Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Τα "παραμύθια του Σαββάτου..."



...γράφει, προτείνει, σχολιάζει και παρουσιάζει η Ελένη Μπετεινάκη*


Οι διακοπές τελειώνουν και όπως πολύ σοφά λέει η παροιμία « Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του». Τα παραμύθια του Σαββάτου επανήλθαν με νέες εκδόσεις τούτη τη φορά  και πολλές ιστορίες από αγαπημένους συγγραφείς και φίλους . Ιστορίες λίγο διαφορετικές  αλλά πάντα γεμάτες δράση, περιπέτεια, συγκίνηση, σκέψη και φυσικά διασκέδαση. Τα παραμύθια παραμένουν πάντα αγαπημένα αναγνώσματα , εκεί λίγο πριν κοιμηθούμε ή κι όταν σουρουπώνει τότε που  η φαντασία βγάζει βόλτα όλα της τα παιδιά  και γεμίζει ο κόσμος όνειρα και εικόνες …

Το Υπναρούδι  και η Ελεάννα  σε φανταστικές περιπέτειες, Αργυρώ Μουντάκη,εκδ. Πατάκης

Άραγε μπορεί ένα τόσο δα μικρό έντομο, ένα μυρμήγκι, να γίνει ποτέ το αγαπημένο κατοικίδιο ενός μικρού παιδιού; Φυσικά και μπορεί. Οι φίλοι δεν μετριούνται ούτε με βάση το ύψος τους, ούτε το βάρος τους. Τους επιλέγουμε, τους διαλέγουμε με οδηγό μας την εκτίμηση και την αγάπη. Το Υπναρούδι είναι ο μικρός φίλος της Ελεάννας και στάθηκε μάλλον τυχερό στη ζωή του από την στιγμή που συναντήθηκαν και έγιναν αχώριστοι. Ή σχεδόν αχώριστοι! Το μικρό μυρμηγκάκι θα χωθεί σε χίλιες δύο περιπέτειες, θα γνωρίσει πολλούς φίλους, θα ταξιδέψει, θα κιντυνεύσει, θα βρει ξανά την οικογένειά του , θα γλυτώσει από την φοβερή αράχνη, θα γνωρίσει την αγάπη, την φιλία, την ζεστασιά και θα γίνει ένας μικρός ήρωας που όλοι θα « ψάχνουν» και θα αγαπούν. Θα αναζητήσει στη ζωή του νέους δρόμους και όμορφες ιστορίες. Η Ελεάννα πάλι θα σταθεί κι αυτή τυχερή από  τη φιλία του γιατί χάρις στο μικροσκοπικό φίλο της θα νοιώσει και θα « γευτεί» πράγματα και καταστάσεις που πριν δεν της είχαν περάσει ποτέ από το μυαλό. Θα μπει σε σκέψεις , θα αναλάβει ρίσκα, θα γνωρίσει νέους φίλους και θα καταφέρει να ενώσει ακόμα και άγνωστους ανθρώπους  στην πολυκατοικία τους για έναν κοινό σκοπό. Ένα βιβλίο γεμάτο περιπέτειες για μικρούς φίλους με μεγάλες αναζητήσεις.

Τρελό μου αμαξίδιο, Μερκούριος Αυτζής , εκδ. Ψυχογιός

Η Σούζα είναι …ένα αναπηρικό αμαξίδιο που μπαίνει στη ζωή της Νανάς και σαν σκοπό του έχει να την κάνει να γελάει και να την ταξιδεύει παντού. Αυτή η λέξη, « παντού» , είναι ο λόγος αυτής της καταπληκτικής ιστορίας για το τρελό αμαξίδιο , όπως το φωνάζει η Νανα, που τελικά δεν μπορεί να φτάσει παντού, γιατί οι άνθρωποι δεν φρόντισαν όσο έπρεπε κάποια πράγματα. Τους δρόμους, τα πεζοδρόμια, τις  σκάλες , τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τις διαβάσεις και όλα τα πολλά και παράλογα που δυσκολεύουν την κυκλοφορία κάποιων ανθρώπων που δεν είναι όπως όλοι οι άλλοι. Κι εκεί που η ζωή « πατάει φρένο», η φαντασία παίρνει φτερά και η Σούζα με την Νανά πετούν σε άλλους κόσμους, χωρίς φόβο, θυμό, παράπονο και αγανάκτηση. Ώσπου μια μέρα οι δύο φίλοι βρέθηκαν σε μια διαδήλωση με δεκάδες άλλα αμαξίδια και αναπήρους κάθε ηλικίας και για λίγο ζήσανε εκείνο το όνειρο… Να περπατήσουν σε άδειους δρόμους με ασφάλεια και σιγουριά. Όμως το όνειρο μετατράπηκε σε εφιάλτη όταν η Νανά χτυπήθηκε και η Σούζα βρέθηκε παρατημένη και σχεδόν διαλυμένη στην άκρη του δρόμου. Με την δύναμη της αγάπης, της ελπίδας και της φαντασίας  αλλά και χιλιάδων πυγολαμπίδων το « τρελό αμαξίδιο » επέστρεψε κοντά στη φίλη του και οι δύο τους ξανά αχώριστοι και περιποιημένοι τώρα πια, βρέθηκαν ξανά στους δρόμους σε μια παρέλαση παρέα με την γαλανόλευκη σημαία …

Η γοργόνα Ελισσώ, Χρήστος Δημόπουλος, εκδ. Ψυχογιός
 
Η γοργόνα η Ελισσώ είναι  αλλιώτικη από όλες της άλλες . Έχει ουρά χελιδονόψαρου και κοντά στα   δεν ακούγεται… Έτσι κι έγινε κι η Ελισσώ δεν έμεινε ποτέ ξανά μόνη,  γιατί όλοι την ήθελαν για συντροφιά αφού τους χάρισε τόσο πολύτιμα  δώρα και τους έδειξε την αγάπη της.
χέρια της φτερά. Κολυμπάει και πετά κι αν και γνωρίζει όλες τις θάλασσες και τα πετούμενα του ουρανού, νοιώθει μοναξιά γιατί κανείς δεν την θέλει για φίλη του. Μένει μόνη συχνά , κλαίει και συλλογιέται πώς να αποκτήσει φίλους… Αν κάποιος κάτι θέλει πολύ λένε πως πάντα τα καταφέρνει να το αποκτήσει και ο άνεμος ,ο Λεβάντες ,θα της δώσει μια συμβουλή για να κερδίσει την αγάπη όλων των ζωντανών της θάλασσας και του ουρανού. Να μαζέψει, της είπε, αστέρια και να φωτίσει τις πιο σκοτεινές μεριές του ωκεανού κι ύστερα να πάρει κοχύλια και τα βάλει στα δέντρα να σιγοτραγουδούν και να κάνουν παρέα στα πουλιά τις μέρες που οι άνεμοι φυσούν πολύ και η λαλιά τους
 Ένα παραμύθι σαν εκείνα τα παλιά …μια φορά κι έναν καιρό …!

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στο cretalive.gr το σάββατο 26 Απριλίου 2014 : http://www.cretalive.gr/culture/view/ta-paramuthia-tou-sabbatou24/160467

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Τα παραμύθια του Σαββάτου… Πάσχα Ρωμέικο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη!



Τα Παραμύθια του Σαββάτου γράφει, σχολιάζει, παρουσιάζει και προτείνει η Ελένη Μπετεινάκη*


Πάσχα… Μέρες Ανάστασης , μέρες αγαλλίασης, χαράς, ελπίδας. Στα « Παραμύθια του Σαββάτου »  σήμερα,  Μεγάλο Σάββατο, διαβάζουμε  ένα διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη « Πάσχα Ρωμέικο  ». Είναι ένα από τα τρία Πασχαλινά διηγήματα του που όλοι γνωρίζουμε πως κανείς δεν απέδωσε όπως αυτός, με τόσο αυθεντικά ρωμέικο τρόπο τα μεγάλα θέματα της Χριστιανοσύνης. 

 «O μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Oσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.
Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.
Eίχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Kερκύρα. όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Kέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Aούστριας. Eνθυμείτο αμυδρώς τον Mουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Eίχε γνωρίσει καλώς τον Mάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Kερκύρας Aθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Tο τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Bράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). Eίχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:
Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη πού εκρουβόταν για μας λευτεριά
Eισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

O μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Eίχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Eμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Aπετροπιάζετο τους φαύλους. «Iλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Eνίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Oυδ'η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Kαι ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Tας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Tα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Aλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»
Eν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...
Tην εσπέραν του Mεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Aθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Eφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. O γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.
Aλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να
καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Aνάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Eκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Aθήνας. Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Xριστός Aνέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του. Kαι όμως ήτο... δυτικός!
O μπάρμπα-Πύπης, Iταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Eλληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Eλληνικής. Eκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Nαπολέοντος A' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Kαι όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί. Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Pώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Pωμαιοκαθολικούς των Iονίων νήσων τινά των εις τους Oυνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Aρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του ΠοντίφηκοςΖ τα λοιπά είναι αδιάφορα.
O μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Aγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Eπίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Bενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Aφού ευρίσκετο μακράν της Kερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. Tην εσπέραν λοιπόν εκείνην του Mεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Aνάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Eύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.
Eκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. O δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. Eκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Aιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. H σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Eκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
O μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Xωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως.
-Φίλος! Kαλός! μη ρίχνεις...
O άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
-Tι θέλω; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Kάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.
-Kαι δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Hύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!
-Kαι γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Tι σας έβλαψα;
-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότηςΖ εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Mόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Eγελάστηκες.
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του. O μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
-Συ εγελάστηκες, απήντησεν εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Aνάσταση στον Άγιο Σπυριδων.
O χωρικός εκάγχασε.
-Στον Πειραιά; στον Aϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;
-Aπ' την Aθήνα.

-Aπ' την Aθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Aνάσταση;
-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης
O χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
-Nα φχαριστάς, καϋμένε...
Kαι τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
-Nα φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Tράβα τώρα!
O γέρων Kερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
-Kάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Eγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.
-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...
Kαι ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος. O γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. Tο συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο. Eφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.»

ΠΗΓΕΣ:
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, Εκδ. Δομός, 1982
Αγαπημένες Ιστορίες για το Πάσχα, εκδόσεις Μίνωας

Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 19 Απριλίου 2014 :http://www.cretalive.gr/culture/view/ta-paramuthia-tou-sabbatou-pascha-rwmeiko-tou-alejandrou-papadiamanth/158722

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Το Τζαμισή του Αραστά… στο Μεγάλο Κάστρο !

(Επιμέλεια : Ελένη Μπετεινάκη)

1900 Behaedin, Διακρίνεται μπροστά η Παναγία του Φόρου

Υπήρχε κάποτε μια αγορά στην πόλη του Ηρακλείου που πουλούσαν μεταξωτά υφάσματα και χίλια δύο ομοειδή εμπορεύματα,  μας περιγράφει ο Νικόλαος Σταυρινίδης. Την έλεγαν Αραστά .Μια ονομασία που δόθηκε στα χρόνια του Τουρκοκρατούμενου Κάστρου γιατί εκεί ήταν ένα μεγάλο τζαμί το Αραστέ ή Αραστά Τζαμισή. Στα χρόνια της Βενετοκρατίας εκεί ακριβώς ήταν η Ορθόδοξη εκκλησία της Παναγίας του Φόρου. Αλλιώς την  έλεγαν και Παναγία της Πλατείας  ή Piazza delle Erbe που σημαίνει πλατεία των δημητριακών δηλαδή κάτι σαν  λαχαναγορά . Άλλη ονομασία ήταν  Madonnina . Στους καταλόγους των εκκλησιών του Χάνδακα αναγράφεται άλλοτε ως λατινική και άλλοτε ως ελληνική εκκλησία από το 1482. Στην οθωμανική περίοδο μετατράπηκε στο τέμενος Ρεϊσούλ Κιουτάμπ Χατζή Χουσεΐν Εφέντη και μεταγενέστερα ονομάστηκε «Αραστάς. Μετά την ενσωμάτωση της Κρήτης στο ελληνικό κράτος, η Παναγία του Φόρου ανασκευάστηκε ριζικά και χρησιμοποιήθηκε ως κλειστή αγορά. Πωλήθηκε αργότερα σαν ανταλλάξιμη περιουσία από την Εθνική Τράπεζα. Μια δεκαριά μαγαζιά θυμούνται οι παλιοί Ηρακλειώτες από την είσοδο του τζαμιού μέσα σε μια μικρή στοά. Στη περιοχή γύρω απ΄ αυτό ήταν στενός ο  δρόμος , χωματένιος με πολλά κάρα να πηγαινοέρχονται από τα ξημερώματα με όχι ιδιαίτερη ευκολία.  Η παράλληλη της στοάς οδός Ίδης επί Τουρκοκρατίας ήταν χώρος ελεύθερος. Αργότερα αναπτύχτηκαν κι άλλα μαγαζιά τριγύρω και απέναντι από το τζαμί βρίσκονταν πολλά κρεοπωλεία, και τα γνωστά γιατράδικα αφού εκεί θα έβρισκε κανείς πολλούς γιατρούς και φαρμακεία. Υπήρχε και μια φιλανθρωπική κρήνη  με δύο βρύσες μπροστά στην είσοδο του τζαμιού που λίγο πριν φτιαχτεί η στοά γκρεμίστηκε. Οριστικά το 1961 όλο το συγκρότημα πλέον, γκρεμίστηκε,  και στη θέση της κτίστηκε το ξενοδοχείο Ελ Γκρέκο. Στις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν κατά την κατεδάφιση, κάτω από το μνημείο αποκαλύφθηκε ναός της Β΄ Βυζαντινής περιόδου.Η στοά του Αραστά ξεκινούσε από την οδό Αργυράκη και έβγαινε στην οδό 1821.

Στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ σε άρθρο του Δημήτρη Σάββα, διαβάζουμε αναμνήσεις δύο παλαιών Ηρακλειωτών από τούτη την αγορά, των Γιάννη Δερμιτζάκη και του Μηνά Βαρδαβά.   Λέει ο Δερμιτζάκης: “Μέσα σ’ ένα από τούτα τα στενοσόκακα του παλιού Κάστρου και ακριβώς στην πρώτη πάροδο δεξιά ως ετραβούσαμε και πιάναμε το τζαμί στο τσαρσί του Αραστά, στέκονταν ένα παλιό μεγάλο κονάκι που εδώ και χρόνια αντηχούσαν στους οντάδες του οι χαρές και τα γέλια. Σ’ αυτό ακούγονταν οι ανατολίτικοι αμανέδες μαζί με τα τσαρσιά και τα ντέφια που βαρούσανε και τα λαούτα κάθε νύχτα ραμαζανιού και κάθε γιορτής του μπαϊράμι”.


Ο Βαρδαβάς  συμπληρώνει: “Οι παλιοί Ηρακλειώτες θυμούνται τον Αραστά στην είσοδο του τζαμιού. Όταν χάλασαν την πρόσοψη του τζαμιού, δημιουργήθηκε μια στοά με καμμιά δεκαριά μαγαζάκια”.
Εκτός από τα μεταξωμάγαζα στον παλιό Αραστά υπήρχαν και πολλοί καφενέδες. Ονομαστοί ήταν ο καφενές ενός Αρμένη του Μιχάλακα, το καφενείο του Παύλου, το καφέ ουζερί του Μπομπού ή Νίκου Σαριδάκη, όπως αναφέρει ο Μανώλης Δερμιτζάκης στο βιβλίο του «Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο» .
Ο Δημήτρης  Σάββας έχοντας μαρτυρίες δύο παλιών Ηρακλειωτών που διατηρούσαν μαγαζιά που είχαν ξεκινήσει οι πατεράδες του συνεχίζει στο άρθρο του :
«… Επίσης η ταβέρνα του Αρίστου, γνωστή για τις νοστιμιές της, τις απλές και ωραίες: ελιές, βρεχτοκούκια, καλό παξιμάδι, όσπρια, κοιλιά κοκκινιστή και ομορφοτηγανισμένη συκωταριά. Πάντα όλα αυτά συνοδευόμενα από καλή ρακή αλλά και εξαιρετικό πεδιαδίτικο συνήθως κρασί! Στη στοά του Αραστά ήταν κι ένα άλλο καφενείο του Αντώνη του Κουμαντάκη όπου εκεί σύχναζαν Τσιγγάνοι οι οποίοι ήταν αρκετοί στην πόλη μας. Λέγεται ότι εκεί σύχναζε και μια τσιγγάνα, Ερασμία στο όνομα, μητέρα του τραγουδιστή Μανόλη Αγγελόπουλου. Επίσης στον Αραστά είχε το ραφείο του κάποιος ονόματι Καρύπης και ότι απέναντι από τη μια είσοδο της στοάς στην οδό 1821 εκεί που σήμερα φτιάχνουν λουκουμάδες ήταν το κατάστημα του καφέμπορου και αντιπροσώπου των τσιγάρων μάρκας Έθνους, του Βατίστα. Ο Αραστάς ήταν ακόμα στέκι καλλίφωνων μερακλήδων Καστρινών γλεντζέδων οι οποίοι διοργάνωναν ατέλειωτες μουσικές βραδιές. Χαρακτηριστική ήταν η βραδιά της Μεγάλης Παρασκευής, όταν κατέρχονταν ο Επιτάφιος του Αγίου Μηνά από την οδό 1821. Μετά την πομπή η στοά του Αραστά είχε την τιμητική της. Γλέντι, κέφι, χορός, τραγούδι! “Θυμάμαι τον Αραστά, εξυπηρετούσε τη φτωχολογιά. Ήταν ένα λαϊκό στέκι για τους φτωχούς ανθρώπους, για τους καραγωγείς, για τους αχθοφόρους, τους εργάτες, τους χαμάληδες, τους τσιγγάνους και τις τσιγγάνες, που είχαν στέκι τους αυτή τη γραφική στοά. Πολλοί πήγαιναν για να βρουν εργασία. Οι τσιγγάνες τέσσερες - τέσσερες, αφού περιφέρονταν στην αγορά για να πουν τη “μοίρα” σε διάφορους, έβρισκαν καταφύγιο εκεί, που με μια δραχμή έπινες το κρασάκι σου με τον αντίστοιχο μεζέ” μου λέει ο κ. Μανόλης Μακράκης ο οποίος συνεχίζει: “Μέσα στη στοά υπήρχαν και καρβουνιάρικα που πουλούσαν κάρβουνο στα νοικοκυριά και στα καταστήματα, υπήρχε έμβολο για μικροεπισκευές παπουτσιών κι εγώ πήγαινα τακτικά αφού ως πιτσιρικάς δούλευα στο κατάστημα τροφίμων Κωστόπουλου - Τσιτόπουλου στο μέσον της κεντρικής αγοράς όπως ανεβαίνουμε. Εκεί πήγαινα σαρδέλες, ή ρέγγες, ή λακέρδα, στην ταβέρνα του Αρίστου. Πάντα το παστό ψάρι ήταν και είναι ο “ρουφιάνος” για τα όσπρια, κάνει καλή παρέα στη γεύση, βοηθάει στο φαγητό! Ολόκληρη ιεροτελεστία γίνονταν στην αγορά όταν άνοιγε ο υπάλληλος το βαρέλι ή το κουτί με τις σαρδέλες. Άλλες εκείνες οι εποχές”. Τέλος μου αναφέρει ότι πολλές φορές θαμώνας του Αραστά ήταν ο Ανδρέας ο Σκουλικάρης*. Κάποιοι τον έφερναν εκεί, τον τάιζαν, τον πότιζαν και ο Ανδρέας με το δικό του μοναδικό τρόπο ξεδίπλωνε το πλούσιο ταλέντο του!
( *ο Ανδρέας Σκουλικάρης, γραφικός τύπος του Μεγάλου Κάστρου, ήταν χαρακτηριστική φιγούρα του Αραστά, μετρίου Αναστήματος, που εξέπληττε τους πάντες με την διαύγεια του και την ευστροφία του. )
Σε νεότερα χρόνια περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα στην περιοχή του Αραστά υπήρχε και πολύ μεγάλη πνευματική κίνηση. Εκεί βρισκόταν το βιβλιοχαρτοπωλείο του Στυλιανού Μ. Αλεξίου παππού του αείμνηστου καθηγητή Πανεπιστημίου  Στυλιανού Αλεξίου . Στην εφημερίδα “Νέα Ελευθερία” στο φύλλο της  5ης Οκτωβρίου 1903 φαίνεται ένα σχετικό δημοσίευμα :
“…Το Βιβλιοχαρτοπωλείον Στυλ. Μ. Αλεξίου κείμενον εν οδώ Αραστά είναι ήδη εφοδιασμένον από πάντα τα διδακτικά βιβλία, τα εφέτος εγκριθέντα, Γυμνασίων, Ελληνικών σχολείων, Παρθεναγωγείων και Δημοτικών σχολείων. Επίσης εις το αυτό κατάστημα ευρίσκονται εν αφθονία άπαντα τα γραφικά είδη και λοιπά χρειώδη των σχολείων. Παρακαλούνται δε οι πελάται του καταστήματος τούτου να διευθύνωσι σαφώς τας επιστολάς και παραγγελίας των…».
Στην περιοχή του Αραστά βρισκόταν και το σπίτι των Αλεξίου. Εκεί βρισκόταν και το λεγόμενο « Στούντιο » το γραφείο του  Λευτέρη Αλεξίου, πόλος έλξης φίλων, γνωστών και λογίων επισκεπτών της Κρήτης κατά το μεσοπόλεμο.
Ο Δημήτρης Σάββας στο άρθρο του συνεχίζει :
“Το “Στούντιο” όπως έλεγε η λογοτεχνική συντροφιά το γραφείο του Λευτέρη Αλεξίου, ήταν μια ευρύχωρη, στενόμακρη κάμαρα όπου οι τοίχοι από πάνω ως κάτω ήταν γεμάτοι από βιβλία. Πολλά σπάνια και δυσεύρετα. Και ανάμεσά τους οι ζωγραφιές του Τάκη Καλμούχου πάλευαν για μια θέση. Δεξιά είχε το πιάνο και πάνω του ακουμπούσαν δυο βιολιά. Υπήρχε ακόμα ένα θαυμάσιο γραμμόφωνο και άλμπουμς με δίσκους, δίσκους, δίσκους. Εννεακόσιοι πενήντα τον αριθμό. Όλοι κλασικής μουσικής”.Την άνοιξη του 1940 έρχεται στο Ηράκλειο ο Αμερικανός συγγραφέας Χένρυ Μίλλερ, σταλμένος από τον Γ. Κατσίμπαλη. Φυσικό ήταν να ενθουσιασθεί από την παρέα του Στούντιο το οποίο χαρακτηρίζει σαν μια κιβωτό πνεύματος. Επίσης λέει “ότι σ’ αυτό το μικρό κελί υπήρχε μια σταυρωτή τομή όλων των πραγμάτων που είχαν αποτελέσει τον πολιτισμό της Ευρώπης”. Ο γιός του Μπομπού ο κ. Λευτέρης Σαριδάκης, άνθρωπος πρόσχαρος και καταδεκτικός με πλούσιες εμπειρίες για το παλιό Ηράκλειο μου διηγείται: “Κάθε απόγευμα πήγαινα το χαμόμηλο από το καφενείο του πατέρα μου στον Λευτέρη Αλεξίου”.

 Ο Ναός του Φόρου  ή Αραστά Τζαμησί  ή  Κλειστή Αγορά , ο Αραστάς, είχε χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο με διάταγμα της 18-3-1947.Επειδή όμως είχε κάπως ερειπωθεί  αποχαρακτηρίστηκε και κατεδαφίστηκε το 1963. Μαζί του χάθηκε άλλο ένα μέρος της ιστορίας μας, άλλο ένα κομμάτι τη πόλης του Χάνδακα, του Μεγάλου Κάστρου,  του Ηράκλειου με τον πιο απίστευτο τρόπο… οριστικά!

ΠΗΓΕΣ: 

ü  Χωρογραφία της Κρήτης, Ζαχαρία Πρακτικίδη, ΤΕΕΚ, 1983
ü  Οι σπουργίτες των πεζοδρομίων, Δημήτριος Σάββας, εκδ. Δοκιμάκης, 2009
ü  Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο, Μανόλης Δερμιτζάκης, εκδ.Δοκιμάκης, 2008
ü  Υπήρχε μια πόλη, Λιάνα Σταρίδα, εκδ. Ιτανος, 2013
ü  Λευτέρης Αλεξίου, ο ποιητής, επιμέλεια Δημήτρης Δασκαλόπουλος, σειρά οι Λησμονημένοι του τόπου, εκδ. Δοκιμάκης, 2011
ü  Άρθρο του Δημ. Σάββα στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
ü  Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου
ü  Άγνωστες γωνιές στο Δήμο Ηρακλείου www.facebook.com/pages
ü Δημοσιεύτηκε στο cretalive. gr στις 14 Απριλίου 2014, :http://www.cretalive.gr/history/view/o-thrulos-tou-arasta-sto-palio-hrakleio/157092

Δ
Δ 

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Τα παραμύθια του Σαββάτου !



Τα «Παραμύθια του Σαββάτου », γράφει, προτείνει, σχολιάζει και παρουσιάζει η Ελένη Μπετεινάκη*

Οι μέρες του Πάσχα, πλησιάζουν. Μέρες γεμάτες μυρωδιές, χρώματα, ανοιξιάτικη αύρα , χίλια δυο έθιμα και όμορφες ιστορίες. Μέρες διακοπών και αρκετού χρόνου για όλα τα παιδιά και για όσους αισθάνονται σαν τα παιδιά ,να διαβάσουν, να διηγηθούν, ή και να γράψουν παραμύθια κι ιστορίες. Τα παραμύθια του Σαββάτου δεν θα μπορούσαν να προτείνουν για αυτές τις μέρες, τίποτα άλλο παρά  ιστορίες για παράξενα αυγά , σοκολατένια, κόκκινα, πολύχρωμα, ταξιδιάρικα, μεταμφιεσμένα, συλλογισμένα, και πάνω απ΄όλα σκανδαλιάρικα. Αυγά λοιπόν , σοκολατένιοι λαγοί, ανταγωνισμοί, αλαζονείες αλλά και τελική κάθαρση ,όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στα παραμύθια για να περνάνε όλοι καλά κι εμείς που τα διαβάζουμε ακόμα καλύτερα…

Το Πάσχα της νόνας χελώνας , Λότη  Πέτροβιτς – Ανδροτσοπούλου, εκδ. Πατάκης
Την ιστορία με το πάθημα του λαγού από την χελώνα, λίγο πολύ την γνωρίζουμε όλοι. Τι συνέβη όμως με την  τρισέγγονη χελώνα και τον τρισέγγονο λαγό εκείνου του παλιού μύθου; Ένας ακόμα ξιπασμένος λαγός που δεν γνωρίζει καν την ιστορία της οικογένειά του θα μπει ξανά στην διαδικασία της … « αλαζονείας » και του εγωκεντρισμού και για μια ακόμα φορά θα μπλεχτεί σε μια περιπέτεια που λόγω Λαμπρής  ίσως και να έχει αίσιο τέλος. Η Νόνα Χελώνα που γνωρίζει τις ικανότητες της στο τρέξιμο αλλά και στα παιχνίδια της εξυπνάδας θα « παγιδεύσει » με τον πιο πασχαλιάτικο τρόπο τον κυρ Λαγό που καυχιέται σε όλους για το πώς θα είναι ο μεγάλος νικητής στο φετινό τσούγκρισμα αυγών και πως κανένας , μα κανένας , δεν θα τα βάλει μαζί του. Όμως ,όπως, σοφά λέει και μια παροιμία « Μεγάλη μπουκιά φάε και πιες , μεγάλο λόγο  μην πεις !». Και ο κυρ λαγός θα την πατήσει για δεύτερη φορά στην ιστορία της μεγάλης οικογένειας των λαγών και πάλι από μια αργοκίνητη χελώνα , στα πόδια, αλλά από τους καλύτερους δρομείς στην εξυπνάδα. Κι όλοι θα ζήσουν καλά και τα ζώα του δάσους ακόμα καλύτερα ,γιατί μέρα του Πάσχα κανείς δεν πρέπει να  είναι στεναχωρημένος !
Εξαιρετική εικονογράφηση από τον Γιώργο Σγουρό και μια ακόμα ιστορία που μαγεύει τα παιδιά από την αγαπημένη κ. Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου. 

To αυγό που μισούσε το κόκκινο χρώμα , Χρυσάνθη Καραϊσκου, εκδ. Διάπλαση

Γίνεται Πάσχα δίχως κόκκινα αυγά ; Κι όμως, να σε τούτη την μοναδική γιορτή που τα περισσότερα αυγά είναι ταγμένα να ζήσουν , υπάρχει ένα και μόνο ένα μικρό αυγό που …μισεί το κόκκινο χρώμα της Πασχαλιάς . Προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει το βάψιμο, πιστεύοντας πως με την δική του χάρη και ομορφιά κανένας δεν θα έπρεπε να το βάφει αλλά να έρχεται μόνο να το θαυμάζει. Και ενώ συνεχίζει την εγωιστική του στάση  «χαλώντας τον κόσμο» γιατί μισεί τόσο πολύ το κόκκινο χρώμα , έρχεται μια στιγμή που η μοίρα του θα αλλάξει για πάντα.  Κλείνει τα μάτια , δεν θέλει να δει τι θα συμβεί , ακόμα κι όταν οι φίλοι του , τα άλλα αυγά το παροτρύνουν να κοιτάξει για λίγο …γύρω του. Μόνο όταν θα νοιώσει την αδιαφορία, την μοναξιά και την εγκατάλειψη θα μετανιώσει για όλα όσα έχει πει και θα προτιμήσει να γίνει κόκκινο όπως όλα τα αυγά αρκεί να το διαλέξουν και αυτό και να μην μείνει μόνο του . Και τότε θα συμβεί κάτι που ποτέ  δεν είχε περάσει  από το  μυαλό του… και τότε όλη του η συμπεριφορά θα γίνει άψογη!

Θ΄αυγό, Γιώργος Λεμπέσης, εκδ. Ψυχογιός

Η Ματούλα είναι η κότα της γιαγιάς Μαρίκας στο χωριό του Ανέστη , την Μηλίτσα.  Κι επειδή έφτασε η Μεγάλη Πέμπτη , η μέρα που βάφονται τα αυγά , γιαγιά και εγγονός κατέβηκαν στο κοτέτσι να τα μαζέψουν. Σειρά είχε το βάψιμο για όλα τα αυγά ή σχεδόν όλα, αφού ένα απ΄ αυτά το αγαπημένο του Ανέστη βάφτηκε κάπως διαφορετικά κι ο μικρός το βάφτισε Θανάση. Του φάνηκε μάλιστα πως του μίλησε  κιόλας κι ένοιωσε παράξενα όπως συνήθως ξέρουν μόνο τα παιδιά.  Μα ναι, τούτο το αυγό δεν ήταν καθόλου σαν τα άλλα. Την νύχτα της Ανάστασης που όλοι τρώνε και πίνουν και τσουγκρίζουν τα αυγά τους εκείνο περίμενε καρτερικά στο καλάθι του με μια σκέψη μόνο στο αυγουλένιο του μυαλουδάκι . « Θα βγώ,» έλεγε  ή « θ άυγό» και μόνο αυτό το απασχολούσε. Και ξεκίνησε  την βόλτα του στην κουζίνα εκεί που λίγο πριν γινόταν ο μεγάλος χαμός. Κι έμοιαζε σαν τσίρκο ο τόπος με τόση ανακατωσούρα παντού. Και πρώτα γνώρισε ένα σοκολατένιο λαγό που τον βοήθησε να γίνει πάλι χαρούμενος με τη συμβολή της μικρής κουβερτούρας. Εκείνος όμως δεν τον βοήθησε στο δικό του το πρόβλημα. Ο Θανάσης έψαχνε μια ζεστή αγκαλιά κι ο λαγός δεν ήταν πρόθυμος να του την χαρίσει. Στην πορεία του για αναζήτηση του σκοπού του,  συνάντησε πρώτα απ όλα τα  κρητικά καλιτσούνια, μετά  ένα κουλουράκι  που το ταλαιπωρούσαν αρκετά. Συνέχισε το δρόμο του μέχρι το εργοστάσιο των τσουρεκιών κι εκεί σαν άλλος ήρωας επανάστασης  με την βοήθεια ενός  τσουρεκάρ, έδιωξε μακριά τα εχθρικά καλιτσούνια και έσωσε το μικρό κουλουράκι. Η ιστορία συνεχίζεται με την παρέα της σοφής και γλυκείας μαγειρίτσας που με τα ωραία της λόγια έκανε το αυγό – Θανάση, να επιστρέψει από κει που ξεκίνησε έχοντας όμως αποκτήσει ένα σωρό εμπειρίες και φίλους . Κι εκεί συνέβησαν όλα όσα ήθελε μιας και είχε πια καταφέρει να αντιμετωπίζει με ευγνωμοσύνη όσα του πρόσφερε η ζωή , οι φίλοι  και η μοίρα για τι όπως λέει και ο Γιώργος Λεμπέσης , ο συγγραφέα ς αυτής της υπέροχης πασχαλιάτικης ιστορίας : «…η μοίρα δε θα ΄ρθει να μας συναντήσει αν δεν έχουμε όμορφα όνειρα να της προτείνουμε !».

Καλή Ανάσταση σε όλους !

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Δημοσιεύτηκε στο cretalice.gr στις 12 Απριλίου 2014 : http://www.cretalive.gr/culture/view/ta-paramuthia-tou-sabbatou23/156509