Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ
Ο μπαρμπέρης ποιητής
Μια παρουσίαση από τον Μανόλη Καρέλλη

Από τη σειρά : « Οι λησμονημένοι του τόπου » αρ. 1
                                                               Εκδόσεις Δοκιμάκης
Αποσπάσματα από το βιβλίο του ….

Ο ποιητής….

….Χρόνια στο μπαρμπέρικο
μ΄  αχαμνό το χέρι
να κρεμνά βερέμικο,
τάχα ποιος να ξέρει,
σήμερο αν τη βγάλουμε
πάλι παστρική
και δεν απομείνουμε,
μάνα, νηστικοί....


                                                              Ο χρονογράφος ....

Ήτανε απομεσήμερο του Ιούλη του 1908.Θυμάμαι πως ένας αφρικανός καφτερός λάβας ξεροτσουρούφλιζε την πολιτεία του Μεγάλου Κάστρου , κλεισμένη στ΄αψηλά  Βενετσάνικα μπεντένια της.
Δούλευα τότε, παιδί αμούστακο ακόμα, κάλφας στο μπαρμπέρικο του Γούλη του Αντωνακάκη, στο μεγάλο δρόμο που πάει στις Τρεις Καμάρες, καθώς ανηφορίζουμε από το « Μεϊντάνι». Καθισμένος πίσω από τα κατεβασμένα τζαμωτά του μπαρμπεριού χάζευα μαζί με το μικρό παραγιό του μαγαζιού και μια και δεν είχαμε δουλειά εκείνη την ώρα, έβλεπα τους περαστικούς που τρέχανε να προφυλαχτούν από τα σύννεφα της σκόνης που ξεσήκωνε ο δαιμονισμένος λίβας.
Ακόμα θυμάμαι, ως καθώς την ώρα κείνη, έναν άγνωστο από τους περαστικούς , καλοντυμένο νεαρό , που ήλθε και άνοιξε με βιασύνη την πόρτα του μπαρμπεριού. Μου ζήτησε, με τρόπο ευγενικό , να τον ξουρίσω. Εγώ είχα κιόλας βρεθεί στο πόδι και καλοδέχτηκα τον ξαφνικό πελάτη. Σύγκαιρα τραβώντας την πολυθρόνα μπροστά στον μεγάλο καθρέπτη τον κάλεσα να καθίσει. Καθώς σαπούνιζα τα γένια, εκείνος είχε κιόλας ξεχαστεί μέσα στα γραφούμενα μιας εφημερίδας που είχε απλώσει μπροστά του. Απορροφημένος από το διάβασμα , ήταν τώρα στη διάθεση της μπαρμπερικής μου τέχνης.
Μα κι ο μικρός παραγιός, που χαζεύαμε λίγο πριν μαζί τους περαστικούς, είχε πιάσει δουλειά. Όπως έκανε πάντα για τους πελάτες στις καφτερές μέρες του καλοκαιριού, κρατούσε τώρα στο χέρι του το μεγάλο φτερωτό ριπίδι και καθώς είχε πάρει θέση δίπλα στην πολυθρόνα,  το ανεβοκατέβαζε με τέμπο , κάνοντας αέρα στο νεαρό πελάτη. Έτσι κάναμε τότε στα μπαρμπεριά , μια και δεν υπήρχαν ακόμη οι σημερινοί ανεμιστήρες , που μας δροσολογούν καθώς τους στριφογυρίζει ο ηλεχτρισμός.
Υπάκουος ο μικρός στο χρέος ετούτο, ούτε στιγμή δεν άφηνε  τα χέρια του να ξεκουραστούν από το ανεβοκατέβασμα. Και εδώ που τα λέμε, σαν η καλοκαιρινή ζέστη πλήθαινε, ο κάθε πελάτης που ζητούσε « ξαέρισμα », μπορεί να ΄χε δίκιο. Μα ήταν και μερικοί μίζεροι μουστερήδες, που το΄χανε καμάρι τους να δέχουνται τούτην την τσιριμόνια από τον μαύρο παραγιό κι όταν ακόμα οι άλλοι νοιώθαμε κρύο. Τι να κάνουμε όμως; Οι πελάτες ήταν ακριβοί! Έπρεπε να τσακιζόμαστε για χάρη τους, έτσι που να φύγουν ευχαριστημένοι και να μας ξανάρθουν με το καλό.
Καθώς είχα τελειώσει τη σαπουνάδα και μαλακώσει τα γένια του άγνωστου πελάτη, ήμουν έτοιμος να αρχίσω το ξούρισμα. Μα ως έπιανα το ξουράφι, εκείνος, κάνοντας να γυρίσει εφημερίδα από την άλλη της σελίδα, πήρε το μάτι του το μικρό παιδί που ανεβοκατέβαζε το ριπίδι. Θυμάμαι, τότε, πως σταμάτησε το διάβασμα. Γύρισε και με κοίταξε παραξενεμένος και με ένα ύφος που φανέρωνε κάποια δυσαρέσκεια.
-          Τι είναι αυτό; Είπε δείχνοντας το μικρό παραγιό.
Εγώ του εξήγησα πως έτσι ήτανε ο κανονισμός του μαγαζιού, η προσταγή του αφεντικού και η απαίτησις  της πελατείας. « Εμείς στο χρέος αυτό, έπρεπε να είμαστε υπάκουοι  ».
- Εγώ όμως, έκανε τώρα εκείνος γελώντας ένα πλατύ σαρκαστικό γέλιο, σας απαλλάσσω από το χρέος αυτό. Εμένα, είπε δε μ΄ αρέσει.. είναι πολύ σουλτανικό.
Έβαλε το παιδί ν αφήσει με κάποιο δισταγμό το ριπίδι στον  μπάγκο, αφού πρώτα του υποσχέθηκε πως θα ΄κανε καλά αυτός με το αφεντικό  αν τύχαινε να ΄ρχότανε στο μεταξύ. Καθώς τον ξούριζα, συλλογιζόμουν « ποιος τάχα να ΄τανε αυτός ο γλυκομίλητος και βολικός πελάτης ».
Τα λόγια του είχανε γεμίσει την ψυχή μου συμπάθεια για λογαριασμό του. Τέλος του ξούρισα κι έφυγε.
- Να κι ένας καλός άνθρωπος, είπα καθώς έκλεισε την πόρτα και τράβηξε κατά την κατηφοριά.
Σε δύο –τρεις μέρες ξανάρθε. Τον ξούρισα πάλι κι έφυγε χωρίς κουβέντες. Τη φορά αυτή ήταν και κάποιος άλλος πελάτης στο μαγαζί. Σαν μείναμε μόνοι, του ανιστόρησα τι είχε συμβεί στο πρώτο ξούρισμα και τότε μόνο έμαθα απ΄αυτόν πως ήταν βέρος Κρητικός, εκείνος που μου είχε κάνει τόση εντύπωση και που τον έπαιρνα για ξένο. Έμαθα πως ξέτρεξε τα γράμματα και τη σπουδή στην Αθήνα και πως ήταν γιος ενός από τους καλοστεκούμενους μαγαζάτορες της Πλατιάς Στράτας. Ακόμα μου είπε για τον πατέρα του που ήταν εκείνος που όλοι οι Χριστιανοί και Τούρκοι τον ξέρανε τον σεβότανε για τη δύναμη που είχε στην καρδιά και στα χέρια.
Από τότε που για στερνή φορά τον ξούρισα , δεν τον ξανάδα. Οι καιροί και οι χρόνοι περνούσανε. Αρά και που άκουγα μόνο για τις προκοπές του στη σπουδή  και τη γνώση. Και τότε ΄ρχότανε στη θύμησή μου το φέρσιμό του στο μπαρμπεριό του Γούλη το καφτερό εκείνο απομεσήμερο του Ιούλη του 1908. « Χαλάλι σου », έλεγα μέσα μου, « ήξερες να ζήσεις τη ζωή και να κερδίσεις την αθανασία »…
Κι όταν κάποια μέρα το κακό μαντάτο του θανάτου του σκόρπισε γοργόφτερο στην οικουμένη κι έφτασε κι εδώ στη μάνα του τη γη, την Κρητική, που τον γέννησε, τα άκουσα κι εγώ, κλεισμένος πάντα στη ρηχή ζωή του μπαρμπεριού . Μα καθώς  το άκουσα, θυμήθηκα πάλι εκείνο το ευγενικό, αμούστακο σχεδόν παλληκάρι που ξούρισα ένα μεσημέρι, καφτερό, τώρα και πολλά χρόνια πίσω, που έδειχνε από τότε πως δεν θα ξετέλευε άλλος από το μεγάλο Καζαντζάκη. Εκείνον, που ήταν πλασμένος πιο πολύ άνθρωπος παρά σουλτάνος.

                                       Η Πλατιά Στράτα στις αρχές του 20ου αιώνα
                                                                     

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Οι Κρήτες στον Αγώνα, Ο λοχίας Μπετεινάκης στο Μπιζάνι, Φεβρουάριος 1913.





Ο Λοχίας Μπετεινάκης στο Μπιζάνι

( από το βιβλίο του Γ. Μαράντη, οι Κρήτες στον Αγώνα, εκδ. Ηλία Διαλυνά , Ηράκλειον 1915)

            Ένα πρωί παρετηρήθη κάποια εξαιρετική κίνησις στας προφυλακάς των Κρητικών Λόχων.Και μαζί κάποια διάδοσις σαν αστραπή μετεδίδετο πως το πυροβολικό και οι γραμμές είχαν διαταχθη να παύσουν το πυρ, και πραγματικώς σε λίγο δεν ακούετο κανένας πυροβολισμός ούτε καμμιά τουφεκιά. Η σάλπιγγες αντήχησαν από την μίαν άκρη ως την άλλη της γραμμής τη διαταγή να παύση το πυρ. Οι Τούρκοι όμως εξηκολούθουν να βάλλουν.
            Κάμποσοι ανώτεροι αξιωματικοί εσχημάτισαν ένα κύκλο και παρέδιδαν ένα έγγραφο τυλιγμένο σε μια εφημερίδα και δεμένο με μαύρη κλωστή , σε κάποιο λοχία με τη διαταγή αφού πάρει ένα σαλπιγκτή, δύο στρατιώτες και μια λευκή σημαία να το πάη στο Μπιζάνι, να το παραδώση στον πρώτο αξιωματικό της εκεί φρουράς και να γυρίση.
            Ο λοχίας εις τον οποίον έπεσεν ο κλήρος να πατήση πρώτος τα χώματα του Μπιζανίου του μέρους εκείνου που τόσαι δεκάδες χιλιάδων Ελληνικών ψυχών με τόση λαχτάρα επερίμεναν τόσον καιρόν τωρα να κάμουν το ίδιο, ηταν ο Αντώνιος Μπετεινάκης από το ηρωϊκό χωριό της Κρήτης – Αρχάνες. Ενας τύπος λεβέντη σταρτιωτικού που τον διέκρινε μια απεριόριστη πειθαρχία και φιλοπατρία.
-Γεια σου Αντώνη που θα πάρης μοναχός σου το Μπιζάνι, του φώναξαν οι φίλοι του.
Γεμάτος από χαρά και υπερηφάνεια επήρε το έγγραφον και εφώναξε δύο στρατιώτες και έναν σαλπιγκτή ύψωσε ένα λευκό μανδήλι και επερίμενε.Ειχε διαταχθή να μη ξεκινήση αν δεν σιωήση τα πυρά του και ο εχθρός. Οι Τούρκοι όμως αν και έβλεπαν τη λευκή σημαία εξηκολούθουν να βάλουν. Αφού επερίμενε λίγη ώραν γεμάτος από ανυπομονησία ξεκινά υπό βροχήν σφαιρών αφίνοντας πίσω τους άλλους .Σε λίγο ακούσθησαν σφυρίγματα ,φωνές ,σάλπιγγες και προς το μέρος των Τουρκικών προφυλακών και τα πυρά αποτόμως έπαυσαν.Ετρεξαν τότε και οι άλλοι και μαζί επροχωρούσαν τώρα με τη λευκή σημάια και με τα σαλπίσματα του σαλπιγκτού μας.
            Ενας σκοπός κρυμμένος πίσω από ένα πρόχωμα τους διατάσσει να καταθέσουν τα όπλα και ένας « τσαούχης » ερωτά το λοχία Ελληνιστί με Αλβανική προφορά : τι θέλει.  Ο Λοχίας του είπε τας διαταγάς που είχε.
            Εκείνη τη στιγμή επετάχθησαν έξω από τα πρόχωματά των οι Τούρκοι στρατιώται, φάσματα ανθρώπων κατεσκληκώτων από την πέινα και τες κακουχίες καταβεβλημένοι, και εξήντλημένοι σε απίστευτο βαθμό.
            Εσηκώθησαν όλοι επάνω και με εκφραστικόταες χειρονομίες έδειχναν τη χαρ΄τους προς τους στρατιώτας μας τους οποίους έβλεπαν σαν αγγέλους που τους έφερναν το τέλος της αφορήτου αυτής καταστέσεως – γιατί ενόμιζαν ότι θα τους ανήγγελον την υπογραφήν της ειρήνης.
-          Καλά χαμπάρια ε! εφώναζαν μερικοί που ήξεραν λίγα Ελληνικά.
Ο « τσαούχης » ετυφλωσε τον λοχίαν – είναι διατύπωσις διεθνής για τυς κήρυκας – μ΄ ένα μανδήλι ακάθαρτο και με ελιγμούς τον ωδήγησε σε κάποια σκηνή αξιωματικών της οποίας η θύρα εκλίσθη αμέσως .- Εκεί του έλυσαν τα μάτια και τον ηρώτησαν για το σκοπό της αφίξεώς του.
-          Εχω διαταγήν να παραδώσω το ΄γγραφον αυτό εις ένα των αξιωματι΄κων της φρουράς του Μπιζανίου και να επιστρέψω.
-          Μήπως θέλετε να μεταβήτε ο ίδιος στα Γιάννενα και να το παραδώσετε στον Εσσάτ πασσά; Τον ηρώτησε ΄νας ωραίος αξιωματικός με πολλήν ευγένειαν.
-          Α ! όχι! Δεν έχω τοιαύτην διαταγήν, - αρκέι να μου υπογράψητε μιαν απόδειξιν παραλαβής του εγγράφου και η αποστολή μου ετελείωσε.
Εν τω μεταξύ η σκηνή είχε γεμίσει από αξιωματικούς και μαζί των μπήκε και κάποιος με πολιτικά – εφαινότανε σαν ανταποκριτής εφημερίδος.
Ο λοχίας αφού εκάθισε κάτω σε ένα κρεβββάτι ευρήκε την ευκαιρία να ψαξη μια σιτοδόχη που ήταν πίσω του. Ηταν αδεινή και μοναχά ένα ξεροκόμματο « μπομπότας» ευρήκε: « Πεινούν κ ΄οι αξιωματικοί » εσκέφθη.
-Παρακαλώ περιμένετε λίγ να τηλεφωνήσωμε στον Εσσατ Πασσά , είπε προς τον λοχίαν ο ίδιος αξιωματικός που περέλαβε το έγγραφο και μετέβη εις το τηλέφωνον.
- Πολύ ευχαρίστως είπεν ο λοχίας , ο οποίος εκάθητο τώρα πάνω στο κρεββάτι περικυκλωμένος από τους Τούρκους αξιωματικούς οι οποίοι εφρόντισαν να του προσφέρουν καφέ και να αρχίσουν τη συνομιλίαν.
-Πως τα περνάτε με το κρύο; Τον ηρώτησαν.
-Ναι αλήθεια στην Ηπειρο κάνει πολύ κρύο.
-Από πού είστε;
-Από την Κρήτη- Είμεθα πολλοι Κρητικοί εδώ πέρα.
            Εδώ μπροστά όλο το μέρος αυτό της γραμμής είναι Κρητικοί.
-Σας ξέρουμε εσάς τους Κρητικούς πως είσθε παληκάρια.μα πότε κάμετε και στρατό στην Κρήτη;
Ο με τα πολιτικά τότε – ανταποκριτής – είπε:
-          Α! μα στην Κρήτη από τα 1907 πιάνουν στρατό.
-          Είναι πολύς ο Ελληνικός στρατός εδώ;
-Περισσότερος από 100 χιλιάδες είναι τώρα, μακάθε μέρα φτάνει κι άλλος
γιατί ξέρετε ότι στη  Μακεδονία ο στρατός μας ετελείωσε τας επιχειρήσεις του και τωρα μεταφέρεται εδώ.
-          Είναι αλήθεια πως σας βοθλιάξαμε τον « Αβέρωφ»;
-Ποιο « Αβέρωφ»; Δεν ρωτατε τα χάλια του « Βαρβαρόσσα » σας; Ο « Αβέρωφ » ζη καιβασιλεύει.Δεν τόξερα πως θα ρχομουνα να σας κρατώ μια εφημερίδα που περιγραφει ένας Αγγλος ανταποκριτής την τελευταία ναυμαχία και κει γράφει πως ο « Αβέρωφ » εφύτεψε του Βαρβαρόσα παρά μία τεσσαράκοντα και όταν έμαπινε στα Δαρδανέλια έβγανε, λέει, τεράστιους μαύρους καπνούς δηλ. υποθέτουν ότι εγίνηκε κόσκινο.
-Για ραμπή, για ραμπή – στη πίστη σου αλήθεια το λές τουτονά;
-Ναι στη πίστη μου δεν σου παραλάσω λέξη απ΄ότι εδιάβασα στην εφημερίδα. Μα δεν μου λέτε στο Θεό σας τι κάθεσθε και δεν παραδίδεστε; Εχετε δηλαδή ελπίδα πως θα μας πάτε πίσω;
-Που το ξερεις;
-Που το ξέρω; Όσο που θάναι ένας στρατιώτης μας δεν θα το κουνήση αν δεν πάρωμε το Μπιζάνι. Επειτα δα  ξέρετε πως ακόμα δεν έγινε και καμμιά σπουδαία επιχείρησις για το Μπιζάνι για να μας γνωρίσετε καλύτερα.
- Εχετε πολλάς απωλείας;
-Ελαχίστας , άλλωστε τε έχουμε τόσο καλά προχώματα!
Εν τω μεταξύ ο αξιωματικός που παρέλαβε το έγγραφον έκανε μακράν τηλεφωνικήν συννενόησιν με τα Γιάννενα .
            Οι λοιποί αξιωματικοί εις το πρόσωπον των οποίων ήτο ζωγραφισμένος ο κάματος τον οποίον έκρυπτον βέβαια κάτω από μίαν επίπλαστον στρατιωτικήν αξιοπρέπειαν εξηκολούθησαν συνομιλούντες μετά του λοχίου, μανθάνοντες παρ΄ αυτού τώρα μόνον ( αρχάς Φεβρουαρίου ) την κατάληψιν Θεσσαλονίκης , του Μοναστηρίου υπό των Σέρβων, της Πρεβέζης γιατί ο Εσσάτ φαίνεται ότι τους εκράτει εκεί εις το Μπιζάνι ξένους πάσης ειδήσεως και μάλιστα ειδήσεως η οποία θα ημπορούσε να κλονίση το ηθικόν εκείνων που εν πάση περιπτώσει ώφειλον να θυσιασθούν αμυνόμενοι.
            Σε λίγο παρεδόθη εις τον λοχίαν απόδειξις παραλαβής του εγγράφου και αφού απεχαιρέτησεν ετυφλώθη πάλιν από τον ίδιον « τσαούχην » και ωδηγήθει δι ελιγμών εκεί όπου τον περιέμενον ο σαλπιγκτής και οι δύο στρατιώται.
            Ολος ο στρατός μας κατείχετο υπό προφανούς ανυπομονησίας – υπέθετον όλοι – και η υπόθεσις των ως εμάθομεν εκ των υστέρων ήτο αληθής – ότι το έγγραφον εκείνο του Στρατηγείου θα υπεδείκνυε στον Εσσάτ το ανωφελές της επί πλέον αντιστάσεως και θα τον εκάλει να παραδοθή.
            Ο λοχίας έφθασε τώρα επιστρέφων εις τας προφυλακάς του Λόχου του.Εκεί τον επερίμενεν ο φαλαγγάρχης του δεξιού ο γενναίος Ιωάννου ο οποίος παρέλαβε την απόδειξιν και όταν ήκουσε την διήγησιν του λοχίου του έσφιξε θερμά το χέρι.
- Μπράβο, παιδί μου, σε συγχαίρω.
50 χιλιάδες ψυχές επερίμεναν ανυπόμονα την  απάντησιν η οποία ή θα έθετε τέρμα στην ξεθεωτικήν αυτήν πολιορκίαν και θα μας έδινε τα Γιάννενα άνευ επιθέσεως , ή θα έπειθε το Στρατηγείον να διατάξη επίθεσιν.
            Σε κάμποση ώρα επληροφορούμεθα ότι η απάντησις είχε πάει στην Κανέτα.
Τι να έλεγεν άρα γε;
Την απορίαν αυτήν έλυσε πολύ σύντομα μια ομοβροντία της βαρείας μοίρας μας η οποία κατά την έκφρασιν των αστειολογούντων « υπέγραφε την ειρήνην ».
            Το πυρ εγενικεύθη πάλι εις τας γραμμάς και την πρώτην ησυχίαν διεδέχετο πάλιν η τρικυμία της πολιορκίας.


Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Κείμενα Φιλίας και Μνήμης, Στυλιανός Αλεξίου, εκδ. Δοκιμάκης

Οι εκδόσεις " Δοκιμάκης " παρουσιάζουν το νέο βιβλίο
του κ. Στυλιανού Αλεξίου
" Κείμενα Φιλίας και Μνήμης "
και σας προσκαλούν την Παρασκεύη 18 Φεβρουαρίου 2011 και ώρα 19.30
στο Επιμελητήριο Ηρακλείου - Ε.Β.Ε.Η ( αίθουσα Καστελάκη)

Για το βιβλίο και τον συγγραφέα θα μιλήσουν :

Ο Βασίλης Βερτουδάκης - διδάκτωρ κλασικής φιλολογίας
Η Κική Τζωρτζακάκη - οικογενειακή σύμβουλος

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Πως να κρυφτείς; Αμάντα Μιχαλοπούλου




"Κάπου είχα διαβάσει, στις ατέλειωτες ώρες της αεργίας μου, ένα άρθρο για τα αποδημητικά πουλιά. Όσα τύχει να χάσουν το σμήνος τους και να καταλήξουν αλλού, παραπλανημένα από τις συνθήκες, ονομάζονται "τυχαίοι επισκέπτες". (...) Θυμάμαι ακόμα το συμπέρασμα εκείνης της έρευνας: παρά τη δραματική ιστορία των ταξιδιών και της μετανάστευσης, ακολουθούμε στις μετακινήσεις μας ένα απλό σχέδιο. Το δικό μου σχέδιο δεν ήταν απλό. Ή έτσι τουλάχιστον πίστευα." Ο Στέφανος, τριανταπεντάρης δάσκαλος ελληνικών, έχει μετατεθεί στο Βερολίνο με σκοπό να λύσει το αίνιγμα των παιδικών του χρόνων: την απαγωγή του από ένα ζευγάρι Γερμανών. Γιατί οι απαγωγείς του τον απομάκρυναν κάποτε από την πραγματική του οικογένεια; Και γιατί ο ίδιος αισθάνεται μονίμως ξεριζωμένος; Είναι ένας άντρας με δυο ονόματα; Ή εξόριστος που κρύβεται κι απ τον ίδιο του τον εαυτό; Ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα για την αναζήτηση της αλήθειας και της ταυτότητας, της πατρίδας που είναι η γλώσσα και τα αγαπημένα πρόσωπα. Μια περιπέτεια που διατρέχει τόπους -από τον Κορινθιακό ως το Βερολίνο και την Ταγγέρη- για να περιγράψει τελικά το πιο αναπάντεχο εσωτερικό ταξίδι.