Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Τα παραμύθια του Σαββάτου...



…γράφει η Ελένη Μπετεινάκη!

Στις μέρες μας περισσότερο από ποτέ, θα πρέπει όλοι να  σκύψουμε το κεφάλι, τα μάτια και την ψυχή μας σε ανθρώπους που αγωνίζονται για ένα καλύτερο αύριο. Παραμύθια και ιστορίες που μιλούν για χαμένες πατρίδες. Για τη νοσταλγία της επιστροφής. Για το  δίκιο και το άδικο της ίδια της ζωής. Για τους πρόσφυγες ή μετανάστες που δεν διαφέρουν σε τίποτα από εμάς , μόνο ίσως στο χρώμα του δέρματος ή στη γλώσσα. Για τα παιδιά  όλου του κόσμου που πρέπει να χαμογελούν με την ψυχή τους, να συνεχίζουν να παίζουν και να ονειρεύονται. Για την ποίηση που είναι ο καθρέφτης της ψυχής και για εκείνες τις ατέλειες που θα πρέπει αν μας γεμίζουν με θάρρος και να μην το βάζουμε « κάτω» …ποτέ!

Το κίτρινο λεωφορείο για την πατρίδα, Χρήστος Μπουλώτης,εικ: Φωτεινή Στεφανίδη, εκδ. Πατάκης

O κυρ Στέφανος μου θύμισε ένα τραγούδι με τον κυρ Αντώνη, μόνο που τούτος ο αγαπημένος χαρακτήρας του Χρήστου Μπουλώτη ήταν οδηγός λεωφορείου στα νιάτα του. Και τώρα που τα χρόνια πέρασαν , πάλι οδηγός λεωφορείου θέλει να  είναι. Μόνο που το καινούργιο του λεωφορείο είναι δικό του κι έχει κάτι που το κάνει μοναδικό. Να φταίει το κίτρινο χρώμα; Να φταίνε οι ζωγραφισμένες μαργαρίτες; Ή μήπως το όνειρο, η φαντασία και η νοσταλγία. Είναι το λεωφορείο που αγαπούν όλα τα παιδιά, τα παιδιά του κόσμου. Όλα τα παιδιά που κάτι  άφησαν κάποτε σε  μια πατρίδα, όλα τα παιδιά που συνεχίζουν κι ελπίζουν κι ονειρεύονται. Είναι το λεωφορείο της νοσταλγίας, που στη διαδρομή του συμβαίνουν πράγματα θαυμαστά. Κι είναι κι οι μετανάστες και τα παιδιά τους που ζουν στην γειτονιά του κυρ Στέφανου και  κάποιοι τους κοιτούν κανονικά και κάποιοι άλλοι με μισό μάτι. Κι είναι κι οι θύμησές του από την δική του οικογένεια, από τότε με τον μεγάλο ξεριζωμό της Σμύρνης που τον έκανα να σκεφτεί. Να σκεφτεί πως :

 «…η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη πρόσφυγες και μετανάστες από την μια χώρα στην άλλη. Και του έλεγε ο παππούς Νικόλας πως στους χάρτες δε βλέπεις καθόλου ανθρώπους, ούτε τον πόνο τους βλέπεις, ούτε τη νοσταλγία τους κι ούτε τους πολέμους. Κι οι πόλεις μόνο κάτι κουκκιδίτσες ή καθόλου. Όμως άλλο οι χάρτες που΄ναι σκέτο χαρτί, άψυχο, κι άλλο η πραγματική ζωή…».

 Κι είναι κι η μοναξιά των γηρατειών, κι όχι μόνο, που αν θες να τη νικήσεις τότε όλα γίνονται πιο όμορφα. Μια απόφαση θέλει, και την πήρε μια μέρα ο κυρ Στέφανος. Και το λεωφορείο ένα Σάββατο ξεκίνησε …για την πατρίδα, με επιβάτες 7 παιδιά από την Πολωνία, το Ιράκ, την Αίγυπτο, την Νιγηρία, το Αφγανιστάν, την Αλβανία και την τελευταία στιγμή μπήκε κι ένα μικρό Ελληνάκι. Ναι, ήταν το μαγικό λεωφορείο των επιθυμιών , των ονείρων, της χαράς. Ήταν το λεωφορείο που γέμισε μόνο χαρούμενα πρόσωπα, γέλιο, τραγούδια και θαυμαστά επιφωνήματα. Κι ήταν σαν κάθε επιστροφή του από τις άλλες πατρίδες να έδινε την πιο σπουδαία του παρασταση ο κυρ Στέφανος, κι υποκλινόταν μπροστά σε όλους, στη μεγάλη πλατεία του χωριού του κι αυτό τον έκανε ακόμα πιο νέο κι ας περνούσαν τα χρόνια, εκείνος ήξερε το μεγάλο μυστικό :

« …πως όλες οι πατρίδες είναι όμορφες κι όλες μαζί οι πατρίδες κάνουν τον κόσμο μια απέραντη πατρίδα !»

Μια υπέροχη ιστορία …για την πατρίδα… του Χρήστου Μπουλώτη. Μια ιστορία θύμησης, νοσταλγίας, ονείρου και χαράς. Μια ιστορία που συγκινεί, γεμίζει γαλήνη την ψυχή παιδιών και μεγάλων. Μια ιστορία που μας κάνει να  αναρωτηθούμε για τα μικρά και τα μεγάλα της ζωής, τα σπουδαία, τα περασμένα μα και τα μελλούμενα. Μια ιστορία σύγχρονη , όσο ποτέ, για τους πρόσφυγες, τους μετανάστες, για τα παιδιά που πάντα ονειρεύονται , ακόμα και σαν τα χρόνια περάσουν  κι όλοι γνωρίζουμε πως ακόμα και τότε η καρδιά, η ψυχή, δεν γερνάνε ποτέ. Μια ιστορία για όλα εκείνα που φωλιάζουν μέσα μας , τις λύπες και τις χαρές μας, τις επιθυμίες και τα πρέπει μας. Μια ιστορία χαρισματική. Από ένα συγγραφέα που ξέρει να αγγίζει τις δικές μας ψυχές. Από μια εικονογράφο που…ζωγραφίζει υπέροχα τα όνειρα και ας  είναι  ασπρόμαυρα μέσα στο βιβλίο. Σαν κλείσει κάποιος τα μάτια και ονειρευτεί, όλες οι μοναδικές ζωγραφιές της Φωτεινής Στεφανίδη αποκτούν τα πιο όμορφα χρώματα. Αυτά που θέλει κάποιος να δει με τα δικά του μάτια , εκείνα της δικής του ψυχής.
Για παιδιά από 8 χρονών…

Έλα να πετάξουμε μαζί , Κάτια Πινό, εικ. Μάνος Συγγελάκης, εκδ. Βεργίνα

Μια ιστορία για ένα όνειρο. Ένα παιδικό όνειρο. Στην ψυχή ενός μικρού παιδιού, του Τζαπάρ, που ζει φτωχικά στην χώρα του με την μητέρα του που κλαίει συχνά και του λέει πως σαν θα φύγουν μακριά θα μπορέσουν κι αυτοί να  γευτούν το γλυκό ψωμί. Όμως τούτο το γλυκό ψωμί θέλει πολύ « δύσκολα » υλικά για να …φουσκώσει. Θέλει πάνω απ όλα αγάπη, θέλει υπομονή, θέλει δύναμη και κουράγιο. Θέλει πολλές κουταλιές θάρρους, θέλει αγώνα, θέλει εκτίμηση, και πάνω απ΄όλα θέλει πίστη στην ίδια τη ζωή και στα όνειρα της. Θέλει τις περισσότερες φορές και τη βοήθεια των άλλων, εκείνων που δεν θα βλέπουν με μισό μάτι τα μικρά απιδιά των μεταναστών ή προσφύγων στα φανάρια. Θέλει δύναμη ψυχής και κατανόησης  στα παιδιά που τριγυρνούν ξυπόλυτα ή με βρώμικα ρούχα γιατί μπορεί να μην γίνεται να είναι αλλιώς. Θέλει περισυλλογή και ανάσες από όλους μας για όλους τους Τζαπάρ τούτου του κόσμου που είναι όπως και τα δικά μας παιδιά. Που θέλουν να χαμογελούν πάντα και ας έχουν ένα χαλασμένο δόντι που τα τρελαίνει στον πόνο σαν πίνουν νερό, το μόνο που υπάρχει, πιθανόν,  άφθονο στην πατρίδα τους. Θέλει μια μεγάλη αγκαλιά γιατί συχνά δεν καταλαβαίνουν τη δική μας τη γλώσσα. Θέλει να μην γνωρίζουν τη βία της μαγκιάς και των δήθεν επαναστατών – εφήβων. Θέλει ένα μικρό χεράκι από μια μικρή νεράιδα με μπούκλες στα μαλλιά που θα δώσει σημασία και χώρο στο όνειρο. Γιατί και τούτα τα παιδιά έχουν δικαιώματα, και ανάγκες και επιθυμίες και όνειρα. Κι ο Τζαπάρ δεν θα σταματήσει ποτέ να ονειρεύεται. Να ονειρεύεται πως κάποια μέρα το χαμόγελο θα έρθει στα χείλη της μητέρας του και στα δικά του. Πως κάποτε θα μάθει κι εκείνος να διαβάζει βιβλία και θα αποκτήσει  ένα μεγάλο με πολύχρωμες εικόνες  και  θα γράφει τα δικά του παραμύθια… Κι εκείνη η μέρα θα έρθει… μόλις το πιστέψει βαθιά. Και μόλις η μικρή του νεράιδα του χαρίσει το πιο γλυκό της βλέμμα και χαμόγελο. Κι ο Τζαπάρ θα φτάσει στο πιο ψηλό σκαλοπάτι του ονείρου του. Θα πετάξει μαζί με τα παγοπέδιλά του πολύ ψηλά, φίλοι για πάντα με την μικρή του νεράιδα, και θα κατακτήσει εκείνο το όνειρο  πως επιτέλους υπάρχει …γλυκό ψωμί και στη νέα του πατρίδα!
Ένα βιβλίο πολύ συγκινητικό. Ένα βιβλίο κι αυτό για τα παιδιά όλου του κόσμου. Για τους Τζαπάρ όλου του κόσμου που αναγκάζονται να αφήσουν τη δική τους πατρίδα και να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Ένα βιβλίο για την δύναμη της ψυχής και της θέλησης. Ένα βιβλίο που πρέπει να  ξυπνήσει ή και να  αλλάξει συνειδήσεις. Να κάνει όλους , παιδιά και μεγάλους να αναρωτηθούν για τις εικόνες που συναντάμε κάθε μέρα δίπλα μας. Για να καταλάβουμε πως όλα εκείνα τα παιδιά που αναγκάζονται να έρθουν στη δική μας τη χώρα, δεν είναι διαφορετικά από τα δικά μας, από μας. Είναι άνθρωποι, όπως εμείς, με όνειρα, ελπίδα , σάρκα και οστά. Η Κάτια Πινό γράφει μια ιστορία που όλοι μας κάπου μπορεί και να έχουμε βαθιά μέσα στην ψυχή μας. Μια ιστορία σύγχρονη και σχεδόν καθημερινή. Για τους Τζαπάρ των φαναριών, του σχολείου , της αγοράς, των δρόμων. Για τους Τζαπάρ που έρχονται καθημερινά στη δική μας πατρίδα, παράνομα πολλές φορές μόνο και μόνο για ένα καλύτερο μέλλον και που έχουμε υποχρέωση να στηρίξουμε γιατί πάνω από οτιδήποτε άλλο είμαστε όλοι άνθρωποι.
Κάτια, η ιστορία σου είναι απλά υπέροχη. Μακάρι όλοι οι Τζαπάρ του κόσμου να τα καταφέρνουν στη ζωή, όπως ο δικός σου. Μακάρι όλοι μας να μπορούσαμε να αναλογιστούμε τη ζωή όλων αυτών των ανθρώπων . Μακάρι να μπορούν όλοι οι Τζαπάρ να ακουμπήσουν έστω και λίγο το όνειρό τους!
Για παιδιά από 8 χρονών…

Σιρανό,ο ποιητής με τη μεγάλη μύτη, διασκευή Τάϊ- Μαρκ Λε Ταν, εικ: Ρεμπέκα Ντότρεμερ, εκδ. Μεταίχμιο.

Ο Σιρανό είναι ένας άνθρωπος με πολύ μεγάλη μύτη. Δεν είναι και πολύ εύκολη η καθημερινότητα του με αυτό το μικρό « ελάττωμα» στο πρόσωπό του. Ωστόσο ζει τη ζωή του  σύμφωνα με τα ήθη και τα έθιμα της εποχής του. Όλοι τον κοροϊδεύουν και κανείς  δεν προσέχει τα υπέροχα πράσινα μάτια του. Κι έτσι από μικρός μαθαίνει να προστατεύει τον εαυτό του από τους ενοχλητικούς. Γίνεται έξυπνος και δυνατός και πάνω απ΄ όλα ένας σπουδαίος ποιητής. Ένας ποιητής που αυτοσαρκάζεται  και που ερωτεύεται την ίδια του την ξαδέλφη, την Ρωξάνη. Δεν μπορεί να της μαρτυρήσει τον έρωτά του γιατί φοβάται την απόρριψη. Εκείνη πάλι είναι ερωτευμένη με τον Κριστιάν που κι εκείνος δεν της ομολογεί τον έρωτά του από φόβο. Ο Σιρανό που αποφασίζει να κρατήσει τη δική του αγάπη μόνο για τον εαυτό του , βοηθάει τον Κριστιάν , που ήταν και  λίγο χαζός, να εκμυστηρευτεί τα αισθήματα του στην όμορφη Ρωξάνη. Κρύβεται και ψιθυρίζει στίχους από τα ποιήματα του, σαν να τους λέει ο Κριστιάν στην κοπέλα και εκείνη ερωτεύεται επίσης …τον Κριστιάν. Ο Γκις , ένας πλούσιος και έξυπνος άνδρας που επίσης είναι ερωτευμένος με την Ρωξάνη στέλνει  τους δύο νέους σε πόλεμο . Ο Κριστιάν παντρεύεται την Ρωξάνη, συνέχιζε να της στέλνει γράμματα με τα ποιήματα του Σιρανό, νοιώθοντας όμως πάντα την ανασφάλεια, αν εκείνη αγαπά τον ίδιο ή τα γραφόμενα του. Από την απελπισία του, ρίχνεται στη μάχη και χάνει τη ζωή του…Η Ρωξάνη δεν ξεπέρνα ποτέ το χαμό του άνδρα της, τα χρόνια περνούν  και στο τέλος  η αλήθεια μπορεί και να φέρνει κοντά τις δύο αιώνια ερωτευμένες ψυχές που η  ζωή χώρισε  γιατί δεν είχαν τη δύναμη να ομολογήσουν την αλήθεια  Να δεχτούν τον εαυτό τους όπως είναι.
Ένα παραμύθι βασισμένο σε ένα πια κλασσικό ήρωα που έζησε στη Γαλλία τον 16ο αιώνα. Πρόσωπο υπαρκτό, στρατιωτικός που πεθαίνει από ατύχημα στα τριάντα έξι του χρόνια. Η ιστορία του εμπνέει  τον Εντμόν Ροστάν που γράφει το  θεατρικό του έργο  « Σιρανό ντε Μπεζεράκ»  , καθώς και τον Φράνκο Αλφάνο που δημιουργεί την ομώνυμη όπερα του, καθιερώνοντας τον Σιρανό σαν έναν  ρομαντικό  ήρωα με μια μεγάλη μύτη που τον κάνει διάσημο.
Παραμύθι που διαβάζεται και συγκινεί και στις μέρες μας. Η διασκευή του εκπληκτική με μοναδική εικονογράφηση που το συνιστά σαν μια από τις καλύτερες εκδόσεις του στα τελευταία χρόνια. Μια ιστορία για την αυτοεκτίμηση, την αγάπη, τη δύναμη της ψυχής και …της ποίησης.
Για παιδιά από 6 ετών

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στις 29 Αυγούστου 2015 στο Cretalive.gr :http://www.cretalive.gr/culture

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Ο τρελός και τα ποιήματα του, Η Ροδιά… :Χαλί Γκιμπράν



Κάποτε όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς , άκουσα ένα σπόρο να της λέει :

« Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλωνιά μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα΄μαι δυνατό δέντρο  κι όμορφο , στις εποχές όλες μέσα.. ».

Ύστερα μίλησε κι άλλος ένας σπόρος κι είπε:

«Όταν ήμουν νιος σαν εσένα είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονται του κάκου. »

Κι ένας τρίτος σπόρος μίλησε κι αυτός: 
« Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για εμάς, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον .»

Κι ένας τέταρτος είπε :

« Όμως τι φενάκη θα΄ταν η ζωή μας χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης ».

Είπε ένας πέμπτος :

« Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν ακούμε καν…»
Μα ένας έκτος απάντησε  :

 « Εκείνο που είμαστε αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε…»
Κι ένας έβδομος είπε  :
« Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει, μα και να μην μπορώ να τη ντύσω με λέξεις !»

Κι ύστερα ένας όγδοος μίλησε κι ένας ένατος και δέκατος  και μια σειρά από άλλους και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.

Κι έτσι την ίδια μέρα μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς , εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου…

Χαλί Γκιμπράν : Ο τρελός και τα ποιήματα του, Η Ροδιά…

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Μια βόλτα στην ιστορία …ίσαμε τον Άγιο Τίτο…25 Αυγούστου 2015!



Της Ελένης Μπετεινάκη

Σας το έχω πει κι άλλες  φορές, πως κάποιες μέρες  παίρνω το ποδήλατό μου και τριγυρνώ στην πόλη, το ξημέρωμα… Είναι η πιο ήσυχη ώρα, η πιο γλυκιά. Καλημερίζω τον ήλιο , τον Κούλε, τον  Άρχοντα κι ακοίμητο φρουρό του Μεγάλου Κάστρου και ύστερα ανηφορίζω τον πιο «μεγάλο» δρόμο, τον πιο πολυσύχναστο, τον πιο βασανισμένο. Την οδό Πλάνης ή με το σύγχρονο όνομά του… την 25ης Αυγούστου.
 Έτσι και σήμερα, μέρα μνήμης, μέρα γιορτής… Κι ανέβαινα σιγά σιγά, σχεδόν ακροπατώντας. Φοβόμουν μην και πατήσω κάποιο σημείο που είχε …αίμα, μην και υπήρχε μια τόση δα σπίθα και ανάψει πάλι εκείνη η φοβερή φωτιά που ρήμαξε τόσα μαγαζιά, σπίτια, τόσους ανθρώπους. Ένοιωθα στον αέρα το θόρυβο που έκανε η άγρια σπάθα των Βασιβουζούκων σαν ακουμπούσε την ανθρώπινη σάρκα, την κραυγή, τον πόνο… Έκλεισα τα μάτια, γύρισα το κεφάλι να δω και να αφουγκραστώ, κι ύστερα έριξα το βλέμμα μου προς τη θάλασσα.

 Όλα ήταν ήσυχα… μόνο οι θύμησες  ανακάτευαν το μυαλό και την ψυχή…

25 Αυγούστου

Χμ ! Τι να πει και τι να πρωτογράψει κάποιος για αυτήν την ημερομηνία. Λες κι ο ίδιος ο Θεός τα κανόνισε έτσι ώστε ΠΟΤΕ κανείς να μην ξεχάσει… Να μην ξεχάσει την άδικη και ανελέητη σφαγή τόσων ανθρώπων στον πιο κεντρικό δρόμο του Μεγάλου Κάστρου μας. Τόσος πόνος, τόση αδικία, τόσο αίμα και τόση μανία για εκδίκηση … Και την ίδια στιγμή μια μεγάλη γιορτή. Ενός Άγιου που δεσπόζει στον τόπο για πάνω από 1200 χρόνια…
Σταμάτησα μπροστά στο πιο όμορφο κτίσμα του Ηράκλειου. Στην εκκλησιά του αγίου Τίτου με την ομώνυμη πλατεία. Κοίταξα προς τη θάλασσα για μια ακόμα φορά…

-Λες, είπα, αυτό να ΄ναι , εκεί στον ορίζοντα που ξεμακραίνει;
Εκείνο το πλοίο που τα πήρε όλα
Την άγια κάρα, την εικόνα σου Παναγιά μου, Μεσοπαντίτισσα, ξενιτεμένη μας…

Μαύρα πανιά μου φάνηκε πως ανέμιζαν, κι ας μην ήταν πειρατικό το πλοίο. Έφευγαν όλα, τα έσωζε, τα ξεμάκραινε, εκείνη την  φοβερή μέρα στα 1669…
Προχώρησα αργά, θαυμάζοντας για μια ακόμα φορά το κτίσμα, την επιβλητικότητα, την μεγάλη πλατεία που είναι  τόσο αλλιώτικη τούτη την ώρα…
Κάθισα κάτω από τον μοναδικό πλάτανο για λίγο… Κοίταξα ψηλά τον πανέμορφο τρούλο, τα χρωματιστά παράθυρα, κι ύστερα με περισυλλογή και θύμησες ανέβηκα τα σκαλοπάτια!
Δυο μεγάλες εκκλησίες έχει η πόλη μας. Δυο μεγάλοι άγιοι την προστατεύουν πάντα. Δύο άγρυπνοι φρουροί , ο Ένας με τα άλογό του κι ο άλλος με την σωφροσύνη και την ψυχή του την παρακολουθούν να χάνεται, να διαλύεται, να σηκώνεται, να ξαναγεννιέται από τις στάχτες της και να στέκει με το κεφάλι ψηλά, σαν γυναίκα, που όσο και να την πληγώνουν εκείνη αντιστέκεται, πεισμώνει και προχωρά. Μόνο κάποιες φορές, λίγες, λυγίζει, σηκώνει τα χέρια ψηλά, παρακαλεί για τα παιδιά της.  Πόλεμοι, λοιμοί, πανούκλες, γενεές και γενεές Σαρακηνών -Αράβων, Βυζαντινών,  Βενετών, Τούρκων , Ιταλών και Γερμανών, όσα κι αν της στέρησαν, αυτή άντεξε. Κι η Πίστη άντεξε, κι η ψυχή της κι οι συνήθειες, οι παραδόσεις   και τα έθιμα στο χρόνο. Άγιος Μήνας και Άγιος Τίτος. Ο πρώτος τιμάται χειμωνιάτικα και ο δεύτερος καλοκαιριάτικα, μια μέρα που είναι ίσως από τις πιο δραματικές ,από τις πιο αλησμόνητες για τούτη την πολύπαθη πόλη…

Κι άρχισε εκείνο το κουβάρι της ιστορίας να ξετυλίγεται σιγά σιγά…

961 μ. Χ. Ο Νικηφόρος  Φωκάς ξεριζώνει τους Άραβες από το νησί της Κρήτης, ενισχύει το χριστιανικό στοιχείο παντού  και αντί να επιστρέψει στην κατεστραμμένη και ερειπωμένη Γόρτυνα, κάνει πρωτεύουσα τον Χάνδακα. Η ίδια η Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης ορίζει στην πόλη, την έδρα του Μητροπολίτη Κρήτης. Το ίδιο περίπου διάστημα κτίζεται ο νέος ναός του Αποστόλου Τίτου, στο ίδιο ακριβώς σημείο που βρίσκεται και σήμερα και χωρίς να έχουμε την ακριβή ημερομηνία κτίσης ή αποπεράτωσης του. Σε όλη τη διάρκεια της Β’ Βυζαντινής περιόδου , ο ναός διατηρείται σαν μητρόπολη της Κρήτης και σ΄ αυτόν φυλάσσονται πια όλα τα κειμήλια που διασώθηκαν από την καταστροφή του ναού της Γόρτυνας. Στα 1210, όταν οι Ενετοί καταλαμβάνουν οριστικά την Κρήτη και φέρνουν τις δικές τους θρησκευτικές έδρες στο νησί, στον ναό του Αγίου Τίτου του Χάνδακα εγκαθίσταται πλέον Λατίνος αρχιεπίσκοπος. Οι νέοι κατακτητές του νησιού και της πόλης, θέλοντας να φαίνονται πως συνεχίζουν τις παραδόσεις των Ορθοδόξων χριστιανών, διατηρήσαν όλα τα ιερά κειμήλια ως είχαν και επέτρεψαν στον Ορθόδοξο κλήρο να λειτουργεί  εκεί, με το δικό του δόγμα, ορισμένες ημέρες την εβδομάδα. . Μάλιστα παραδέχθηκαν τον Άγιο Τίτο σαν προστάτη του Βασιλείου της Κρήτης και τον γιόρταζαν την ημέρα της εορτής του με λιτές δοξολογίες στον Άγιο Μάρκο και μαζί με τον ορθόδοξο μητροπολίτη, έπαιρναν μέρος σε λιτανεία που είχε αρχή και τέλος της τον Ναό. Πολλές γραπτές μαρτυρίες, μάλιστα, αναφέρουν πως στην αυλή του αγίου Τίτου ετάφησαν πολλοί Αρχιεπίσκοποι και Δούκες της Κρήτης και ίσως να προϋπήρχαν και αρκετοί ορθόδοξοι καπεταναίοι και μητροπολίτες.
Στα 1446 μ. Χ. και ενώ οι Ενετοί βρίσκονται εδώ περίπου δυο αιώνες, ο ναός ανακαινίζεται από τον αρχιεπίσκοπο Φαντίνο Δανδόλο και στον μεγάλο βωμό του τοποθετείται  η Κάρα του αγίου Τίτου καθώς και τα λείψανα του αγίου Στεφάνου, του αγίου Μαρτίνου και της αγίας Φωτεινής. Αναφέρουν επίσης οι γραφές πως αυτήν την περίοδο, ο ναός, ήταν μεγαλοπρεπής και θαυμαστός για  τους πολλούς και μαρμάρινους κίονές του. Λένε ακόμη πως  στον περίβολό του υπήρχαν τάφοι επιφανών ανθρώπων διακοσμημένοι  με αψίδες, βωμούς και άλλες  κατασκευές. Θεωρούνταν στολίδι της Κρήτης ολόκληρης.
Στα 1508 στον μεγάλο σεισμό , δημιουργούνται αρκετές  ζημιές και  μερικά  χρόνια αργότερα στα 1544 ξεσπά μια μεγάλη πυρκαγιά προκαλώντας τρομερή καταστροφή. Τα μόνα πράγματα που σώθηκαν ήταν τα ιερά κειμήλια. Δεκατρία χρόνια αργότερα οι πηγές αναφέρουν πως ο ναός ανακαινίστηκε πλήρως.
Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για την οριστική μορφή που είχε ο ναός  κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας .Το σίγουρο ήταν πως είχε το σχήμα της Βασιλικής, τετράγωνο με τρούλους στη μέση και με δυο παράλληλες σειρές από κίονες χωρίζοντας την εκκλησία σε τρία κλίτη. Σώζεται ένα σχέδιο του Γεωργίου Κλώντζα που δείχνει πως στην δυτική του πρόσοψη είχε τρεις πόρτες.
Ο Τζουάνες  Παπαδόπουλος πάλι στις δικές του γραφές  λέει πως ο ναός του  Αγίου Τίτου ήταν ένα πολύ παλιό και σκοτεινό οικοδόμημα με λίγα αλτάρια και όχι πολύ καλά διακοσμημένα. Επίσης υπήρχε και εκκλησιαστικό όργανο και απασχολούνταν ένας άνθρωπος να το παίζει  και το καμπαναριό ήταν τόσο μεγάλο που είχαν φτιάξει μια ψηλή κωνική στέγη με καλές καμπάνες. Αναφέρει επίσης πως είχε δώδεκα ιερείς , έναν βικάριο και αρκετούς  άλλους ,που ζούσαν φτωχικά με πολύ μικρά εισοδήματα. Γίνεται αναφορά και στην εικόνα της παναγίας της Μεσοπαντίτισσας και μάλιστα γράφει πως «… κάθε Τρίτη την λειτάνευαν τοποθετημένη μόνη της μέσα σε θήκη και τη συνόδευαν έξι παπάδες ορθόδοξοι με τον  πρωτοπαππά, δηλαδή τον ανώτερο ιερέα τους, πηγαίνοντας την εκείνη την ημέρα σε διάφορες ορθόδοξες εκκλησίες , σε κάθε μια έκαναν από μια λειτουργία, από εκείνες που παράγγελναν κάποιοι από τάμα ή ευλάβεια, πληρώνοντας συνήθως ένα τσεκίνι τη μια, που μέρος του μοιραζόταν στους κανονικούς του καθεδρικού ναού, παρόλο που δεν συμμετείχαν σ΄αυτές τις λειτουργίες και τελετές...»*
Και λίγο πιο κάτω  γράφει πως μέσα σε τούτο τον ναό του αγίου Τίτου που θεωρούνταν καθεδρικός,  φυλασσόταν ακόμα και «…το θαυματουργό αίμα , που το έβαζαν κάθε Μεγάλη Πέμπτη την ώρα του Ave Maria πάνω σε μια εξέδρα που έστηναν στη μέση της κεντρικής εισόδου και ευλογούσαν το λαό, που μαζευόταν εκείνη την ώρα πλήθος και με μεγάλη ευλάβεια. Αυτό συνεχίστηκε μέσα στις κακουχίες του πολέμου και της πολιορκίας ως την τελική επίθεση του Μεγάλου Βεζύρη, οπότε το λιτάνευαν την ώρα του βραδινού Ave Maria πάνω στα τείχη …»*
Πήρα μια βαθιά ανάσα …τόσες θύμησες πάλι, ταράχτηκα. Κοίταξα γύρω και πάνω ψηλά στο γυναικωνίτη και στα υπέροχα παράθυρα που έχουν διακοσμηθεί με την τέχνη του βιτρό. Είχε ανέβει πια ο ήλιος ένα δύο καντάρια και το φως έμπαινε από παντού. Ώρα ήταν να ξεκινήσει και η πρωινή λειτουργία …τα πρώτα κεριά έκαιγαν ήδη. Μπήκα ξανά στον κόσμο μου…να σκεφτώ, να θυμηθώ …την πιο δύσκολη περίοδο, εκείνη που πια οι Τούρκοι αφέντευαν τον Χάνδακα… Ερημωμένος  ήταν, μόλις είχαν φύγει οι  Ενετοί…Η Ruga Maistra όπως έλεγαν εκείνοι τον μεγάλο δρόμο του λιμανιού, είχε μόνο ερείπια, σωρούς από πέτρες, χόρτα,  μυρωδιά θανατικού και εγκατάλειψης… Όλα μας τα πολύτιμα είχαν μεταφερθεί στην Βενετιά. Η Αγία Κάρα που έβλεπα πια εδώ, μπροστά μου, τότε βρήκε καταφύγιο στον Ναό του Αγίου Μάρκου.Αν  κάποιος μπορούσε να γυρίσει  το χρόνο πίσω, θα βλέπε πως και τότε οι πιστοί  μαζεύονταν στην μεγάλη Βενετσιάνικη εκκλησιά, μέρα σαν την σημερινή,  να προσκυνούσαν τούτο το ιερό κειμήλιο. Σαν σήμερα κι έχουν   περάσει 346 χρόνια περίπου…
Κι έτσι άρχισε μια νέα μακροχρόνια περίοδο και πορεία για τούτο το μεγαλόπρεπο κτίσμα. Οι Τούρκοι, από τις πρώτες τους έννοιες ήταν να μετατρέψουν όσες εκκλησίες σώζονταν σε τζαμιά και το Άγιος Τίτος έγινε Τέμενος αφιερωμένο στον Φαζήλ Αχμέτ Κιοπρουλή που πια αποκαλούνταν Βεζίρ Τζαμί.  Περασαν δύο αιώνες, και φτάσαμε στον  μεγάλο σεισμό του 1856, που όλα έγιναν πέτρες …
Αμέσως σχεδόν άρχισε να ξαναφτιάχνεται από τα θεμέλια. Ο Αθανάσιος Μούσης, αρχιτέκτονας, γνωστός από την ανοικοδόμηση του αγίου Μηνά, ανέλαβε και τούτη την εκκλησία.  Έτσι το 1869 ο νέος ναός είχε πια τελειώσει και το αποτέλεσμα ήταν μάλλον εκπληκτικό για την εποχή. Γράφει χαρακτηριστικά ο Στέφανος Ξανθουδίδης στα ιστορικά του σημειώματα  : «…Το σχέδιον του νέου Τζαμίου φαίνεται, ότι είχεν εκπονηθή εν Κων)πόλει υπό δεξιού αρχιτέκτονος, αντιγραφέν  πιθανώς εκ τίνος των πολυάριθμων τεμενών ή εκκλησιών της Κων)πόλεως. Ο ρυθμός του οικοδομήματος είναι κατά την κύριαν ιδέαν και μάλιστα την εσωτερικήν διάταξιν Βυζαντινός, μετά λεπτομερειών όμως έξωθεν αραβικού ρυθμού. Η κάτοψις αυτού είνε εν μέγα τετράγωνον κορυφούμενον και σεγαζόμενον υπό ημισφαιρικού εν τω μέσω τρούλλου παλαιού Βυζαντινού ρυθμού, βασταζομένου υπό τεσσάρων υψηλών κιόνων. Ολόκληρον το οικοδόμημα είνε εκτισμένον  δια ξεστών πώρων λίθων. Τα πολλά παράθυρα του οικοδομήματος εις δύο αλλεπάλληλους σειράς, τα οποία, ένεκα των καμπυλών και τοξοτών περιγραμμάτων, δίδουσιν εις το κτίσμα Αραβικήν όψιν, παρέχουσιν άπλετον φως εις το εσωτερικόν του οικοδομήματος, η δε λαγαρότης και ελαφρότης των κιόνων και των στύλων, των υποβασταζόντων τον τρούλον και την στέγην, προδίδουσιν ελαφρότητα και ζωηρότητα μεγάλην, αι οποίαι συνδυαζόμεναι με την απέριττον κομψότητα των εξωτερικών γραμμών απετέλεσαν το χαριέν αυτό αρχιτεκτονικόν καλλιτέχνημα. Βεβαίως δεν υπάρχει εν τη νήσω άλλο νεωτέρας εποχής οικοδόμημα ωραιότερον και χαριέστερον… ».**
Στη συνέχεια οι πληροφορίες ήταν ελάχιστες. Αναφέρονται σε διάφορες πηγές πως καθόλην τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στην πόλη, στον προαύλιο χώρο θάφτηκαν επιφανής Τούρκοι Αγάδες, όπως για παράδειγμα ο Χασάν Πασάς, περίπου στα 1823 που θεωρούνταν  από τους πιο αιμοσταγής πασάδες της Κρήτης ,με ανελέητες καταστροφές στο Λασίθι και ιδιαίτερα στη Μίλατο.
Στα 1913 οι Τούρκοι έχουν φύγει οριστικά από την Κρήτη και στην ανταλλαγή πληθυσμών που έγινε στα 1925 ο ναός περνά πια οριστικά στα χέρια και την δικαιοδοσία μόνο των Ορθόδοξων Χριστιανών, ύστερα από 700 και πλέον χρόνια . Η τελετή που γίνεται στις 3 Μαΐου του 1925 στα εγκαίνια του ναού, συγκεντρώνει απίστευτο κόσμο. Συγκίνηση και ενθουσιασμός επικρατεί στο πλήθος που πλέον η εκκλησία  αφιερώνεται στον Άγιο Τίτο από εκείνη την ημέρα. Την ίδια περίοδο κατεδαφίζεται και ο μιναρές του.
Το 1930 έγινε η εικονογράφηση του Ναού από τον αυτοδίδακτο Καστρινό ζωγράφο Ευάγγελο Μαρκογιαννάκη.  Έργα του φυλάσσονται σήμερα στο παρεκκλήσι του αγίου Τίτου, μέσα στον Ναό και στον γυναικωνίτη.
Την περίοδο της Γερμανικής κατοχής τα στοιχεία για την κατάσταση ή την τύχη του ναού είναι λιγοστά. Όπως αναφέρει με προφορική μαρτυρία του ο εφημέριος Εμμανουήλ Ασκιανάκης,η εκκλησία λειτουργούσε κανονικά  στην πόλη τη διάρκεια που βρίσκονταν οι Γερμανοί εδώ και ίσως κάποιο διάστημα να έγινε  αποθηκευτικός χώρος φύλαξης σιτηρών. Μάλιστα, ο ίδιος αναφέρει ένα περιστατικό που θυμάται, σχετικά με αυτό το γεγονός. Λίγο παρακάτω επί της οδού του αγίου Τίτου διέμενε η οικογένεια Κονιωτάκη και προκειμένου να συντηρηθεί τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, ένας  από τους γιούς τους κατέβαινε από ένα φεγγίτη με σχοινί που το κρατούσε η ίδια του η μάννα,  κι έβαζε στις τσέπες  των παντελονιών  του χούφτες από σιτάρι, να το φέρει στο σπίτι τους για βρώση …
Και φτάνουμε στην πιο πολυπόθητη μέρα και ιστορική που ξημέρωσε ποτέ για την μεγάλη Χριστιανική εκκλησία του Ηράκλειου πια , την 15η Μαΐου 1966. Είναι η μέρα που το λιμάνι, η 25η Αυγούστου θα γεμίσει με χιλιάδες ανθρώπους. Αντιπρόσωποι της Κυβέρνησης, κληρικοί, μοναχοί, και απλός λαός  θα υποδεχτεί την κάρα του Αποστόλου Τίτου ύστερα από 297 περίπου χρόνια .Επιστροφή στην πατρίδα, στη γενέθλιο γη.  Λένε πως έριχναν παντού ροδοπέταλα και άλλα λουλούδια της κρητικής γης, σε όλο το δρόμο από τι λιμάνι, την 25η Αυγούστου και την μέχρι την είσοδο του Ναού, για να υποδεχτούν  ένα σύμβολο, ένα ιερό κειμήλιο που μόνο δάκρυα χαράς θα μπορούσε να φέρει στα μάτια όλων των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί. Επίσημοι προσκεκλημένοι ο  αντιπρόσωπος του Πατριάρχου της Βενετίας, Επίσκοπος Ιωάννης Ολιβότι, που την παρέδωσε  στον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Κρήτης Ευγένιο.
Λένε επίσης πως στο λόγο του, που αναφώνησε με πολλή μεγάλη συγκίνηση ανέφερε περίπου τα παρακάτω: «Αυτός ο λαμπρός εορτασμός του κρητικού λαού θα μετριάσει τη θλίψη των ενετών για τη στέρηση του τιμίου λειψάνου, το οποίο επί τρεις αιώνες ήτο αντικείμενο ευλαβούς αγάπης. Δε θα λησμονήσω ποτέ αυτές τις στιγμές της θριαμβευτικής επιστροφής της Τιμίας Κάρας του Αγίου Τίτου, αγαπητού μαθητή του Αποστόλου Παύλου και πρώτου Επισκόπου Κρήτης». Ο  Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος, πρωτοστάτης της μεγάλης επιστροφής , είπε μεταξύ των άλλων: «Οποία χαρά σήμερον εν ουρανώ και επί γης. Οποία χαρά δια τας μακαρίας ψυχάς των αοιδίμων προκατόχων ημών, των άλλων αρχιερέων της Κρήτης και δι’ όλην την θριαμβεύουσαν Εκκλησίαν του Χριστού. Οποία χαρά και δι’ ημάς, οι οποίοι έχομεν το ιδιαίτερο προνόμιο και ευτύχημα να υποδεχώμεθα σήμερον το τιμιώτατον λείψανον του πρωτοθρόνου Επισκόπου ημών, επί παρουσία τόσων τιμίων εκπροσώπων των εκκλησιών ημών, ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών, και τοσαύτης συρροής κλήρου και λαού και να έχωμεν εις το εξής το τιμώτατο τούτο λείψανο εν μέσω ημών».
Κτύπησαν οι καμπάνες… Συνήλθα από τις σκέψεις και τις θύμησες. Βγήκα έξω στο προαύλιο, θέλοντας να ανασάνω λίγο καθαρό αέρα, της θάλασσας που ανέβαζε η πρωινή δροσιά. Πήρα το ποδήλατό μου κοιτώντας φευγαλέα το σεμνό πέτρινο μνημείο στην δεξιά πλευρά του ναού : «…Εις μνήμην των Υπερ Πίστεως και Πατρίδος  Σφαγιασθέντων Χριστιανών την 25η Αυγούστου 1898…».

Βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε, κούνησα το κεφάλι κάμποσες φορές. Κοίταζα τους ανθρώπους που κατέφθαναν στην εκκλησία. Σε λίγο θα άρχιζαν μουσικές, λιτανεία, πομπή με όλους τους επισήμους και τον απλό λαό. Δεν είπα τίποτα,  θέλησα να βρεθώ εκεί στη μέση του πεζόδρομου και να κατηφορίσω στο λιμάνι, στα ερείπια της Πύλης του Μόλου, τα Νεώρια και την πλατεία των 18 άγγλων. Κατέβηκα από το ποδήλατο, προσέχοντας ακόμα μια φορά, που πατούσα και πως. Η θάλασσα ήταν ακόμα ήρεμη , κι ο Κούλες απέναντι συνέχιζε να κοιτάζει σιωπηλός.

« -Αχ , Άρχοντα,  πόσα έχουν δει τα μάτια σου; Πόσα πράγματα έχει νοιώσει η ψυχή σου. Κι όμως αντέχεις πάντα. Υπομονετικός, σιωπηλός, περήφανος, όπως ταιριάζει σε κάθε Κρητικό άντρα. Πως άντεξες κι εκείνη την ημέρα, εκείνης της ανελέητης σφαγής ;» τον ρώτησα.

Ένας γλάρος  ήρθε κοντά  μου, παραξενεύτηκα  που βγήκε τόσο πολύ στη στεριά, σαν κάτι να έψαχνε, σαν κάτι να θελε… Κι ύστερα κατευθύνθηκε στο Φρούριο της Θάλασσας. Τον είδα να πετάει ψηλά, να χάνεται σαν μικρή τελεία στον ουρανό,  ίσαμε που ακούμπησε πάνω ψηλά σε μια από τις επάλξεις του Κάστρου … Ίσως και να του μετέφερε τις σκέψεις μου, ποιος ξέρει; Ποιος νοιάζεται; 

25 Αυγούστου σήμερα… 

Μέρα γιορτής, θλίψης και θύμησης  για την οδό 25ης Αυγούστου !

Για τη μεγάλη σφαγή των Χριστιανών της 25ης Αυγούστου 1898 δείτε εδώ: (….)

Η Ελένη Μπετεινάκη είναι εκπαιδευτικός  

ΠΗΓΕΣ:
**Ο ναός του αγίου Τίτου, ιστορικά σημειώματα, Στέφανου Ξανθουδίδου, έκδοσις Β΄, 1974
Νέα Eφημερίς, 3 Μαΐου 1925
Το Ηράκλειο στο πέρασμα των Αιώνων, Στεργ.Σπανάκη, Δήμος Ηρακλείου, 1990
Το Ηράκλειο και η Νομαρχία του, Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ηρακλείου, 2005
*Στον καιρό της σχόλης, Τζουάνες Παπαδόπουλος, ΠΕΚ
Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου
Η Κρήτη των καλλιτεχνών, Ντενίζ – Χλόη Αλεβίζου , εκδ. Δοκιμάκης
Προσωπικές μαρτυρίες Εφημέριου Αγ.Τίτου,Εμμανουήλ Ασκιανάκη
Υπήρχε μια πόλη το Μεγάλο Κάστρο, Λιάνα Σταρίδα, εκδ. ΄Ιτανος

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 24 Αυγούστου 2015 : http://www.patris.gr/articles
Και στο cretalive.gr στις  25 Αυγούστου 2015 :http://www.cretalive.gr/history