Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

30 Σεπτεμβρίου 1856 …Ένας από τους μεγαλύτερους σεισμούς στον Χάνδακα και στην Κρήτη ολόκληρη!



Στα χίλια οχτακόσια έτος πενήντα έξη ηθέλησεν ο Κύριος το θάμμαν του να μπέψη
Σ’ τα εικοσιεννιά του Σεντεμπριού, ένα Σαββάτο βράδυ,
μέγας σεισμός εγείνηκε κ όυλος ο κόσμος βράζει.
Απού το μέρος τω Χανιώ έρχεται σα μελτέμι
Μέγας και τρομερός  σεισμός, ούλος ο κόσμος τρέμει.
Κ η θάλασς΄η  ακίνητη κι γι οχτώ ανέμοι.
Τρία λεφτά βοά η γης, καπνός ‘πο κάτω βγαίνει.
Χάνουνται χώραις και χωριά, σαν όντε χανετ΄ άστρο,
μα δεν υπόφερε καμιά σαν τον Μεγάλο Κάστρο.
Χαλούν τα μοναστήρια του χαλούν κι οι μιναρέδες… (Δημοτικό ποίημα)

Ήταν 2.45 λίγο πριν ξημερώσει η Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου του 1856. Ένας φοβερός σεισμός, που σύμφωνα με τα γραπτά του Ελευθέριου Πλατάκη, στα Κρητικά Χρονικά, ήταν περίπου της κλίμακας των 7,7 ρίχτερ, ισοπέδωσε σχεδόν τον Χάνδακα.
Πολλά χωριά και πόλεις της Κρήτης ερήμωσαν. Ο Χάνδακας αναστέναξε βαριά για μια ακόμα φορά. Οι γραφές αναφέρουν πως εκτός από τα σπίτια και τις εκκλησιές που κατέρρευσαν σαν χάρτινα κτίρια σκοτώθηκαν πάνω  500 άνθρωποι και τραυματίστηκαν περίπου  600 γιατί η ώρα ήταν τέτοια που όλοι σχεδόν βρισκόντουσαν στα σπίτια τους και κοιμόντουσαν.
Κι άλλοτε το νησί είχε πληγεί από μεγάλους σεισμούς όπως την εποχή του Νέρωνος στα 66 μ.Χ., ή την εποχή του Δεκίου το 251 μ.Χ., με την καταστροφή  εκτός πολλών πόλεων και αυτή της Κνωσού. Σημαντικές καταστροφές έγιναν και με άλλους μεγάλους σεισμούς όπως αυτούς το 1303 και το 1508. Τούτος εδώ όμως είχε πολύ μεγάλη σημασία για του κατοίκους της Κρήτης και ιδιαίτερα του Χάνδακα γιατί ήταν ήδη πολύ ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες εξαιτίας των Τούρκων και της καθημερινής δυσχέρειας που ζούσαν ,ώστε ο σεισμός ήταν κάτι σαν ταφόπετρα πάνω τους και κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά.
Ο ιστορικός Νικόλαος Σταυράκης διηγείται και περιγράφει την μεγάλη καταστροφή του Χάνδακα λέγοντας πως από τα 3620 σπίτια του έμειναν όρθια μόνο τα 18 και οι φωτιές που ξέσπασαν σε διάφορα σημεία της πόλης συμπλήρωσαν την καταστροφή , καίγοντας ακόμα και καταστήματα στο Μεϊντάνι κι αλλού που ο αριθμός τους έφτασε τα 48. Ο μικρός ναός του Αγίου Μηνά υπέστη τέτοια καταστροφή που κρίθηκε ετοιμόρροπος , το ίδιο και η Μητρόπολη του Αγίου Τίτου που ονομαζόταν τότε Βεζίρ Τζαμί. Επίσης ο  παλιός ναός του Αγίου Φραγκίσκου το Χουγκιάρ Τζαμί ισοπεδώθηκε. Ο Ναός του Αγίου Τίτου  ξαναχτίστηκε αργότερα στα 1869 με διαταγή του Βεζύρη Ααλή –Πασά.  Κατέρρευσε κι ότι είχε απομείνει από το Δούκικο Ανάκτορο καθώς και  η θολωτή Πύλη Voltone από το κτίριο Ακτάρικα. Κανένας   δεν μπορούσε να υπολογίσει τον τεράστιο απολογισμό αυτής της τόσο μανιώδους καταστροφής.
Μεγάλες καταστροφές υπέστη και η ύπαιθρος. Χωριά όπως οι Βούτες σχεδόν κατεστράφησαν , αφήνοντας πίσω τους 42 νεκρούς  και εκατοντάδες τραυματίες .Ο σεισμός έγινε αισθητός με τραυματίες και καταστροφές και στον νομό Λασιθίου και των Χανίων.
Η πόλη του Χάνδακα είχε ήδη αναστενάξει για μία ακόμα φορά. Στο διάστημα τούτο ήταν  διοικητής της Κρήτης που είχαν διορίσει οι Τούρκοι ο περίφημος Βελής πασάς ,γεννημένος στα Χανιά  και γιός του Αλβανού Μουσταφά Ναϊλή Πασά,αποκαλούμενος "Γκιριτλής". Ως γνωστόν είχε μείνει πάρα πολλά  χρόνια στην Κρήτη η  πρώτη του γυναίκα ήταν η  Ελένη Βολανάκη από τα Σκουλούφια Ρεθύμνου. Μνημόνευαν για αυτόν και  έλεγαν πως ήταν συνετός, σπουδαγμένος , πολύγλωσσος .Ήταν  επίσης πολύ σκληρός και δημιούργησε πολλές έχθρες και φόβους στους Χριστιανούς με την αμείλικτη στάση του απέναντί τους. Η δεύτερη μεγάλη δοκιμασία που περίμενε όλους ήταν σεισμός της 30ης Σεπτεμβρίου του 1856 που έκανε τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα.
Γράφει ο Στέφανος Ξανθουδίδης στα Ιστορικά του Σημειώματα για τον Χάνδακα  :
1866,σχ. Α. Αλεξανδριδη, Αγ. Φραγκίσκος
« Η πόλις της πρωίαν της 1ης Οκτωβρίου 1856 ήτο άμορφος όγκος λίθων  και ξύλων και χωμάτων και ευκολότερον  εβάδιζε τις δια μέσου των οικιών παρά δια των οδών, αι οποίαι είχον σκεπασθή τελείως»
Από τους επιφανείς Ηρακλειώτες που βοήθησαν τους πληγέντες της φοβερής αυτής καταστροφής ήταν ο Ανδρέας Καλοκαιρινός. Στα « Κρητικά Χρονικά » ο Στέργιος Σπανάκης αναφέρει : «… Υπέρ των θυμάτων του μεγάλου σεισμού της 30 Σεπτεμβρίου 1856, διέθεσεν εκ των αποθηκών του μεγάλην  ποσότηταν ενδυμάτων, αλεύρου, ελαίου και οίνου, εκτός των χρημάτων , τα οποία διένειμε αυτοπροσώπως. Εκάλεσε τα πληρώματα των εν τω λιμένι ελληνικών πλοίων και ειργάσθησαν  όλη την ημέραν υπέρ των παθόντων. Εχορήγησεν οικόπεδα και οικοδομήσιμον  ξυλείαν δια την κατασκευήν παραπηγμάτων. Διενήργησεν έρανον μεταξύ των ανταποκριτών του, συλλέξας και άλλα χρήματα δια τους σεισμοπαθείς. Δεν διέφυγε την οξυδέρκειάν  του, ούτε το ζήτημα της ρυμοτομίας της πόλεωνς, επ ευκαιρία των καταστροφών του σεισμού.  Συνέστησεν εις τον τότε Νομάρχην Βελή Πασάν και εκάλεσεν τον Άγγλο αρχιτέκτονα Λιονέρ, προς εκπόνησιν νέου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως , το οποίον όμως δεν άφηκαν να εφαρμοσθή οι μωαμεθανοί κάτοικοι …»
Ένα περιστατικό που αφορά τη ζωή και απόδραση  του τελευταίου Χαϊνη του Χάνδακα ή Μεγάλου Κάστρου, του Μιχαήλ Βλάχου, συνδέεται άμεσα με τον φοβερό σεισμό αφού την περίοδο εκείνη βρισκόταν φυλακισμένος μαζί με πολλούς άλλους στο Διοικητήριο. Σύμφωνα με το βιβλίο του ο Νικόλαος Σταυρινίδης : « Μιχαήλ Βλάχος , ο τελευταίος Χαϊνης με το τραγικό τέλος», λέει :
« …Ο Βλάχος ευρίσκετο τότες εις την Πράσινην λεγόμενη φυλακήν που έκειτο εις την αυλήν του Διοικητηρίου ( Πασσά την Πόρτα). Με την πρώτη δόνηση του σεισμού οι φρουροί της φυλακής εγκατέλειψαν τας θέσεις των. Οι φυλακισμένοι τότε εζήτησαν την βοήθεια του Βλάχου δια να τους σώση. Με την τεράστια μυϊκήν δύναμην που είχε κατόρθωσεν ούτος να αποσπαση τας σιδηράς  ράβδους ενός παραθύρου της φυλακής και από το γενόμενον άνοιγμα ήρχισαν οι φυλακισμένοι να εξέρχονται εις την αυλήν. Δεν είχον όμως εξέλθει όλοι όταν συνεπεία δευτέρας δονήσεως του σεισμού ήρχισεν να καταρρέη η στέγη του οικοδομήματος. Τότε ο Βλάχος δια του σώματος αυτού υπεστήριξε την καταρρέουσαν στέγη μέχρις ότου διεκπεραιώθησαν όλοι οι εγκάρθητοι εις την αυλήν. Επηκολούθησαν  δύο τελευταίαι  ισχυτόταται δονήσεις και το κτίριον της φυλακής  κατέρρευσεν εκ θεμελίων.Ο Βλάχος τότε και οι διασωθέντες εκ βεβαίου θανάτου φυλακισμένοι, ελέυθεροι  πλέον διεσκορπίσθησαν  εις την πόλιν του Ηρακλείου… »
Το αποτέλεσμα της σφοδρότατης αυτής σεισμικής δόνησης ήταν να υποστούν σημαντικές  βλάβες σε ολόκληρη την Κρήτη 11.317 σπίτι από τα οποία τα 6.512 κατεστράφησαν ολοσχερώς. Ο  τελειωτικός αριθμός των νεκρών ανέβηκε στους 538 και των τραυματιών   637.

Κι απ΄ούλους  τση Χριστιανούς μία φωνή μόνο βγαίνει,
Την Παναγιά περικαλού μεσίστρια  να γένη
-Ω Παναγία Δέσποινα, κι ούλ ΄ είμεστα παιδιά σου
Κάμε την παρακάλεσι, που πιάνεται ο ριτζάς σου…
( Δημοτικό ποίημα για τον σεισμό του 1856)

ΠΗΓΕΣ:
Ελευθέριος Πλατάκης, Κρητικά Χρονικά ,τόμος Δ΄
Μιχαήλ Βλάχος , ο τελευταίος Χαϊνης με το τραγικό τέλος, Νικόλαος Σταυρινίδης
Λευτέρης Αλεξίου, Νέα Χρονικά, 1948
Ιστορία της Κρήτης, Ιωάννης Μουρέλος, τόμος 3ος,1934
Κρητικά Χρονικά , Στέργιος Σπανάκης, 1960
Χάνδαξ- Ηράκλειον, ιστορικά σημειώματα, Στέφ. Ξανθουδίδης ,1964
To Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000
cretalive.gr
Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, ένθετο πατριδογνωσία

Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 30 Σεπτεμβρίου 2015  :http://www.cretalive.gr/history


Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Έλλη Αλεξίου… Μια Ηρακλειώτισσα δασκάλα και συγγραφέας!



Η Έλλη Αλεξίου πλησιάζει σχεδόν έναν αιώνα ζωής (94 ετών) όταν φεύγει από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1988. Γαλήνια και με το χαρακτηριστικό της χιούμορ αντιμετωπίζει το τέλος. «Είναι μια φυσική κατάσταση που δεν πρέπει να με ανησυχεί», λέει σε μια από τις τελευταίες τις συνεντεύξεις. «Γεννήθηκα, μεγάλωσα, πρέπει να πεθάνω. Aν  μου έλεγες ότι θα μείνω αθάνατη θα το έβλεπα σαν παράδοξο φαινόμενο. Nα μείνω αθάνατη να κάνω τι;

Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1894 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στο Διδασκαλείο Ηρακλείου και για έξι χρόνια υπηρέτησε ως δασκάλα στο Γ' Χριστιανικό Παρθεναγωγείο και στη "Στέγη Μικρών Αδελφών". Το 1920 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά το γάμο της με το Βασίλη ή Βάσο Δασκαλάκη όπως τον αποκαλούσε ή ίδια. Ακολούθησε σπουδές Παιδαγωγικών και Φιλολογίας, όπου και διορίστηκε καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης διδάσκοντας 19 χρόνια. Συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση (ΕΑΜ Λογοτεχνών). Το 1945 μετέβη για σπουδές στη Σορβόννη, απ΄ όπου έλαβε δίπλωμα φωνητικής και γαλλικής, ενώ παράλληλα δίδασκε σε σχολεία της ελληνικής παροικίας αλλά της αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια και δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Από το 1949 μέχρι το 1962 διορίστηκε εκπαιδευτικός σύμβουλος για τα ελληνικά σχολεία των σοσιαλιστικών χωρών. Μετά από αναγκαστική προσφυγιά, λόγω των επανειλημμένων διώξεων που υπέστη από την ανάμιξή της σε προοδευτικά κινήματα, επέστρεψε στην Ελλάδα το 1962. Αργότερα όμως συνελήφθη και το 1965 βρέθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Στη συνέχεια ελευθερώθηκε και μετέβη στη Ρουμανία ως το 1966, οπότε και επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα. Με την επιστροφή της συνελήφθη με βάση βούλευμα εναντίον της που είχε εκδοθεί το 1952, δικάστηκε και απαλλάχθηκε. Έκτοτε και μέχρι το θάνατό της, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1988, αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Τα έργα της διακρίνονται για τον ποιητικό ρεαλισμό του ύφους καθώς και για τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό τους. Ανιψιός της ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ενώ η ίδια ήταν αδελφή της Γαλάτειας Καζαντζάκη, του Ραδάμανθυ Αλεξίου και του Λευτέρη Αλεξίου. Για πολλά χρόνια συζούσε με τον ποιητή Μάρκο Αυγέρη.

Για την Έλλη Αλεξίου έχουν γραφτεί πολλές σελίδες που αφορούν τη ζωή και το συγγραφικό της έργο και ταλέντο. Ανιψιός της επίσης είναι ο Καθηγητής Στυλιανός Αλεξίου, ένας από τους « Σοφούς» Έλληνες όπως τον αποκαλούσαν,  που σε μια πρόσφατη συγγραφική του έκδοση αναφέρει τις δικές του μνήμες από την αγαπημένη του θεία. Γράφει  σχετικά :
*…Τα καλοκαίρια παραθερίζαμε μαζί με τον Βάσο και την Έλλη στο χωριό των παππούδων ν μας, στο Κράσι κάτω από την κορυφή της Σελένας, κοντά στο οροπέδιο Λασιθίου. Μας πήγαιναν αργά αυτοκίνητα, από μισοχαραγμένους δρόμους που περνούσαν μέσα από λιόφυτα και ρεματιές με πικροδάφνες. Από ένα σημείο και μετά μας περίμεναν ζώα και μας ανέβαζαν σιγά σιγά στο χωριό , μέσα από ατ βουνά που μύριζαν από άγρια βότανα….
Το Κράσι, από τον καιρό που παραθέριζαν εκεί όλοι μαζί , ο Καζαντζάκης , ο Βάρναλης, ο Αυγέρης, η Γαλάτεια , η Έλλη, είχε πάρει μια παράξενη αίγλη. Ονόματα που δέσποζαν στην Αθήνα, είχαν γίνει οικεία στους γεμάτους καλοσύνη και εξυπνάδα Κρασανούς. Τους έβλεπαν, παραξενεμένοι λίγο, να τριγυρίζουν χωρίς λόγο στα βουνά, τους άκουγαν με κάποια απορία να συζητούν ώρες, τους έβλεπαν να διαβάζουν πολύ και αν γράφουν, και τους ρωτούσαν με ανησυχία « Αν πιστεύουν κι αυτοί στο Θεό »

…η Έλλη διάβαζε στη μικρή ηρακλειώτικη  συντροφιά των συγγενών και των φίλων, κομμάτια από το βιβλίο που έγραφε: Το τρίτο χριστιανικό παρθεναγωγείο. Μας έλεγε για τα φτωχά κορίτσια του σχολείου όπου είχε διδάξει, με τους άπλυτους ή φαγωμένους από τους ψύλλους λαιμούς, που τους στόλιζαν δυο τρεις γυάλινες χάντρες περασμένες  σ ένα κορδόνι βρώμικο.» Ήταν μωρά πέντε η  έξι χρονών, έγραφε, αφημένα στην τύχη τους, δίχως καμίαν επίβλεψη …Απουσιάζει η Γεωργία και τη ρωτάς γιατί δεν ήρθε χθες. –Δεν ήρθα, γιατί η μάνα μου με είχε κουκουλωμένη στο στρώμα  και μου ΄πλυνε τα ρούχα μου! ».
« Βλέπεις τη Φανή που φορά  μονάχα ένα παπούτσι και γίνεσαι ανήσυχη. Που να το χασε άραγε το άλλο: - Αυτής , κυρία, δεν είναι δικό της το παπούτσι. Σκάλιζε στα σκουπίδια και το βαλε. Και λέει πως το ΄χασε το άλλο, μα λέει ψέματα».
Η νεαρή δασκάλα προσπαθούσε να βοηθήσει, όσο μπορούσε τα πλάσματα αυτά.» Είχα πατέρα βιβλιοπώλη. Είχαμε στο μαγαζί ένα σωρό σπασμένες, ραγισμένες πλάκες  άχρηστες, ένα σωρό σπασμένα κονδύλια  που δεν πουλιούνταν .Κουβάλησα όλα τούτα τα κομμάτια τις πλάκες και τα σπασμένα κονδύλια στο σχολείο, τα φύλαξα στο συρτάρι της έδρας και βόλευα τα παιδιά. Μόνο πως δεν έβλεπες στα χεράκια τους ( κι αν ένα προς ένα γύριζες όλα τα θρανία) ούτε ένα ολόκληρο, σωστό κοντύλι, ούτε μια γερή πλάκα με το ξύλινο κάδρο της, ούτε ένα σφουγγαράκι. Φτύνανε και σβήνανε… Τα ίδια τους τα σύνεργα δεν βοηθούσαν.»
Πηγαίναμε συχνά στον εσπερινό στο μοναστήρι της Κεράς. Ακούγαμε το « Φως ιλαρόν» ενώ ατ χελιδόνια έμπαιναν κι έβγαιναν από τα παράθυρα της παλιάς εκκλησίας. Καθίζαμε στην ταράτσα του μοναστηριού κι ο Κοσμάς ο ηγούμενος μας κερνούσε ρακή και καρπούζι. Ο ήλιος είχε βασιλέψει και βλέπαμε μια ατέλειωτη διαδοχή από κορυφογραμμές γαλάζιες και ρόδινες , πολύ μακριά, ως πέρα στον Ψηλορείτη.
Στα 1940 ο πόλεμος ήρθε, και κράτησε για την  Ελλάδα δέκα χρόνια! Από τους παλιούς φίλους μας στο τέλος άλλοι είχαν σκοτωθεί, άλλοι τουφεκιστεί, άλλοι πεθάνει, άλλοι αυτοκτονήσει, άλλοι είχαν  χαθεί .Οι ανόητες πολιτικές διαμάχες απομάκρυναν και την Έλλη, έξω από την Ελλάδα για πολλά χρόνια. Την ξαναείδα το 1962, όταν γύρισε για την κηδεία της Γαλάτειας. Όλα είχαν περάσει, όσα νομίζαμε πως ήταν αιώνια Βλέπαμε μάλιστα πως είχαν διαρκέσει πολύ λίγο. Όμως η Έλλη ήταν τώρα ακόμη πιο  αγαπητή, πιο όμορφη. Τα γελαστά της μάτια  ήταν τώρα πιο φωτεινά. Είχε γράψει και άλλα βιβλία. Και χιλιάδες νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, τη διάβαζαν και την αγαπούσαν »*

 Η Έλλη Αλεξίου γράφει για τον Ελευθέριο Βενιζέλο:

“…Τέλειωσε ο Πρώτος Παγκόσμιος κι απάνω στις χαρές μας και στις νίκες μας, αρχίσανε πάλι να τρώγουνται ο Βενιζέλος με τον Κωνσταντίνο… Κι όπως στα μικρά μας χρόνια είχαμε βενιζελικούς και πριγκιπικούς, τώρα στα μεγάλα μας είχαμε βενιζελικούς και βασιλικούς. Η δεξιά κόλλησε πάλι με τους βασιλιάδες. Αλλά τώρα η εχθρότητα προχώρησε ως το διχασμό. Μοιράσανε την Ελλάδα στα δυο. Και πήρε την “Παλιά Ελλάδα” ο Κωνσταντίνος με πρωτεύουσά του την Αθήνα, και τις “Νέες χώρες” ο Βενιζέλος με πρωτεύουσά του τη Θεσσαλονίκη. Η Κρήτη, που μόλις είχε ενωθεί με την Ελλάδα, και λογαριαζότανε για “Νέα”, έπεσε στην επικράτεια του Βενιζέλου. Αυτό ήταν καλό για μας. Εμείς καμαρώναμε και οι μπατζάκηδες φόρεσαν τα μαύρα.
Το βενιζελικό κράτος του 1917 ονομάστηκε “Εθνική Άμυνα” κι έτσι πέρασε στην Ιστορία. Κείνα τα τρία χρόνια της Εθνικής Άμυνας (τελικά το κράτος της Θεσσαλονίκης επικράτησε. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα και η βασιλική οικογένεια εγκατέλειψε την Ελλάδα), είδε η εκπαίδευση κάποιο φως. Το υπουργείο Παιδείας το ανέλαβε η τριανδρία: Γληνός, Τριανταφυλλίδης, Δελμούζος, εισήχθηκε η Δημοτική στο Δημοτικό και γράφτηκαν βιβλία στη δημοτική γλώσσα, και Ιστορίες με κάπως προοδευτικό περιεχόμενο.
Ένα πρωινό, εφημερίδες και παραρτήματα του Ηρακλείου ανάγγελναν πως ο Βενιζέλος θα επισκεφθεί το Ηράκλειο. -Δεν είχε ακόμη επικρατήσει η Εθνική Άμυνα-. Χτυπούσαν οι καμπάνες. Οι κωνσταντινικοί κλείστηκαν στα σπίτια τους και μεις γιορτάζαμε στους δρόμους. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι μας στην “Πλαθειά Στράτα”, κατεβαίνοντας προς των Χανιών την πόρτα, από τη δεξιά μεριά ήταν ένα κουρείο κι ακούστηκε πως εκεί είναι ο Βενιζέλος και κουρεύεται. Πήγαινε ο κόσμος για να τον δει και πήγα κι εγώ. Είδα απόξω από το κουρείο κόσμο μαζεμένο. Οι πόρτες του κουρείου ήσαν κλειστές, τζαμαρίες, ρώτησα τι περιμένουν και μου λένε: “Περιμένουν να τελειώσει το κούρεμα, για να μπουν να μαζέψουν από χάμω τα μαλλιά του Βενιζέλου για ανάμνηση, σαν κειμήλιο…” Πολύ άσχημη εντύπωση μου έκαμε αυτή η πληροφόρηση. Αηδίασα για τη φτηνή εκδήλωση κολακείας. Ίσως νέοι, είμαστε πιο μονοκόμματοι. Σήμερα όμως που έχω κορνιζωμένα τα ποιήματα της Πολυδούρη μαζί με μια τούφα από τα μαλλάκια της, τα ατενίζω με αγάπη και συγκίνηση και όχι σαν κολακεία…”

Πηγές  :
Εφημερίδα Ελευθεροτυπία
Εφημερίδα Έθνος
Έλλη Αλεξίου,  “Από πολύ κοντά”,Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Cretalive.gr
Wikipedia.org

*Αποσπάσματα από το βιβλίο): Κείμενα Φιλίας και Μνήμης, Στυλιανός Αλεξίου,  Εκδ. Δοκιμάκης, 2010

Δημοσιεύτηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2015 στο Cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/history

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

27 του Σεπτέμβρη 1669, στον Χάνδακα …346 χρόνια σαν σήμερα!



Της Ελένης Μπετεινάκη

Κι ήρθες και με πολέμησες , και θέλεις το δηγάσαι,
Μα πως με πήρες με σπαθί, ποτέ σου μη λογάσαι *

Έχουν περάσει 346 χρόνια από εκείνη την μαύρη Παρασκευή, στις 27 του Σεπτεμβρίου του 1669. Ο Χάνδακας ερημωμένος πια, εξαντλημένος, και ταπεινωμένος αποχωρίζεται τα χέρια των Βενετών και περνά οριστικά στην κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στους Τούρκους.
 Κι αφήκαν δίχως άνθρωπον την χώραν σφαλισμένην
κι ουδένα πράγμα ζωντανό μέσα δεν απομένει…*

Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους μας. Ο περίφημος Κρητικός Πόλεμος έχει πια τελειώσει και τούτη η μέρα μοιάζει να΄ναι η πιο δύσκολη κι ας μην έχει ματώσει κανείς από πραγματικό αίμα. Μόνο η ψυχή σπάραζε  όσων είχαν απομένει μέσα στο πολιορκημένο κάστρο. Μόνο το κλάμα κι ο οδυρμός σαν να ακούγονταν από τα γαλιόνια που είχαν απομακρυνθεί, πέρα ακόμα κι από την Ντία. Όσοι είχαν μείνει  στην πονεμένη πόλη περίμεναν το σούρουπο για παραδοθούν τα κλειδιά του Μεγάλου Κάστρου. Να πέσει και η τελική αυλαία μόνο που ήταν χωρίς χειροκρότημα, τουλάχιστον από την μεριά των Χριστιανών.
Μ΄αρέσει να μιλώ με παραμύθια κι ιστορίες, να λέω τα πράγματα με τρόπο απλό.Να συλλογιέμαι και να θυμάμαι, σαν να τα ζω, μάχες, πρόσωπα που πέρασαν, έζησαν, μαρτύρησαν ή και βασίλεψαν σε τούτο τον τόπο. Το παραμύθι όμως του Χάνδακα, πάντα με πονάει, πάντα ματώνει και τη δική μου ψυχή γιατί δεν χωράει ο δικός μας ο νους τι ακριβώς σημαίνει …πόλεμος! Τι ακριβώς θα πει να φεύγεις  απ΄τον τόπο ξέροντας πως πότε δεν θα γυρίσεις, νοιώθοντας ξένος, πρόσφυγας και μόνος… Κι ίσως για αυτό δεν πρέπει όλοι μας  να ξεχνάμε, δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας στο στο χθες, σ όλα όσα συμβαίνουν σήμερα …

Τούτη τη φορά η βόλτα μου με το ποδήλατο ξεκίνησε από την γειτονιά…μου! Από την πρόσφατα ανακαινισμένη Πύλη Σαμπιονάρα, που ομολογώ πως με πίκρανε η όψη της, ωστόσο συνέχισα με οδηγό τη θύμηση, την λαχτάρα να ξαναμπώ στα γνωστά μου λημέρι, εκείνα  της ιστορίας. Κι ακλούθησα τον δρόμο μέχρι την Πύλη του Αγίου Γεωργίου κι ανηφόρισα την σημερινή Βίγλα… Πόσο αλλιώτικα φαίνονταν όλα από ψηλά. Πόσο ήρεμη και γαλήνια φαίνεται η πόλη που κοιμάται, το ξημέρωμα.

Κι ύστερα κατέβηκα κάτω στην Πύλη Ιησού και συνέχισα τη διαδρομή μου μέσα από τα  τείχη, περνώντας δρόμους ανακαινισμένους ίσαμε κάτω την Πύλη του Αγίου Ανδρέα…
Κι εκεί ξεκίνησε από την αρχή και πάλι η ιστορία …

«…Την Παρασκευή 1 Τζεμαζιέλεβελ του 1080  ( Σεπτεμβρίου 1669),νωρίς το απόγευμα, οι άπιστοι παρέδωσαν στον αντιπρόσωπο του πολυχρονεμένου, τον πορθητή του Χάνδακα , Φεζίλ Αχμετ Πασά τα έξι χιλιάδες εξακόσια έξι κλειδιά από το κάστρο ,τις αποθήκες πολεμοφοδίων, το θησαυροφυλάκιο και τις αποθήκες προμηθειών …».

Κι άρχισε εκείνο το παραμύθι που δυστυχώς ήταν πέρα για πέρα αληθινό και που  έφτανε σχεδόν στο τέλος του…(Δείτε εδώ!)

Κάστρο και που΄ν΄οι πύργοι σου και τα καμπαναριά σου…
Ω Κάστρο μου περίδοξο,τάχατες όσοι ζούνε
τάχατες να σαι κλαίσινε και να σ΄ αναζητούνε,
έπρεπε ούλοι οι Καστρινοί μαύρα για να βαστούσι
να κλαίγουσι  καθημερινό κι όχι να τραγουδούσι,
άντρες, γυναίκες και παιδιά και πάσα κορασίδα
να δείχνουν πως εχάσασι τέτοιας λοής πατρίδα.*


ΠΗΓΕΣ:
http://zhtunteanagnostes.blogspot.com/
Εφημερίδα Πατρίς, 2014
Cretalive.gr
*O Κρητικός πόλεμος(1645 -1669),Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή( επιμ. Στυλιανός Αλεξίου- Μάραθα Αποσκίτη), εκδ. Στιγμή

Δημοσιεύτηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2015 στο Cretalive .gr:  http://www.cretalive.gr/history