Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Επιστροφή…Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, ένα θρανίο!



Της Ελένης Μπετεινάκη*

Mια φορά κι έναν καιρό, πάνε δυο χρόνια τώρα, λίγο πριν πάει ο ήλιος να κοιμηθεί, την ώρα που τα χρώματα αποκτούν την πιο γλυκιά τoυς όψη, βρέθηκα σ ΄ένα μέρος  που κάποτε έσφυζε από ζωή. Σε μιαν αποθήκη, έρημη, εγκαταλελειμμένη, σκονισμένη και ξεχασμένη,πια. Και αφού λένε πως ο «δολοφόνος γυρίζει πάντα στον τόπο του εγκλήματος», επέστρεψα ξανά, χθες! Ήθελα να δω τι άλλαξε μέσα σε δύο χρόνια …

Χμ! Τίποτα προς το καλύτερο. Περισσότερα γυαλιά σπασμένα, περισσότερη σκόνη και σκουπίδια!
Και θυμήθηκα ξανά και άρχισα να ξαναζώ εκείνες τις ώρες, τις μέρες που όλα γύρω είχαν ζωή, ψυχή, μυρωδιές και χρώματα. Κι ήταν σαν να άκουγα ακόμα γέλια, φωνές , κουβέντες κι ας ήταν  στην πραγματικότητα μόνο τα τζιτζίκια. Είχε ακόμα ζέστη και υγρασία, Σεπτέμβρης κι ο μούστος μύριζε γύρω μου. Τα πατητήρια άδεια… Πόσες εικόνες, πόσες θύμησες από αλλοτινούς Σεπτέμβρηδες. Γεμάτο αυτοκίνητα ήταν τούτος ο xώρος, σταφύλια και ανθρώπους, μούστος , κρασί και ξενύχτια. Ατέλειωτες ώρες εργασίας, ατελείωτες ώρες από ανέκδοτα, πειράγματα και φιλίες που πια χάθηκαν…

 Ανέβηκα ένα ένα τα σκαλιά, όσα υπήρχαν, κάποια είχαν γίνει θρύψαλα κι ήθελε σκαρφάλωμα για να φτάσεις τα επόμενα… Σιγά, προσεκτικά χωρίς να ακουμπάω πουθενά. Το κάγκελο ήταν τόσο σκουριασμένο που αν το κρατούσες , θα σπαγε ...


Και ξανάζησα σχεδόν το ίδιο παραμύθι και ξανάνιωσα τα ίδια συναισθήματα, όπως τότε, δυο χρόνια πριν… Και ξαναθυμήθηκα τα πάντα, μόλις βρέθηκα σε μια τεράστια αίθουσα. Τούτη τη φορά ήξερα τι περίπου θα έβλεπα και τι έψαχνα ωστόσο το στομάχι μου ήταν πάλι πολύ σφιγμένο και η σκέψη μου ανάκατη .Σπασμένα γυαλιά, κομμάτια ξύλα  σκεπασμένα από σκόνη και αναμνήσεις… Έμπαινε το φως απ΄τα σπασμένα παράθυρα κι έπαιζε περίεργα παιχνίδια με τα σάπια  ξύλα που κάποτε θύμιζαν κομμάτια από έπιπλα. Ένα μικρό ποντίκι πέρασε βιαστικά να χωθεί στην τρύπα του θορυβημένο από την φασαρία που προκαλούσαν τα βήματα μου στον ερημωμένο χώρο. Πλησίασα και ακούμπησα το χέρι μου στην επιφάνεια του πιο ολοκληρωμένου επίπλου που έβλεπα μπροστά μου. Άρχισα να « διώχνω » την σκόνη χρόνων από το μόνο όρθιο και ολόκληρο  θρανίο που βρισκόταν εκεί. Κι ένοιωσα να ξεκλειδώνω ξανά, το  τεράστιο σεντούκι αναμνήσεων, καλά κρυμμένων μυστικών και εικόνων ,  για παραπάνω από σαράντα χρόνια. Υπήρχε ακόμα χρώμα και σκαλισμένο τ΄ όνομά μου, τα ονόματα των φιλενάδων μου, τα ονόματα των συγκατοίκων όλα εκείνα τα χρόνια που μας φιλοξένησε. Κι άρχισα να θυμάμαι . Να θυμάμαι και ν΄ αναπολώ… Βγήκα έξω να πάρω λίγο αέρα κι απέναντι ήταν …είδα εκείνον  τον ψηλό τοίχο της αυλής του σχολείου… του σχολείου μου!...

«…Τότε τα σχολεία άνοιγαν αμέσως μετά τη γιορτή του Σταυρού που αν έπεφτε Σαββατοκύριακο κερδίζαμε ακόμα δυο μέρες ως τη Δεύτερα. Σε ένα κτίριο  πετρόκτιστο , παλιό, επιβλητικό με μια τεράστια ξύλινη εξώπορτα με τζάμι και κάγκελα. Το μοναδικό Δημοτικό Σχολείο των Αρχανών. Με σανίδες στο πάτωμα που έτριζαν σε κάθε βήμα. Κρατούσα το χέρι της μητέρας μου  κι ίδρωνα απ΄ την αγωνία και τον φόβο αν θα τα καταφέρω. Θα ήμουν επιτέλους μαθήτρια της Α΄ Δημοτικού. Η τεράστια αυλή γεμάτη παιδιά και χαρούμενες δυνατές φωνές. Μαζευτήκαμε όλοι εκεί , μπήκαμε σε τάξη και  σε σειρά με το σφύριγμα από τη σφυρίχτρα του κ. Νίκου.
Η καρδιά μου κτυπούσε πολύ δυνατά. Όλα ήταν πελώρια και καινούργια. Άρχισαν οι οδηγίες ,τα παραγγέλματα , αλλά το μόνο που θυμόμουν ήταν  τα μικρά μου βήματα στη σκάλα που με οδήγησαν κάποια στιγμή στην τάξη μου. Πρόλαβα το δεύτερο θρανίο από την μεριά των  μεγάλων παραθύρων που έβλεπαν το Γιούχτα , γκρίζο ψηλό και επιβλητικό πάντα. Δυσκολεύτηκα να ανέβω στο θρανίο μου. Ήταν πολύ ψηλό και πολύ μεγάλο. Τα πόδια μου κρέμονταν και φοβόμουνα να κουνηθώ μήπως και πέσω. Όλη τη χρονιά είχα τον ίδιο φόβο .Και τότε μπήκε μέσα η δασκάλα μας.
Ήρεμη, χαρούμενη, γελαστή .Μας μοίρασε τα βιβλία . Δυο ή τρία ήταν μαζί με το αλφαβητάρι  κι όμως πόσο βαριά  για τα μικρά μου χέρια!Μας έδωσε και  μια λίστα με ένα σωρό πράγματα που χρειαζόμασταν για να ξεκινήσει η καινούργια , η πρώτη μου σχολική χρονιά. Θα μάθαινα άραγε να γράφω κι εγώ, θα μπορούσα να διαβάζω τόσο γρήγορα όσο ο αδελφός μου; Και σαν κτύπησε πάλι το δυνατό καμπανάκι που κρεμόταν στην είσοδο του σχολείου είδα τη μητέρα μου να με περιμένει με τα μάτια  της γεμάτα στοργή και θάρρος και  έτσι όλα πήραν την κανονική τους ροή. Το απόγευμα κατεβήκαμε στο Ηράκλειο. Θα έπαιρνα την πρώτη μου τσάντα. Ήμουν τόσο χαρούμενη που σχεδόν πετούσα σ΄ όλο το δρόμο. Σαν φτάσαμε στο βιβλιοπωλείο , « βρήκαμε » μια μεγάλη ουρά από μαμάδες και παιδιά  με χαρούμενα πρόσωπα και πολλά χαρτάκια στα χέρια, να περιμένουν  στα σκαλάκια της « Πηγής του Βιβλίου». Ένας χώρος που μύριζε φρεσκοτυπωμένο χαρτί, μελάνι και γομολάστιχα. Ψηλά ράφια, γεμάτα βιβλία, πάγκους με τετράδια μικρού μεγέθους  χωρίς ήρωες ή χρώματα ιδιαίτερα, χάρτες, χάρακες αλλά πιο πολύ θυμάμαι εκείνη την υδρόγειο σφαίρα  που γύριζε γύρω γύρω και μπορούσε κανείς να ταξιδέψει σε όποια χώρα ήθελε μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα. Κι ο κ. Βύρωνας πάντα γελαστός  πίσω από τα γυαλιά του  με υπομονή και χαμόγελο γέμιζε την σακούλα με όλα τα χρειαζούμενα. Η τσάντα μου ήταν μια μεγάλη σάκα δερμάτινη , σκούρο χρώμα θυμάμαι, να μην λερώνει, έλεγε η μαμά,  και την κράτησα μέχρι που τέλειωσε το δημοτικό σχολείο…».

Που να ήξερα, τότε… τι παιχνίδια παίζει καμία φορά η ζωή…!

Από όλες αυτές τις σκέψεις μου με ξανάφερε στην πραγματικότητα ένα περιστέρι  που είχε έρθει να σκαλίσει λίγο τη σκόνη. Κι ήρθα ξανά στο σήμερα και σκέφτηκα τα παιδιά στο σχολείο, τα χαμογελαστά και αμήχανα πρόσωπα που είδα προχθές. Χαμογέλασα κι εγώ , γιατί σκέφτηκα , πως θα ένοιωθαν κι αυτά την πρώτη τους μέρα στο  σχολειό. Πως θα έβλεπαν την πρώτη τους δασκάλα, στο δικό μου πρόσωπο πια,  και χωρίς να το θέλω σύγκρινα εκείνη την εποχή με τη σημερινή. Τώρα στην εποχή των μνημονίων και των μαζικών αποφάσεων , της ισοπέδωσης όλων των θεσμών και δικαιωμάτων, ξεκινάει το σχολείο με μεγάλη ανασφάλεια, με πολλά προβλήματα, με πραγματικά αβέβαιο μέλλον για μας και τα παιδιά μας.  Με νέες κυβερνήσεις πια, επαναλαμβανόμενοι άνθρωποι,   με αποφάσεις ακραίες και παράλογες , με μια πολύ πληγωμένη Παιδεία  για ένα κράτος που το νοιάζουν μόνο οι αριθμοί κι όχι οι άνθρωποι, οι ψυχές, η ΖΩΗ ΜΑΣ , αλλά και με όνειρα για κάποιους γραφικούς  που σε πείσμα των καιρών συνεχίζουν και ελπίζουν, να ονειρεύονται και να δημιουργούν με μοναδικό τους εφόδιο τα μεγάλα αθώα παιδικά μάτια και ένα μικρό χεράκι να τους πιάνει το δικό τους, όταν έρχεται   το διάλλειμα.

Το θρανίο μου είναι ακόμα σε εκείνη την αποθήκη. Εδώ και είκοσι χρόνια περίπου, όταν στο σχολείο άλλαξαν την επίπλωση με χαμηλά τραπεζάκια και καρέκλες, και δεν είχαν τι να τα κάνουν …τα άφησαν εκεί….! Σας είπα πως είχα ξανάρθει εδώ πριν δυο χρόνια. Τότε δεν το πήρα… ούτε και σήμερα το έκανα! Φοβήθηκα ξανά το σαρακοφαγωμένο ξύλο, τα σάπια σημεία του και σκέφτηκα όπως και τότε , πως αν  το έπαιρνα θα έπρεπε να πάρω όσα κομμάτια του ήταν εκεί και δεν ήξερα αν μπορούσαν να επιδιορθωθούν,  αν θα άντεχαν στο χρόνο …Προτίμησα τις αναμνήσεις μου!

Ωστόσο θυμήθηκα όλους τους φίλους, τους συμμαθητές μου έναν, έναν, κι αυτούς που υπάρχουν κι αυτούς που έφυγαν… Αφιερωμένο σε όλους τους και στα παιδιά μου που εδώ και λίγες  μέρες με κοιτούν με εκείνα τα τεράστια αθώα τους μάτια και δεν ξέρουν ποια είμαι, τι είμαι και πως θα κυλήσει ο χρόνος. Ούτε κι εγώ ξέρω πως ...ξέρω όμως πως θα κάνω τα πάντα για να φτιαχτούν οι πιο γλυκές τους αναμνήσεις από τούτα τα χρόνια της αθωότητας!

Καλή σχολική χρονιά!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στο creta;ive.gr στις 23 Σεπτεμβρίου 2015  :http://www.cretalive.gr/opinions

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου