκότα , κουραμπιέδες και  2 – 3 ποτήρια γάλα… Χρειάζονται και μερικά ζώα, τάρανδοι κατά προτίμηση περίπου έξι ή οκτώ. Ένα μικρό ποντίκι που παραμένει πάντα σε μια γωνιά. Ένα έλκηθρο με πάρα πολλά ειδικά αξεσουάρ όπως μια πυξίδα που θα δείχνει κάθε στιγμή ποια είναι  η κατεύθυνση του ταξιδιού και ένα χρονοδιακόπτη με μια μικρή γυάλινη σφαίρα που λειτουργεί με τη βοήθεια μαγικών. Ένας ξάστερος ουρανός και σίγουρα  ένα ολόγιομο φεγγάρι… Ο  χρόνος τότε σταματάει …Ο Άγιος Βασίλης παγιδεύεται σε  ένα αόρατο  μαγικό σύννεφο και έτσι καταφέρνει να γυρίσει τον  κόσμο σε ένα βράδυ …

Κι αν δεν πιστεύετε στα παραμύθια… διαβάστε την ιστορία  της οκτάχρονης Βιρτζίνιας Ο ΄ Χάνλον  που νόμιζε πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης εκεί στα 1897,  και έστειλε ένα γράμμα στην πιο έγκυρη εφημερίδα της εποχής της , την New York Sun. Ήταν η εγκυρότερη εφημερίδα του αιώνα και η απάντηση που πήρε μέσω του Αρχισυντάκτη της Φράνσις Τσερτς ήταν θετική και απόλυτα τεκμηριωμένη …

Υπάρχει λοιπόν Άγιος Βασίλης;  Θέλετε τη γνώμη μου …Ε λοιπόν ναι, υπάρχει και είναι παντού. Όποια μορφή κι αν έχει, όσο και αν δεν πιστεύουμε στα παραμύθια, όσο σοβαροί και μεγάλοι αν είμαστε, κάπου όλοι μέσα μας έχουμε έναν Άγιο Βασίλη.  Υπάρχει γιατί ζει η αγάπη, η ελπίδα, η γενναιοδωρία, η προσμονή, η γαλήνη, η χαρά και η ίδια η ζωή. Υπάρχει γιατί υπάρχουν τα παιδιά , η αθωότητα και η παιδικότητα που εμείς οι μεγάλοι  κάνουμε τα πάντα για να μην την έχουμε.
Κι ύστερα λένε πως κανείς δεν έχει δει τον Άγιο Βασίλη πραγματικά αλλά αυτό δεν είναι απόδειξη πως δεν υπάρχει. Γιατί τα πιο σπουδαία πράγματα στον κόσμο είναι  αυτά που ούτε οι μεγάλοι μα πολλές φορές ούτε και τα παιδιά μπορούν να δουν, μόνο να τα  νοιώσουν …!
Εγώ καλού κακού …ένα γράμμα το ΄στειλα ….
                                                                                                                Καλή Πρωτοχρονιά !

Ναι, Βιρτζίνια, Υπάρχει  Άγιος Βασίλης, Βασίλης Παπαθεοδώρου, εκδ. Καστανιώτη
Wikipedia.org
nytimes.com
« Λόγια του Αέρα», ιδ.Εκδ. Διηγημάτων, Ελένη Μπετεινάκη,2013
"Nast, Thomas", Encyclopædia Britannica 1911
cretalive.gr

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης




Εικ: Νικόλας Ανδρικόπουλος
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη πρωτοδημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις.

Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά–Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
    Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωνίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ’ έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.
εικ :Νικόλας Ανδρικόπουλος
   ΄Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίαν, ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ’ ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.
    Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον.
εικ : Νικόλας Ανδρικόπουλος
Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες – που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.
    Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ… Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον… Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα… Τ’ ακούτε σεις αυτά;
 
εικ :Νικόλας Ανδρικόπουλος
  
Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε·
    –Έχεις πεντάρα;
    Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.
    –Βάλε συ το ρούμι, είπεν.
    Πως να έχη πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το  ν τ ό λ τ σ ε  φ α ρ  ν ι έ ν τε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέγει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.
    Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ’ αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ταξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του. Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον·
    –Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.
    Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.
    –Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν· ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ’ Άη-Νικολάου δουλέψαμε, τ’ Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα…
εικ: Νικόλας Ανδρικόπουλος
    Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.
    –Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
    –Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ’ ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν’ ακούση.
    –Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της· ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.
    –Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε…
    –Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.
    Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.
    Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. «Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!»
εικ :Νικόλας Ανδρικόπουλος
    Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι «βρεμένο το παξιμάδι». Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο–Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!

    Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευθή;
    Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.
    Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ’ ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα. Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν·
    –Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου;
    –Του κυρ-Θανάση του Μπε…
    Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
    –Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ’ αυτόν το δρόμο… τον είχα μουστερή από πρώτα… μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
    –Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος· να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα–Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πως να πώ; είναι η γενειά του… τη έχει λύσε-δέσε, σ” όλα τα πάντα… οικονόμισσα στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του… μαθές θέλω να πω, ανιψιά του… φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
    Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε·
    –Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ’ εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος… ο αφέντης σου.
    Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.
    Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
  
Εικ : Νικόλας Ανδρικόπουλος
 
Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
    –Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
    Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
    Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ' ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
    Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
    –Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες;
    Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά·
    –Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;
    –Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε…
    –Είναι μέσα;
    –Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
    Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
    –Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…
    Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο–Παύλου.
    –Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
    Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε–έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;
    –Τ’ ακούω.
    –Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε. Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε
    –Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα!
    Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά.
    –Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα· το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!…
    Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.
    –Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν… δρόμο και δουλειά!

http://www.papadiamantis.org
Εικονογράφηση: Νικόλας Ανδρικόπουλος, Τα χριστο΄τγεννα του τεμπέλη, εκδ. Παπαδόπουλος