Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Το Τζαμισή του Αραστά… στο Μεγάλο Κάστρο !

(Επιμέλεια : Ελένη Μπετεινάκη)

1900 Behaedin, Διακρίνεται μπροστά η Παναγία του Φόρου

Υπήρχε κάποτε μια αγορά στην πόλη του Ηρακλείου που πουλούσαν μεταξωτά υφάσματα και χίλια δύο ομοειδή εμπορεύματα,  μας περιγράφει ο Νικόλαος Σταυρινίδης. Την έλεγαν Αραστά .Μια ονομασία που δόθηκε στα χρόνια του Τουρκοκρατούμενου Κάστρου γιατί εκεί ήταν ένα μεγάλο τζαμί το Αραστέ ή Αραστά Τζαμισή. Στα χρόνια της Βενετοκρατίας εκεί ακριβώς ήταν η Ορθόδοξη εκκλησία της Παναγίας του Φόρου. Αλλιώς την  έλεγαν και Παναγία της Πλατείας  ή Piazza delle Erbe που σημαίνει πλατεία των δημητριακών δηλαδή κάτι σαν  λαχαναγορά . Άλλη ονομασία ήταν  Madonnina . Στους καταλόγους των εκκλησιών του Χάνδακα αναγράφεται άλλοτε ως λατινική και άλλοτε ως ελληνική εκκλησία από το 1482. Στην οθωμανική περίοδο μετατράπηκε στο τέμενος Ρεϊσούλ Κιουτάμπ Χατζή Χουσεΐν Εφέντη και μεταγενέστερα ονομάστηκε «Αραστάς. Μετά την ενσωμάτωση της Κρήτης στο ελληνικό κράτος, η Παναγία του Φόρου ανασκευάστηκε ριζικά και χρησιμοποιήθηκε ως κλειστή αγορά. Πωλήθηκε αργότερα σαν ανταλλάξιμη περιουσία από την Εθνική Τράπεζα. Μια δεκαριά μαγαζιά θυμούνται οι παλιοί Ηρακλειώτες από την είσοδο του τζαμιού μέσα σε μια μικρή στοά. Στη περιοχή γύρω απ΄ αυτό ήταν στενός ο  δρόμος , χωματένιος με πολλά κάρα να πηγαινοέρχονται από τα ξημερώματα με όχι ιδιαίτερη ευκολία.  Η παράλληλη της στοάς οδός Ίδης επί Τουρκοκρατίας ήταν χώρος ελεύθερος. Αργότερα αναπτύχτηκαν κι άλλα μαγαζιά τριγύρω και απέναντι από το τζαμί βρίσκονταν πολλά κρεοπωλεία, και τα γνωστά γιατράδικα αφού εκεί θα έβρισκε κανείς πολλούς γιατρούς και φαρμακεία. Υπήρχε και μια φιλανθρωπική κρήνη  με δύο βρύσες μπροστά στην είσοδο του τζαμιού που λίγο πριν φτιαχτεί η στοά γκρεμίστηκε. Οριστικά το 1961 όλο το συγκρότημα πλέον, γκρεμίστηκε,  και στη θέση της κτίστηκε το ξενοδοχείο Ελ Γκρέκο. Στις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν κατά την κατεδάφιση, κάτω από το μνημείο αποκαλύφθηκε ναός της Β΄ Βυζαντινής περιόδου.Η στοά του Αραστά ξεκινούσε από την οδό Αργυράκη και έβγαινε στην οδό 1821.

Στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ σε άρθρο του Δημήτρη Σάββα, διαβάζουμε αναμνήσεις δύο παλαιών Ηρακλειωτών από τούτη την αγορά, των Γιάννη Δερμιτζάκη και του Μηνά Βαρδαβά.   Λέει ο Δερμιτζάκης: “Μέσα σ’ ένα από τούτα τα στενοσόκακα του παλιού Κάστρου και ακριβώς στην πρώτη πάροδο δεξιά ως ετραβούσαμε και πιάναμε το τζαμί στο τσαρσί του Αραστά, στέκονταν ένα παλιό μεγάλο κονάκι που εδώ και χρόνια αντηχούσαν στους οντάδες του οι χαρές και τα γέλια. Σ’ αυτό ακούγονταν οι ανατολίτικοι αμανέδες μαζί με τα τσαρσιά και τα ντέφια που βαρούσανε και τα λαούτα κάθε νύχτα ραμαζανιού και κάθε γιορτής του μπαϊράμι”.


Ο Βαρδαβάς  συμπληρώνει: “Οι παλιοί Ηρακλειώτες θυμούνται τον Αραστά στην είσοδο του τζαμιού. Όταν χάλασαν την πρόσοψη του τζαμιού, δημιουργήθηκε μια στοά με καμμιά δεκαριά μαγαζάκια”.
Εκτός από τα μεταξωμάγαζα στον παλιό Αραστά υπήρχαν και πολλοί καφενέδες. Ονομαστοί ήταν ο καφενές ενός Αρμένη του Μιχάλακα, το καφενείο του Παύλου, το καφέ ουζερί του Μπομπού ή Νίκου Σαριδάκη, όπως αναφέρει ο Μανώλης Δερμιτζάκης στο βιβλίο του «Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο» .
Ο Δημήτρης  Σάββας έχοντας μαρτυρίες δύο παλιών Ηρακλειωτών που διατηρούσαν μαγαζιά που είχαν ξεκινήσει οι πατεράδες του συνεχίζει στο άρθρο του :
«… Επίσης η ταβέρνα του Αρίστου, γνωστή για τις νοστιμιές της, τις απλές και ωραίες: ελιές, βρεχτοκούκια, καλό παξιμάδι, όσπρια, κοιλιά κοκκινιστή και ομορφοτηγανισμένη συκωταριά. Πάντα όλα αυτά συνοδευόμενα από καλή ρακή αλλά και εξαιρετικό πεδιαδίτικο συνήθως κρασί! Στη στοά του Αραστά ήταν κι ένα άλλο καφενείο του Αντώνη του Κουμαντάκη όπου εκεί σύχναζαν Τσιγγάνοι οι οποίοι ήταν αρκετοί στην πόλη μας. Λέγεται ότι εκεί σύχναζε και μια τσιγγάνα, Ερασμία στο όνομα, μητέρα του τραγουδιστή Μανόλη Αγγελόπουλου. Επίσης στον Αραστά είχε το ραφείο του κάποιος ονόματι Καρύπης και ότι απέναντι από τη μια είσοδο της στοάς στην οδό 1821 εκεί που σήμερα φτιάχνουν λουκουμάδες ήταν το κατάστημα του καφέμπορου και αντιπροσώπου των τσιγάρων μάρκας Έθνους, του Βατίστα. Ο Αραστάς ήταν ακόμα στέκι καλλίφωνων μερακλήδων Καστρινών γλεντζέδων οι οποίοι διοργάνωναν ατέλειωτες μουσικές βραδιές. Χαρακτηριστική ήταν η βραδιά της Μεγάλης Παρασκευής, όταν κατέρχονταν ο Επιτάφιος του Αγίου Μηνά από την οδό 1821. Μετά την πομπή η στοά του Αραστά είχε την τιμητική της. Γλέντι, κέφι, χορός, τραγούδι! “Θυμάμαι τον Αραστά, εξυπηρετούσε τη φτωχολογιά. Ήταν ένα λαϊκό στέκι για τους φτωχούς ανθρώπους, για τους καραγωγείς, για τους αχθοφόρους, τους εργάτες, τους χαμάληδες, τους τσιγγάνους και τις τσιγγάνες, που είχαν στέκι τους αυτή τη γραφική στοά. Πολλοί πήγαιναν για να βρουν εργασία. Οι τσιγγάνες τέσσερες - τέσσερες, αφού περιφέρονταν στην αγορά για να πουν τη “μοίρα” σε διάφορους, έβρισκαν καταφύγιο εκεί, που με μια δραχμή έπινες το κρασάκι σου με τον αντίστοιχο μεζέ” μου λέει ο κ. Μανόλης Μακράκης ο οποίος συνεχίζει: “Μέσα στη στοά υπήρχαν και καρβουνιάρικα που πουλούσαν κάρβουνο στα νοικοκυριά και στα καταστήματα, υπήρχε έμβολο για μικροεπισκευές παπουτσιών κι εγώ πήγαινα τακτικά αφού ως πιτσιρικάς δούλευα στο κατάστημα τροφίμων Κωστόπουλου - Τσιτόπουλου στο μέσον της κεντρικής αγοράς όπως ανεβαίνουμε. Εκεί πήγαινα σαρδέλες, ή ρέγγες, ή λακέρδα, στην ταβέρνα του Αρίστου. Πάντα το παστό ψάρι ήταν και είναι ο “ρουφιάνος” για τα όσπρια, κάνει καλή παρέα στη γεύση, βοηθάει στο φαγητό! Ολόκληρη ιεροτελεστία γίνονταν στην αγορά όταν άνοιγε ο υπάλληλος το βαρέλι ή το κουτί με τις σαρδέλες. Άλλες εκείνες οι εποχές”. Τέλος μου αναφέρει ότι πολλές φορές θαμώνας του Αραστά ήταν ο Ανδρέας ο Σκουλικάρης*. Κάποιοι τον έφερναν εκεί, τον τάιζαν, τον πότιζαν και ο Ανδρέας με το δικό του μοναδικό τρόπο ξεδίπλωνε το πλούσιο ταλέντο του!
( *ο Ανδρέας Σκουλικάρης, γραφικός τύπος του Μεγάλου Κάστρου, ήταν χαρακτηριστική φιγούρα του Αραστά, μετρίου Αναστήματος, που εξέπληττε τους πάντες με την διαύγεια του και την ευστροφία του. )
Σε νεότερα χρόνια περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα στην περιοχή του Αραστά υπήρχε και πολύ μεγάλη πνευματική κίνηση. Εκεί βρισκόταν το βιβλιοχαρτοπωλείο του Στυλιανού Μ. Αλεξίου παππού του αείμνηστου καθηγητή Πανεπιστημίου  Στυλιανού Αλεξίου . Στην εφημερίδα “Νέα Ελευθερία” στο φύλλο της  5ης Οκτωβρίου 1903 φαίνεται ένα σχετικό δημοσίευμα :
“…Το Βιβλιοχαρτοπωλείον Στυλ. Μ. Αλεξίου κείμενον εν οδώ Αραστά είναι ήδη εφοδιασμένον από πάντα τα διδακτικά βιβλία, τα εφέτος εγκριθέντα, Γυμνασίων, Ελληνικών σχολείων, Παρθεναγωγείων και Δημοτικών σχολείων. Επίσης εις το αυτό κατάστημα ευρίσκονται εν αφθονία άπαντα τα γραφικά είδη και λοιπά χρειώδη των σχολείων. Παρακαλούνται δε οι πελάται του καταστήματος τούτου να διευθύνωσι σαφώς τας επιστολάς και παραγγελίας των…».
Στην περιοχή του Αραστά βρισκόταν και το σπίτι των Αλεξίου. Εκεί βρισκόταν και το λεγόμενο « Στούντιο » το γραφείο του  Λευτέρη Αλεξίου, πόλος έλξης φίλων, γνωστών και λογίων επισκεπτών της Κρήτης κατά το μεσοπόλεμο.
Ο Δημήτρης Σάββας στο άρθρο του συνεχίζει :
“Το “Στούντιο” όπως έλεγε η λογοτεχνική συντροφιά το γραφείο του Λευτέρη Αλεξίου, ήταν μια ευρύχωρη, στενόμακρη κάμαρα όπου οι τοίχοι από πάνω ως κάτω ήταν γεμάτοι από βιβλία. Πολλά σπάνια και δυσεύρετα. Και ανάμεσά τους οι ζωγραφιές του Τάκη Καλμούχου πάλευαν για μια θέση. Δεξιά είχε το πιάνο και πάνω του ακουμπούσαν δυο βιολιά. Υπήρχε ακόμα ένα θαυμάσιο γραμμόφωνο και άλμπουμς με δίσκους, δίσκους, δίσκους. Εννεακόσιοι πενήντα τον αριθμό. Όλοι κλασικής μουσικής”.Την άνοιξη του 1940 έρχεται στο Ηράκλειο ο Αμερικανός συγγραφέας Χένρυ Μίλλερ, σταλμένος από τον Γ. Κατσίμπαλη. Φυσικό ήταν να ενθουσιασθεί από την παρέα του Στούντιο το οποίο χαρακτηρίζει σαν μια κιβωτό πνεύματος. Επίσης λέει “ότι σ’ αυτό το μικρό κελί υπήρχε μια σταυρωτή τομή όλων των πραγμάτων που είχαν αποτελέσει τον πολιτισμό της Ευρώπης”. Ο γιός του Μπομπού ο κ. Λευτέρης Σαριδάκης, άνθρωπος πρόσχαρος και καταδεκτικός με πλούσιες εμπειρίες για το παλιό Ηράκλειο μου διηγείται: “Κάθε απόγευμα πήγαινα το χαμόμηλο από το καφενείο του πατέρα μου στον Λευτέρη Αλεξίου”.

 Ο Ναός του Φόρου  ή Αραστά Τζαμησί  ή  Κλειστή Αγορά , ο Αραστάς, είχε χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο με διάταγμα της 18-3-1947.Επειδή όμως είχε κάπως ερειπωθεί  αποχαρακτηρίστηκε και κατεδαφίστηκε το 1963. Μαζί του χάθηκε άλλο ένα μέρος της ιστορίας μας, άλλο ένα κομμάτι τη πόλης του Χάνδακα, του Μεγάλου Κάστρου,  του Ηράκλειου με τον πιο απίστευτο τρόπο… οριστικά!

ΠΗΓΕΣ: 

ü  Χωρογραφία της Κρήτης, Ζαχαρία Πρακτικίδη, ΤΕΕΚ, 1983
ü  Οι σπουργίτες των πεζοδρομίων, Δημήτριος Σάββας, εκδ. Δοκιμάκης, 2009
ü  Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο, Μανόλης Δερμιτζάκης, εκδ.Δοκιμάκης, 2008
ü  Υπήρχε μια πόλη, Λιάνα Σταρίδα, εκδ. Ιτανος, 2013
ü  Λευτέρης Αλεξίου, ο ποιητής, επιμέλεια Δημήτρης Δασκαλόπουλος, σειρά οι Λησμονημένοι του τόπου, εκδ. Δοκιμάκης, 2011
ü  Άρθρο του Δημ. Σάββα στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
ü  Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου
ü  Άγνωστες γωνιές στο Δήμο Ηρακλείου www.facebook.com/pages
ü Δημοσιεύτηκε στο cretalive. gr στις 14 Απριλίου 2014, :http://www.cretalive.gr/history/view/o-thrulos-tou-arasta-sto-palio-hrakleio/157092

Δ
Δ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου