Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Απρίλη μου ξανθέ…!



Της Ελένης Μπετεινάκη*

Άνοιξη, Απρίλης, Πάσχα : Τρεις λέξεις που σπάνια χωρίζουν, που είναι δεμένες στο ελληνικό …λεξιλόγιο και  που γιορτάζουν την Ανάσταση, το ξύπνημα της φύσης και της ψυχής, την αρμονία, την αγάπη, την ομορφιά …

«…Από τις πρώτες μέρες του Απρίλη νοιώθαμε εκείνη την αλλαγή στη φύση αλλά και μέσα μας. Περιμέναμε με αγωνία τον κυρ Λευτέρη να περάσει από τη γειτονιά,  να πάρει η μάνα μας ένα ντενεκέ ασβέστη, άσπρο, πηχτό υγρό και να αρχίσουμε με μια βούρτσα να βάφουμε τα πεζοδρόμια, τους κορμούς των δέντρων  και την αυλή της γιαγιάς. Μια αυλή που μοσχοβολούσε όλη μέρα, γεμάτη γλάστρες με πολύχρωμα ανθάκια , ορτανσίες, σαρδέλες( έτσι τις λέγαμε εμείς ) και κρινάκια. Και πίσω στο περβόλι, γινόταν χαλασμός από τις μυρωδιές. Σαν έπεφτε ο ήλιος αργά το απόγευμα και απλωνόταν μια υγρασία παντού  «έσκαγαν» μύτη όλα τα αρώματα του Απρίλη. Ξεχώριζε όμως εκείνο της μεγάλης λεμονιάς που βρίσκονταν στην άκρη, με τα κάτασπρα άνθη της. Σε ζάλιζε τούτο το άρωμα και περιμέναμε πως και πως νάρθει… η Μεγάλη Εβδομάδα. Από ένα κλαδί όλα τα λουλούδια τα πλέκαμε κολαϊνα για τον Σταυρό της Μεγάλης Πέμπτης και το χαμε καμάρι γιατί πάντα ο παπά Γιώργης την κρεμούσε μπροστά μπροστά και νοιώθαμε πως παίρναμε μέρος κι εμείς σε τούτη τη μεγάλη, πένθιμη βραδιά. Και την άλλη μέρα, κόβαμε από τις γλάστρες τα ζουμπούλια και τις βιόλες και τρέχαμε όλα τα κορίτσια της γειτονιάς, από το ξημέρωμα, για να στολίσουμε τον επιτάφιο. Μεγάλη Παρασκευή  κι εκτός από τα αρώματα των λουλουδιών, μύριζε όλο το χωριό κουλούρια και καλιτσούνια και τσουρέκια.Κι όλοι κρατούσαμε την ανάσα μας και την πεθυμιά μας για το Μεγάλο Σάββατο, μετά την Ανάσταση, που θα μπορούσαμε επιτέλους , να φάμε όλα εκείνα τα καλούδια που φτιάχναμε στην πάνω κουζίνα της γιαγιάς,όλη την εβδομάδα, και που απαγορευόταν να τα αγγίξουμε…
 Πόσες θύμησες… πόσες μυρωδιές έφερε τούτος ο αέρας ο Απριλιάτικος …!»*

« Έστησε  ο έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη …»  ένας από τους πιο όμορφους στίχους στους Ελευθέρους Πολιορκημένους του Διονύσιου Σολωμού, δίνει όλο το νόημα στον μήνα ετούτο…

Είναι ο μήνας που « ξανοίγεται » ο έρωτας, ο μήνας των λουλουδιών , των ανθισμένων δέντρων, της περισυλλογής, των Παθών, της Ανάστασης. Είναι ο Απρίλης, το τέταρτο εγγόνι του χρόνου που γεμίζει τη ψυχή με όμορφα συναισθήματα και υποσχέσεις για την Άνοιξη που όπως σοφά λέει ο ποιητής, βρίσκεται στην καλύτερή της ώρα.

Τον λένε Γρίλλη, δηλαδή Γκρινιάρη μιας και τελειώνουν όλα τα αποθέματα που υπήρχαν για το χειμώνα και η γκρίνια στην οικογένεια αρχινά. Δεν υπάρχουν πολλές προμήθειες ή καρποί κι αυτό φέρνει μια μικρή αναστάτωση. Τον λένε ακόμη Τιναχτοκοφινίδη γιατί παλιότερα, τίναζαν τα κοφίνια για να καθαριστούν. Αηγιωργίτη ή Αηγιωργάτη λόγω της γιορτής του Αγίου Γεωργίου και Λαμπριάτη γιατί τούτο τον μήνα συνήθως έχουμε την Λαμπρή. Τέλος τον αποκαλούν Τριανταφυλλά γιατί είναι ο μήνας που ανθίζουν τα τριαντάφυλλα.
Απρίλης λοιπόν, είμαστε σχεδόν στα μέσα της Άνοιξης με τις βροχές να λιγοστεύουν και την φύση να γεμίζει χρώματα και μυρωδιές. Το μαρτυράει άλλωστε και τ’  όνομά του. Το λατινικό ρήμα aperire από όπου «κατάγεται» σημαίνει ανοίγω, γιατί αυτόν τον μήνα ανοίγουν τα λουλούδια…

1η του ΑπρίληΠρωταπριλιά, μέρα που οι άνθρωποι σ΄ όλον τον κόσμο συνηθίζουν να «γελούν » τους άλλους. Το ψέμα έχει την τιμητική του και οι φάρσες και τα « γελάσματα » γίνονται από όλους , πάντα με την καλύτερη πρόθεση.  

«…Έλα να πούμε ψέματα, ένα σακί γιομάτο,
εφόρτωσα ένα μπόντικα σαράντα κολοκύθες
κι απάνου στα καπούλια του ένα σακί ρεβίθια…  »

Τούτα τα ψέματα είναι έθιμο με αρχαίες ρίζες και προέλευση από τη Δύση που ήρθε στην Ελλάδα την εποχή των Σταυροφοριών και ήταν γνωστό και στη μεσαιωνική Γαλλία. Η 1η Απριλίου ήταν η αρχή του έτους ως το 1560 που μεταφέρθηκε την 1η Ιανουαρίου. Επισήμως αυτό συνέβη  το 1583 με το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Η αλλαγή αυτή δημιούργησε πολλά προβλήματα στο λαό της Γαλλίας και όσοι την αποδέχτηκαν πείραζαν εκείνους που συνέχιζαν να τηρούν την παλαιά πρωτοχρονιά λέγοντας τους περιπαικτικά ψέματα και κάνοντας τους ψεύτικα πρωτοχρονιάτικα δώρα.
Αν πάμε λίγο παλιότερα θα συναντήσουμε το έθιμο στους Κέλτες που συνήθιζαν την Πρωταπριλιά σαν έφτιαχνε ο καιρός να πηγαίνουν για ψάρεμα. Τις περισσότερες φορές γύριζαν με άδεια χέρια , αλλά οι ψεύτικες ιστορίες για μεγάλα ψάρια έδιναν κι έπαιρναν. Γι αυτό οι Γάλλοι ακόμα και σήμερα ονομάζουν το πρωταπριλιάτικο ψέμα poisson d’ Avril  δηλαδή « ψάρι του Απρίλη » και οι Άγγλοι « April fool’s day».
Η Πρωταπριλιά  είναι  έθιμο αστικού χαρακτήρα και δεν συναντιέται συχνά στην αγροτική ζωή. Έχει συνδεθεί με τα ψέματα για να στραφεί αλλού η προσοχή του κακού. Λένε ψέματα όχι  μόνο σε περιπτώσεις μαγικών ενεργειών αλλά και σε δύσκολες εργασίες όπως ήταν η βαφή των νημάτων , η παρασκευή εφτάζυμου ψωμιού, η εκτροφή του μεταξοσκώληκα.
Στην Κομοτηνή για παράδειγμα όποιος έφτιαχνε φκιασίδι έπρεπε για να μην « κόψει »  να πει ένα ψέμα. Αν πάλι ήθελαν να γίνουν τα κουκούλια τους ή να προκόψουν τα μελίσσια  ή για να κάνουν τα δέντρα τους καρπούς. 
Αυτός που « γελούσανε » ένοιωθε πως κάτι κακό θα του συμβεί, ενώ αυτός που κατάφερνε να ξεγελάσει θεωρούνταν τυχερός για όλη τη χρονιά…

Στην αρχαιότητα πάλι , οι Κρήτες είχαν τη φήμη πως έλεγαν τόσα πολλά ψέματα που υπήρχε κι ένα ρήμα το « κρητίζω » που είχε την σημασία του ψεύδομαι…
 
Ο Απρίλιος είναι συνδεδεμένος με την μεγαλύτερη Χριστιανική γιορτή, το Πάσχα. Οι γιορτές τούτο τον μήνα  και τα έθιμα και οι προλήψεις είναι όλα συνδεδεμένα με αυτό.  Σπάνια  λείπει το Πάσχα από τον Απρίλη. Φέτος είναι στη μέση του περίπου και μια γιορτή με πολλά έθιμα και παρατήρημα είναι  το Σάββατο του Λαζάρου. Είναι  το προανάκρουσμα της Μεγάλης Γιορτής  και η ίδια η εκκλησία μιλά  για την « Πρώτη Ανάσταση » που ο λαός την ονομάζει Λαζαροσάββατο. Είναι ένα πανηγύρι νεκρολατρευτικό που σε πολλά μέρη της Ελλάδας γιορτάζεται με αναπαράσταση της νεκρανάστασης  του Λάζαρου γιατί ταιριάζει με το ξύπνημα της φύσης , την ώρα που το χώμα της γης αναδίδει την βλάστηση και τα λουλούδια .

Στη μνήμη του Λάζαρου οι γυναίκες ζυμώνουν για τα παιδιά ειδικά κουλούρια που τους δίνουν ένα ανθρώπινο σχήμα σαν σπαργανωμένο όπως συνήθως παριστάνεται σε εικόνες ο Λάζαρος. Είναι τα λεγόμενα « Λαζαράκια» ή « Λαζόνια» ή απλά « Λάζαροι»  και τα παιδιά τους δίνουν εξαιρετικές ιδιότητες .Τα παιδιά πάλι που είναι μέρα που ξεκινούν τις διακοπές τους  έφτιαχναν ομάδες και τριγυρνούσαν στα σπίτια των χωριών  ή και της πόλης  και τραγουδούσαν τα λαζαρικά. Στην Κρήτη έφτιαχναν ένα σταυρό με καλάμια και τον στόλιζαν με κολαϊνες  (γιρλάντες)  από λεμονανθούς  και μαχαιρίδες  και τριγυρνούσαν λέγοντας τούτα τα τραγούδια. Σ΄ άλλα μέρη κρατούσαν ένα καλαθάκι στολισμένο με λουλούδια  και πολύχρωμες κορδέλες  ή έναν κόπανο ( δηλ. ένα μεγάλο ξύλο που κοπάνιζαν τα ρούχα αντί να τα πλύνουν), τυλιγμένο με πολλά παρδαλά και πολύχρωμα κομμάτια πανιών, να φαίνεται σαν να κρατούσαν μωρό. 

Την επόμενη μέρα γιορτάζουμε την Κυριακή των Βαΐων . Επίσης γιορτή μεγάλη που όλες τις εκκλησίες τις στολίζουν  με κλαδιά βαΐων και μοιράζουν και κλαδιά σε διάφορες πλέξεις και σχήματα όπως σταυρούς, φεγγάρια και  άστρα στους πιστούς που τα τοποθετούν στο εικονοστάσι του σπιτιού. Το έθιμο αυτό έχει συμπεριλήφθη στις συνήθειες των λαών από τον 9ο αιώνα περίπου και από τότε πλήθος γυναικών μαζεύονταν  για την κατασκευή όλων αυτών των « ταμάτων». Στις  νιόπαντρες της χρονιάς που φτιάχνουν τα « βάγια » μεταδιδόταν η γονιμοποιός δύναμη που αυτά περικλείουν στο φύλλωμα τους γιατί είναι αειθαλή φυτά . Επίσης η μετάδοση γινόταν και με χτυπήματα που είναι γνωστά σαν τα «βαγιοχτυπήματα». Πίστευαν ακόμα πως αν ήταν έγκυος η γυναίκα και τη « χτυπούσαν» με τα βάγια θα γεννούσε ευκολότερα.

Σ άλλα μέρη της Ελλάδας τα βάγια είναι κλαδιά δάφνης, μυρτιάς ή ιτιάς  και τα φέρνουν στην εκκλησία τα νιόπαντρα ζευγάρια  κι όποιος τα « φέρει πρώτος θα πρωτογεννήσει αγόρι» . Αλλά ή δύναμη των βαγιών φτάνει και μέχρι τα ζώα και τα φυτά. Κρεμούσαν τα βάγια στα  καρποκλάδια  δηλαδή στα καρποφόρα δέντρα και δεν τα πλησίαζε το σκουλήκι και τα ζώα αν τα χτυπούσαν με αυτά θα γεννούσαν πολλά περισσότερα από ότι συνήθως.
Και ακολουθεί η Μεγάλη εβδομάδα, ημέρες πένθους και περισυλλογής  και η Κυριακή του Πάσχα με πάρα πολλά έθιμα και συνήθειες που θα δούμε τις επόμενες μέρες. 

Στεκόμαστε στις υπόλοιπες γιορτές του Απρίλη ,όπως τούτη στις 23 του Αϊ Γιωργιού, του ιππότη αγίου με το άσπρο άλογο, από τους πιο γνωστούς και αγαπητούς που γιορτάζεται πανηγυρικά σ ολόκληρη την Ελλάδα. Ο Αϊ Γιώργης είναι ο δρακοντοκτόνος των παραμυθιών που σκοτώνει το θεριό για να γλιτώσει η βασιλοπούλα και να αφήσει , συνήθως , το νερό της πολιτείας να τρέξει . Η γιορτή τούτη συμπίπτει με την εποχή που λουλουδιάζει ο τόπος και θεωρείται κάτι σαν αρχή του καλοκαιριού. Μοιάζει με την Πρωτομαγιά και τα έθιμα που συναντούμε έχουν να κάνουν με το πέρασμα από μια εποχή σε μια άλλη. Τα κορίτσια πηγαίνουν την προηγούμενη βραδιά νερό στην εκκλησιά ή βάζανε μπακίρια στις πόρτες των σπιτιών και μια πρασινάδα σαν σταυρό στην εξώπορτα. Είναι η μέρα που λατρεύεται από τους τσοπαναραίους γιατί αρχίζουν να αναβαίνουν με τα κοπάδια τους στα βουνά σημάδι πως τέλειωσε ο χειμώνας. Στη γιορτή του πάντα θυσίαζαν ένα ζώο και το πρόσφεραν στο εκκλησίασμα να πουληθεί . Λέγανε πως με το αίμα του ζώου άλειφαν τις τέσσερις γωνιές του ναού και τα μάγουλα των παιδιών για να  το δει ο άγιος και να τα χει γερά. Και κάνανε κι ένα σωρό μαντικά για να διώξουν το κακό από το μαντρί τους. Ρίχνανε κεχρί γύρω από τη στάνη κι όποιος μπορούσε να μετρήσει τα σπυριά τούτος θα παίρνε κι ένα καλό μπαξίσι. Σε άλλες περιοχές τούτη τη μέρα παραβγαίνανε σε αγώνες  με άλογα κι ο νικητής έπαιρνε στον ώμο του ένα αρνί  και θα ταν ο τυχερός όλης της χρονιάς. Τέλος τούτη τη μέρα συνήθιζαν το ζύγισμα και τις κούνιες  για τους ανθρώπους, για το καλό, και ξεκινούσαν οι νέες συμβάσεις για πρόσληψη ψυχογιών, μπιστικών και αγροφυλάκων .
Κι ακολουθεί η εβδομάδα της Διακαινησίμου, το Ασπροβδόμαδο που συνεχίζουν οι χαρές και τα πανηγύρια της Λαμπρής στα ξωκλήσια και τις πλατείες των χωριών. Πασίγνωστες γιορτές και χοροί σ΄όλη την Ελλάδα είναι ο περίφημος χορός της Τράτας που τον χορεύουν στα Μέγαρα την Τρίτη της Διακαινησίμου και ο χορός του Κυρ – Βοριά στην  Κάρυστο την Πέμπτης της ίδιας εβδομάδας. Την Παρασκευή γιορτάζει η Ζωοδόχος Πηγή με προσφορά αγιάσματος  και πανηγυρισμού στις εξοχές .Είναι γνωστή η λατρεία με την  παρουσία αγιασμάτων από την αρχαιότητα που θεωρεί το νερό ως εξαγνιστικό στοιχείο και μάλιστα τούτη η γιορτή θέλει την Παναγία να εικονίζεται σαν μια κρήνη που χαρίζει συμβολικά το νερό της ζωής. Κι ακολουθεί η γιορτή του Αποστόλου Θωμά, επίσης κινητή, λόγω του Πάσχα.
Τελευταία γιορτή στο καλαντάρι, στις 25 του Απρίλη, είναι του Αγίου Μάρκου που παρετυμολογικά το όνομά του σχετίζεται με το ρήμα μαργώνω που σημαίνει ναρκώνω. Επικαλούνταν λοιπόν τον άγιο για να « ναρκώσει »τα φίδια  χτυπώντας χάλκινα αντικείμενα.

Κι η φύση γέμισε ευωδιές, αρώματα, χρώματα κι ομορφιές περιμένοντας τον Μάη που ΄ναι φορτωμένος μαγικά, μυστικά και λουλούδια!

Καλό σας μήνα !

ΠΗΓΕΣ :
«Λόγια του αέρα», Μπετεινάκη Ελένη,Ιδ. Συλλογή,2013
Γ.Α. Μέγα « Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας »,Αθήνα 1963
Οι 12 μήνες ,Τα λαογραφικά, Κυριακίδου – Νέστορος  Άλκη, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1982
Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, Νίκος Ψιλάκης, εκδ. Καρμάνωρ
« Πασχαλινά και της Άνοιξης», Λουκάτος Δημήτρης, 1980
Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
cretalive.gr

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Τα παραμύθια του Σαββάτου...

...γράφει και παρουσιάζει η Ελένη Μπετεινάκη*



Μέρες γιορτινές για τα παραμύθια, τις ιστορίες κι όλους όσους τα αγαπούν πολύ. Στις 2 Απριλίου, κάθε χρόνο,  έχει  οριστεί από την Διεθνή Οργάνωση Βιβλίων για την Νεότητα (International Board on Books for Young People- IBBY) σαν η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου με αφορμή τα γενέθλια του Δανού παραμυθά , ποιητή και συγγραφέα Χανς Κρίστιαν  Άντερσεν. Τα « παραμύθια του Σαββάτου » γιορτάζουν και τιμούν με ιδιαίτερο τρόπο αυτήν την ημέρα με εκδηλώσεις και αναφορές καθ όλη τη διάρκεια της ερχόμενης  εβδομάδας στο έργο του Άντερσεν αλλά και των πιο σύγχρονων συγγραφέων και παραμυθάδων. Σήμερα η αναφορά σε δύο όχι και τόσο γνωστά παραμύθια του είναι η ελάχιστη τιμή για το σύνολο του έργου του. Ωστόσο τα παραμύθια συνεχίζουν να γράφονται και από σύγχρονους συγγραφείς με μαεστρία και τρόπο ξεχωριστό, για παιδιά κάθε ηλικίας αλλά και για ενήλικες. Ιστορίες λοιπόν που κοντεύουν να συμπληρώσουν δύο αιώνες ζωής αλλά και ιστορίες που γράφονται για τις λέξεις που μαγεύουν, φοβίζουν, χαροποιούν και …πουλιούνται στο πιο παράξενο μαγαζί του κόσμου τούτου εκείνου του κ. Παύλου και της Χριστίνας Φραγκεσκάκη που μας θυμίζουν αυτήν την φοβερή ρήση του Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν : «… Όταν τελειώσουν θα ξέρουμε περισσότερα απ ότι τώρα…»

Άμπερ Φάμπερ βγε!, Χριστίνα Φραγκεσκάκη( εικ: Μαρία Μπαχά), εκδ. Πατάκης

Όταν μια ιστορία αισθάνεται μοναξιά τι κάνει; Όταν δεν υπάρχει κανείς να την ακούσει; Και όταν το θάρρος της κοντεύει να τελειώσει; Τότε φεύγει… ψάχνει να βρει τον τόπο που της ταιριάζει κι όλα φαίνονται αλλιώς. Και ξεκινάει ένα ταξίδι, μια περιπλάνηση σε αλλοτινές πολιτείες με διαφορετικές συνήθειες… Μαζί της κι εκείνο το αγόρι με τα σιδερένια παπούτσια λίγο πριν σκουριάσουν…
Στην πρώτη πολιτεία τα δέντρα υπάρχουν μόνο μέσα στα μουσεία και οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι μέσα σε γυαλί και σίδερο. Στην δεύτερη πολιτεία υπάρχει παντού τσιμέντο και… ρολόγια  για να μετρούν το χρόνο ασταμάτητα κι άνθρωποι είναι  μουντοί… Στην τρίτη πολιτεία υπάρχουν κεραίες, καλώδια κι άνθρωποι …μονάχοι. Κάποια στιγμή κάποιοι άκουσαν την ιστορία που κανείς δεν ήθελε πριν να ακούσει ,κι ένα κορίτσι βρέθηκε στο δρόμο του αγοριού και το θάρρος θέριεψε… εκεί κάτω στα κόκκινα περιβόλια.
Κι οι ιστορίες συνεχίζονται παρέα με τον κ. Παύλο που πουλά το πιο παράξενο εμπόρευμα στον κόσμο. Πουλάει λέξεις. Λέξεις πολλές που δεν κοστίζουν παρά μόνο όσα χρήματα θέλει ο καθένα σαν ξοδέψει. Τούτο το εργαστήρι είναι μοναδικό κι έχει μόνο λευκά χαρτιά, μεταξωτά πανιά και κόκκινες κορδέλες για περιτύλιγμα. Κι οι λέξεις πήγαιναν κι έρχονταν και γίνονταν σαϊτιές στην καρδιά των κοριτσιών που σκορπούσαν χαμόγελα και έφτιαχναν φιλίες κι ομορφιές στη μικρή πολιτεία. Ώσπου μια λέξη φοβερή έκανε την εμφάνισή της… Τα «Μποφώρ»  κι όλες οι άλλες σκορπίστηκαν, φοβήθηκαν, κρύφτηκαν. Κι όλα καταστράφηκαν κι οι άνθρωποι έμειναν πάλι μόνοι, αβοήθητοι, τρομαγμένοι. Ίσαμε εκείνη την ήμερα που το θάρρος μάζεψε τις λέξεις που έπρεπε κι σήκωσαν το ανάστημα τους στα …Μποφώρ. Κι ο κ. Παύλος βοήθησε κι όλοι οι αέρηδες έκαναν ένα βήμα μπροστά. Κι ήρθε ξανά η γαλήνη στον τόπο και ξαναήρθαν οι παλιοί εαυτοί, οι συνήθειες κι η ομορφιά. Κι ύστερα πάλι ενώ όλοι περίμεναν την άνοιξη εκείνη σαν πήρε να έρθει συνάντησε στο δρόμο της ένα σκοτωμένο πουλί. Η καρδιά της μάτωσε κι άρχισε να γυρίζει πίσω και να κρύβεται όλο και πιο βαθιά στον κάστρο της , όλο και πιο χαμηλά. Κι ήρθε ο χειμώνας παντού, κρύο και χιόνι και μοναξιά. Κι άρχισαν οι άνθρωποι να σκέπτονται, να ρωτούν, να προσπαθούν. Ένα σοφό ρώτησαν πρώτα, γραμματιζούμενους στη συνέχεια, γυναίκες που χόρευαν και τραγουδούσαν. Λίγα πράγματα κατάφεραν να κάνουν για να ξεκλειδώσουν τη χαρά και την Άνοιξη. Μόνο ύστερα από χρόνια σαν βρέθηκαν μικρά παιδιά κοντά στο κάστρο κι έπαιξαν κρυφτό και τραγούδησαν «…Άμπερ φάγε βγε…» εκείνη βγήκε…
Τούτο το βιβλίο είναι σαν βάλσαμο ψυχής. Ιστορίες μικρές για παιδιά , μα θαρρώ πως είναι πιότερο για μεγάλους. Η Χριστίνα Φραγκεσκάκη με μια μοναδική γραφή. Ιστορίες που είναι σαν ποιήματα με λέξεις, εικόνες και φαντασία γεμάτες που δημιουργούν αμέτρητα συναισθήματα όποιον τις διαβάζει. Ιστορίες που μαγεύουν με τη ροή των σκέψεων και λόγων της, ιστορίες που σε παρασέρνουν να σκεφτείς, το σήμερα, το τώρα, τον κόσμο γύρω σου και να  αναρωτηθείς μήπως όλα αυτά συμβαίνουν και στην πραγματική ζωή και είναι σχεδόν δίπλα μας ή ακόμα και  μέσα μας;
Διαβάστε το και νοιώστε εκείνη την ομορφιά στην ψυχή που φέρνει η κάθαρση στο τέλος και δείτε την μαγεία της δουλειάς μιας συγγραφέα που χειρίζεται άψογα το λόγο και τα συναισθήματα. Οι ζωγραφιές της βραβευμένης επίσης Μαρίας Μπαχά παρασέρνουν πιότερο την φαντασία κι αν κι ασπρόμαυρες, χρωματίζουν την δική μας σκέψη και ψυχή!
Γα παιδιά από 3 χρονών…

Οι αγριόκυκνοι, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ( εικ : Gunther  Jakobs), εκδ. Αερόστατο
Ένα από τα αγαπημένα παραμύθια του Άντερσεν με διάχυτο το μαγικό στοιχείο κι όλα εκείνα που είχαν οι παλαιότερες ιστορίες,  είναι οι Αγριόκυκνοι. Μια έκδοση παλαιότερη με την σπουδαία  εικονογράφηση του Guther Jaκobs,  μας δίνει ένα ακόμα παραμύθι  από τα συνολικά  175 που έγραψε  ο σπουδαίος παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν . Αυτή η ιστορία που αναφέρεται στην πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό δίνει την κάθαρση με την επικράτηση του καλού τέλους, δεν έρχεται απρόσκοπτα αλλά απαιτεί θυσίες, πονο, επιμονή και υπομονή. Απαιτεί επίσης καρτερία, σύνεση και θάρρος. Διδάσκει για μια ακόμα φορά πως όλα μπορούν να συμβούν αν κάποιος έχει έναν στόχο και σκοπό και τίποτα δεν τον αποπλανήσει από την αρχική του πρόθεση και υπόσχεση. Τα έντεκα πριγκιπόπουλα που μεταμορφώνονται από την κακιά μητριά σε αγριόκυκνους  είναι το μεγάλο στοίχημα και ο στόχος της Ελίζας της μικρής τους αδελφής που όσο κι αν οι πειρασμοί γύρω της ήταν αρκετοί εκείνη δεν πτοήθηκε ακόμα κι όταν έφτασε τόσο κοντά να χάσει και την ίδια της τη ζωή. Ανταμείβεται  με τον καλύτερο τρόπο και το παραμύθι έχει το πιο αίσιο τέλος όπως σε όλα  σχεδόν τα « μαγικά παραμύθια». 

Η Βοσκοπούλα και ο καπνοδοχοκαθαριστή, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν ( Διασκευή και εικονογράφηση Έφη Λαδά), εκδ. Κέδρος
Μια ακόμα διασκευή ενός από τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Τούτο το βιβλίο φέρει και την υπογραφή της Έφης Λαδά και στο κείμενο και στην εικονογράφηση. Μια όχι και τόσο γνωστή ιστορία του μεγάλου παραμυθά που μιλάει για το θάρρος, που αν και ωθεί σε νέες περιπέτειες, η δύναμη της συνήθεια και της σιγουριάς θριαμβεύει  και όλα επιστρέφουν στην ίδια γνωστή κατάσταση. Μια ιστορία βγαλμένη και αυτή μέσα από τη ζωή κι ας αφορά δυο πορσελάνινες κούκλες που …ερωτεύονται , όπως οι άνθρωποι. Κι εκείνες προσπαθούν να ξεφύγουν από την μοίρα και το πεπρωμένο τους, όμως το άγνωστο  τους δημιουργεί φόβο και τα βήματα τους γίνονται μικρά ως και πισωγυρίσματα. Το ταξίδι μέσα από την καπνοδόχο για άγνωστα μέρη είναι το ταξίδι της ζωής που όμως διακόπτεται όταν μπαίνει μπροστά η κοινή λογική κι όχι η δίψα για το άγνωστο και η τόλμη για πιθανούς κινδύνους και ρίσκα.
Ένα παραμύθι που έχει ζωντανέψει με την εκπληκτική ζωγραφική της  η Έφη Λαδά πριν από αρκετά χρόνια που όμως σε κάνει να στέκεις και να θαυμάζεις το ταλέντο και το μοναδικό της στυλ. Το παραμύθι  αυτό, σ΄ αυτήν την έκδοση ίσως να μην κυκλοφορεί πια , παραμένει όμως μοναδικό και ίσως εικονογραφημένο καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη έκδοσή του ανά τον κόσμο. 

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr στις 28 Μαρτίου 2015 :εδώ!

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

«Καλησπέρα σας κ. Άντερσεν …..καλημέρα σας κ. Ηλιόπουλε!»



Τα « παραμύθια του Σαββάτου » …με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, γιορτάζουν …διπλά!

«Καλησπέρα σας κ. Άντερσεν …..καλημέρα σας κ. Ηλιόπουλε!»

Με αφορμή την παγκόσμια Ημέρα παιδικού βιβλίου  και την γέννηση του μεγάλου παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, στις 2 Απριλίου,  τα « Παραμύθια του Σαββάτου  » γιορτάζουν τα επόμενα δύο Σάββατα και σας προσκαλούν στις 12.00 το μεσημέρι στο βιβλιοπωλείο «Δοκιμάκης ».

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015 : Η Ελένη Μπετεινάκη , παρέα με τις κούκλες και τα παραμύθια της, αφηγείται  τούτη τη φορά παραμύθια   του Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν  όπως : Η βοσκοπούλα και ο καπνοδοκαθαριστής, ο χοιροβοσκός του αυτοκράτορα , οι αγριόκυκνοι κ. α. Παραμύθια που δεν ακούγονται συχνά αλλά η μαγεία τους παραμένει μοναδική.









Σάββατο 4 Απριλίου 2015 : Ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος και ο Τριγωνοψαρούλης  έρχονται στο Ηράκλειο, στα «Παραμύθια του Σαββάτου» μας μιλούν και παίζουν μαζί μας,  για την διαφορετικότητα, τον ρατσισμό και την βία, με αφορμή το βιβλίο : Τριγωνοψαρούλη, μην εμπιστεύεσαι ποτέ …Αχινό!

Όλα αυτά με πολλές εκπλήξεις θα μας γεμίσουν  τα  δύο ερχόμενα Σάββατα αφιερωμένα στα παραμύθια και τα παιδικά βιβλία …

…Ίσαμε να έρθει η Πασχαλιά φορτωμένη με καινούργιες ιστορίες!

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Κάποτε στο Ηράκλειο ήταν μια Πλαθιά Στράτα ...



 (επιμέλεια κειμένων :Ελένη Μπετεινάκη)
Ήταν κάποτε ένας  φαρδύς και  μακρύς δρόμος, η Πλαθιά Στράτα,  που έσφυζε από ζωή από εκείνα τα  χρόνια τα παλιά των Τούρκων και πιο παλιά, στων Ενετών ακόμα. Λίγο πριν ξημερώσει άρχιζε η  κίνηση που σταματούσε αργά το βράδυ. Όλα ήταν  εδώ , τα τσαγκαριά, τα τερζίδικα, τα γιαμαλίδικα, τα μπακάλικα, τα μπαρμπεριά, τα παπουτσίδικα, τα παπλωματάδικα, τα χρυσοχοεία, τα ντουκιάνια, τα μαγέρικα, τα καφενεία, τα χάνια. Μα μήπως έτσι δεν είναι και σήμερα; Μόνο που τώρα έχει και αυτοκίνητα, κίνηση, φασαρία και καυσαέρια  στον πιο πλατύ δρόμο που ονομάζεται πια  λεωφόρος Ανδρέα και Μαρίας Καλοκαιρινού…

Κάπως έτσι την περιγράφει κι ο Νίκος Καζαντζάκης στον Καπετάν Μιχάλη :
"…Η Πλατιά Στράτα (η Πλαταία Στράτα των Βενετών) ήταν μια από τις δύο βασιλόφλεβες του μεγαλόκαστρου. Ξεκινούσε από των Χανιών την Πόρτα δυτικά και έφτανε στου Λαζαρέτου την Πόρτα, όπου ήταν η μεγάλη πλατεία, οι Τρεις Καμάρες και ο μπαξές του Πασά, ένα ξύλινο κιόσκι μέσα σε μια τούφα κατασκόνιστα δέντρα, όπου κάθε Παρασκευή έπαιζαν οι νιζάμηδες μουσική. Η άλλη βασιλόφλεβα έκοβε σταυρωτά την πρώτη, κινούσε από την Καινούρια Πόρτα κατά νότου και κατέβαινε ως το λιμάνι. Στη σταύρωση ήταν το Μεϊντάνι, η καρδιά της πολιτείας. Στην Πλατιά Στράτα βρίσκονταν τα στιβανάδικα, τα γυαλάδικα, τα εμπορικά, οι ρωμαίικοι καφενέδες, οι σπετσαρίες. Τα μαγαζιά κολλητά το ένα στο άλλο έπιαναν ψιλή κουβέντα, οι νοικοκύρηδες, καλφάδες και παραγιοί έκαναν χωρατάδες, πείραζε ο ένας τον άλλον, κουτσομπόλευαν και σκούσαν στα γέλια. Κάθε σαββατόβραδο το κέφι κόρωνε".

Ο Μανόλης Δερμιτζάκης, ο « Μπαρμπέρης ποιητής», όπως τον ονόμασε ο αείμνηστος Μανώλης Καρέλλης είχε το μπαρμπεριό του στην αρχή της σημερινής οδού Στυλιανού Γιαμαλάκη. Ίσως με τον γραφικό τρόπο της μοναδικής του γραφής είναι ο καλύτερος αφηγητής τούτου του δρόμου της Πλαθιάς Στράτας για να « πάρουμε » κι εμείς τις μυρωδιές και τις γεύσεις από μια εποχή και μια πολιτεία όπως την έζησε αυτός στις αρχές του 20ου αιώνα . Γραφεί λοιπόν για τον πιο εμπορικό δρόμο του Μεγάλου Κάστρου…
«…ήμαστε στην αρχή του τσαρσού της Πλαθιάς Στράτας… Από κει συνεχίζοντας την κατηφοριά, επιάναμε το τσαρσί του Σιβρί Τσεσμέ ή Καμαράκι , στη γωνιά που ήταν η σπετσαρία του Σωκράτη του Χανιωτάκη· στο μάκρος πιάνοντας και το Γενί Τζαμί, ετελειώναμε το δρόμο ερχομένοι στη Χανιώπορτα.
…Και τώρα, καθώς θα ξεκινήσομε για το τσαρσί της Πλαθιάς Στράτας απ’ το πάνω μέρος που στέκαμε, περπατώντας θα περνούσαμε τα ντουκιάνια του δενδροφυτευμένου δρόμου, με ακακίες, και θα φτάναμε ώς τη σπετσαρία του Σωκράτη του Χανιωτάκη. Από τα ντουκιάνια αυτά της μιας και της άλλης μεργιάς, οι ντουκιαντζήδες  επουλούσαν τις πραμάθειες τους, έμποροι και τεχνίτες, στους ερχομένους από τα χωργιά, τους Μαλεβιζώτες, Μεσαρίτες και Μυλοποταμίτες. Στην Πλαθιά Στράτα κανένας Τούρκος δεν είχε ντουκιάνι.

Το τσαρσί αυτό ήταν αποκλειστικό κέντρο των Χριστιανών, τόσο τον καιρό της τουρκοκρατίας, όσο και τον καιρό της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας. Ο καθένας μουστερής από το χωργιό είτε και Καστρινός που είχε ανάγκη από στιβάνια θα τα πουσούνιζε από τα μεγάλα τζαγκαργιά της βορινής Oεργιάς του τσαρσού, του Φωτάκη, του Καρέλλη, του Μουντράκη,κι ακόμη από άλλους τζαγκάρηδες στο ίδιο τσαρσί που επουλούσανε τα στιβάνια τους.
Εκείνος πάλι ο Μουστερής που είχε ανάγκη να ντύνουνταν θα πουσούνιζε ή θα ’δινε παραγγελιά στους τερζήδες να του ’φτιαχναν το μεϊτανογέλεκο, τη βράκα ή το χιαλβάρι μαζί με το καπότο, ράσινο ή τσόχινο, στου Πετράκη του Νικολή, στου Συλαμιανού, στου Φραγκιαδάκη, στου Εκκλησιάδη ή του Τριγύρη και του Παντουβάκη. Σ’ αυτά τα τερζίδικα θα ’δινε την παραγγελιά του, που θα του παραδίδανε καλοραμμένη από τσόχα ακριβή ή και από πανί δίμιτο μπλάβο. Εκείνος πάλι που είχε ανάγκη από πανικά, ο Σαρατσόπουλος, ο Χριστοφοράκης, ο Μιχαήλος ο Τσαχάκης και οι αρμένηδες γιαμαλήδες Μαδανιάν, Παπαζιάν, Αβακιάν και ο ντόπιος γιαμαλής Καπνιστός είχαν και του δίνανε ό,τι είδους μπασουμά εγύρευε να ντύνουνταν η γυναίκα ή η θυγατέρα του.
{…………..}
Ο αρραβωνιαστικός πάλι εκείνος που ήθελε χρυσαφικά για την αρραβωνιασμένη κοπελιά ντου θα παράγγερνε τσι μαλαματοκαπνισμένους αμπρακάμους, για το λαιμό την κολαΐνα, τσι καμπάνες, τα σκουλαρίκια για τ’ αφτιά, τα μανίλια μαζί και τα δαχτυλίδια τα χρυσά, θα ’δινε παραγγελιά να του ξετέλευαν στα κουγιουμουτζίδικά τους ο Αθανάσιος Σπανουδάκης, ο Ξυλούρης, ο Λαδιανός, ο καπετάν Γιάννης Πολυξίγκης, ο Τζεδάκης, ο γερο-Πελεκίδης και ο Καλογεράκης.
{………………}
Όσοι πάλι είχαν ανάγκη από φαώσιμα, από μπακαλιάρο παστό, φρίσσες καπνιστές κι από ό,τι άλλο είδος μπακαλικής εζητούσανε. Μαζί με το σαπούνι, ο Καρούζος, ο Χριστοδουλάκης, ο καπετα-Μιχάλης ο Ψωμής (ο πατέρας του Νίκου του Καζαντζάκη), ο Κωστής ο «Χωργιάτης», με το παρατσούκλι του κι αυτός, με τον αγιο μυριανό Δαμιανάκη, στα ντουκιάνια τους είχανε να δίνανε στο μουστερή ό,τι είδος μπακαλικής ήθελε — ως και του Βελεγράκη. Στην ίδια γραμμή που ήταν το τζαγκάρικο του Αλέξανδρου Καρέλλη, ήτανε και το μπακάλικο μαζί με το χάνι του Νικολάου Κακουδάκη, που πάντα με τσι φωνές του εξεσήκωνε το τσαρσί ως είχε να ’κανε με τον ανιψό του Γιάννη, που αργούσε να κατέβαινε από τον οντά κοσκινίζοντας ολοένα κριθάρι να τάιζε τσι γαϊδάρους, που, λησμονώντας να τους έριχνε γέμι, γκαρίζοντας κι αυτοί διαμαρτύρονταν για την αδιαφορία του Γιάννη.
{………………}
Στου Χανιωτάκη τη σπετσαρία έβλεπε κανείς τον Γιώργο τον Κατεχάκη, αξιωματικό τότε της Κρητικής Πολιτοφυλακής, και τον Απολλόδωρο τον Μελισσείδη, γιατρός και τούτος του τάγματος των Πολιτοφυλάκων, με τον διευθυντή του Πανάνειου Νοσοκομείου Μηλιαρά, που καθισμένοι εκεί εσυζητούσαν πάντα τα δικά τους.

Εκεί ο σπετσέρης Χανιωτάκης, ορθός οπίσω από το τεζιάκι της σπετσαρίας του, όλο και άλεθε με το πέτρινο γουδόχερο στο κάτασπρο παχύ πορσελάνινο γουδί τα γιατρικά που ήταν να ’δινε για τσ’ αρρωστάρηδες.
Στο Τσαρσί της Πλαθιάς Στρατας ήταν όλα τα μαγέρικα σαν σώνονταν οι δουλειές κι ο Δερμιτζάκης συνεχίζει: «… Αν ύστερα από το γιόμα που θα ’κανε του μύριζε και κανένας καϊμακλής καφές, στην ίδια γραμμή απάνω και κάτω τση Πλαθιάς Στράτας, στου Σαρχιανού, του καλού χορευτή με τα μαύρα γένια, το σπαστό φέσι, το τσόχινο χιαλβάρι και τα μαύρα στιβάνια, εκεί θα του εσέρβιρε τον καφέ ο Σαρχιανός μαζί με το ναργιλέ, αν ήτανε θεργιακλής ζητώντας του και τούτο. Πιο κάτω ήτανε και οι άλλοι καφενέδες, του Καλόγνωμου, του Σελάτου, και παρακάτω του Γιώργη του Αμουτζά, με του Μεντά τον καφενέ δίπλα από τη σπετσαρία του Χανιωτάκη.
Έτοιμος τώρα να ’φευγε για το χωριό του ο καθένας ερχομένος στη χώρα για πουσουνιές, πηγαίνοντας στο χάνι του Μαριδάκη, του Ντυλισανού και του Λογιάδη, φορτώνοντας στο γάιδαρό του τα πουσούνια του, έφευγε για το χωριό του.
Άλλες εικόνες, άλλες θύμησες, αλλοτινοί καιροί… που κάποιες φορές πρέπει να μαθαίνουν και οι τωρινοί Καστρινοί !


ΠΗΓΕΣ :
Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο, Μανώλης Δερμιτζάκης, Εκδ. Δοκιμάκης
«H ονομασία των οδών στην εντός των τειχών πόλη », Ευγενίας Λαγουδάκη – Σασλή, εφ. ΠΑΤΡΙΣ

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 26 Μαρτίου 2015 : εδώ !