Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Κάποτε στο Ηράκλειο ήταν μια Πλαθιά Στράτα ...



 (επιμέλεια κειμένων :Ελένη Μπετεινάκη)
Ήταν κάποτε ένας  φαρδύς και  μακρύς δρόμος, η Πλαθιά Στράτα,  που έσφυζε από ζωή από εκείνα τα  χρόνια τα παλιά των Τούρκων και πιο παλιά, στων Ενετών ακόμα. Λίγο πριν ξημερώσει άρχιζε η  κίνηση που σταματούσε αργά το βράδυ. Όλα ήταν  εδώ , τα τσαγκαριά, τα τερζίδικα, τα γιαμαλίδικα, τα μπακάλικα, τα μπαρμπεριά, τα παπουτσίδικα, τα παπλωματάδικα, τα χρυσοχοεία, τα ντουκιάνια, τα μαγέρικα, τα καφενεία, τα χάνια. Μα μήπως έτσι δεν είναι και σήμερα; Μόνο που τώρα έχει και αυτοκίνητα, κίνηση, φασαρία και καυσαέρια  στον πιο πλατύ δρόμο που ονομάζεται πια  λεωφόρος Ανδρέα και Μαρίας Καλοκαιρινού…

Κάπως έτσι την περιγράφει κι ο Νίκος Καζαντζάκης στον Καπετάν Μιχάλη :
"…Η Πλατιά Στράτα (η Πλαταία Στράτα των Βενετών) ήταν μια από τις δύο βασιλόφλεβες του μεγαλόκαστρου. Ξεκινούσε από των Χανιών την Πόρτα δυτικά και έφτανε στου Λαζαρέτου την Πόρτα, όπου ήταν η μεγάλη πλατεία, οι Τρεις Καμάρες και ο μπαξές του Πασά, ένα ξύλινο κιόσκι μέσα σε μια τούφα κατασκόνιστα δέντρα, όπου κάθε Παρασκευή έπαιζαν οι νιζάμηδες μουσική. Η άλλη βασιλόφλεβα έκοβε σταυρωτά την πρώτη, κινούσε από την Καινούρια Πόρτα κατά νότου και κατέβαινε ως το λιμάνι. Στη σταύρωση ήταν το Μεϊντάνι, η καρδιά της πολιτείας. Στην Πλατιά Στράτα βρίσκονταν τα στιβανάδικα, τα γυαλάδικα, τα εμπορικά, οι ρωμαίικοι καφενέδες, οι σπετσαρίες. Τα μαγαζιά κολλητά το ένα στο άλλο έπιαναν ψιλή κουβέντα, οι νοικοκύρηδες, καλφάδες και παραγιοί έκαναν χωρατάδες, πείραζε ο ένας τον άλλον, κουτσομπόλευαν και σκούσαν στα γέλια. Κάθε σαββατόβραδο το κέφι κόρωνε".

Ο Μανόλης Δερμιτζάκης, ο « Μπαρμπέρης ποιητής», όπως τον ονόμασε ο αείμνηστος Μανώλης Καρέλλης είχε το μπαρμπεριό του στην αρχή της σημερινής οδού Στυλιανού Γιαμαλάκη. Ίσως με τον γραφικό τρόπο της μοναδικής του γραφής είναι ο καλύτερος αφηγητής τούτου του δρόμου της Πλαθιάς Στράτας για να « πάρουμε » κι εμείς τις μυρωδιές και τις γεύσεις από μια εποχή και μια πολιτεία όπως την έζησε αυτός στις αρχές του 20ου αιώνα . Γραφεί λοιπόν για τον πιο εμπορικό δρόμο του Μεγάλου Κάστρου…
«…ήμαστε στην αρχή του τσαρσού της Πλαθιάς Στράτας… Από κει συνεχίζοντας την κατηφοριά, επιάναμε το τσαρσί του Σιβρί Τσεσμέ ή Καμαράκι , στη γωνιά που ήταν η σπετσαρία του Σωκράτη του Χανιωτάκη· στο μάκρος πιάνοντας και το Γενί Τζαμί, ετελειώναμε το δρόμο ερχομένοι στη Χανιώπορτα.
…Και τώρα, καθώς θα ξεκινήσομε για το τσαρσί της Πλαθιάς Στράτας απ’ το πάνω μέρος που στέκαμε, περπατώντας θα περνούσαμε τα ντουκιάνια του δενδροφυτευμένου δρόμου, με ακακίες, και θα φτάναμε ώς τη σπετσαρία του Σωκράτη του Χανιωτάκη. Από τα ντουκιάνια αυτά της μιας και της άλλης μεργιάς, οι ντουκιαντζήδες  επουλούσαν τις πραμάθειες τους, έμποροι και τεχνίτες, στους ερχομένους από τα χωργιά, τους Μαλεβιζώτες, Μεσαρίτες και Μυλοποταμίτες. Στην Πλαθιά Στράτα κανένας Τούρκος δεν είχε ντουκιάνι.

Το τσαρσί αυτό ήταν αποκλειστικό κέντρο των Χριστιανών, τόσο τον καιρό της τουρκοκρατίας, όσο και τον καιρό της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας. Ο καθένας μουστερής από το χωργιό είτε και Καστρινός που είχε ανάγκη από στιβάνια θα τα πουσούνιζε από τα μεγάλα τζαγκαργιά της βορινής Oεργιάς του τσαρσού, του Φωτάκη, του Καρέλλη, του Μουντράκη,κι ακόμη από άλλους τζαγκάρηδες στο ίδιο τσαρσί που επουλούσανε τα στιβάνια τους.
Εκείνος πάλι ο Μουστερής που είχε ανάγκη να ντύνουνταν θα πουσούνιζε ή θα ’δινε παραγγελιά στους τερζήδες να του ’φτιαχναν το μεϊτανογέλεκο, τη βράκα ή το χιαλβάρι μαζί με το καπότο, ράσινο ή τσόχινο, στου Πετράκη του Νικολή, στου Συλαμιανού, στου Φραγκιαδάκη, στου Εκκλησιάδη ή του Τριγύρη και του Παντουβάκη. Σ’ αυτά τα τερζίδικα θα ’δινε την παραγγελιά του, που θα του παραδίδανε καλοραμμένη από τσόχα ακριβή ή και από πανί δίμιτο μπλάβο. Εκείνος πάλι που είχε ανάγκη από πανικά, ο Σαρατσόπουλος, ο Χριστοφοράκης, ο Μιχαήλος ο Τσαχάκης και οι αρμένηδες γιαμαλήδες Μαδανιάν, Παπαζιάν, Αβακιάν και ο ντόπιος γιαμαλής Καπνιστός είχαν και του δίνανε ό,τι είδους μπασουμά εγύρευε να ντύνουνταν η γυναίκα ή η θυγατέρα του.
{…………..}
Ο αρραβωνιαστικός πάλι εκείνος που ήθελε χρυσαφικά για την αρραβωνιασμένη κοπελιά ντου θα παράγγερνε τσι μαλαματοκαπνισμένους αμπρακάμους, για το λαιμό την κολαΐνα, τσι καμπάνες, τα σκουλαρίκια για τ’ αφτιά, τα μανίλια μαζί και τα δαχτυλίδια τα χρυσά, θα ’δινε παραγγελιά να του ξετέλευαν στα κουγιουμουτζίδικά τους ο Αθανάσιος Σπανουδάκης, ο Ξυλούρης, ο Λαδιανός, ο καπετάν Γιάννης Πολυξίγκης, ο Τζεδάκης, ο γερο-Πελεκίδης και ο Καλογεράκης.
{………………}
Όσοι πάλι είχαν ανάγκη από φαώσιμα, από μπακαλιάρο παστό, φρίσσες καπνιστές κι από ό,τι άλλο είδος μπακαλικής εζητούσανε. Μαζί με το σαπούνι, ο Καρούζος, ο Χριστοδουλάκης, ο καπετα-Μιχάλης ο Ψωμής (ο πατέρας του Νίκου του Καζαντζάκη), ο Κωστής ο «Χωργιάτης», με το παρατσούκλι του κι αυτός, με τον αγιο μυριανό Δαμιανάκη, στα ντουκιάνια τους είχανε να δίνανε στο μουστερή ό,τι είδος μπακαλικής ήθελε — ως και του Βελεγράκη. Στην ίδια γραμμή που ήταν το τζαγκάρικο του Αλέξανδρου Καρέλλη, ήτανε και το μπακάλικο μαζί με το χάνι του Νικολάου Κακουδάκη, που πάντα με τσι φωνές του εξεσήκωνε το τσαρσί ως είχε να ’κανε με τον ανιψό του Γιάννη, που αργούσε να κατέβαινε από τον οντά κοσκινίζοντας ολοένα κριθάρι να τάιζε τσι γαϊδάρους, που, λησμονώντας να τους έριχνε γέμι, γκαρίζοντας κι αυτοί διαμαρτύρονταν για την αδιαφορία του Γιάννη.
{………………}
Στου Χανιωτάκη τη σπετσαρία έβλεπε κανείς τον Γιώργο τον Κατεχάκη, αξιωματικό τότε της Κρητικής Πολιτοφυλακής, και τον Απολλόδωρο τον Μελισσείδη, γιατρός και τούτος του τάγματος των Πολιτοφυλάκων, με τον διευθυντή του Πανάνειου Νοσοκομείου Μηλιαρά, που καθισμένοι εκεί εσυζητούσαν πάντα τα δικά τους.

Εκεί ο σπετσέρης Χανιωτάκης, ορθός οπίσω από το τεζιάκι της σπετσαρίας του, όλο και άλεθε με το πέτρινο γουδόχερο στο κάτασπρο παχύ πορσελάνινο γουδί τα γιατρικά που ήταν να ’δινε για τσ’ αρρωστάρηδες.
Στο Τσαρσί της Πλαθιάς Στρατας ήταν όλα τα μαγέρικα σαν σώνονταν οι δουλειές κι ο Δερμιτζάκης συνεχίζει: «… Αν ύστερα από το γιόμα που θα ’κανε του μύριζε και κανένας καϊμακλής καφές, στην ίδια γραμμή απάνω και κάτω τση Πλαθιάς Στράτας, στου Σαρχιανού, του καλού χορευτή με τα μαύρα γένια, το σπαστό φέσι, το τσόχινο χιαλβάρι και τα μαύρα στιβάνια, εκεί θα του εσέρβιρε τον καφέ ο Σαρχιανός μαζί με το ναργιλέ, αν ήτανε θεργιακλής ζητώντας του και τούτο. Πιο κάτω ήτανε και οι άλλοι καφενέδες, του Καλόγνωμου, του Σελάτου, και παρακάτω του Γιώργη του Αμουτζά, με του Μεντά τον καφενέ δίπλα από τη σπετσαρία του Χανιωτάκη.
Έτοιμος τώρα να ’φευγε για το χωριό του ο καθένας ερχομένος στη χώρα για πουσουνιές, πηγαίνοντας στο χάνι του Μαριδάκη, του Ντυλισανού και του Λογιάδη, φορτώνοντας στο γάιδαρό του τα πουσούνια του, έφευγε για το χωριό του.
Άλλες εικόνες, άλλες θύμησες, αλλοτινοί καιροί… που κάποιες φορές πρέπει να μαθαίνουν και οι τωρινοί Καστρινοί !


ΠΗΓΕΣ :
Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο, Μανώλης Δερμιτζάκης, Εκδ. Δοκιμάκης
«H ονομασία των οδών στην εντός των τειχών πόλη », Ευγενίας Λαγουδάκη – Σασλή, εφ. ΠΑΤΡΙΣ

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 26 Μαρτίου 2015 : εδώ !

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου